Day: 24.06.2026

Dylan Thomas, Πρόλογος του Συγγραφέα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο «Πρόλογος του Συγγραφέα» («Author’s Prologue») υπήρξε το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Ντύλαν Τόμας. Συντέθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1953, και λειτουργεί σαν ποιητική διαθήκη αλλά και σαν πανηγυρική αυτοπαρουσίαση: ο ποιητής εμφανίζεται εδώ ως θαλασσινός βάρδος, βιβλικός προφήτης και τεχνίτης της γλώσσας μαζί, υψώνοντας την «κιβωτό» του μέσα σ’ έναν κόσμο που πλημμυρίζει από φθορά, μνήμη και τραγούδι.

Το ποίημα είναι επίσης αξιοσημείωτο για την εξαιρετικά ιδιότυπη κατασκευή της ομοιοκαταληξίας του. Ο Τόμας οργανώνει το κείμενο σαν κυκλικό πλέγμα ή κατοπτρική αλυσίδα: ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τελευταίο, ο δεύτερος με τον προτελευταίο, ο τρίτος με τον τρίτο από το τέλος κ.ο.κ., δημιουργώντας έτσι μια μορφή που κλείνει επάνω στον εαυτό της σαν κύμα ή σαν τελετουργικός ψαλμός. Η τεχνική αυτή –σπάνια ακόμη και στο δικό του έργο– εντείνει την αίσθηση πως το ποίημα δεν τελειώνει αλλά επιστρέφει αδιάκοπα στην πηγή του: στη φωνή, στη θάλασσα, στον χρόνο και τη μνήμη.

~.~

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Τη μέρα αυτή που αργά καταλαγιάζει
καθώς κατευοδώνεται το θέρος
μέσα στη σολομίσια ορμή του ήλιου
στο θαλασσοδαρμένο ετούτο σπίτι
επάνω σ’ ένα βράχων γκρεμοτόπι
πλεγμένο με καρπό και τσιριτρό
αφρούς, πτερύγια, φλάουτα και φτερά
στη χορική οπλή ενός δάσους, πλάι
σε γλιτσιασμένες, αστερόεσσες αμμουδιές
με τους σάμπως ψαρούδες φωνακλάδες
γλάρους τους –όστρακα, κοχλιούς μα και ξεφτέρια–
και άντρες κορακάτους, εκεί έξω,
που γονατίζουν, σύννεφα ζωσμένοι
στου ηλιοβασιλέματος τα βρόχια
–χήνες σχεδόν στον ουρανό, καμακιστές
αγόρια κι ερωδιούς και μια μπουρού
για θάλασσες επτά που ραψωδεί
νερά αιώνες απ’ τις πόλεις μακριά
της εννιαήμερης νυχτιάς με τους πυργίσκους
που λαμπαδιάζουν σαν τα λιοφρυγμένα
καλάμια από ψηλό ξεράχυρο
μες στον θρησκευτικό τον άνεμο–
σε μιαν ειρήνη φτώχεια μέσα ψάλλω
σ’ εσάς τους ξένους (αν και οι ωδές
μια φλογερή, λοφιοφόρα είναι πράξη –
είναι των πτερωτών η πυρκαγιά
μες στο στροβίλισμα του υπερκόσμιου δάσου
για τ’ άγαρμπά μου κύκνια πλατσουρίσματα)
έξω απ’ τα φύλλα αυτά που ψαύει η θάλασσα
που θα τους μοιάσετε κι εσείς στο πέταγμα
μα και στην πτώση τόσο σύντομα –
τρίμμα θα γίνετε κι ύστερα απέθαντοι
στ’ ασφυκτικό το βράδυ. Προς το πέλαγο
ασκητικός γλιστράει ο ήλιος-σολομός
κι άλαλοι κύκνοι στίκτουν με γλαυκό
του κόλπου το λυκόφως καθώς πελεκώ
τούτο το πανδαιμόνιο από μορφές
για να συλλάβετε το πώς εγώ,
άνθρωπος-αδελφός του σίφουνα,
μπορώ να αινώ αντάμα αυτό τ’ αστέρι –
γόνο του πέλαγου που όλο πουλιά κραυγάζει,
του ανθρώπου σπάραγμα, αιματοβλογημένο.
Τη γη σαλπίζω –ναι!– που αναπηδά
από το ψάρι ως τον λόφο! Δείτε εδώ:
χτίζω την όλο μυκηθμούς μου κιβωτό
όσο η αγάπη μου μπορεί καλύτερα
σαν ο κατακλυσμός γύρω αρχινά
μέσ’ απ’ το κεφαλόβρυσο του φόβου –
απ’ την κατάστιχη οργή όπως βρυχάται
κι από της σάρκας την αναπνοή
να τρέξει σαν οροσειρά τηγμένη
επάνω από των κοιμισμένων τ’ άλγη
και προβατόλευκων κοίλων αγρών
στην Ουαλία, ως τη δική μου αγκάλη. (περισσότερα…)