Γενέθλιος Μελαγχολία

Γενέθλιος μελαγχολία

Ἐννιὰ σημεῖα γιὰ μιὰν ἐθνικὴ ἐπέτειο

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ
 
1. Ξυπνῶντας χθὲς νωρὶς τὸ πρωὶ στὴν Ἑλλάδα τῶν 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση, ἔνιωσα μιὰ μελαγχολία ἀσύμβατη μὲ τὸ πανηγυρικὸ κλίμα. Μιὰ μελαγχολία σὰν κι’ ἐκείνη ποὺ συνοδεύει πολὺ κόσμο τὶς ἡμέρες τῶν γενεθλίων του, ὅταν συνειδητοποιεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς συμπλήρωσης ἑνὸς παρελθόντος διαστήματος, τὴν ἴδια στιγμὴ σηματοδοτεῖ τὴν ὅλο καὶ μεγαλύτερη προσέγγιση τοῦ τέλος, τοῦ θανάτου. Ἐκδηλώσεις, πανηγυρικοί, παρελάσεις καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν, μ’ ἕναν ὅμως μεγάλο ἀπόντα: ἐμᾶς, τὸν ἁπλὸ λαό, τὸν βασικὸ πρωταγωνιστὴ κάθε μεγάλου συμβάντος τοῦ ἑλληνισμοῦ, ποὺ βρίσκει τὴ θέση του στὸ σπουδαιότερο μνημεῖο τῆς χώρας, αὐτὸ τοῦ Ἄγνωστου Στρατιώτη – κι’ ἂς εἴμαστε πλέον ἀνάξιοι τοῦ μνημείου αὐτοῦ, λαμβάνοντας ὑπόψιν τὶς παραχωρήσεις μας καὶ τὴν ἀπεμπόληση τοῦ ἀγωνιστικοῦ μας πνεύματος.
 
 
2. Κλεισμένοι στὰ σπίτια μας ἢ στὰ ΜΜΜ (ὅσοι τὴ χτεσινὴ ἡμέρα ἐργάζονταν) παρακολουθήσαμε ἀπὸ μακριὰ κάτι ποὺ ἐνῷ θἄπρεπε νὰ μᾶς γεμίσει περηφάνια, ἀνάταση, πατριωτικὰ αἰσθήματα κ.λπ., δὲν κατάφερε νὰ μᾶς συγκινήσει γιατὶ πολὺ ἁπλὰ δὲν διοργανώθηκε οὔτε ἀπὸ ἐμᾶς, οὔτε γιὰ ἐμάς. Ἀπὸ προχτὲς τὰ δελτία τύπου ἔδιναν κι’ ἔπαιρναν. Ποιοί τελικὰ θὰ ἔρθουν, τί θὰ φᾶνε, ποῦ θὰ δεξιωθοῦν ποιούς, πότε θὰ γίνει τί. Ἕνα σκηνικὸ ποὺ περιελάμβανε τοὺς «ίθύνοντες» ποὺ μὲ πλέριο θράσος ἡ ἑλληνικὴ πλευρὰ προσκάλεσε, ὄχι γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴ γιορτή μας καὶ ν’ ἀποδώσουν τιμές, ἀλλὰ ἀντιθέτως γιὰ τοὺς ἀποδώσουμε ἐμεῖς ἐν εἴδει χρέους ὑποκλίσεις καὶ δεῖπνα, ταπεινὸ ἀντίδωρο τῆς ὠφελιμιστικῆς συνδρομῆς τους κατὰ τὰ ἐπαναστατικὰ γεγονότα – ἀλήθεια πόσα καὶ ποιά, ἂν ἐξαιρέσουμε τὸ γνήσια φιλελληνικὸ κίνημα; Ἀπὸ τὴν ἄλλη, βέβαια, ἴσως καὶ καλύτερα, ἂν ἀναλογιστοῦμε τί θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει γίνει ἂν ἡ πανδημία δὲν ὑπῆρχε καὶ ἂν ἡ ἑορταστικὴ αὐτὴ ἀτμόσφαιρα εἶχε ἀφεθεῖ στὰ χέρια τῆς Ἐπιτροπῆς, προεξαρχούσης τῆς ἐθνικῆς μας PR, κας Γιάννας Ἀγγελοπούλου.
 
 
3. Βασιλεῖς, ἐκπρόσωποι, ἐπιτροπὲς ποὺ ἀπέτυχαν παταγωδῶς νὰ μεταδώσουν τὸ ἑορταστικὸ κλίμα περιοριζόμενες στὴν προβολὴ μιᾶς κυρίας ποὺ ἔβαλε τὰ καλά της, μαζὶ μὲ μιὰν ἐσσὰνς ἀβασάνιστου φολκλορισμοῦ ποὺ μόνο θυμηδία προκάλεσε; Κάποιος (καὶ νὰ μὲ συμπαθᾶ ποὺ δὲν θυμᾶμαι τ’ ὄνομά του μέσα σ’ ὅλα ὅσα γράφτηκαν) πολὺ σωστὰ εἶπε ὅτι οἱ παραδοσιακὲς ἐνδυματολογικὲς νότες δὲν περιορίστηκαν σὲ κομψοὺς ντουλαμάδες ἀλλὰ ἐπεκτάθηκαν καὶ στὸ παραδοσιακὰ ἐνδεδυμένο ἀξεσουὰρ-πορτοφόλι ἐπιβεβαιώνοντας τὴ μονοκαλλιέργεια τοῦ ἀφηγήματος μιᾶς ἀμιγῶς ἀστικῆς ἐπανάστασης – ἀφήγημα ποὺ υἱοθέτησε καί τὸ ΚΚΕ, ἀναγράφοντάς το μάλιστα καί στὸ χτεσινὸ πρωτοσέλιδο τοῦ Ριζοσπάστη, βρίσκοντας γιὰ ἀκόμα μία φορὰ τὴν εὐκαιρία νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴ βάση του παίρνοντας τὴ στάση τοῦ γραφικοῦ γέροντα ποὺ δὲν γουστάρει κανενὸς εἴδους πάρτι, ἀκόμα κι’ ἂν διοργανώνεται γιὰ τὸν ἴδιο. Κι’ὅλα αὐτά, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ἀστικὴ δεξιὰ ἐπεδίωξε τὸν προσεταιρισμὸ τῆς ἐπετείου, μὲ μιὰν ἀντιπολιτευτικὴ ἀριστερὰ μουδιασμένη ἀνάμεσα σὲ ἐθνομηδενιστικὰ προτάγματα καὶ συμβιβαστικὲς διαλεκτικότητες. Ἐλπιδοφόρο, παρ’ ὅλα αὐτὰ ὑπῆρξε τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τύπος τῆς ἀριστερότερης τοῦ ΚΚΕ Ἀριστερᾶς εἴτε διατήρησε μιὰ διαλεκτικὴ στάση ἀποδίδοντας τὰ ἐπαναστατικὰ κίνητρα σὲ ποικίλες συλλογικότητες, χαρακτηρίζοντας τὸν ἑλληνικὸ ξεσηκωμὸ παράλληλα ἐθνικό, διεθνικό, ἀστικό, λαϊκό, θρησκευτικὸ κ.λπ., εἴτε συντήρησε τὸ ἐν πολλοῖς σωστὸ ἀφήγημα μιᾶς λαϊκῆς ἐπανάστασης, ἡ ὁποία χρειάστηκε τὰ ἀστικὰ δεκανίκια γιὰ νὰ εὐοδοθεῖ. Ἡ ἄλλη πλευρά, βέβαια, περιορίστηκε στὴν ἐξαρτησιακὴ ἀφήγηση τῶν ἐγγυητριῶν δυνάμεων, διὰ στόματος καί τῆς ΠτΔ, ἐξοβελίζοντας ἀπὸ τὸν χάρτη τοὺς γνήσια φιλέλληνες Γερμανούς, Πολωνούς, Ἀμερικανούς, Αἱτινούς, Λατινοαμερικανοὺς μαχητὲς καὶ συμπαθοῦντες ποὺ ἀνιδιοτελῶς συνετάχθησαν μὲ τὸν ἑλληνικὸ σκοπό.
 
 
4. Πολιτικὲς ἡγεσίες ποὺ μιὰ μέρα πρὶν τὰ γενέθλιά μας ἀπέδιδαν τιμὲς σὲ ἀμερικανικὰ πολεμικὰ πλοῖα, ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ ν’ ἀποδομήσουν τὸ γεγονὸς τῆς Ἐπανάστασης (μὲ τὴν Αὐγή νὰ στριμώχνει στὴν πάνω ἀριστερὴ γωνία της τὴν 25η Μαρτίου 1821, στὸ χτεσινό της φύλλο), ἀποφάσισαν νὰ βροῦν μιὰν εὐκαιρία μικροπολιτικῆς καὶ μικροκομματισμοῦ. Κι’ ὅλα αὐτὰ ἐρήμην τοῦ λαοῦ ποὺ θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ἀκόμα διασώζει τὴν ἀθωότητα καὶ τὴν ὑγεία ἑνὸς ἁγνοῦ πατριωτισμοῦ ποὺ ὑπερβαίνει κόμματα καὶ παρατάξεις. Ὅλα αὐτὰ μέσα σὲ ἕνα πανδημικὸ κλίμα μὲ οὐρὲς ἀσθενοφόρων ἔξω ἀπὸ τὰ νοσοκομεῖα καὶ ἰατροὺς στὰ πρόθυρα τῆς αὐτοκτονίας ἀπὸ τὴ μία, κι’ ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ δελτία τύπου γιὰ τὸ μενοὺ τῆς δεξίωσης, τὸ ὁποῖο (α) μόνο προκλητικὰ λειτουργεῖ πρὸς τὸν ἁπλὸ λαὸ ἂν ἀναλογιστεῖ κανεὶς τὸν ἐθελόδουλο ἐπαρχιωτικὸ βλαχοδημαρχισμὸ τοῦ μπισκότου σουπιᾶς καὶ τοῦ κιμᾶ γαρίδας καί (β) στὴν ὑποθετικὴ περίπτωση μιᾶς λαϊκῆς συμμετοχῆς θὰ προκαλοῦσε ἁπλῶς τὸν εἰρωνικὸ γέλωτα καὶ οχι τὴν ὀργὴ τῶν οἰκογενειῶν ποὺ ἔχασαν τοὺς ἀνθρώπους τους ἕνεκα τῆς ἀναποτελεσματικότητας καὶ τῆς ἀνυπαρξίας τοῦ καταβαραθρωμένου κοινωνικοῦ κράτους.
 
 
5. Οἱ στρατιωτικοί, οἱ φαντάροι κι οἱ εὔζωνες φορῶντας τὶς γιορτάσιμες φορεσιές τους πέρασαν πεζῇ ἢ μὲ τ’ ἅρματα μέσα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Σὲ κάποιους ἄναψαν ἀντανακλαστικὰ τὰ κόκκινα λαμπάκια τους. Τὸ ἀστεῖο ποὺ κυκλοφόρησε στὰ ΜΚΔ ὅτι ἡ τελευταία φορὰ ποὺ ἔγινε κάτι ἀντίστοιχο (κόσμος στὰ σπίτια καὶ ἅρματα στὸν δρόμο) εἴχαμε Χούντα, ἂν καὶ ἔχει μιὰ φαινομενικὴ βάση, ἐξαντλεῖ τὰ ὅρια τῆς λογικῆς. Ἡ Χούντα ἦταν αὐτὸ ποὺ ἦταν. Ἡ συγκυρία σήμερα εἶναι ζοφερή, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ συγκρατήσομε τὸν ἱστορικὸ συγκρητισμό, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅτι θὰ πρέπει ἐπιτέλους νὰ τὸν ἐξαλείψουμε. Ἡ σημερινὴ συμπολίτευση εἶναι ἄθλια – ἡ Χούντα εἶναι ὅμως κάτι ἄλλο. Εἶναι ὡς νὰ θεωρεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ΚΕ τοῦ ΚΚΣΕ ἦταν οἱ Τριάκοντα Τύραννοι. Μιὰ εὔκολη ἐντυπωσιοθηρία, στὴν καλύτερη περίπτωση. Τὸ ζήτημα στὴ χτεσινὴ παρέλαση ἦταν ἄλλο. Ἀκόμα καὶ σὲ ἀνθρώπους σὰν τὸν ὑπογράφοντα, ποὺ τοὺς ἀρέσουν οἱ παρελάσεις ἀκόμα κι’ ἂν εἶναι τοῦ ἐχθροῦ, διότι διασώζουν κάτι ἀπὸ τὴ θριαμβικὴ εἴσοδο τῶν στρατευμάτων στὴν Ἀρχαία Ρώμη, ἡ χτεσινὴ παρέλαση μὲ τοὺς τσολιάδες νὰ παρελαύνουν φορῶντας μάσκες λειτούργησε σὲ ἕνα ἀνώτερο συμβολικὸ/ψυχολογικὸ ἐπίπεδο. Οἱ δὲ μασκοφόροι ὁπλίτες ποὺ φοροῦσαν τὰ φαιοπράσινα τῆς παραλλαγῆς, ἔδιναν μιὰν ἐντύπωση δυστοπικὴ στὴν καλύτερη περίπτωση. Πρωταγωνιστὴς φυσικὰ ἦταν τὸ ἄλογο, ποὺ μὲ τὴν ἐνισχυμένη συναισθηματική του νοημοσύνη ἔπραξε τὰ δέοντα…
 
 
6. Ἡ συγκινητικὴ ἔπαρση τῆς σημαίας στὸν Ἱερὸ (πλὴν τσιμεντωμένο) Βράχο τῆς Ἀκροπόλεως, μὲ φόντο τὴν Ἀθήνα καὶ τὸν Παρθενῶνα, συνοδεύτηκε ἀπὸ μία ξεπατικωτούρα ἀμερικανικῆς ἔμπνευσης μὲ μία «διεθνοῦς φήμης» σοπράνο νὰ ἀπαγγέλλει τὸν ἐθνικό μας ὕμνο. Μιὰ παραφωνία (κυριολεκτικὰ καὶ μεταφορικὰ) ποὺ ἔσπευσαν τὰ θεσμικὰ ΜΜΕ νὰ παρουσιάσουν ὡς «ἐθνικὸ ρίγος», τὴ στιγμὴ ποὺ μόνο θυμηδία προκάλεσε, σὲ ὅσους θὰ προτιμοῦσαν (γιὰ πρακτικούς/λειτουργικούς, ἀλλὰ καὶ –κυρίως– συμβολικοὺς λόγους) μιὰ χορωδία ἀποτελούμενη ἀπὸ ἄνδρες καὶ γυναῖκες κάθε ἡλικίας, ἀκόμα καὶ παιδιὰ ποὺ δὲν ἔχουν περάσει ἀκόμα στὴ μεταφώνηση. Εὐτυχῶς νὰ λέμε ποὺ δὲν ἀντιγράψαμε καὶ τὴ δημόσια ἀπαγγελία ποιημάτων μὲ ἀφορμὴ τὸ γεγονός, διότι εἰλικρινὰ ἀναρωτιέμαι (καὶ τρομάζω στὴν ἰδέα) ποιός ἢ ποιά θὰ ἀνελάμβανε κάτι τέτοιο. Πολλῷ δὲ μᾶλλον ἂν ἀναλογιστεῖ κανεὶς ποιοί εἶναι οἱ κραταιοὶ ἰθύνοντες στὰ ὀργανωσιακὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς Κυβέρνησης καὶ τῆς Προεδρίας τῆς Δημοκρατίας.
 
 
7. Θὰ γίνονταν καὶ λάθη, ἀναμφίβολα, μὲ ἢ χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ κόσμου – εἶναι νομοτελειακό. Οἱ παραφωνίες, τὰ σφάλματα, οἱ σκηνοθετικὲς ἀστοχίες θὰ ὑπῆρχαν. Σύμφωνοι. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι λίγα μόλις χρόνια πρὶν καὶ δίχως κορωνοϊό, θἄχαμε ἕνα τσοῦρμο θερμοκέφαλων ποὺ θὰ φώναζαν στὰ ἑλληνικὰ στρατὰ «Τοῦρκοι, Μογγόλοι, δολοφόνοι». Σύνθημα στὴ βάση του σωστὸ στὴν ἱστορική του προοπτική, ἀλλὰ ἀταίριαστο. Ὅταν ἑορτάζουμε, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ἄλλοι. Ἢ τουλάχιστον, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀφοροῦν οἱ ἀντίπαλοι. Δὲν εἶναι αὐτὸ ὅμως μιὰ σκέψη ποὺ θὰ λειτουργοῦσε ἀποτρεπτικὰ γιὰ νὰ μὴ γίνουν ἑορτασμοί. Τουλάχιστον ἡ καπηλεία θὰ ἐρχόταν ἀπὸ τὰ (πολὺ) κάτω. Ἐφόσον, λοιπόν, φέτος ἡ συγκυρία δὲν ἐπέτρεψε τὴ λαϊκὴ συμμετοχή (μὲ ὅλα τὰ ἀναγκαία καὶ γιὰ ὁρισμένους πολιτισμένους κὶτς στοιχεῖα, ὅπως λ.χ., φουστανελοφόρους ἀναβιωτές, παραδοσιακοὺς χορούς, ζωντανὴ δημοτικὴ μουσικὴ καὶ ψητὰ στὴν πλατεία Συντάγματος), ἔπρεπε οἱ ἰθύνοντες νὰ κατανοήσουν ὅτι τὸ ἐρώτημα ποὺ ἐνυπῆρχε σὲ ὅλους ἐμᾶς ποὺ παρακολουθούσαμε ἀπὸ τοὺς δέκτες μας τοὺς ἑορτασμοὺς ἤτανε ἕνα: Τί σχέση ἔχουμε ἐμεῖς μὲ ὅλα αὐτἀ; Τί σχέση ἔχουμε μὲ τὰ φορέματα τῶν κυριῶν, τὸ μενοὺ τῆς προεδρίας τῆς Δημοκρατίας, τὴν κα Ἀγγελοπούλου καὶ τὴν κα Βαρδινογιάννη, τὸν Κάρολο καὶ τὴν Καμίλα, τὴ σοπράνο τῆς κακιᾶς ὥρας καὶ τὰ ἀμερικανικὰ πολεμικὰ πλοῖα; Κυρίως: πῶς δικαιολογοῦμε τὴν ἀπουσία μιᾶς ἔστω καὶ σὲ συμβολικὸ ἐπίπεδο ἢ εὐκαιριακῆς συμπερίληψης τοῦ λαοῦ ποὺ ἤθελε νὰ ἀποτίσει φόρο τιμῆς στὸ κοντινότερο ἐπαναστατικὸ μνημεῖο τῆς γειτονιᾶς του; Κυρίως δέ, ποιά εἶναι ἡ δέουσα στάση ἑνὸς ἔθνους ποὺ βλέπει τὴ μεγαλοαστικὴ τάξη νὰ συμμετέχει στοὺς θεσμικοὺς ἑορτασμούς, ἐνῷ τὸ ἴδιο βρίσκεται παραμερισμένο στὸν ἐγκλεισμὸ τοῦ διαμερίσματός του; Μιὰ ἔστω προσχηματικὴ διακριτικότητα θὰ ἔκλεινε τὴν ψαλίδα τῆς κοινωνικῆς καὶ ταξικῆς διάκρισης, ποὺ ὁλοένα κι’ ἀνοίγει μὲ τὴν ἡγεσία τοῦ τόπου ἀνήμπορη (ἢ ἀπρόθυμη) νὰ τὴν κλείσει.
 
 
8. Ὁ Σπύρος Γιανναρᾶς ἔγραφε χτὲς στὴ σελίδα του στὸ Facebook ὅτι ἡ χτεσινὴ ἐπέτειος εἶναι μιὰ ἑορτὴ θανάτου. Δὲν θὰ συμφωνήσω στὸ ἀκέραιο, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μπορῶ καὶ νὰ ταχθῶ ἀπέναντι στὴν τοποθέτησή του, γιατὶ μόνο μελαγχολία ἀποκομίσαμε ἀπὸ τὴ χτεσινὴ σπουδαία ἐπέτειο, ἂν καὶ ὁμολογουμένως κάθε τέλος σηματοδοτεῖ μιὰ νέα ἀρχή. Ὁ Σβορῶνος καλύτερα ἀπ’ ὅλους ἔθεσε ἐπὶ χάρτου τὸν βασικότερο συνεκτικὸ ἱστὸ τῆς ἐθνικῆς μας συνέχειας καὶ συνέπειας. Δὲν χωρᾶνε, πέρα ἀπὸ τὴ μελαγχολία, περαιτέρω λόγια, δάκρυα καὶ στεναγμοί. Ἀρκετὰ χορτάσαμε αὐτὰ τὰ χρόνια βιώνοντας τὴν ἐπιθετικὴ σαρκοείδωση ποὺ ρίζωσε στὰ σπλάχνα τοῦ κοινωνικοῦ μας σώματος. Ἡ Ἱστορία εἶναι στὰ χέρια τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ. Ὅταν τὸ κοντὲρ μηδενίσει, ὁ ἀναβάτης τῆς μηχανῆς παρακινεῖται νὰ γυρίσει τὸ γκάζι ὅσο περισσότερο μπορεῖ. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς – τουλάχιστον ἂς ἐλπίζουμε.
 
 
9. Ἐπέλεξα χτὲς νὰ κοινοποιήσω στὴν προσωπική μου σελίδα ἕνα ἐμφατικὸ ποίημα τοῦ Στέφανου Γιονᾶ ποὺ μὲ ἀφορμὴ τὸ τέλος τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου ἔδινε μιὰν εἰκόνα συνολικὴ τῆς καπηλεῖας τῶν ἑλληνικῶν ἐθνικῶν ἀγώνων. Σήμερα ὡστόσο, μιὰ μέρα μετά, ἡ ἐπίγευση παραμένει στυφή, μελαγχολική. Δὲν γίνεται παρὰ νὰ τελειώσει ἡ ἀδολεσχία αὐτὴ μὲ τὸν Τάσο Πορφύρη ποὺ ἔγραφε στὴ μνήμη τοῦ Ἀνδρέα Κίτσου Μυλωνᾶ:
 
 
ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Πῶς νὰ χωρέσουν
Τὸ δάσος στὸν ἀκάλυπτο ὁ βοϊδομάτης στὴν πισίνα
Ἡ σαρκοβόρα Ἄνοιξη στὸ γιασεμὶ τῆς γλάστρας
Ὁ πόνος στὸ ποίημα τὸ μετὰ βίας σονέττο
Ἡ Φιλοθέη ἀνοίγει τὶς πόρτες τοῦ κήπου γιὰ
Τοὺς στενοὺς συγγενεῖς τοὺς φίλους τὴ Λιμνο-
θάλασσα τὰ ἔλατα τοῦ Μετσόβου τινάζοντας τὶς
Χιονισμένες τους κορφὲς καὶ ὁ γύφτος μὲ τὸ
Κλαρίνο παραμάσκαλα σεμνὸς νὰ τὸν παιδεύει
Τὸ μοιρολόϊ στὸ στέρνο ἀπὸ τὴν «Ἔξοδο»
Καταγόμενο τόσα χιλιόμετρα καϋμὸς στὶς ἰτιὲς
Τοῦ Εὔηνου ξαποσταίνοντας τόσα χρόνια πῶς
Ἄντεξες ὅσο ἄντεξες μικρό μου κατακαϋμένο
Μεσολόγγι.
 
 
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ