Ο γοητευτικός άνεμος της ιστορίας

Σταμάτης Πολενάκης, Η πάλη με τον άγγελο, μυθιστόρημα, ενύπνιο, 2020.

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το πρώτο μυθιστόρημα του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Σταμάτη Πολενάκη συνεχίζει τις αναζητήσεις της ποιητικής του παραγωγής τόσο στη θεματολογία όσο και στην τεχνική. Έλξη μόνιμη στη δημιουργία του ασκούν η Ιστορία και οι μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, γι’ αυτό και η ποίησή του αντλεί από ένα ευρύ ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, από το οποίο απομονώνει και σκηνοθετεί επεισόδια, τόπους και πρόσωπα, συνήθως βυθισμένα σε μια μυθική αχλύ, στα αμφίβολα πλάνα μιας ημιτελούς και σημαίνουσας χειρονομίας. Ιστορικές προσωπικότητες, εμβληματικοί λογοτεχνικοί ήρωες, “καταραμένοι” συγγραφείς, επινοημένα ανώνυμα θύματα της ιστορικής συγκυρίας συνθέτουν την πινακοθήκη ενός μαρτυρολόγιου και το εικονοστάσι μιας ομολογίας πίστεως του ποιητή. Μέσα από τα πρόσωπα μιλά για τα διαχρονικά θυσιαστήρια της Ιστορίας, τις μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές ουτοπίες, τη λειτουργία της ποίησης. Όλα σε μια μεθόριο, σε στιγμές μετέωρες, στιγμές μετάβασης πριν συναντηθούν με το πεπρωμένο για να ηττηθούν από αυτό ή για να αφήσουν με την παρουσία τους το λεπτό άρωμα της ομορφιάς που αναζήτησαν.

Ποίηση αφηγηματική που προχωρώντας δυσφορεί στην μικρή φόρμα και εκβάλλει σε πλατιά συνθετικά σύνολα, όπως συμβαίνει στην τελευταία συλλογή του, Τα τριαντάφυλλα της Μερσέδες. Είναι λογικό αυτή η μέθοδος εργασίας και η ποιητική αισθητική να διοχετευτούν και στη μυθιστορηματική φόρμα και είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς ένας ποιητής γίνεται πεζογράφος χωρίς να πάψει να είναι ποιητής.

Πράγματι, το μυθιστόρημα ακολουθεί τις ίδιες φόρμουλες με την ποίησή του. Αφενός, έχουμε τα πρόσωπα παγιδευμένα στον πυκνό λαβύρινθο της Ιστορίας και, αφετέρου, τον αφηγητή που τα ακολουθεί κατά πόδας, εξίσου παγιδευμένος στον λαβύρινθο της γλώσσας, αδυνατώντας να τα διασώσει και σύρεται άκων εκών να καταγράψει τον πανεπόπτη εφιάλτη του πανάρχαιου δράματος. Η πορεία του αφηγητή και των προσώπων στο δίκτυο της αφήγησης τελείται παράλληλα, παραλληλία που πλειστάκις σημαίνεται από αυτόν.

Για να παρακολουθήσει κάποιος την αφήγηση, πρέπει να λάβει υπόψη την ταυτοχρονία των γεγονότων και την πολλαπλή διασύνδεση των προσώπων στη λογοτεχνική συνείδηση. Τα πρόσωπα, οι χρόνοι και οι τόποι, όλα τελούνται σε μια ονειρική συγχρονία, αποτελώντας το καθένα ψηφίδα στη μεγάλη χίμαιρα του ανθρώπινου αγώνα για δικαιοσύνη αλλά και προβαθμίδες μιας αδήριτης ακολουθίας, που είναι ο χαοτικός τωρινός κόσμος, ο παντοτινός.

Στην αρχή του μυθιστορήματος, ο αφηγητής παρακολουθεί τη διαβόητη υπόθεση Νετσάγιεφ, τη δολοφονία του φοιτητή Ιβάνωφ από τον Νετσάγιεφ στη Μόσχα, την ίδια περίπου εποχή που ο Ντοστογιέφσκι στη Δρέσδη εμπνεόμενος από την υπόθεση συγγράφει τους Δαιμονισμένους και συλλαμβάνει τον αδιανόητο ήρωά του Σταυρόγκιν. Με βάση την τοπική ή τη χρονική εγγύτητα, το μυθιστόρημα εξακτινώνεται σε πλήθος πρόσωπα και γεγονότα, ιστορικά και λογοτεχνικά: στον βομβαρδισμό της Δρέσδης από τους συμμάχους κατά τον Β΄ παγκόσμιο, στον Μπακούνιν και τους Ρώσους αναρχικούς της Διασποράς, στην ποιήτρια Μαρίνα Τσβετάγεβα που αποφασίζοντας να επιστρέψει στη Ρωσία συναινεί στο πεπρωμένο και αυτοκτονεί το 1941, στις μεγάλες δίκες της Μόσχας έως τη συμφωνία της Γιάλτας που μοίρασε τον μεταπολεμικό κόσμο, στην εξορία και τη δολοφονία του Τρότσκι, στον ελληνικό εμφύλιο, στη γενοκτονία των Αρμενίων και πάλι πίσω στον Νετσάγιεφ και από εκεί στην ερωτική ιστορία του αφηγητή με τη φασματική Νορίκο και τη Χιροσίμα έως τη σύγχρονη τρομοκρατία των ισχυρών και τις απάνθρωπες πόλεις της τεχνοκρατίας, για να συνεχίσει προς το τέλος της αφήγησης στη θανατηφόρα πορεία ενός αεροπλάνου που καταρρίπτεται από άγνωστα κέντρα εξουσίας, για να πάρει μαζί του τις τελευταίες αναμνήσεις ενός γέρου καλλιτέχνη από την Τσβετάγεβα. Στην ίδια μυθική διαχρονία συστοιχούν η μεγάλη εξέγερση των χωρικών στη Γερμανία υπό τον Μύντσερ και η μεταπολεμική τελετή των αποκαλυπτηρίων του πίνακα που αναφέρεται στην εξέγερση στη λαοκρατική Γερμανία του ψυχρού πολέμου. Καταλήγει στις τελευταίες στιγμές του Ντοστογιέφσκι τον οποίο επισκέπτεται το φάσμα του δαιμονικού Σταυρόγκιν και το όραμα της λευκής εκείνης μέρας που περίμενε μαζί με άλλους Δεκεμβριστές την εκτέλεσή του πριν του αποδοθεί η χάρη από τον τσάρο. Πλήθος άλλα ελάσσονα πρόσωπα και γεγονότα εντάσσονται σε αυτή τη χορεία του παράλληλου δράματος ως στίξεις της Ιστορίας που βιώνεται ως τερατώδης παρεξήγηση, όσο ο θεός αδυνατεί να νομοθετήσει στο αδέξιο σύμπαν του και ο άνθρωπος να ονειρευτεί μια ουτοπία που να συμπεριλαμβάνει όλα τα ανθρώπινα πεπρωμένα.

Ποιοι είναι οι συνεκτικοί αρμοί της αφήγησης σε μια τέτοια αποκεντρωμένη περιπλάνηση που δεν ενδιαφέρεται για τη ρεαλιστικά αιτιοκρατική πλοκή;

Αρχικά, η αφηγηματική οπτική και βούληση που κυρίαρχη και συμπάσχουσα οδηγεί τα πρόσωπα και συνειρμικά ανακαλεί, με αφορμή χωρικές ή χρονικές συμπτώσεις, ανάλογες ιστορίες. «Πρέπει να συνεχίσω, δεν μπορώ να εγκαταλείψω τον Ιβάνωφ στη μοίρα του…», ακούμε τον αφηγητή στην αρχή του βιβλίου, προτροπή που επαναλαμβάνει με πλήθος άλλες αφορμές στη συνέχεια.

Δεύτερον, η δεσπόζουσα προβληματική του βιβλίου που είναι η νοσταλγία της ρημαγμένης ουτοπίας και η εγγενής ακατανοησία του κόσμου και του θεού. «[…]ο Θεός που επινόησε τον κόσμο σαν ένα αίνιγμα, σαν ένα λαβύρινθο αδιαπέραστο, παγιδεύτηκε και ο ίδιος εντός του, παγιδεύτηκε εντός του αινίγματος που δημιούργησε, εντός του λαβύρινθου που επινόησε, εντός του κτίσματος που ανήγειρε», γράφει, και έτσι εμείς «πρέπει να σκάβουμε ασταμάτητα, αναζητώντας μάταια έναν θαμμένο Θεό».

Τρίτον, η τεχνική του λάιτ-μοτίφ που σε σύντομες μουσικές φράσεις επανέρχεται συμπυκνώνοντας το επιμέρους στο γενικό σκεπτικό της αφήγησης. «Η γη ολόκληρη, μια γκρίζα θάλασσα στάχτης», ακούμε συχνά τον αφηγητή να μονολογεί, μετά την κορύφωση των επιμέρους επεισοδίων.

Τέταρτον, η ασθματικός επαναληπτικός αφηγηματικός χρόνος και ρυθμός της αφήγησης που φορτίζουν την επιμέρους δράση με την ονειρική συνειρμικότητα του επείγοντος.

Πέμπτον, οι πλατιές στοχαστικές πλαισιώσεις ή παρεκβάσεις του αφηγητή που εξιστορεί αλλά και βιώνει τα γεγονότα.

Έκτον, η σκηνοθεσία των γεγονότων: η αφήγηση εστιάζει στα πρόσωπα. Τα πρόσωπα- σύμβολα ενός τσακισμένου ανθρωπιστικού ρομαντισμού θεώνται σε στιγμές οριακές, σε τοπία μελαγχολικά και αμφίβολα που πάνω τους πέφτει η πυκνή βροχή της Ιστορίας, η στάχτη της συλλογικής λήθης, ο αλλόκοτος δαιμονισμός του κακού. Οι ποιητικοί αυτοί τόποι γίνονται αφηγηματικοί χρόνοι μέσα από τη ματιά ενός ποιητή, ο οποίος κινεί τον χρόνο της αφήγησης μέσα από τον ποιητικό αναστοχασμό τους. Είναι ενδεικτικό ότι στο βιβλίο έχει ενσωματώσει αποσπάσματα από προγενέστερα ποιητικά βιβλία. Εντόπισα πρόχειρα δύο από τη συλλογή Νοτρ Νταμ:

«Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι πιο μελαγχολικές ιστορίες αγάπης αρχίζουν πάντοτε μέσα σ’ ένα βαγόνι της αμαξοστοιχίας Βαρσοβία–Πετρούπολη.» (από το ποίημα «Βόρεια Θάλασσα»). Το δεύτερο: «Χρόνια αργότερα, αναπολώντας τη συνάντησή τους σκεπτόταν όχι το πρόσωπό της πια, αλλά δυο τραίνα που τρέχουν μέσα στη νύχτα προς την αντίθετη κατεύθυνση και σταματούν το ένα απέναντι από το άλλο για μια και μοναδική στιγμή. Με φωτισμένα παράθυρα.» (από το ποίημα «Ημερολόγιο μελαγχολίας»).

Αυτή ακριβώς η ατμόσφαιρα συνιστά ένα από τα θετικά του βιβλίου: τα πρόσωπα μάς προσφέρονται σε μια ονειρική συχνά χορογραφία, ακριβώς τη στιγμή της θνητότητάς τους, συνθέτοντας μια παρτιτούρα του φευγαλέου σε πλήθος τονικότητες μελαγχολίας: από το ιστορικό ανέκδοτο, το επινοημένο επεισόδιο, τα ημερολογιακά σπαράγματα, τα ντοκουμέντα της ειδησεογραφίας, τη συναρίθμηση του επιμέρους στο συμπαντικό.

Θετικά επίσης λειτουργεί η αμήχανη στράτευση του αφηγητή σε αυτό που ο ίδιος χωροθετεί αλλά ομολογεί με ειλικρίνεια ότι διαφεύγει από τις δυνάμεις του και το μόνο που του μένει συχνά είναι η συγκινητική συμπόρευση με τη μοίρα των προσώπων: «Ξέρουμε ότι ο άγγελος της Ιστορίας θα ήθελε όσο τίποτα ν’ αφυπνίσει τους νεκρούς, να συνενώσει ό,τι θρυμματίστηκε, αλλά κανείς δεν μπορεί να ζωντανέψει τους νεκρούς ούτ’ εγώ μπορώ ν’ αφυπνίσω τις νεκρές λέξεις».

Στα αρνητικά του βιβλίου συγκαταλέγω την παράφορη ενίοτε εμπλοκή του αφηγητή, η οποία προς το τέλος του βιβλίου οδηγεί σε πλατειασμούς, σε μια ολοφυρόμενη συμπάθεια και σε επαναλήψεις, και έναν διδακτισμό σποραδικά όταν καταδεικνύει καταγγελτικά τις παραλληλίες με το σήμερα. Η μέριμνα, βέβαια, για την ανάδειξη, μέσα από το θραύσμα, του καθολικού είναι μόνιμη σταθερά στην ποίησή του. Η πεπερασμένη όμως χωρικότητα και η αυτονομία του ποιήματος τον βοηθούν να αξιοποιήσει πιο αποτελεσματικά το αποσπασματικό, το ελλειπτικά ειπωμένο. Όταν όμως πρέπει να συμπεριλάβεις σε μια ευρύτερη αφηγηματική προοπτική αυτά τα καλειδοσκοπικά ιδωμένα επεισόδια έχεις δύο επιλογές: ή να αποδεχτείς και να καταδείξεις την αποσπασματικότητά τους και να αφήσεις τον αναγνώστη να συνθέσει τους αρμούς που τα συνδέουν ή να υπερεμπλακείς πλαισιώνοντας και έτσι ο αφηγητής οδηγείται σε μια υπερέκθεση που ποδηγετεί τον αναγνώστη. Νομίζω ότι ο Πολενάκης έπεσε σε αυτή την παγίδα να αναγάγει το αποσπασματικό σε μια ηγεμονική καθολίκευση ποδηγετώντας την.

Παρ’ όλες τις αρρυθμίες, στο βιβλίο πνέει ο γοητευτικός άνεμος της Ιστορίας που συναιρεί τα πρόσωπα και τη μοίρα τους στην αίγλη ενός ναυαγισμένου αλλά όχι νεκρού ονείρου: «ναι, μια γκρίζα θάλασσα στάχτης ο κόσμος, αλλά η ζωή ολόκληρη σαν φλεγόμενο βέλος», βεβαιώνει η ακροτελεύτια φράση του βιβλίου. Το βιβλίο αποτελεί μια αξιόλογη προσπάθεια του Πολενάκη να αρθρώσει λόγο πάνω στα διαχρονικά αιτήματα της ανθρώπινης κατάστασης και να αναμετρηθεί με το ανοιχτό πάντα ερώτημα αν η τέχνη μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά αυτά τα αιτήματα.

 

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ