Στο βωμό των σύγχρονων «Εν ονόματι»

Μια επίκαιρη ανάγνωση του μυθιστορήματος του Αντώνη Σαμαράκη

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΠΥΘΟΥΡΗ

«ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ: μια ολόκληρη ανθρωπότητα
αλυσοδεμένη από τα διάφορα ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ»
Αντώνης Σαμαράκης.

Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το σύντομο μυθιστόρημα του Αντώνη Σαμαράκη, Εν ονόματι (η πλοκή του εκτυλίσσεται σε 124 σελίδες)[i] διαπιστώνεται εύκολα ο πρωταρχικός κοινωνικός και πολιτικός προσανατολισμός του συγγραφέα. Η φανερή του αγωνία για τον σύγχρονο κόσμο, η κοινωνικά και βαθιά ανθρωπιστική του κοσμοθεωρία που εντοπίζεται στα προηγούμενα κείμενά του, επιβεβαιώνεται και εδώ μέσα από την ιστορία του μικρού έφηβου Δημήτρη, πρωταγωνιστή και αφηγητή σε αρκετά σημεία του μυθιστορήματος.

Η πλοκή του μυθιστορήματος.

Η υπόθεση λαμβάνει χώρο σε μια μικρή πόλη της Ελλάδας τον Νοέμβριο του 1998. Ο μαθητής της Β΄ Λυκείου και πρωταγωνιστής της ιστορίας αποφασίζει ως μία ένδειξη διαμαρτυρίας και ως μία πράξη νεανικής αντίδρασης και εξέγερσης εναντίον των ποικίλων «Εν Ονόματι», που δεσμεύουν ασφυκτικά το σύγχρονο άνθρωπο και τη ζωή του, να γράψει μια προκήρυξη.

Με αφορμή την προκήρυξη του μικρού μαθητή, η πλοκή του μυθιστορήματος θα λάβει γρήγορα μια πιο βίαιη και έντονη τροπή. Οι διάφορες τρομοκρατικές οργανώσεις πληθαίνουν, οι προκηρύξεις τρομοκρατούν, οι διχόνοιες δημιουργούν ρήξεις και αποστάσεις στους ανθρώπους της μικρής πόλης και εν τέλει οι βίαιες πράξεις κορυφώνονται με τον πρώτο θάνατο ενός αθώου πολίτη. Στη συνέχεια, οι δήθεν εκπρόσωποι της φιλήσυχης πολιτείας καλούν όλους τους κατοίκους της πόλης σε μια ανοιχτή πρόσκληση για μια ειρηνική συνομιλία, επικαλούμενοι τους λόγους ασφάλειας και την ανάγκη για άμεση παύση των ταραχών. Σε αυτό το σημείο του μυθιστορήματος ο Σαμαράκης φανερώνει με αρκετή δόση ειρωνείας, ότι η ειρηνική συγκέντρωση θα μετατραπεί γρήγορα σε ακόμη πιο βίαιη συμπλοκή με άλλον έναν αθώο νεκρό. Πέρα από τη φανερή διάθεση του συγγραφέα να καταγγείλει τα τυραννικά καθεστώτα που παραγκωνίζουν την ανθρώπινη βούληση, εκείνο που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα είναι ότι το επίσημο κάλεσμα της έννομης πολιτείας για ειρήνη και επαναφορά της ανθρώπινης ασφάλειας καταλήγει στον θάνατο.

Στη συνέχεια του μυθιστορήματος ο έφηβος ήρωας συλλαμβάνεται και οδηγείται στον αστυνομικό ανακριτή, στον οποίο απολογείται δειλά για τη συγγραφή των προκηρύξεων, εκφράζοντας παράλληλα την παγίδευση και τον εγκλωβισμό του μέσα στο δίχτυ, που ο ίδιος όπως αναφέρει πρώτος φτιάχνει. Ο Δημήτρης καταλήγει σε αδιέξοδο με ανυπολόγιστες και για τον εαυτό του συνέπειες, φανερά εγκλωβισμένος και απομονωμένος από την καταδυνάστευση που προκαλούν οι εξουσιαστικές αρχές. Ο έφηβος παρότι προσπάθησε σθεναρά να αντισταθεί στα «Εν Ονόματι», η προσπάθειά του καταλήγει τελικά μάταιη. Το σύστημα και εν προκειμένω η εξουσία με τη μορφή της αστυνομίας και του ανακριτή ωθεί τον δίκαια εξεγερμένο σε στιγματισμό, ωθεί τον δεκαεξάχρονο έφηβο τόσο νωρίς στη συνειδητοποίηση ότι η κοινωνική απάθεια, η ανθρώπινη αδιαφορία και η υποταγή στα διάφορα «Εν ονόματι», εξασφαλίζει την αποδοχή και την επιβίωση σε μία τέτοια διεφθαρμένη κοινωνία.

Ο «Εν Ονόματι» θάνατος του νεαρού ήρωα

Η έκβαση της μαζικής συγκέντρωσης μαρτυρεί τη διαφθορά και την έντονη διχαστική και πολωτική ατμόσφαιρα που αναπαριστά τη φανταστική “πραγματικότητα” στον μυθοπλαστικό κόσμο του Σαμαράκη. Πέρα από τις λιγοστές φωνές εναντίωσης και τις στοχαστικές τοποθετήσεις ορισμένων κατοίκων,[ii] ο Δημήτρης είναι ο μόνος, ο οποίος μέχρι την κορύφωση και το τέλος του μυθιστορήματος, δηλαδή μέχρι τον θάνατο του συνταξιούχου και τη δική του αυτοκτονία εξακολουθεί να σκιαγραφείται απόλυτα θετικά. Να διατηρεί ταυτόχρονα ολόκληρη την παιδική αθωότητα, την εφηβική τρέλα και τον ερωτικό ενθουσιασμό για τη συνομήλικη αγαπημένη του Κατερίνα. Ο Δημήτρης, όπως ο συνταξιούχος, δεν απαιτούν σωτηρία, επιζητούν μονάχα να πορευτούν τον δικό τους δρόμο, ελεύθερο από τα ασφυκτικά «Εν Ονόματι». Η αγαθή παρόλα αυτά πράξη του Δημήτρη να αφήσει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο σημείο, στο οποίο πεθαίνει ο συνταξιούχος θα σταθεί για τον ίδιο η απόδειξη της ενοχής του και η πράξη που θα τον οδηγήσει στον ανακριτή και στην απολογία για τη συγγραφή των προκηρύξεων. Και ενώ ο αναγνώστης θα περίμενε ο μικρός Δημήτρης να συνεχίζει κανονικά τη ζωή του, έχοντας παραδεχτεί τις επικίνδυνες για την εξουσία πράξεις του, εκφράζοντας την ειλικρινή μεταμέλειά του και υποταγμένος πλέον στα διάφορα «Εν Ονόματι», ο Σαμαράκης αναδεικνύει έντεχνα τον ασφυκτικό κλοιό που πλέκει η εξουσία σε όσους επιχειρούν να εναντιωθούν. Έχοντας επιτρέψει πρώτα η πολιτεία την εναντίωση με όλο τους το θάρρος και με όλον τον επαναστατισμό, στο τέλος οι εναντιωμένοι οδηγούνται σε έναν ολοκληρωτικό εγκλωβισμό που οδηγεί στον θάνατο, πραγματικό ή κοινωνικό. Έχει όμως αυτό κάποια σημασία σήμερα;

Η αλληγορία του σήμερα

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, στο άρθρο του «Πώς η εμμονή της αστυνόμευσης μεταλλάσσει τη δημοκρατία»,[iii] υποστηρίζει ότι διαχρονικό επιχείρημα οποιασδήποτε πολιτικής εξουσίας για μεγαλύτερη κυριαρχία είναι αυτό της δημόσιας ασφάλειας. Με πρόσχημα την ασφάλεια όχι μόνο εντείνεται η ασφάλεια και επιχειρείται η διαρκής αστυνόμευση, αλλά επιβάλλεται στους πολίτες καταναγκαστικά η ασφάλεια ως κανόνας επιτήρησής τους. Τα σύγχρονα Ευρωπαϊκά κράτη για τον Αγκάμπεν δεν συνιστούν απαραίτητα κράτη πειθάρχησης, αλλά πιθανότατα κράτη επιτήρησης. Στόχος τους δεν είναι απαραίτητα η τάξη και η πειθαρχία, εφόσον η δημοκρατία επιτρέπει στους απείθαρχους να εκφράζονται και να εναντιώνονται. Εκείνο που απασχολεί την εξουσία είναι η διαχείριση και ο έλεγχος των εκδηλωμένων διαμαρτυριών και των διαδηλώσεων. Οι αναταραχές εξυπηρετούν κατά μία έννοια την ασίγαστη ανάγκη της εκάστοτε πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας για περισσότερη εξουσία. Έτσι, ο πολλαπλασιασμός των μηχανισμών ασφάλειας και οι τρόποι παγίδευσης των εξεγερμένων σε καθεστώτα διαχείρισης δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το αν οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες εξακολουθούν να υπηρετούν το δημόσιο καλό, μένοντας πιστές στην εφαρμογή του δικαίου και παράλληλα, σέβονται τις ανθρώπινες ελευθερίες και τα θεσπισμένα δικαιώματα. Επικαιροποιώντας, ακόμα περισσότερο τις παραπάνω θέσεις γεννιούνται μερικά ερωτήματα που αφορούν με τον ιό που ταλανίζει την ανθρωπότητα το τελευταίο διάστημα, μαζί ασφαλώς με την «επιδημία σωτήρων»[iv] που επιχειρεί να διασφαλίσει τη δημόσια ασφάλεια επιβάλλοντας την αυξανόμενη ασφυκτικά και περιοριστικά ασφάλεια του εγκλεισμού. Αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα για ένα άλλο κείμενο.

Κλείνοντας, με τρόπο ποιητικό ας θυμηθούμε έναν άλλον λογοτέχνη που σχολιάζει με έντονα κριτικό τόνο τις αποφάσεις και τα «Εν Ονόματι» της δικής του πολιτείας. Ο Μιχάλη Κατσαρός στο ποίημα που φέρει τον τίτλο « Πάλι» θα πει[v]:

Τι άλλο λοιπόν θα ήθελε
αυτή η εξαίσια πολιτεία;
Υποταχτήκαμε από κοινού τις αποφάσεις μας
εγώ εδώ –
εσύ εκεί –
όλα με λαμπρή σοφία διαταγμένα
με εξηγήσεις φιλοσοφικές και πραγματείες
―συμβάσεις αναντίρρητες―
«κάθε πραγματικό είναι και λογικό»
«ενθυμηθείτε τους νόμους της εξελίξεως»
«βαδίζομεν ορθοί προς τα μεγάλα ιδανικά»
«πιστεύσατε πιστεύσατε ίνα σωθείτε»
 
Πάλι
οι μοναχοί
πώς αναστήθηκαν μες σε υγρές σκήτες;
Πώς συντηρούνται;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΥΘΟΥΡΗΣ


[i] Αντώνης Σαμαράκης, Εν ονόματι, Καστανιώτη, Αθήνα, 101999.

[ii] Θετικές δηλώσεις πολιτών.

[iii]Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.babylonia.gr/2020/09/13/pos-i-emmoni-tis-astynomefsismetalassei-ti-dimokratia. Ημερομηνία ανάκτησης 07/03/21.

[iv] Σαμαράκης, Εν Ονόματι, ό.π., σ. 112.

[v] Μιχάλης Κατσαρός, Μείζονα Ποιητικά, Τόπος, Αθήνα, 2018.