*
Η Ταναγραία
Κυματιστή, αεράτη, μου θυμίζεις
με τον σπασμένο κότσο-σου παλιές,
ανέμελες σχεδόν μετακομίσεις
και μισοξεχασμένες αγκαλιές.
Τί σχήμα νά ’χε η πήλινη γλωσσίτσα
πρίν την τσακίσω; Δέν θυμάμαι πιά.
Σε ρίχνω συγχυσμένος στη βαλίτσα
με τα χοντρά τετράγωνα κουμπιά –
κι ύστερα αλλάζω γνώμη. Εδώ θα μείνεις!
Στο καταφύγιο που ετοιμάζω δέν
θα κουβαλήσω αγάλματα. Της μνήμης
μου φτάνει το μονότονο ρεφρέν.
///
Το κόκκινο και το μαύρο
Μα η μόνη-μου αλήθεια δέν είναι διπλή;
Σάν καλά τροχισμένο ψαλίδι
– προστασία μαζί κι απειλή –
την παίζω στα δάχτυλα. Πώς στραφταλίζει!
Τη ρίχνω στ’ αστέρια και παίρνει φωτιά,
κι απλώνει φτερά και σκεπάζει
με τό ’να μια αδιάφορη πλάση,
με τ’ άλλο του αρχαίου σερπετού την ψευτιά.
Κι απανάμεσα κάπου της σκέψης το αργό,
το τετράγωνο σέρνεται κάρο…
Το κόκκινο με το μαύρο
τη μάχη-του δίνει όπως πάντα, κι εγώ
κλειστός σάν βεντάλια, ανοιχτός σάν πληγή
τις αλήθειες-μου λέω και ξελέω
την πρώτη απ’ την προτελευταία,
την ίδια απ’ την άλλη τραβώντας να βγεί.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
*
**
