*
της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ
~.~
Λίλα Τρουλινού,
Νύχτες με την Γκαμπριέλα,
Περισπωμένη, 2026
Το βιβλίο Νύχτες με την Γκαμπριέλα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026, είναι νουβέλα, το δυσκολότερο αλλά και αρτιότερο, κατά την άποψή μου, λογοτεχνικό είδος που αγαπά ιδιαίτερα η συγγραφέας· μια ενέργεια ή απόφαση της βασικής ηρωίδας γίνεται η αφορμή για να ζήσουμε ένα συναρπαστικό ταξίδι στη Ρώμη του 1979.
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η Νόρα, Ελληνίδα φοιτήτρια στη Ρώμη στα τέλη της δεκαετίας του 70, αναζητά απελπισμένα τον έρωτα της ζωής της, την Γκαμπριέλα, μια όμορφη γυναίκα αργεντίνικης καταγωγής που εξαφανίστηκε. Την ψάχνει σε μια πόλη που ήδη από την προηγούμενη δεκαετία βιώνει, όπως όλη η χώρα, τα «μολυβένια χρόνια» με τις φοβερές σε ένταση τρομοκρατικές επιθέσεις από ακροδεξιές ομάδες, όπως η Όρντινε Νουόβο, προκειμένου να κατασταλεί το αριστερό εργατικό και φοιτητικό κίνημα το οποίο διεκδικούσε, με πολυήμερες απεργίες, πορείες, συζητήσεις, επαναστατικές πρακτικές, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και κοινωνικές ελευθερίες. Η απαρηγόρητη Νόρα, που βιώνει με σπαραγμό την υποψία της ερωτικής απόρριψης και την αγωνία για τη ζωή της αινιγματικής συντρόφου, την ίδια στιγμή διαθέτει την επαναστατικότητα μιας συνειδητοποιημένης νέας γυναίκας που πάει σε πορείες με λυσσαλέες επιθέσεις από ακροδεξιούς τραμπούκους με ξυρισμένα κρανία και ρόπαλα που χτυπούν για να σκοτώσουν ή στέκεται θαρραλέα απέναντι σε μικροαστικές αντιλήψεις για την περιχαράκωση της ερωτικής προτίμησης, ασκώντας, παράλληλα, κριτική στις επαναστατικές πρακτικές της εποχής.
Η πόλη ανοίγεται ολοζώντανη όταν τη διασχίζει για να βρει το ταίρι της, εναρμονισμένη με την ασθματική περιπλάνησή της, με αυστηρό ταξικό προσδιορισμό: εκεί που ζουν οι φτωχοί προλετάριοι, οι φοιτητές με τα λίγα λεφτά κάθε μήνα, οι μετανάστες, οι πολιτικοί εξόριστοι, οι πλάνητες, οι χρήστες, δεν υπάρχουν λουλούδια, οι πολυκατοικίες είναι κοκκινοπλίνθινες, τα τραμ λαμαρινόφαια, τα σπίτια είναι αθλιόσπιτα, κεραμιδοκόκκινα, φρικτοτενεκεδόκουτα. Οι άλλοι μένουν μακριά, στο Μόντε Σάκρο, σε μεσοαστικές, περιποιημένες γειτονιές.
Η ασθμαίνουσα ηρωίδα διασχίζει τοπία, συναντά και συνδέεται με ανθρώπους ενεργητικούς, δρώντα υποκείμενα της κοινωνίας και της ιστορίας, όντα πολιτικά που, άλλοτε με πράξεις και άλλοτε με τη θεωρία τους, πολεμούν την εξουσία και συνιστούν, λιγότερο ή περισσότερο, το περιβάλλον της εξαφανισμένης Γκαμπριέλας. Η μυθοπλασία συμπλέκεται με την Ιστορία. Οι επινοημένοι ήρωες της συγγραφέως, φεμινίστριες, επαναστάτες, ντήλερς, ανήσυχοι φιλόσοφοι και μουσικοί, συνυπάρχουν με τον Φελίνι, στην πιο αμφιλεγόμενη ταινία του «Η πόλη των γυναικών», τους καταστασιακούς, την ιταλική Εργατική Αυτονομία, την Όντα Ρόσα, τον Αντόνιο Νέγκρι, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, την φασιστική Όρντινε Νουόβο ακόμα και τον αρχιφασίστα Στέφανο ντέλε Κιάιε. Η Νόρα βυθίζεται όλο και πιο πολύ σε αυτόν τον κόσμο με αποκορύφωμα το συλλογικό τραύμα του «Βρώμικου πολέμου» στην Αργεντινή του στυγερού δικτάτορα Βιντέλα με τις μαζικές εξοντώσεις ακτιβιστών και αντιφρονούτων, με τους πάνω από 30.000 desaparecidos, τους εξαφανισμένους (η εξαφάνιση του σώματος ως άρνηση του εγκλήματος, όπως λέει ο ήρωας του βιβλίου).
Αυτή είναι –ας την πούμε έτσι– η υπόθεση. Η ουσιαστική απόλαυση της λογοτεχνίας όμως κρύβεται στο αληθινό ταξίδι που η συγγραφέας μας καλεί να κάνουμε: σημασία έχει όχι το τι έγινε αλλά το μη ειπωμένο, το καλά κρυμμένο. Και η Λίλα Τρουλινού το αναδεικνύει με τρόπο εξαιρετικό. Μας ταξιδεύει με λόγο πρωτοπρόσωπο, πυκνό, χειμαρρώδη, ανατρεπτικό, πυρετικό. Η ποιητικότητα της γραφής συνυπάρχει αρμονικά με την ωμότητα της πραγματικότητας, οι ήρωες αυτονομούνται όχι μόνο μέσα από τις πράξεις τους αλλά, πρωτίστως, μέσα από τον λόγο τους. Μόνον έτσι η επινοημένη ζωή γίνεται αληθινή, πράγμα που η συγγραφέας ξέρει να κάνει άριστα. Όταν η Νόρα απευθύνεται στην αγαπημένη της, ο λόγος ακροβατεί ανάμεσα στην ερωτική σπαρακτική εξομολόγηση και την υλικότητα της κανονικής ζωής. Είναι ακριβώς αυτή η θλίψη που δεν καταλήγει σε λυγμούς, που το έντονο συναίσθημα δε σου στερεί τη σκέψη, γιατί τι να την κάνεις την απόγνωση όταν δε συνοδεύεται από την επιθυμία να ερμηνεύσεις και τελικά να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο; Και ο κόσμος της ηρωίδας, αλλά και των ανθρώπων που συναντά, είναι τόσο ανατρεπτικός, τόσο επαναστατικός και πολιτικός, με την πραγματική έννοια του όρου, που μόνο η σύγκρουση με την κατεστημένη, τακτοποιημένη, στερεοτυπική σκέψη και πράξη κάθε εποχής θα φέρει τη νέα θέση, τη νέα αντίληψη.
Η διαπλοκή του παρόντος με το παρελθόν, όταν η ηρωίδα αναπολεί τις στιγμές της με την Γκαμπριέλα, γίνεται αθόρυβα αφού ο χρόνος λειτουργεί «ιαματικά»: το ευτυχισμένο κοντινό παρελθόν μειώνει τα φρενήρη αισθήματα και την ασθματική αναζήτηση και χαρίζει γαλήνη, πλημμυρισμένη από την εξαιρετική μουσική του Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, του Νηλ Γιάνγκ και τους στίχους του Νερβάλ, ή γίνεται αφορμή για σκέψεις στο παρόν μέσα από τους μελαγχολικούς ήχους της τρομπέτας του Τσετ Μπέικερ. Αυτή η ακροβασία ανάμεσα στο τώρα και το χθες αναδεικνύει την πρώτη ύλη της ερωτικής ματαίωσης: θυμάμαι τι μου έλεγε, τι έκανε, τι ήθελε… και γιγαντώνει το «μα γιατί χάθηκε;»
Η γραφή της δεν έχει ίχνος διδακτισμού: η πραγματικότητα δεν υποτιμάται ούτε εκχυδαΐζεται, ούτε όμως και εξωραΐζεται. Δεν θέλει για κανένα λόγο να αναπαραστήσει μια παρελθούσα πραγματικότητα. Ξέρει καλά ότι το νεκρό πόδι του παρελθόντος το κόβεις γιατί, διαφορετικά, θα γίνει βαρίδι στη ζωή και στο νέο. Όμως, επιδιώκει την ανασύσταση της πραγματικότητας: αυτά που σημαδεύουν τη ζωή μας σήμερα (ο φτιασιδωμένος φασισμός κοινωνιών που παινεύονται για την ανθρωπιά τους, οι γενοκτονίες, η βία της εξουσίας από τη μια, η φεμινιστική μας συνείδηση, οι σύγχρονοι κοινωνικοί αγώνες, τα κινήματα υπέρ της δημοκρατίας, οι αγώνες στους δρόμους από την άλλη) κάπως ξεκίνησαν, ρίζωσαν, διαμόρφωσαν συνειδήσεις ανθρώπων και έγιναν αιτίες αποφάσεων. Είμαστε όλοι παιδιά της εποχής μας, κάθε εποχής, μόνο που αυτή περιέχει στοιχεία και από ζωές περασμένες. Το πώς θα επιλέξουμε να αντιδράσουμε έχει να κάνει με το πώς συνομιλούμε με τους χιλιάδες άλλους που φέρομε μέσα μας, συχνά χωρίς να το γνωρίζουμε.
Η συγγραφέας αγαπά τους ήρωές της. Τους αγαπά όταν ερωτεύονται, όταν βρίζουν, όταν εξομολογούνται, όταν παθιάζονται, τους φτιάχνει πραγματικούς ανθρώπους σαν όλους εμάς που την ίδια στιγμή αγαπούμε και μισούμε, πασχίζουμε να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας ή να τα θάψουμε, και κοιτάζει την ταραγμένη εκείνη εποχή με τιμιότητα και καθαρότητα. Ο γλωσσικός λυρισμός συνυπάρχει αρμονικά με τη ρεαλιστική γραφή για να ψυχογραφήσει με ακρίβεια τους πρωταγωνιστές της. Η θαυμαστή εικονοποιία της πόλης δεν γίνεται για λόγους περιδιάβασης ή περιγραφής των τοπίων αλλά κυρίως για να αναδείξει τη δραματικότητα, την επαναστατικότητα, τον ψυχισμό των ηρώων.
Το βιβλίο της Λίλας Τρουλινού Νύχτες με την Γκαμπριέλα διαβάζεται απνευστί, συγκινεί, ξαφνιάζει, κινητοποιεί, αφήνει ένα βαθύ αχ!, και τελικά φανερώνει τον πανανθρώπινο ερωτικό πόνο ως διαχρονικό αίσθημα μιας ανεκπλήρωτης ευτυχίας που οι καιροί δεν της επέτρεψαν να ανθίσει. Και το κυριότερο κατ΄ εμέ: πονάμε, γελάμε, αγαπάμε σαν ανθρώπινα πλάσματα, όχι προσδιορισμένοι από το φύλο μας· τα βιολογικά χαρακτηριστικά μας ουδεμία σχέση έχουν με τον ψυχισμό μας.
*
*
*
