Βησσαρίων Κατοχιανός

Η θρησκευτική διάσταση της ποίησης του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

*

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

~.~

Στον ποιητικό λόγο το θρησκευτικό στοιχείο εντοπίζεται σταθερά μέσα από θέματα, εικόνες και σύμβολα που παραπέμπουν στο ιερό συνιστώντας ένα διαχρονικό φαινόμενο στη λογοτεχνία. Η εκκλησιαστική παράδοση – όπως και η ιστορική και η μυθολογική – προσέφεραν στους ποιητές ένα πλούσιο υλικό για να εκφράσουν προσωπικές και συλλογικές ανησυχίες: εθνικές, πολιτικές, κοινωνικές, υπαρξιακές ή ερωτικές. Ο θρησκευτικός συμβολισμός ειδικά ήταν άμεσα προσλήψιμος από το κοινό, καθώς αποτελούσε κομμάτι της λαϊκής συνείδησης.[1] Ειδικότερα στον ελληνικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα και την επτανησιακή ποίηση το θρησκευτικό στοιχείο ταυτίστηκε ιδιαίτερα με τον αγώνα για την ελευθερία και οι ποιητές χρησιμοποίησαν στα έργα τους εικόνες και συμβολισμούς από την ορθόδοξη παράδοση για να εκφράσουν την πίστη στην ελευθερία, την ηθική υπεροχή του αγώνα και την αιώνια δικαιοσύνη του Θεού. Οι κορυφαίοι εκπρόσωποί της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης σφράγισαν με το έργο τους τον εθνικό αγώνα του 19ου αιώνα. Και οι τρεις άνοιξαν τη σειρά των Ελλήνων ποιητών που στοχάστηκαν γύρω από την μοίρα του Ελληνισμού και διατύπωσαν κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές, σταθερές στη διαχρονική πορεία της ιστορίας μας, πριν ακόμα από τους ιστορικούς, θα μας πει ο Νίκος Σβορώνος. Kαι οι τρεις ενσωμάτωσαν θρησκευτικά στοιχεία στο έργο τους υπηρετώντας την λογοτεχνική και εθνική τους στόχευση δίνοντας εικόνες της χριστιανικής μαχόμενης Ελλάδας.[2]

Ο Βαλαωρίτης περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ρομαντικό ποιητή της εποχής του, κατάφερε να διατυπώσει με σαφήνεια τον αντιστασιακό χαρακτήρα που διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία και να ασχοληθεί στο ποιητικό του έργο με τα ορατά, εθνικά, πολιτικά και ιδεολογικά προβλήματα του καιρού του. Ως εκπρόσωπος της Επτανησιακής σχολής και βαθύτατα επηρεασμένος από τον ρομαντισμό και την ανάγκη της εθνικής αναγέννησης, χρησιμοποίησε συχνά το θρησκευτικό στοιχείο ως πολιτισμικό  και πατριωτικό θεμέλιο, συνδεδεμένο με την ορθόδοξη παράδοση και την ελληνική ηρωική ταυτότητα, ως μοχλό ηθικής δικαίωσης, παρηγοριάς και ενίσχυσης της αγωνιστικότητας του έθνους. Η θρησκευτική πίστη και η ορθοδοξία παρουσιάζονται ως οδηγοί και προστάτες του αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία. Στα μεγάλα του ποιήματα Κυρά Φροσύνη, Αθανάσιος Διάκος, Φωτεινός, αλλά και στα μικρότερα στον Κατζαντώνη, στον Αστραπόγιαννο, στον Σαμουήλ, τη Φυγή,  το ποίημα για τον ανδριάντα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ συνοψίζονται οι πράξεις των ηρώων του ’21 και των προηγηθέντων αγώνων των Κλεφτών και των Αρματολών όπου αφηγείται την προσωπική θυσία και το μαρτύριό τους στο βωμό του έθνους εμπνεόμενος από τα θρησκευτικά ιδεώδη και την αυτοθυσία που συνδέεται με το χριστιανικό μαρτύριο. Τα θεολογικά μοτίβα της λειτουργίας, της μετάνοιας, της μετάληψης, της θυσίας, αποτελούν ρητή συμβολική ανατομία της αντίστασης, της ομοψυχίας και της οικοδόμησης του έθνους μέσα από την πίστη.

Όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να δούμε συνοπτικά μέσα από επιλεγμένα αποσπάσματα των έργων του με έμφαση στις θρησκευτικές αναφορές και το θρησκευτικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί.

Η ποιητική συλλογή του Μνημόσυνα[3] είναι διαποτισμένη από θρησκευτικές αναφορές, καθώς ασχολείται με τον θάνατο, τη μνήμη των νεκρών και την ελπίδα της αιώνιας ζωής.  Συνδέει τον πόνο της απώλειας με τη χριστιανική πίστη, αντλώντας παρηγοριά από τα θρησκευτικά σύμβολα (σταυρός, λιβάνι, εκκλησία) και τα έθιμα, όπως τα μνημόσυνα και τα ψυχοσάββατα. Οι ψυχές παρουσιάζονται να συνεχίζουν την ύπαρξή τους στον Άδη, ενώ η επικοινωνία των ζωντανών με τους νεκρούς γίνεται μέσα από προσευχές, τελετές και μυστικιστικές στιγμές, τονίζοντας τη στενή σχέση θρησκείας και λαϊκής παράδοσης. Ενδεικτικά στο ποίημά του Ψυχοσάββατο[4], αφιερωμένο στην πολύ πρόωρα χαμένη κορούλα του Μαρία, περιγράφεται η κηδεία της με «σταυρό, παπάδες, λιβάνια και λαμπάδες», στοιχεία που παραπέμπουν στην ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία: (περισσότερα…)