Είναι άραγε η ποίηση που προέχει;

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Το Ένας ποιητής του Σιμόν Μέσα Σότο είναι μια ταινία πάνω στην ποίηση, και όχι μια ποιητική ταινία. Εξετάζει τη θέση του ποιητή και της ποιητικής λειτουργίας μέσα στην κοινωνία, και δη στην κοινωνία μιας υπανάπτυκτης χώρας όπως η Κολομβία. Είναι γεγονός ότι το σινεμά δυνάμει των αυτόχθονων εκφραστικών του μέσων είναι επιτήδειο για τη μετάδοση του ποιητικού ρίγους. Ποιος μπορεί να το αρνηθεί αυτό σε μια μεγέθυνση όπως αυτή του γκρο-πλαν, ποιος μπορεί να το αρνηθεί σε μια σύντηξη εικόνων όπως αυτή του φοντύ-σε-μαύρο ή στη δυναμική της μεταφοράς που επιτελεί το φοντύ-ανσαινέ: τρόποι συγκόλλησης-στίξης μεταξύ εικόνων που χαρακτηρίζουν ιδίως τις συνδέσεις εικόνων στην κλασική κινηματογραφική αφήγηση, και που επιπλέον κάνουν την κινηματογραφική εικόνα να συγγενεύει με το όνειρο και την ποιητική του. Η κινηματογραφική εικόνα βρήκε πολλαπλούς τρόπους για να ορίσει αυτό του εννοούμε λέγοντας ποιητικότητα και να την κατοχυρώσει ως προσίδιo γνώρισμα του κινηματογράφου. Από την άλλη, ποίηση και κινηματογράφος συνιστούν δύο αντιθετικούς πόλους στο φάσμα της εξέλιξης της καλλιτεχνικής έκφρασης του ανθρώπου. Η πρώτη είναι τόσο αβίαστη και πρωτογενής όσο και ένα επιφώνημα, για να θυμηθούμε τον γνωστό ορισμό του Βαλερύ, ο δεύτερος αποτελεί τη δευτερογενή εξέλιξη του ανθρώπινου βλέμματος, διαμεσολαβημένη όμως από τεχνικά κεκτημένα της βιομηχανικής εποχής. Πράγμα που δεν τους εμποδίζει όμως να συναντώνται.

Μια ταινία για τη θέση της ποίησης όμως μέσα στην κοινωνία δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιεί «ποιητικά» μέσα, μπορεί κάλλιστα να περιορίζεται στην κλασική αφήγηση χωρίς να στηρίζεται στις συνήθεις ποιητικές διαφυγές. Άλλο το να μιλάς για ποίηση και ποιητές, και άλλο το να χρησιμοποιείς την εκφραστική σκευή της για να εκφραστείς καλλιτεχνικά. Η ζωή ενός ποιητή μπορεί να παρασταθεί και χωρίς κανένα ποιητικό μέσο, εφόσον, όπως το θέλει ένας καλά ριζωμένος κοινός τόπος, ενδέχεται να έχει μια πεζολογική όψη, στερούμενη, τουλάχιστον επιφανειακά, οποιασδήποτε λυρικής πνοής.

Ο σκηνοθέτης Σιμόν Ουμπεϊμάρ Ρος δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το εν λόγω ζήτημα. Παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή της ιστορίας καθώς αυτός έρχεται αντιμέτωπος με ένα καταφανώς αντιποιητικό περιβάλλον, αυτό της δικής του οικογένειας και εκείνο της οικογένειας της μαθήτριας της οποίας αποφασίζει να αναλάβει την προστασία και την προώθηση. Καθότι, όπως βλέπουμε, η μαθήτριά του τις χρειάζεται απαραιτήτως λόγω της ενδεούς κοινωνικής της θέσης. Και βλέπουμε, όπως συνέβαινε από αρχαιοτάτων χρόνων, ότι η λειτουργία, ο ρόλος του ποιητή, δεν είναι κάτι εντελώς άδολο: από τη στιγμή που το υποκείμενο αναλάβει να εκφραστεί ποιητικά, είναι σίγουρο ότι ασκεί κάποια αξίωση ισχύος, κάποια εξουσία που θα εφαρμοστεί πάνω σε εκείνους που θα τον ακούσουν ή και θα τον πιστέψουν, δηλαδή που θα περιβάλλουν με κύρος τα λεγόμενά του και θα τα καταξιώσουν ως ανώτερο πολιτιστικό θέσφατο. Η ποίηση ως φιλολογικό είδος, ως τροπικότητα εκφώνησης, μπορεί να έχει χάσει αρκετή δύναμη από εκείνη που κατείχε στις παλαιότερες ή σε προνεωτερικές κοινωνίες, η γνωστική της εμβέλεια μπορεί να έχει αμφισβητηθεί, διατηρεί όμως κάτι από την ιερατική άλω της μαγείας, από την αληθολογική μαρτυρία της ιστοριογραφίας, από την επιβολή του λόγου της ρητορικής. Η ποίηση, όσο εσωστρεφής και κωδικοποιημένη και αν είναι, διαδηλώνει πάντα τη δύναμή της να κατονομάζει, να εξηγεί, να συνδυάζει μέσω ενός λόγου που το αμετάβατό του και το απυρόβλητό του τού εξασφαλίζει μια θέση πέραν κάθε αμφισβήτησης.

Έτσι, βλέπουμε στην υπόθεση της ταινίας τον πρωταγωνιστή να έχει μια μειονεκτική, μια επισφαλή θέση απέναντι στο κοινωνικό περιβάλλον του. Η οικογένειά του τον αμφισβητεί, τον προτρέπει να «ξεκαβαλήσει το σύννεφό του» και να αντιμετωπίσει τη ζωή με τις πρακτικές της απαιτήσεις, να ζήσει ρεαλιστικά. Και μολονότι και ο ίδιος καταλαβαίνει ότι η στάση του και η προσκόλλησή του στην ποίηση δεν τον βοηθά στις σχέσεις με τους άλλους, δεν τον βοηθά να επιβιώσει και να συντηρήσει την οικογένειά του, εντούτοις είναι ανεκρίζωτη μέσα του η πεποίθηση για την ηθική ανωτερότητα της «ποιητικής» του στάσης. Είναι μια πίστη που αντλείται ασυνείδητα από το πανάρχαιο συμβολικό γόητρο της ποιητικής τέχνης, γόητρο που κατά βάθος παραμένει ανέπαφο, έστω κι αν ο ρεαλιστικός, τεχνοκρατικός, χρησιμοθηρικός προσανατολισμός των κοινωνιών μας ρίχνει πάνω της τον απειλητικό του ίσκιο. Ακόμη και απέναντι στα πλέον γειωμένα πνεύματα ο ποιητικός οίστρος μεταδίδει έναν εξωλογικό ηλεκτρισμό. Έτσι πορεύονται οι ποιητές στους χαλεπούς καιρούς του εργαλειακού λόγου.

Από την άλλη, επίσημα, βέβαια, οι κοινωνίες μας υποκλίνονται στους θεσμούς του ποιητικού λόγου, πράγμα που συμβαίνει επίσης και με το φαινόμενο της θρησκείας. Παρά τις επιθέσεις και τις αμφισβητήσεις, ο ποιητής της ταινίας αντιστέκεται σθεναρά, μπαίνει στην περιπέτεια να υποστηρίξει τη μαθήτριά του. Θα την υποστηρίξει επειδή βλέπει ότι το περιβάλλον της αδυνατεί να το κάνει και επειδή βλέπει ότι το κορίτσι διαθέτει ένα πηγαίο ποιητικό ταλέντο. Ταλέντο που μπορεί να βρεθεί εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Ένα από τα χαρακτηριστικά του ταλέντου αυτού είναι η «δημοκρατικότητά» του: η ικανότητα να οραματίζεται κανείς ποιητικά τον κόσμο είναι μια «ευαισθησία» του νευρικού συστήματος ανεξαρτήτως ταξικής καταγωγής, και, κατά βάση, ανεξαρτήτως μορφωτικής συγκρότησηςʿ όσο και να καλλιεργηθεί το ποιητικό χάρισμα, πρέπει να είναι εγγενώς δεδομένο, είναι μια στάση του ψυχοσωματικού οργανισμού, τόσο απρόσιτη και ακατανόητη για όσους δεν τη φέρουν «εκ φύσεως». Επομένως ο ποιητής της ιστορίας μας βλέπει στο κορίτσι ένα σπάνιο εύρημα με ένα πολύτιμο χάρισμα που δεν πρέπει να μείνει αναξιοποίητο. Για αυτόν το κορίτσι συμβολίζει επίσης τη χαμένη ευκαιρία του δικού του ταλέντου, αλλά και μια χαμένη ευκαιρία της ενδεούς κοινωνίας μέσα στην οποία ζει, εφόσον αυτή αρνείται να τον αναγνωρίσει και να τον κατοχυρώσει θεσμικά, ας πούμε με ένα βραβείο. Η μέριμνά του για τη νεαρή ομότεχνή του είναι ένας τρόπος να εκδικηθεί την κοινωνία για τη μεροληψία εις βάρος του: η ποιητική συνείδηση δεν ενέχει μόνο μια αισθητική στάση απέναντι στον κόσμο, παράλληλα με αυτήν αναπτύσσει και μια αίσθηση δικαιοσύνης, όπως αυτή εκφράζεται με τον αγώνα που διεξάγει ο Όσκαρ για την ανάδειξη της μαθήτριάς του. Οι ποιητές εμφορούνται από μια συνωμοτική αλληλεγγύη που εμπνέεται από την ενσυναίσθησή τους για το κοινό τους χάρισμα, αυτό που τους κάνει να νιώθουν ξεχωριστοί αλλά και αντιμέτωποι με την υπόλοιπη «κανονική» κοινωνία.

Ο σκηνοθέτης επιμένει να «ζωγραφίζει» το κοινωνικό περιβάλλον του κοριτσιού, υποβάλλοντας έτσι την ιδέα ότι το ταλέντο είναι ένα αγριολούλουδο που φυτρώνει σε αναπάντεχα, απόμερα και απόσκια μέρη, έστω και σε πείσμα αυτών των τελευταίων.

Παράλληλα με την εστίαση στο πρόσωπο του Όσκαρ και την επίμονη προσπάθειά του για ανάδειξη του ταλέντου της μικρής Γιουρλάντυ, καταλαβαίνουμε ότι ο ποιητικός οίστρος για δημιουργία προϋποθέτει μια ορισμένη άγνοια που λειτουργεί θετικά προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ‒ χωρίς αυτήν την άγνοια η δημιουργική ικανότητα θα παρέλυε. Ο ποιητής κρύβει μέσα του μια πλαστική ορμή που εν μέρει είναι τυφλή. Είναι αυτή που του χαρίζει μια χαρισματική υποκειμενικότητα αλλά, ταυτόχρονα, τον κλειδώνει μέσα της: ο Όσκαρ δεν μπορεί να καταλάβει ότι η κοινωνική κατάσταση του κοριτσιού δεν του επιτρέπει να λειτουργήσει ποιητικά κατά έναν ανεξάρτητο και απερίσπαστο τρόπο, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι για το κορίτσι δεν προέχει το φαντασιακό της ποίησης αλλά η χειροπιαστή βελτίωση της κοινωνικής του θέσης και της βιοποριστικής του κατάστασης. Ο κάθε ποιητής είναι εγκλωβισμένος μέσα σε μιαν ατίθαση υποκειμενικότητα που αποτελεί μειονέκτημα και, ταυτόχρονα, ένα πλεονέκτημα του δημιουργικού του αγώνα.

Και βέβαια, η ορμή και το πείσμα που χρειάζονται για την υπεράσπιση του ποιητικού ταλέντου ενέχει κάτι το πρωτογενώς αντικοινωνικό, κάτι που ξεπερνά την τυποποίηση των κοινωνικών σχέσεων και, ως εκ τούτου, μπορεί να προκαλέσει τρόμο στην κοινή συνείδηση. Έτσι, ο ποιητής με την έμμονη προσκόλλησή του στην υπόθεση της προώθησης του ταλέντου του δεκαπεντάχρονου κοριτσιού, θα κατηγορηθεί για ανοίκειες σχέσεις μαζί του, χωρίς και ο ίδιος να συνειδητοποιεί αν έχει υπερβεί τα όρια. Χωρίς κανείς από τους θεατές της ταινίας να μπορεί να αποφασίσει αν είναι ένοχος μιας παιδεραστικής επιθυμίας ή όχι. Όσο κι αν η μειονεξία του τον κάνει να φαντάζει άσχετος με μια τέτοια μομφή, στο σημείο από όπου αναβλύζει η ποιητική επιθυμία, η δυναμική για καταστρατήγηση των κοινωνικών συμβάσεων, δεν μπορεί να ξεχωρίσει κανείς την αθωότητα από την ενοχή. Η ποιητική επιθυμία τα περιέχει αξεδιάλυτα όλα. Το ποιητικό «γινάτι», η στρέβλωση της οπτικής που μοιραία επιφέρει, βαραίνουν πάνω στη συμπεριφορά του ποιητή. Όντας ένα άτομο κοινωνικά μειονεκτικό, πράγμα που εκφράζεται και με τη σωματική του δομή, και με την αβαρή του σωματικότητα, με τον ξέπνοο και ασυντόνιστο τρόπο ομιλίας του. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά ενός πραγματικού κόσμου που προσδίδουν στη σύγκρουση του Όσκαρ με την κοινωνία έναν τραγελαφικό τόνο και μεταφέρονται επιδέξια μέσα στη φιλμική πραγματικότητα, μιας και ο ρόλος του Όσκαρ ερμηνεύεται από έναν ερασιτέχνη‒ εξάλλου η ποίηση είναι ο τομέας της καλλιτεχνικής δημιουργίας που απαιτεί όσο το δυνατόν λιγότερη θεσμική προπαίδεια και προπαρασκευή.

Τέλος, αν συγκρίναμε το Ένας ποιητής με το σχετικά πρόσφατο Πάτερσον του Τζιμ Τζάρμους, θα παρατηρούσαμε ότι στην ταινία του αμερικανού δημιουργού η ποίηση παρουσιάζεται ως μια υπόγεια διεργασία που μπορεί να συνοδεύει ως αντιστάθμισμα τη ροή της καθημερινότητας, ως μια λυτρωτική δικλείδα ασφαλείας, και μπορεί να τρέφεται από ασυνείδητες πηγές της καθημερινής τριβής, οι οποίες εγγυώνται, εξάλλου, τη γνησιότητα και τον αυθόρμητο πλούτο της, και οι οποίες ραβδοσκοπούν, με άλλα λόγια, το συνειδητό κοίτασμά της, χωρίς όμως να έχουν μια επιτακτική αξίωση αναγνώρισης. Είναι πολλές οι φορές που ο «ερασιτέχνης» ποιητής του Πάτερσον, ο οποίος ερμηνεύεται από τον Άνταμ Ντράιβερ, αρνείται ή αναβάλλει την οριστική καταγραφή και την έκδοση των ποιητικών του πονημάτων, προκρίνοντας την ποίηση ως δημιουργική διεργασία και βίωση, και όχι τόσο ως αποπερατωμένο προϊόν προς δημόσια κατανάλωση. Η υποβαθμισμένη κολομβιανή πόλη δεν είναι μια, έστω νυσταλέα, βορειοαμερικάνικη πόλη, ενώ οι εσωτερικές εκφραστικές διεργασίες ενός ποιητή όπως αυτός που ερμηνεύει ο αμερικανός ηθοποιός δεν έχουν να κάνουν με την υστερική διεκδίκηση της κοινωνικής άμυνας και αναγνώρισης όπως αυτή εκφράζεται στην ιστορία τού Ένας ποιητής.

///

ΘΑΥΜΑΤΟΤΡΟΠΙΟ

Όταν πετυχαίνω ένα ποίημα, υπάρχει μέσα του πολύ περισσότερη αλήθεια από ό,τι σε κάθε σχέση ή συμπάθεια που νιώθω. Όταν δημιουργώ, είμαι αληθινός, και θέλω να βρω τη δύναμη να στηρίξω όλη μου τη ζωή πάνω σ’ ετούτη την αλήθεια σ’ αυτή την απέραντη απλότητα και χαρά, που κάπου-κάπου μου δίνεται.

Υποθέτω ότι, όπως στην ποίηση, έτσι και στην πολιτική οι καθαρά ανθρώπινες προθέσεις δεν μετράν και πολλά πράγματα. Μια ποίηση που θά ‘θελε να παρηγορήσει ή να υποστηρίξει δεν ξέρω ποια ευγενή πεποίθηση δεν θα ήταν παρά ένα είδος αδυναμίας, που μπορεί καμιά φορά να συγκινήσει…

Η σοφία του Ρίλκε, ανθολόγηση U. Baer, μετάφραση Α. Νικολακοπούλου, επιμέλεια Μ. Τοπάλη, Πατάκης, 2009.

*

*

*