Το ατμόπλοιο “Σαλαμινία”, που μετέφερε τη λαιμητόμο, τους δήμιους και τους κατάδικους.
Εισαγωγή – Επιμέλεια: Γιώργος Πάλλης
Το 1870, η παλαιά Ελλάδα ζούσε υπό τη μάστιγα της ληστείας. Ένοπλες συμμορίες λυμαίνονταν την ύπαιθρο, ληστεύοντας ταξιδιώτες, αρπάζοντας ομήρους για λύτρα και τρομοκρατώντας ολόκληρες περιοχές. Η αγριότητά τους είχε παραλύσει τη ζωή των παραμεθορίων κυρίως επαρχιών, καθώς πολλοί λήσταρχοι χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο την τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλία —«το Οθωμανικόν». Εκείνο το έτος η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο με τη λεγομένη σφαγή του Δήλεσι, τον φόνο των Άγγλων και Ιταλών διπλωματών και περιηγητών που αιχμαλώτισε στο Πικέρμι η συμμορία των Αρβανιτάκηδων, γεγονός που προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης και τον διεθνή διασυρμό της χώρας.
Το κράτος κατεδίωκε τους ληστές με αποσπάσματα της χωροφυλακής και του στρατού. Όσοι συλλαμβάνονταν ζωντανοί, καταδικάζονταν σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού. Η λαιμητόμος ταξίδευε ανά το βασίλειο, μαζί με τους δήμιους, και εκτελούσε τις ποινές. Στις αρχές του Μαΐου του 1870, μεταφέρθηκε με το ατμόπλοιο “Σαλαμινία” στη Φθιώτιδα, για να εκτελέσει θανατοποινίτες στη Στυλίδα, τη Λαμία και την Υπάτη, και κατόπιν επέστρεψε στον Πειραιά για να στηθεί ξανά στη Λιβαδειά. Εν πλω προς την εκτέλεσή του, ο ληστής Θωμάς Ιωάννου από το Λιμογάρδι της Φθιώτιδας έγραψε —ή το πιθανότερο υπαγόρευσε— ένα γράμμα προς τον αδερφό του. Υπό τον τίτλο «Ἐπιστολὴ καρατομηθέντος λῃστοῦ», το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Aλήθεια” (φύλλο 1140 της 25ης Μαΐου 1870), ως «αὐτοσχέδιον κήρυγμα ἀνθρώπου θανατουμένου ποὺ συγκινεῖ τὰς ψυχὰς πλειότερον ἢ ἔντεχνος ἱεροκήρυκος λόγος».
Η επιστολή του Θωμά Ιωάννου είναι αξιοσημείωτη για την αμεσότητά της, την εσωτερική της ένταση και τη γλώσσα της. Ένας μελλοθάνατος ανασκοπεί τη ζωή του και δίνει στον αδελφό του οδηγίες και παραγγελίες για τάματα, για το κορμί του, για τη γυναίκα, το παιδί και το ρολόι του, για φίλους και εχθρούς. Συγχωρεί και μεταμελείται, ανακαλεί πρόσωπα και επεισόδια, τακτοποιεί πρακτικά ζητήματα και ανθρώπινες αντιδικίες, και προσπαθεί να διασφαλίσει τη μνήμη που αφήνει πίσω του. Στα λόγια του συνυπάρχουν η ντροπή για τον ατιμωτικό αποκεφαλισμό, η αγωνία για το νεκρό σε λίγο σώμα, η έγνοια για το ορφανό παιδί, η αγάπη για τη γυναίκα (που δεν κατονομάζεται), ο σεβασμός προς τον νεκρό πατέρα —«το αφεντικό μου»—, η νοσταλγία για τον τόπο όπου μεγάλωσε, η θρησκευτική πίστη, οι δεισιδαιμονίες, όλα με την ειλικρίνεια που επιβάλλει ο επερχόμενος θάνατος.
///
Ἐν ἀτμοπλοίῳ Σαλαμινίᾳ τῇ 6η Μαΐου 1870.
Ἀδελφέ μου Νικολάκη, σᾶς ἀσπάζομαι,
Σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφέ μου νὰ δώσῃς 50 δραχμὰς εἰς τὴν Ἁγίαν Παρασκευὴν εἰς τὸ Λιμογάρθι, καὶ εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, εἰς τὸ Παλαιοχῶρι, νὰ δώσῃς 30 δραχμάς. Δύο ὀκάδες λάδι, νὰ δώσῃς ἔξω εἰς τὸ ἐξωτερικὸ Νιοχῶρι. Δύο ὀκάδες λάδι εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον εἰς τὸ Δίβρι. Μία ὀκὰ λάδι εἰς τὴν Παναγία τὴν Ξεριότισσα, καὶ ὅταν φθάσῃς εἰς τὸ χωριό μας, ὅ,τι προαιρεῖσαι δόσε εἰς τὰ Βακούφια διὰ τὴν ψυχήν μου.
Καὶ ἀδελφέ μου σοῦ ἀφίνω εὐχὴ καὶ κατάρα νὰ μὴν μείνῃς εἰς αὐτὰ τὰ χώματα, ἀλλὰ νὰ πάγῃς εἰς τὴν πατρίδα, καὶ νὰ γράψῃς γράμμα εἰς τὴν μάνα μας, καὶ νὰ τῆς γράψῃς ὅτι ἀπόθανα, καὶ ὄχι ὅτι ἀπερνῶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄτιμον θάνατον, καὶ τὸ παιδί μου νὰ μὴ μοῦ τὸ ἀφίσῃς εἰς αὐτὰ τὰ χώματα, ἀλλὰ νὰ τὸ πάρῃς εἰς τὸν τορβᾶ καὶ νὰ τὸ πᾶς τῆς μάνας μας νὰ τὸ παραδώσῃς, καὶ ὄχι εἰς κανέναν ἄλλον. Καὶ ἄν ἡ γυναίκα μου δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ πανδρευθῇ, νὰ τὴν πάρῃς ἐσὺ καὶ νὰ τὴν πᾳς στὴν πατρίδα, καὶ νὰ τὴν περιποιηθῂς ὡς ἀδελφή σου, γιατὶ ἔχω ἐλπίδα θὰ μὴ ζητήσῃ νὰ πανδρευθῇ· εἰ δὲ καὶ θέλει νὰ πανδρευθῇ, νὰ μὴ τῆς πάρῃς τίποτα ἀπὸ τὰ ἀσημικὰ ποὺ τῆς ἔχω πάγει, ἀλλὰ μόνον τὸ δακτυλίδι ποὺ ἔχει τὸ ὄνομά μου.
Εἰς τὸ χωριό μας, εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλα, νὰ κάμῃς ἕνα στεφάνι καὶ νὰ τὸ βάλῃς εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἀλλὰ νὰ γράψῃς καὶ τὸ ὄνομά μου ἐπάνω. Μὲ τὸν Γιαννάκη Φοῦντα νὰ μὴν ζητήσῃς νὰ κάμῃς φιλονεικία γιὰ τὰ πρόβατα, καὶ νὰ μᾶς ἀναθεματίσουν, ἀλλ’ ὅ,τι σοῦ δώσει αὐτὸ νὰ πάρῃς. Τὰ δὲ γελάδια ὅπου ἔχω στὸ Δίβρι ὅπως θέλεις κάμετα. Καὶ ἂν θέλει νὰ πανδρευθῇ ἡ γυναῖκά μου ὅ,τι θέλεις δόσε της, καὶ φρόντισε νὰ μὴν ζητήσῃς νὰ κάμῃς τρέλαις μὲ τοὺς ἐχθρούς μας καὶ σβύνεις τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα μας, ἀλλὰ ὅπου τοὺς ἀπαντᾷς, νὰ τοὺς χαιρετᾷς, καὶ ὁ Θεὸς ἂς τοὺς κρίνῃ, διότι ἐγὼ τοὺς ἐσυγχώρησα.
Ὅταν ἤμουν παιδὶ τοῦ πῆρα μία φορὰ τοῦ Παπᾶ Βίτου ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τὰ μηνιαία καὶ μὲ κατηράσθη. Λοιπὸν νὰ τὸ εἰπῇς εἰς ἕνα πνευματικό, καὶ νὰ μὲ εὐλογήσῃ στὸ μνῆμά μου, γιατὶ λυποῦμαι μήπως καὶ δὲν λιώσει τὸ κορμί μου. Καὶ ὅταν πᾶς εἰς τὸ χωριό, νὰ κάμῃς ἕνα τραπέζι καὶ νὰ μαζέψῃς ὅλους τοὺς ὁμήλικούς μου, καὶ νὰ τοὺς εἰπῇς ὅτι σήμερον πανδρεύεται ὁ Θωμᾶς, ἐπειδῆ δὲν εὑρέθηκαν εἰς τὸν γάμον μου. Καὶ ἂν ἔχῃς σκοπὸν νὰ κάμῃς καμμίαν κακὴν πράξιν εἰς αὐτοὺς ποὺ μ’ ἐδίκασαν, σοῦ ἀφίνω κατάρα νὰ περάσῃς καὶ σὺ ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατον· ἐὰν δὲ θὰ πᾶς εἰς τὴν πατρίδα, νὰ φροντίσεις διὰ τὸ παιδί μου, νὰ τὸ ἔχῃς ὡς παιδί σου.
Καὶ τὰ ὅσα σοῦ γράφω, φρόντισε νὰ τὰ κὰμῃς ὅλα. Φρόντισε ἂν ἠμπορέσεις νὰ μοῦ πάρῃς τὸ κορμί μου, καὶ νὰ μοῦ τὸ θάψῃς εἰς τὸ Λιμογάρθι, δίπλα εἰς το μνῆμα τοῦ ἀφεντικοῦ μου, καὶ ἂν δὲν μπορῇς τὸ κορμί μου, νὰ μοῦ πάρῃς τοὐλάχιστον τὸ κεφάλι μου. Ἐὰν πάρῃς τὸ κορμί μου καὶ ἠμπορῆς νὰ μὲ θάψῃς δίπλα εἰς τὸ μνῆμα τοῦ ἀφεντικοῦ μου, καὶ νὰ κάμῃς μιὰ πλάκα, νὰ μοῦ βάλῃς καὶ τὸ ὄνομά μου. Καὶ ἐὰν θὰ μείνῃς δύο ἢ τρία χρόνια, νὰ πάρῃς τὰ κόκαλά μου, καὶ πάντοτε καὶ ὅπου ἀπαντήσῃς πτωχό, γυμνό, νὰ τὸν παίρνῃς εἰς τὸ σπῆτι, καὶ νὰ τὸν συνδράμῃς ὅπως ἠμπορέσῃς, διότι ἄλλως δὲ θὰ δώσῃς ψυχὴ εἰς τὸν Θεόν.
Καὶ ἡ νουνὰ καθὼς καὶ ἡ Βασιλικὴ καὶ ὅλοι οἱ ὑπηρέται νὰ μὲ συγχωρέσουν μὲ τὴν ψυχήν τους. Καὶ ὁ Παπᾶ Ἀθανάσης νὰ ἔρθῃ ὁ ἴδιος εἰς τὸ μνῆμά μου καὶ νὰ μοῦ ἀπειάσῃ μία εὐχή. Νὰ εἰπῇς καὶ εἰς τοὺς βλάχους καὶ εἰς τοὺς χωριάτας τοῦ Λιμογάρδι νὰ μὲ συγχωρέσουν ὅλοι μὲ τὴν ψυχή τους.
Εἰς τὸν Ῥῖζο Μανώλη ἔχω τὸ ὡρολόγι μου, νὰ τὸ πάρῃς καὶ δώσε του 28 δραχμές, καὶ νὰ πουλήσῃς τὸ δικό σου, καὶ νὰ κρατήσῃς τὸ δικό μου διὰ ἐνθύμησι. Καὶ εἰς τὴν μάννα τοῦ Κώστα, νὰ γράψῃς νὰ μοῦ δώσῃ τὴν εὐχή. Καὶ εἰς τὸν Ἀθανάση Μίλιο νὰ τοῦ εἰπῇς ὅ,τι κάμαμε νὰ ἦναι συγχωρημένα. Εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀφεντικοῦ μου ἔχω δύο τρομπόνια καὶ πούλησέ τα διὰ τὴν ψυχή μου.
Σὲ γλυκοασπάζομαι ἀδελφικῶς καὶ μένω
ὁ νεκρὸς ἀδελφός σου
ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
*
**
