*
Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ
~
Τεχνητή Νοημοσύνη, η κλέφτρα κίσσα
Έντεκα βέλη για την κλέφτρα κίσσα – που κυκλοφορεί σε ορισμένους λογοτεχνικούς κύκλους με το ψευδώνυμο Τεχνητή Νοημοσύνη.
- Μετά από χειραψία με μία κλέφτρα, ο φιλύποπτος μετράει τα δάχτυλά του. Σήμερα ο συγγραφέας ψάχνει το δαχτυλίδι με το μονόγραμμά του.
- Ο τεχνίτης κόβει το διαμάντι για να μην αναγνωρίζεται – όταν είναι κλεμμένο. Σήμερα ο λογοτέχνης βλέπει το πετράδι του νόμιμα διαμελισμένο.
- Ο κλεπταποδόχος πληρώνει την κλέφτρα ανάλογα με την αξία του κλοπιμαίου. Σήμερα ο λογοκλόπος απολαμβάνει τις υπηρεσίες της δωρεάν.
- Η νοθεία των ακριβών ποτών είναι δύσκολη γιατί η γεύση τους είναι μοναδική και ο πότης ξέρει τι πίνει. Σήμερα ο βιαστικός αναγνώστης κατεβάζει ό,τι του σερβίρουν.
- Ο παραχαράκτης παίρνει υψηλό ρίσκο τυπώνοντας πλαστά χαρτονομίσματα. Σήμερα ο κάθε τυχάρπαστος ξεπετάει επίπλαστα βιβλία χωρίς να φοβάται τη διαπόμπευση.
- Ο καλός ηθοποιός κόβει τον ρόλο του από τον χαρακτήρα που υποδύεται και τον ράβει στα μέτρα του. Σήμερα ο κομπάρσος της γραφής περιφέρεται με την κοστουμιά του σακάτη.
- Η επιλεκτικά μεταποιημένη αντιγραφή απαιτεί σωστή κοπτοραπτική. Σήμερα η Μηχανή ασκείται στη συμπιληματική απογραφή δεδομένων.
- Στην παράδοσή μας ήταν αυτονόητο πως το νοητικό μετοίκασμα του κόσμου μένει στείρο χωρίς το κατ’ αίσθησιν ακαριαίο του προτύπωμα. Σήμερα μας μιλούν για μία Μηχανή που νοεί χωρίς να αισθάνεται.
- Η διάκριση ανάμεσα στο προσωπικό ύφος ενός συγγραφέα (écrivain) και της αγοραίας απομίμησης κάποιου γράφοντος (écrivant) ήταν ανέκαθεν ισχύουσα. Σήμερα οι γράφοντες κατακλύζουν με τις κάνουλες της Μηχανής το στερέωμα.
- Άλλοτε οι συγγραφείς είχαν φρουρά από γενναίους και δυνατούς αναγνώστες. Σήμερα κάθονται μονάχοι στον ψηλό τους βράχο κοιτάζοντας τα νύχια, τα νυχάκια τους, τα νυχοποδαράκια τους.
- Παλιότερα ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραψε το Εγχειρίδιο του Καλού Κλέφτη. Σήμερα ποιός θα γράψει το Εγχειρίδιο του Θριαμβεύοντος Λογοκλόπου;
///
Ηδεία, άναρχος και ποικίλη…
…μόνο αυτές τις τρεις λέξεις χρειάστηκε ο Πλάτων για να καρφώσει το φέρετρο της παρηκμασμένης αθηναϊκής δημοκρατίας των αρχών του 4ου π.Χ. αιώνα. Σήμερα βέβαια το κακέκτυπό της, η δυτική δημοκρατίλα, δεν είναι γλυκειά ούτε αναρχούμενη μα πικρή και αυταρχική, παραμένει όμως παρδαλή σε βαθμό που ακόμα και για την πλατωνική καταλαλιά θα ήταν αδιανόητος. Οι γιορτές της είναι τόσο ετοιμοθάνατες που βαφτίζονται επειγόντως σε απεγνωσμένη πολυχρωμία και το βλέφαρό της τόσο βαρύ ώστε να εκλιπαρεί την εκτυφλωτική φωταψία. Στα φεστιβαλικά της πανηγυράκια και ιδιαίτερα στους δημοφιλείς μουσικούς διαγωνισμούς, προέχει η σκηνογραφία της φανταχτερής ασημαντότητας. Οι διασκεδαστές παίζουν τα ρέστα τους όχι στη φωνή αλλά στην εμφάνιση που οφείλει απαραιτήτως να είναι βλακωδώς εξωφρενική και ψιμυθιωμένα αλλόκοτη, πρόσχαρα τερατομορφική και ασυνάρτητα εξαμβλωματική. Καθώς όμως το ιλαρό υποσκελίζεται από το γελοίο, το γέλιο κατασκεπάζεται από τον καγχασμό και η επιδιωκόμενη, έστω ρηχή, ευφροσύνη γυρίζει σε θλιβερό μορφασμό. Το καρναβάλι των εκπτώσεων, όμοιο με Βακχανάλια χωρίς Βάκχο, έχει φάει τα ψωμιά του αλλά η άνυδρη, καμένη του κόρα εξακολουθεί να πλασάρεται –για πόσο;– ως τραγανή.
Ο υπηρέτης του Δον Ζουάν, ο Λεπορέλο, προφήτευε πως δεν κρατάει για πολύ των τρελών η γιορτή. Μπορεί – μα των χαζών δημοκρατιών μας το ξεφάντωμα θα κρατήσει ακόμα λιγότερο και η κατάληξή του θα είναι εμετικώς οδυνηρή.
///
Πίτουρα, ξινοστάφυλα, σαπάκια
Όταν συμβεί στα πέριξ να κυκλοφορήσει καμιά ποιητική ανθολογία ή να γίνει κανένα λογοτεχνικό φεστιβάλ, κάποια λογοτεχνική εταιρεία να δεχθεί νέα μέλη ή ένα περιοδικό να απονείμει τα βραβεία του, ξεκινούν οι γνωστές αντεγκλήσεις. Γιατί να βάλουν αυτόν και όχι ετούτον, να καλέσουν τον δείνα και όχι τον τάδε, να εκλέξουν τον βήτα κι όχι τον άλφα, να βραβεύσουν εκείνον κι όχι τον άλλον. Οι ενιστάμενοι για την σύνθεση των επιτροπών, την διαδικασία της εκλογής ή τα κριτήρια των αποφάσεων, έχουν συχνά δίκηο – και δεν είναι μόνο οι πικραμένοι αλλά και δημιουργοί με ιδιαίτερη αξία. Οι αιτιάσεις τους είναι εύλογες, ο αντιρρητικός τους λόγος ευσταθής, τα επιχειρήματά τους δόκιμα – αλλά… Έχει άραγε τόση σημασία να απολαμβάνεις την εύνοια παραγόντων ή παραγοντίσκων του βιβλίου και να επαινείσαι από θεσμούς ή παραθεσμικά μορφώματα τα οποία καταγγέλλεις ως σαθρά; Φυσικά κάθε λογοτέχνης έχει το δικαίωμα –να μη πω την υποχρέωση– να υπερασπίζεται το έργο του, μα είναι φρόνιμο να μην ανακατεύεται με τα πίτουρα. Όχι γιατί οφείλει να εμπιστεύεται τις αεριώδεις υποσχέσεις κάποιας ‘τράπεζας του μέλλοντος’ έναντι των αποδόσεων του παρόντος αλλά γιατί κάθε καιρός έχει τον τρύγο του και σήμερα προτιμώνται τα ξινοστάφυλα ή τα σαπάκια.
Με λυπεί επομένως το ότι συγγραφείς ενός αναστήματος εμφανίζονται τόσο ευπαθείς απέναντι σε επιτροπάτα που, αν είναι τόσο αφερέγγυα, ο έπαινος τους θα απέβαινε προσβλητικός. Συμβαίνει όμως και στις καλύτερες παθογένειες. Ο Ελίας Κανέτι αίφνης, καταφεύγοντας στην Αγγλία για να γλυτώσει από τη ναζιστική λαίλαπα, συναναστρέφεται ανθρωπάκια που δεν φτάνουν ούτε να του δέσουν τα κορδόνια και –ω του πλήγματος!– αισθάνεται μπροστά τους μειονεκτικά. Στην αυτοβιογραφική του αναφορά (Πάρτυ και Αερομαχίες) διαμαρτύρεται ότι τον παραθεωρούν, του απευθύνονται συγκαταβατικά ή τον περιφρονούν. Σε ηλικία μόλις τριάντα ετών έχει γράψει την Τύφλωση, ένα από τα συγκλονιστικότερα μυθιστορήματα του μεσοπολέμου – κι όμως δεν βλέπει πως όσοι καμώνονται ότι τον αγνοούν είναι απλώς θορυβημένοι από το ύψος του. Παίρνει στα σοβαρά τη ναρκισσευόμενη πόζα των κοσμικών λογοτεχνικών κύκλων και αργεί να αντιληφθεί πως αυτός ο ίδιος είναι το βαρύ βότσαλο που φοβούνται πως αν εκτοξευθεί σφυρίζοντας πάνω από τα αυγοκέφαλά τους, θα ταράξει τα νερά.
///
Λαθροκυνηγός της γνώσης
Είμ’ ένας λαθροκυνηγός της γνώσης γι’ αυτό και με πυροβολούν οι δασοφύλακες, έλεγε ο υπεραιωνόβιος (1921 – 2026) Εντγκάρ Μορέν. Ίσως επίσης γι’ αυτό, πάντα καβάλα στη μεσοτοιχία φυσικών και ανθρωπιστικών επιστημών, άλλαζε θέσεις στο πεδίο των ερευνών του και – φαουστικά ανικανοποίητος – περνούσε με εφηβικό διασκελισμό από τη νομική στη γεωγραφία και από την ιστορία στη φιλοσοφία ενώ ακροβολιζόταν στο διάσελο κυβερνητικής και βιολογίας, ταξίδευε στη Λατινική Αμερική ή κατέβαινε στο δρόμο με την κάμερα του σινεμά βεριτέ. Σε αντίθεση εντούτοις με άλλους κατασπούδαχτους αστέρες της γαλλικής διανόησης και παρά τη μεθοδική του προδιάθεση, ο Μορέν περιέγραφε τον εαυτό του ως αυτοδίδακτο και αντιμετώπιζε κάθε πολιτική ή επιστημονική βεβαιότητα με τους νυγμούς μίας ανάλαφρης, ενίοτε μελαγχολικής, ειρωνείας. Μαχητικός με το δικό του μέτρο, υποστήριζε τις απόψεις του παίζοντας πιάνο με σουρντίνα και διατηρούσε ενιαίο στυλ στο σαλόνι και στο αμφιθέατρο. Εντύπωση προκαλούσε η στοχαστική αβροφροσύνη με την οποία χειριζόταν μία φιλική διαφωνία με περισσότερο θυμώδεις συνομιλητές (τον Λεφόρ ή τον Καστοριάδη) και η ευπροσηγορία του απέναντι σε νεότερους διανοούμενους. Έτσι, εκτεθειμένος σε όλα τα κοσμικά ρεύματα ως παιδί του Ηρακλείτου και φευγαλέος σαν αχνή φωτογραφία, διένυσε τη μακρά ζωή του με το σακίδιο του πνευματικού πλάνητα στον ώμο και το ραβδί του ακούραστου στρατοκόπου στο χέρι.
*
**
