σύγχρονη ελληνική ποίηση

Χρήστος Τουμανίδης, Σπουδή πάνω στο φόβο του εγκλεισμού

~ . ~

ΣΠΟΥΔΗ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

 

( Σ’ ένα δωμάτιο αρχίζει και
τελειώνει ο κόσμος λοιπόν; )

 

*****

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

«ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα, ἡ πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας,
ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα ἡ μπαλκονόπορτα,
ἕνα – δύο – τρία, ἕνα – δύο, ἕν – δυό, ἕν – δυό, ἕν-δυό…
βήματα πού πλησιάζουν ἀνεβαίνοντας τίς βαθμίδες τῆς σκάλας κι ὕστερα
χτυπήματα δυνατά στήν πόρτα.»

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Ἐγκλεισμός», Τά διηγήματα της δοκιμασίας, 2009

1

Η μοναξιά που κάποτε μας έτρεφε,
τώρα μας αρρωσταίνει, λες.
Τεμάχισε τον κόσμο μας στα δυο:
Πραγματικό και νοητό.
Σε φως και σε σκοτάδι.

Λεν τα κοτσύφια, στις κεραίες, το τραγούδι τους,
αλλά εμείς – ακούμε τις Ειδήσεις.
Δεν υπάρχει το ενδιάμεσο εκείνο της ψυχής.
Η φυγή προς το φως.

Μας έκλεισαν, μας κλείδωσαν, και πήραν τα κλειδιά.
Ποιοι; Και γιατί;
Ποιος ξέρει!
Αύριο, νέα μέτρα θα εξαγγελθούν,
με νέους φόβους θα κοιμάσαι. (περισσότερα…)

Ελένη Χαΐμάνη, Ήλιος

~.~

Η απόφαση ν’ ανέβει κάποιος το βουνό δεν πρέπει να παίρνεται ελαφρά τη καρδία. Πρέπει να καταλαγιάζει μέσα μας η στιγμή, η σωστή ώρα που θ’ αντικρίσουμε το τραύμα.

Βλέπετε, η θάλασσα με τις μεγάλες εκτάσεις σπαρμένες τούφες θαλασσινού αφρού, με το νερό που την καλύπτει σαν αγκαλιά για τους ειδήμονες αφήνει έξω ανεξερεύνητα και αβαθή τα πιο σοβαρά σημεία· ας πούμε, το γεγονός πως όποιος χάνεται σ’ αυτήν στέκει λένε ευλογημένος γιατί η λήθη της φτάνει ίσαμε τον ουράνιο θόλο δίχως σύνορα για τους ανθρώπους, μια ευθεία γραμμή του ορίζοντα, το μόνο τίμημά της, αφού όποιος γνωρίζει από νερά εξαγνιστικά, γνωρίζει επίσης ότι σε στέλνουν απ’ ευθείας στα επάνω στρώματα χωρίς πολλά-πολλά γραφειοκρατικά. Αν θέλετε να πεθάνετε, κάντε το δίπλα σε νερό.

Γιατί τα υψώματα είναι ένα άλλο πράγμα, καθώς ανεβαίνει κανείς ψηλαφητά σε κάθε μια στροφή και βλέπει άλλη στροφή να διαδέχεται την προηγούμενη, αυτό προϋποθέτει κούραση αληθινή πρώτον και σιγουριά για την απόφασή σου να μη λιποψυχήσεις κατά την άνοδο και πόσο μάλλον κατά την πτώση…

Πάντοτε σκεφτόμουν πως να βρίσκεσαι ψηλά σημαίνει πως έχεις δεχτεί το μοιραίο που κρύβει η ύπαρξή σου. Αυτή την αδιόρατη στιγμή που θέλεις να επικοινωνήσεις με ό,τι υπάρχει πιο ψηλά από σένα. Άλλοι, πιο κοντόφθαλμοι και πέραν του δέοντος θεοσεβείς θα την ονόμαζαν ύβρη. Όμως ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα εδώ που φτάσαμε στην κορυφή και ας παρατηρήσουμε τον αέρα, είναι περισσότερο ελαφρύς απ’ το κανονικό, αβαρής και φαντάζομαι θυμίζει λίγο τον παράδεισο· κι ας αναλογιστούμε για λίγο μόνο πόσο λίγο χρόνο χρειάζεται ένα ύψωμα να βαφτιστεί με τ’ όνομά μας!

Πλησιάζοντας πιο πολύ τον ήλιο θα βρούμε τραγικό το πάλεμα μαζί του κι αν χρειαστεί να πέσουμε, θώρακας με θώρακα, θα πέσουμε! Αλλά θα πέσουμε και η τιμή θα είναι δική μας. Δικό μας και το ύψωμα.

Όταν ήμασταν μικροί πιστεύαμε πως οι ήρωες είναι αυτοί που κραδαίνουνε στα χέρια τους τα όπλα και πάνε σε άλλες πολιτείες μακρινές για να παλέψουν για ότι πιστεύουνε πως είναι η αξία που κρεμιέται στην μύτη από το ξίφος τους. Με τα χρόνια όμως, δεν ξέρω με τι άλλο μετράται η δύναμη των ηρώων αν όχι με τις αληθινές αποφάσεις· με το απροσδιόριστο δευτερόλεπτο που ξέρεις αν είσαι ο ήρωας ή δεν είσαι.

Το ύψωμα θα παραμείνει βουβό και μετά απ’ την κατάβασή μας. Οι μικρές πινακίδες στο χώμα με ένα ονοματεπώνυμο και μια αναφορά ηλικίας με τα χρόνια σίγουρα θα ξεχαστεί, γιατί είναι η μοίρα να ξεχνιούνται τα υψώματα όταν κατεβαίνουνε σε μάχη με τις ακρογιαλιές αλλά, αν θέλετε να φύγετε σαν ήρωες να πέσετε από ψηλά.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

~.~

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~ (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μικρός βυζαντινός κύκλος

Αλέξιος Κομνηνός

 

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ

Αυτοσκηνοθετούμενος ανοίγει το βιβλίο
με τα γραπτά του Μιχαήλ Ψελλού, κι αν τάχα πέσει
σε λέξη δίσημη, λοξή, θα πει: «για πάμε πάλι»
στον σκηνοθέτη του μυαλού. Μα κάποτε ταιριάζουν
οι μαύροι κύκλοι στο χαρτί με τις κρυφές ιδέες.
φαντάζει τότε σαν αφίσα κλασικής ταινίας
το προσωπείο που επέλεξε για την ιστοσελίδα.

Θα ρέουν τα χρόνια – πώς αλλιώς; Θα ’ρθούν νέοι ταξιδιώτες.
Eμείς διαρκώς ευάλωτοι στους άγνωστούς μας κλέφτες·
θα δουν το τι δεν είδαμε στους άφθαρτους καθρέφτες.

~.~

ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Ο Αλέξιος μου ξέφυγε απ’ τα χέρια
σαν λιονταράκι ατίθασο που δεν ακούει
τη μάνα του· σ’ ένα δασάκι τρέχει σκοτεινό.
Δεν σ’ έκλαψα αρκετά γι’ αυτό
το χέρι του Θεού μού στέρησε
και τον Ανδρόνικο. Μαζί πια ταξιδεύετε
πιασμένοι χέρι χέρι, ο διάδοχος κι ο διάδοχός του.
Σαν πέταλα στ’ αγέρι… Τον Αλέξιο
ψηφίδες στον ναό τώρα θυμίζουν,
την ομορφιά, τα νιάτα, την ευγένεια.
Για σένα, Ανδρόνικε, η αγάπη μου.
Δεν έχω τίποτα άλλο.

~.~

ΣΥΜΠΟΤΕΣ

Ο νέος δηλώνει Χριστιανός και με το χέρι
ψηλά τους άγιους και τον Θεό δοξάζει.
Στο τέλος της βραδιάς πικρό είναι το κρασί του
καθώς τον έρωτα θρηνεί, πεσμένος χάμω.

~.~

ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !

Θέλω να βρω τον τρόπο να μιλήσω σκοτεινά.
Τον ήλιο που με πυρπολεί και σαν πηγή δροσίζει
ποια γλώσσα τον σημαίνει; Πήγαινε να βρεις
τον στρατιώτη που έχασε την πίστη του
στην έρημο κι εκεί την ξαναβρήκε· ρώτα
το σύννεφο για το αίμα που ξεπλένει κάθε δράμα
ανθρώπινο – τίποτα δεν θα μάθεις. Κι ο Έρωτας,
το βλέμμα του, μονίμως μας μετράει. Θέλω μια μέρα
να εξεγερθώ, να φταίω για την οδύνη,
μα τρέμω την απώλεια, την άτεγκτή Του αγάπη,
και τώρα δα που με καλεί ( Συμεών, Συμεών ! )
τινάζω ολόχαρος τα δυο φτερά και τρέχω·
και τρέχοντας σκοντάφτω· και σκοντάφτοντας διστάζω.

~.~

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΩΣ ΜΕ ΛΕΝ· ANTIO

Γερά κι αν με γραπώσεις θα ξεφύγω.
Το σώμα μου στα χέρια σου· για λίγο.
Σαν αίνιγμα σου ξεγλιστρώ, σαν χιόνι.
Μην απορείς μ’ εμένα, μη θυμώνεις.
μη με ρωτήσεις πώς με λεν· αντίο.

~.~

Σημειώσεις

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ
Ο Μιχαήλ Ψελλός (11ος αι.) είναι ο σπουδαιότερος ίσως λόγιος του βυζαντινού πολιτισμού, τουλάχιστον από τον 9ο αιώνα κ.ε.
ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
Ο πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ (1118-1143) και διάδοχος του θρόνου, Αλέξιος, η μορφή του οποίου έχει αποτυπωθεί στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, πέθανε από αρρώστια ενώ βρισκόταν σε εκστρατεία με τον πατέρα του. Ο δευτερότοκος γιος, Ανδρόνικος, ανέλαβε να φέρει τη σορό πίσω στην πρωτεύουσα, αλλά πέθανε και ο ίδιος στον δρόμο της επιστροφής.
ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !
Πρόκειται για τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο (β΄ μισό 10ου-αρχές 11ου αι.), μοναχό και μυστικό και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της βυζαντινής λογοτεχνίας. Τον απασχολεί ιδιαίτερα η επαφή με τον Θεό, την οποία προσδιορίζει συχνά με όρους ερωτικούς.

 

Λεωνίδας Κακάρογλου, Τέσσερα ποιήματα

 

423 π.Χ

Μνημείο ελληνικό
Μαρμάρινο χέρι
Ανάμεσα σε χόρτα και σκουπίδια
Με την σκόνη μιας ηλιόλουστης μέρας
Ανυπολόγιστου χρόνου

Κράτησε αιώνες την ανωνυμία του
Πριν το τοποθετήσουν σε βιτρίνα
Με ημερομηνία

Αυτό τουλάχιστον απόμεινε
Λευκό στο φως

Τα υπόλοιπα τα ξέρανε ο χρόνος
Όπως και την δική μου ζωή
Που γέμισε
Χόρτα και σκουπίδια
Χωρίς ημερομηνία σε βιτρίνα

~.~

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ

Ανακομιδή λειψάνων
Αγίου φθινοπώρου
Χωρίς ημερομηνίες γενεθλίων
Όλα ήσυχα
Ιδίως τα βράδια
Που τα τζιτζίκια κοιμήθηκαν
Και άφησαν το κατάλυμα
Των ήχων
Στο σώμα σου
Να του ψιθυρίζουν οι προσκυνητές
Το Ωσαννά
Του Μπλέ
Και όχι του Ποτέ

~.~

ΣΠΙΟΥΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Στην πόλη τριγυρνώ
Και προσπαθώ ν΄ ανακαλύψω τα περάσματα
Στις γειτονιές που συναντιόμαστε

Μα πια δεν υπάρχουν γειτονιές
Όλες μοιάζουν μεταξύ τους
Εκτός των δρόμων τα λαμπρά ονόματα
Που όμως τίποτα δεν θυμίζουν
Στους κατοίκους που
Από άλλα μέρη φερμένοι
Μαθαίνουν στη σιωπή
Και με κοιτούν με βλέμμα ύποπτο
Νομίζοντας πως είμαι σπιούνος της αστυνομίας
Δεν μπορώ να τους εξηγήσω
Πως σπιούνος της αγάπης είμαι
Και μάταια προσπαθώ να ταιριάξω
Χαμένες λέξεις
Σπαταλημένη μνήμη
Σ’ αυτό
Που το ονομάζουν
Η πόλη μας

~.~

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ

Μου άφησες ένα σαπούνι
Με σήμα το καραβάκι
Δεν είχε θάλασσα να ταξιδέψει
Γι’ αυτό κι απόμεινε στο τραπέζι
Να την περιμένει
Όπως την έβλεπε
Να καθρεφτίζεται στα μάτια σου
Εκείνη η Κυριακάτικη θάλασσα
Με τις ελπίδες για το ταξίδι
Που χάθηκε

Λίγο πριν έρθει η Άνοιξη

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΚΑΡΟΓΛΟΥ

 

 

Ο δρόμος προς την ελευθερία της ύπαρξης

Εκδοχές ερμηνευτικής ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη: Βράχια

του ΚΟΣΜΑ ΚΟΨΑΡΗ

Αυτό που έχει ενδιαφέρον ως διασαφητικός δείκτης της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη: Βράχια, είναι να προσδιοριστεί ερμηνευτικά τι νοηματοδοτούν αυτά ως σύμβολα στο ποιητικό του σύμπαν. Αποτελούν ένα από τα πια στιβαρά στοιχεία του φυσικού κόσμου που δίνουν τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να τα χρησιμοποιήσει ως μέτρα της συμπαντικής νομοτέλειας. Είναι ουσιαστικά ένα ψυχικό αντιστύλι. Η αφετηρία ώστε να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες οντολογικές ανησυχίες σχετικά με τον εναγώνιο φόβο του ατόμου για τη φθορά και το θάνατο. Συνιστούν έναν σταθερό συνενωτικό αρμό με την παραδοσιακή ποίηση, όταν το ποιητικό έδαφος γονιμοποιείται στο έπακρο με θεματικούς άξονες εμπνευσμένους από την παντοδύναμη φύση. Οι διακειμενικές σχέσεις της συλλογής με τον Σολωμό και τον Παλαμά ενέχουν μια διττή λειτουργία.

Από τη μια, απηχούν την ανάγκη του δημιουργού να κατανοήσει με σύνεση τους βαθύτερους μηχανισμούς που διέπουν την κοσμική τάξη. Από την άλλη, εξαπολύουν ανιχνευτές εδάφους στο ποιητικό παρελθόν για να ενδυναμώσουν την πάγια πεποίθησή του ότι το κλειδί για την εσωτερική αρμονία είναι η αναζήτηση μιας ουσιαστικής σχέσης με τη φύση ως αντιστάθμισμα στην έσω αποδιοργάνωση. Είναι ο μόνος τρόπος για να αντιπαρέλθει κανείς την αίσθηση του εφήμερου αλλά και ένα αντίβαρο όταν βιώνουμε έναν αλλοτριωμένο κόσμο γύρω μας στις διάφορες εκφάνσεις του. Τα βράχια από ένα άγονο στοιχείο μεταμορφώνονται σε οδοδείκτες που βοηθούν τον άνθρωπο να επανακτήσει την ολιστική αντίληψη για τον κόσμο αντί θρυμματισμένων εικόνων του:

παλίμψηστο είναι
για να διαβάζουμε εκεί το παρελθόν
το καμένο μέλλον των βρύων
αλλά και του πλανήτη την τρελή τροχιά
όταν θα πέσει πάλι πάνω του κομήτης.[1]

Καθένας μέσα στην ποιητική δεξαμενή παύει να αισθάνεται αποσπασματικό-περιθωριοποιημένο στοιχείο της πραγματικότητας αλλά διεκδικεί εκ νέου τον κοινωνικό του ρόλο, καθώς και το ατομικό πεπρωμένο σε έναν κόσμο που μπορεί μέσω της αναθεωρητικής αυτής διαδικασίας να εκληφθεί ως αδιάλειπτη συνέχεια:

Πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
είδα ξανά στον ύπνο μου
το βελούδο των αγρών
πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
να μου πάρουν την ανάσα
να τη γυρίσουν σε χρυσάφι θέλουν […].[2]

Τα βράχια αποκτούν μέσω της ποίησης του Βέη υπόσταση. Γίνονται αρωγοί και συνοδοιπόροι του καθενός μας, όταν νιώθουμε πως ολισθαίνουμε αναπόφευκτα στη φθορά. Συνεπώς, χρειάζεται να εμπεδώσουμε την αναγκαιότητα του να γίνουμε ξανά περισσότερο ανθρώπινοι. Τότε, εκείνα που θεωρούμε ενδεχομένως ασήμαντα και ευτελή, μπορούν να φανούν περισσότερο από ποτέ χρήσιμα για έναν ολικό επαναπροσδιορισμό της ζωή μας:

Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη
με τρύπια λάστιχα βλέπεις εικόνες στίγματα
ένα ακόμα οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας
κακοφορμισμένο απόγευμα
κεφάλι που έγινε μπάλα στα πόδια της Κυριακής
διαστημόπλοιο χωρίς καύσιμα
οι αστροναύτες δεν έχουν πια γη να βλέπουν
αλλά σπασμένα αγγεία των θεών από κομήτες
ξεχασμένοι, γεμάτοι σκουπίδια του νου αυτοί
που ήμασταν κάποτε […].[3]

Η ριζική αλλαγή θεώρησης σχετίζεται με την γόνιμη επενέργεια του χρόνου, όταν δεν τον βλέπουμε πια ως απειλή που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μάς συμπαρασύρει στο σημείο μηδέν της ύπαρξης. Για αυτό το λόγο, δεν θα πρέπει να αποφύγουμε τον αληθινό εαυτό μας, αλλά να βρούμε τη δύναμη να τον αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο, ώστε να βγούμε κερδισμένοι και πιο δυνατοί από αυτή την υπαρξιακή αναμέτρηση. Η συγκεκριμένη δοκιμασία συνιστά ανακλαστικό δείκτη της επιζητούμενης αλήθειας και της αυθεντικότητας:

Ο σκύλος επιστρέφει πάντα στον εμετό του
ακριβολογεί και αυτήν τη φορά η Βίβλος
όπως ακριβώς και εμείς δεν ξεχνάμε
κι επιστρέφουμε πάντα στις πληγές που μάς άνοιξαν,
όχι για να τις καθαρίσουμε
αλλά για να τις κάνουμε ακόμα βαθύτερες.
[4]

Ο ποιητής δεν χάνει την πίστη του στην ευοίωνη εξέλιξη των ανθρώπων, αρκεί να μην ξεχνούν να κοιτάζουν ψηλά, κάτι που πάντα αποτελούσε την βασική, αρχέγονη αποστολή τους:

Όχι, δεν θα μείνουμε απόκληροι στο τέλος
χωρίς αντίκρισμα των πόλεων οι νομάδες
η εμπιστοσύνη των άστρων
το άφθιτο σημάδι
πηδάλιο […].[5]

Η πίστη στο αύριο σηματοδοτεί για τον Βέη μια ιδιαίτερη αντίληψη του χρόνου. Διερευνώ το παρελθόν, για να ανακαλύψω εκεί τα μυστικά της συμπαντικής λειτουργίας, ώστε να απεγκλωβιστώ από την αίσθηση παροδικότητας διεκδικώντας ένα μέλλον με ευρύτερη προοπτική. Με τον τρόπο αυτό, αποκτώ την ανθεκτικότητα των βράχων που είναι σε θέση να ατενίζουν τον ατέρμονο ορίζοντα της θάλασσας. Από το αγέρωχο σημείο των βράχων αισθάνεται κανείς ότι δεν υπάρχει τέλος, τέλμα ή όριο, αλλά ότι είναι σε θέση πάντα να ταξιδεύει σε έναν τόπο με ανοιχτό ορίζοντα, ακολουθώντας τη διαδρομή των πουλιών που χάνονται στο βάθος του ωκεανού:

Εκεί που αρχίζει, τελειώνει κιόλας
εφήμερο καθώς το λένε
όλα στο μεταξύ του αντιστέκονται
μα εκείνο δεν παραιτείται ποτέ
το σημάδι του αγαθού
είσαι.[6]

Η ποίηση τότε μετατρέπεται σε μια «υπόσχεση διαρκείας» που «θέλει ν’ ακυρώσει το φθόνο της νύχτας».[7] Για το ποιητικό υποκείμενο, όποιος καταφέρει να ξεφύγει, έστω για λίγο, από την ενίοτε ανυπόφερτη και διαβρωτική καθημερινότητα, αφιερώνοντας λίγο χρόνο στο αντίκρισμα της θάλασσας γίνεται ο μεγάλος νικητής της ζωής. Η θάλασσα στον ποιητικό καμβά του Βέη αποδίδει την εσωτερική ελευθερία και τα βράχια τρέπονται σε βασικό εργαλείο κατάκτησής της:

Ας σταματήσουμε εδώ λοιπόν
στην άκρη των κυμάτων
άπληστοι, ακοίμητοι,
με το κεφάλι ψηλά
ως τάματα στη νίκη
ένα με τ’ άστρα των μηνυμάτων
ένα με τα κήτη που φτάνουν ως εδώ
ένα με το καλοκαίρι του νου
σελήνη στη μέση του λιμανιού.[8]

Αυτό είναι το σημαντικό φιλοσοφικό απόσταγμα αυτής της βαθυστόχαστης συλλογής. Στην ποίηση του Βέη η αυτοπραγμάτωση του οντολογικού είναι οδηγεί στη θάλασσα. Εκεί βρίσκεται ο δρόμος προς την ελευθερία της ύπαρξης.

ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΨΑΡΗΣ


[1] «Η γέρικη γλυσίνα»: Γιώργος Βέης, Βράχια, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2020, σ. 22.

[2] «Η πάλη», ό.π., σ. 27.

[3] «Μαθήματα ανθρωπολογίας», ό.π., σ. 28.

[4] «Επικαιρότητα», ό.π., σ. 29.

[5] «Κορυφογραμμές», ό.π., σ. 36.

[6] «Πίστη», ό.π., σ. 46.

[7] «Ειλικρίνεια», ό.π., σ. 49.

[8] «Με τους ψαράδες», ό.π., σ. 64.

Επτά αποσπάσματα για τον Νίκο Φωκά

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι.

Την μακρόσυρτη πορεία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης ο Νίκος Φωκάς την ακολούθησε πάντα απ’ τον παράδρομο, ποτέ από την κεντρική δημοσιά. Η δική του ατραπός είναι εκείνη που πρωτάνοιξε ένας Τάκης Παπατσώνης και που, αργότερα, ήρθε να τη διαβεί ένας Άθως Δημουλάς. Σ’ αυτούς τους τρεις βλέπει κανείς καλύτερα ό,τι θα ονόμαζα πεζοφανή στοχαστικό λυρισμό: έναν λυρισμό που μέσο του κύριο έχει όχι το θυμικό επιφώνημα ή τα στιλπνά κοσμήματα της γλώσσας, αλλά τον συμπερασμό. Ο λυρισμός του Φωκά δεν μας τραβάει, δεν μας θέλγει απ’ την αρχή. Αναδύεται μέσα από το ξετύλιγμα της σκέψης, αναπτύσσεται βραδέως μέσα από έναν βηματισμό μάλιστα γὰρ λεκτικόν, πολύ κοντά δηλαδή στον βηματισμό του κοινού πεζού λόγου όπως θα ’λεγε ο Αριστοτέλης, και μας βρίσκει, εκεί στην κατακλείδα του ποιήματος, με μια παράξενη ένταση – αιφνιδιάζοντάς μας σχεδόν.

Συχνά αυτοί οι ακροτελεύτιοι στίχοι του Φωκά κλείνουν με θαυμαστικό ή ερωτηματικό, σαν για να υπογραμμίσουν ακόμη πιο χτυπητά το αναπάντεχο, ίσαμε τότε, πάθος που τους διέπει:

Μάτια που εκστασιάζονται πριν κλείσουν!

(«Μεγέθυνση», Ποιητικές συλλογές 1954-2000, σ. 270)

Γιατί πιο αλλέγκρο, ποιο βιβάτσε, ποιο σκερτσάντο
Δεν πνίγεται στο τέλος σ’ ένα γαύγισμα;

(«Μαγνητοφωνημένο κουαρτέτο», σ. 280)

Ή τα μεσάνυχτα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό!

(«Συντονισμός», σ. 377) (περισσότερα…)

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

 

BIΤΡΙΝΑ

Τρελάθηκε κατόπιν εορτής
δεν έβγαινε με τίποτα ο μήνας
τι θέλει ένας πλάνης ποιητής
ανάμεσα στις κούκλες της βιτρίνας;

Δεν έβγαινε με τίποτα ο μήνας
η φτώχεια χορηγός στο σκηνικό
ανάμεσα στις κούκλες της βιτρίνας
σαν Κούρος με βερμούδα και μακό.

Η φτώχεια χορηγός στο σκηνικό
περίγελος στα γυάλινά του τείχη
σαν Κούρος με βερμούδα και μακό
μισούσε τους πελάτες και την τύχη.

Περίγελος στα γυάλινά του τείχη
αντίγραφο μιας ποίησης θνητής
μισούσε τους πελάτες και την τύχη:
Τρελάθηκε κατόπιν εορτής.

~.~

ΗΜΙΦΩΣ

Όσο διψάω το καμένο σου ομοίωμα
Όσο παγώνω διπλωμένος στο κελί σου
Όσο γλιστράω στο βρεγμένο σου ικρίωμα
Όσο φοράω το κραγιόν της απειλής σου

Όσο μιλάω τις σπασμένες διαλέξεις σου
όσο μικραίνω στης ανάσας σου τον ήχο
Όσο ανοίγω παρενθέσεις στα προσπέκτους σου
Όσο γεννάω το φιλί σου μ’ έναν στίχο

Όσο ουρλιάζω σαν σκυλί μέσα στο αίμα σου
Όσο ποντάρω παραισθήσεις σ’ ένα ψέμα σου
Όσο δαγκώνω τις πληγές σου και πονάω

Όσο σκοντάφτω στις γωνιές της αγωνίας σου
Όσο γυαλίζω τα παπούτσια της ανίας σου
Όσο σε κλέβω απ’ το φως, τόσο γερνάω.

ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ

 

Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
(περισσότερα…)

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

Ο γλάρος

Η σπασμένη ορμιά
ένα αγκίστρι περνά
στα χειλάκια του γλάρου (περισσότερα…)

Κατασταλαγμένη συνειδητότητα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Νυχτερινή βιβλιοθήκη, Κέδρος, 2020

Το τελευταίο, έκτο, βιβλίο της Αριστέας Παπαλεξάνδρου, ώριμο και πυκνό στην ελλειπτικότητά του, εμμένει στο κατακτημένο ιδίωμά της. Τα ποιήματά της συνιστούν γραμμές άμυνας και μαζί εφαλτήριο επίθεσης, συνθέτοντας μια ειρωνική αυτοσυνειδησία που εποχούμενη στη συλλογική ή ατομική μυθολογία των ρόλων τους αποδομεί, διαπιστώνοντας τη μοναξιά του “ανεπάγγελτου” εαυτού. Και ο εαυτός προκύπτει αδιαφανής σαν ένας ρόλος που εκφωνεί αποφατικά το νόημα. Τα ποιήματα της Παπαλεξάνδρου μού φάνηκαν ως πολλαπλές αρνήσεις. Από αυτές τις αρνήσεις προκύπτουν αφενός μια αναιδής κατάδειξη των κατά συνθήκην και αφετέρου μία, ας πούμε, διακήρυξη των κατ’ αρχήν. Και αυτό το κατ’ αρχήν έχει πάντα αρνητικό πρόσημο. Η γυναίκα, η κόρη, η δημιουργός, η ερωμένη προσπαθεί να απεκδυθεί το επιβεβλημένο ρούχο προκειμένου να εξυφάνει ένα άλλο, την κομψή γυμνότητα μιας αιτούμενης ταυτότητας, σε χρόνο όπου η ζωή και η γραφή λειτουργούν σε προκεχωρημένο φυλάκιο.

(περισσότερα…)

Αυτοανθολογούμενοι: Γεώργιος Κ. Τασούδης

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι ποιητής, συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας, στις 4 Νοεμβρίου 1978, όπου και περάτωσε τα εγκύκλια γράμματα. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Τα τελευταία χρόνια κατοικεί και δημιουργεί στο χωριό Θούριο Ορεστιάδας. Ασχολήθηκε με τον κλασσικό αθλητισμό και την καλαθοσφαίριση. Σπούδασε Δασοπονία στο ΤΕΙ Δράμας, ενώ πριν την περάτωση των σπουδών του, εντάχθηκε στις τάξεις των Ε.Δ. και συγκεκριμένα στον Σ.Ξ. στο όπλο του Μηχανικού. Επίσης, σπούδασε Ανώτερα Θεωρητικά της Μουσικής.  Υπήρξε συνιδρυτής και συντάκτης της ηλεκτρονικής εφημερίδας «κοινωνείν». Ποιήματα, άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε ομαδικές ποιητικές συλλογές, εφημερίδες, περιοδικά καθώς και στο διαδίκτυο. (περισσότερα…)