σύγχρονη ελληνική ποίηση

Η θεά Μέθη

 

Η ΘΕΑ ΜΕΘΗ

«Ιδού το δαχτυλίδι, αν επιμένετε.
Σπάνιος αμέθυστος, ιώδης,
χωρίς ραβδώσεις ή κηλίδες,
γλυπτή φέρει τη μορφή της θεάς Μέθης.
Ανήκε στην αδελφή του Μεγαλέξανδρου
Κλεοπάτρα, τη δολοφόνησε ο Αντίγονος στις Σάρδεις
γιατί αποδέχτηκε πρόταση γάμου του Πτολεμαίου.

»Επί εικοσιτέσσερις αιώνες
το χάρηκαν ηγεμόνες
και άριστοι συντηρητές κράτησαν τη φθορά μικρή.
Ο Ασκληπιάδης απ’ τη Σάμο ύμνησε
την οξύμωρη εικόνα: ο λίθος φυλαχτό,
που από τη μέθη προστατεύει,
έχει της θεάς Μέθης τη μορφή.
Να κρατά την κάτοχό του νηφάλια μπορεί
μόνο αν έχει μεγαλείο βασιλικό.

»Βεβαιώθηκε η γνησιότης
από επιτροπή ξένων ειδικών.
Άγγίξτε το, στου οίκου μας τον πλειστηριασμό
ας είστε ο πρώτος πλειοδότης».

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Αυτοανθολογούμενοι: Ελένη Σιγαλού

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Η Ελένη Σιγαλού (Ιωάννινα, 1964) ζει στην Πάτρα όπου εργάζεται ως καθηγήτρια φυσικός. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το Αλφαβητάρι του Βλέμματος (Ηριδανός, 2013) και Ιουλίου Όχλησις και 61 Χαϊκού (Κουκούτσι, 2016). Έχει βραβευτεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ποιήματά της και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες. Ασχολείται επίσης με τη φωτογραφία και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις.

⸙ ⸙ ⸙

(περισσότερα…)

Mikvé

 

της ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

Στην παλιά πόλη του Μονπελλιέ, στη Γαλλία, υπάρχει ένα μεσαιωνικό εβραϊκό καθαρτήριο λουτρό, ένα Mikvé, που χρονολογείται γύρω στον 12ο με 13ο αιώνα. Δεν χρησιμοποιείται σήμερα. Ο επισκέπτης το βλέπει μόνο ως μνημείο του παρελθόντος. Είναι χτισμένο έτσι, ώστε το πιο βαθύ σημείο του να επικοινωνεί με υπόγειο ποτάμι. Το νερό διαπερνά τις πέτρες της θεμελίωσης.

MIKVÉ

Λάμπει πράσινο το νερό
πάντα στη μνήμη
στενή πέτρινη σκάλα
υγρή και γλιστερή
βαριά πελεκημένα κομμάτια πέτρας
με λείο ανάγλυφο μέτωπο
καμάρες και παραπέτα
μικρά πλαϊνά χωρίσματα

Κατεβαίνω προσεκτικά τη σκάλα
γυμνά πέλματα
περνούν μπροστά μου
μαλακά βήματα
αστράγαλοι ευκίνητοι
λεπτά άσπρα υφάσματα
καταβύθιση στο πράσινο νερό

Το υπόγειο ποτάμι
δεν αφρίζει
δεν κυλάει βράχους και άμμο
διαπερνάει τις πέτρες σιωπηλό
διαπερνάει το έδαφος
το υπόγειο ποτάμι
ανεβαίνει
δε βιάζεται
δε φοβάται τα χρόνια
μέρες και μέρες και μέρες
δε φοβάται τη στέρηση
δικά του φώτα
περνούν κάτω
στα παλιά θεμέλια της πόλης

Εκείνη η κόρη
έμπαινε με ήρεμες κινήσεις στο νερό
χιτώνας σφιχτά υφασμένος
μαύρα πλεγμένα μαλλιά

Δεν έχει αρώματα
λουλούδια
μουσικές
αντανακλάσεις της φωτιάς

Το νερό ακούει
τις μυστικές λέξεις του μυαλού
Μπαίνουν βαθιά
κατεβαίνουν
απλώνονται
αντηχούν στις καμάρες
Το νερό ακούει
τις μυστικές λέξεις του μυαλού
Θα τις περάσει
πράσινες
μαζί του
από τους πόρους της γης και της πέτρας
Θα τις απλώσει
στα υπόγεια ρεύματα
πέρα από τα παλιά θεμέλια
πέρα από χρόνους
μέρες και μέρες και μέρες
Μυστικές λέξεις του μυαλού
αντηχούν στις καμάρες.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

 

 

Το δαχτυλίδι του Μαρδόνιου

 

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΑΡΔΟΝΙΟΥ

Αγόραζε αγαθά πολυτελή,
χρεώνοντας λογαριασμό του ζάπλουτου συζύγου της
και τα επέστρεφε την άλλη μέρα
εισπράττοντας μέρος της αξίας σε χρήμα.
Μια μέρα έτυχε στης Νέας Υόρκης το Τίφανυς
να δει πολύτιμο δαχτυλίδι «του Μαρδονίου», βαρύ,
πρώτο, στων αρχαιοπρεπών κομματιών τη συλλογή.

Σχήμα ασπίδας, κρύσταλλοι ακριβοί, δέσιμο από χρυσό,
στο κέντρο σμαράγδι αστραφτερό
με σκαλισμένο τον περσικό λέοντα.
Ο πωλητής θαρρεί πως το θέλει για δώρο
στον μακρινό Έλληνα σύζυγο.
Επαινεί τα πετράδια, επιμένει γλυκομίλητα:
«Δαχτυλιδιού του Μαρδονίου αντίγραφο πιστό
λαφύρου των Ελλήνων στων Πλαταιών τη μάχη.
Το πρωτότυπο υπάρχει σε μουσείο ιδιωτικό».
Εκείνη το αγοράζει και την επομένη το επιστρέφει,
όμοια σαν κάθε τι άλλο που πήρε.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Υψηλές κορυφώσεις, πάσχουσα σύνθεση

 

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μανόλης Πρατικάκης, Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, Αρμός, 2021

Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, η τελευταία συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη αναμετράται με τον αγώνα του ’21, τον οποίο συλλαμβάνει και στοχάζεται ως την κορυφαία ιδρυτική πράξη του νεοελληνισμού. Μια δουλειά με υψηλές επιμέρους κορυφώσεις, κυρίως στην αποτύπωση του χθόνιου ήθους της γλώσσας και του εθνικού ιδεότυπου, αλλά πάσχουσα εν μέρει στην σύνθεση και κυρίως στην ερμηνευτική πρόταση που προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος προσέρχεται μάλλον αμήχανος στα διάφορα επετειακά ανακαλήματα της εθνογένεσης.

Το ’21 είναι ένα κατεξοχήν επικίνδυνο θέμα, καθώς ο δημιουργός που καταπιάνεται με αυτό καλείται να εκχερσώσει τις ιδεολογικές απολιθώσεις και τη στερεοτυπική πρόσληψη περί έθνους που επισώρευσε η κατεστημένη παιδεία, η ημιμάθεια και ο εθνικός φρονηματισμός. Οι πόλοι στους οποίους έχουν έως τώρα κινηθεί οι επιμέρους αναγνώσεις του εστιάζονται από τη μια στην εκ νέου μνημειοποίηση του και από την άλλη στον  αναστοχασμό υπό το πρίσμα του παρόντος,  αναστοχασμός που χρειάζεται να φτάσει έως την αποδόμηση της μουσειακής αγιοποίησής του, αν είναι να προκύψει η αναπαρθένευση της όποιας σχέσης μας με το παρελθόν. Το κύριο ζητούμενο που ανακύπτει από αυτές τις επετειακές υπομνήσεις είναι βεβαίως η σχέση του νεοελληνισμού με τους καταστατικούς μύθους του και τις ιδεολογικές αφετηρίες που ορίζουν οι θεσμικές ερμηνείες της Ιστορίας. (περισσότερα…)

Θοδωρής Καλογερόπουλος (1.8.1955-1.8.2021)

 

 

Τ Ρ Ι Α   Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ

Φωτιές ανάβουν στις οδούς
όνειρα καίνε
μέσα σε φλόγες και καπνούς
τα μάτια κλαίνε

Κι εγώ σε μαύρους ουρανούς
είμαι χαμένος
με αλυσίδες σε τροχούς
είμαι δεμένος

Λύσε με τώρα να μπορείς
λευτέρωσέ με
σώσε με τώρα αν μπορείς
και λύτρωσέ με

Πάρε με απόψε από δω
αγκάλιασέ με
απ’ τα σκοτάδια για να βγω
αγάπησέ με

Αγάπησέ με αν μπορείς
αγάπησέ με
έλα απόψε να με βρεις
λευτέρωσέ με

Φωτιές ανάβουν στις οδούς
φεγγάρια καίνε
λόγια μεγάλα μην ακούς
ψέματα λένε

Αυτή τη νύχτα του χαμού
όνειρα καίνε
μα εσύ αστέρι τ’ ουρανού
βοήθησέ με

Πάρε με απόψε από δω
αγκάλιασέ με
απ’ τα σκοτάδια για να βγω
αγάπησέ με

Αγάπησέ με αν μπορείς
αγάπησέ με
έλα πιο κάτω να με βρεις
λευτέρωσέ με (περισσότερα…)

Θωμάς Ιωάννου, Δύο ποιήματα

~.~

ΛΑΚΩΝΙΚΑ

Λακωνικά τα μάτια σου
Μου τα ’παν όλα εν ριπή
Τα βλέφαρά τους γέρνοντας στον ώμο μου
Τ’ όνειρο να σκουντήσουν

Πάει καιρός που ήταν άπιαστα
Και μήτε με τη θύμηση δε τα ’φτανα
Τις νύχτες που σημάδευα ψηλά
Τα σιδερένια τ’ ουρανού πουλιά
Να προσγειώσω πάνω μου

Μα τώρα πια σε μέρες γόνιμες
Στις κόγχες τους σαν μπαίνω
Να τα προλάβω ανοιχτά
Προτού ποτέ με κλάψουν
Ή των ομματιών τους πάρουνε
Φέγγουν οι κόρες μας σε πλήρη διαστολή
Σαν κόλπος πριν τη γέννα

Μια τρίχα άσπρη μια ρυτίδα
Κι αν δεν βρήκες πάνω μου
Μες στο κουβάρι των φλεβών
Άραγε είδες όσα έγιναν καπνός
Πίσσα και νικοτίνη στόμωσαν
Το σφυγμικό μου κύμα
Και τράτο πια δεν έχω

Μα με  συνοδηγό το βλέμμα σου
Φουλάρω πάλι την καρδιά

Μ’ ένα σκαρί αβέβαιο
Τέρμα Θεού να φτάσω

~.~

ΤΑΙΝΑΡΟ

Πήγα και ήρθα
Δυο και τρεις
Ως τον αγύριστο
Για να σε δω μια στάλα

Αλλά στο γυρισμό στιγμή δεν πάψανε
Να τρέχουν οι καθαριστήρες στο παρμπρίζ
Γυαλί να κάνουνε τα μάτια μου
Το πρόσωπό σου μη βραχεί
Απ’ του καιρού την μπόρα

Νύχτες σαν παίρνω το αμάξι μου ξανά
Με καρφωμένη την ταχύτητα στην πρώτη
Ν’ ανέβω του λαιμού την ανηφόρα σου
Τον Γολγοθά τόσης σιωπής
Τρεχάτος με τη γλώσσα έξω να διαβώ
Το σταυρουδάκι σου να σύρω
Που βαραίνει πάνω μου
Όσο με χίλιους όρκους

Απάτητο να μην αφήνω πόντο
Απ’ το δέρμα σου
Και ας στερέψει τ’ οξυγόνο μου
Στην πιο ψηλή του αίματός σου κορυφή
Άντρας με άντρα να λογαριαστώ
Με τον Ταΰγετο
Που από μικρή στα πόδια του σε έχει

Μονόπετρο να σου περάσω τον Μυστρά
Στο χώμα σου να μπω
Μέχρι το Ταίναρο

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ


Από το επερχόμενο ποιητικό βιβλίο του Θωμά Ιωάννου, Δρόμος ημιαντοχής.

~.~

Ηλίας Λάμβδα (5. 7. 1958 – 5. 10. 2005)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Για τον φιλαναγνώστη, η συγκεντρωτική έκδοση του έργου ενός ποιητή αντιπροσωπεύει πάντοτε μια ιδιαίτερη στιγμή, τη στιγμή της μετατόπισης του βλέμματος. Από τα καθέκαστα και τις λεπτομέρειες που πρώτα προείχαν, όταν κανείς είχε εμπρός του μόνο σκόρπια δημοσιεύματα, η εντύπωση γίνεται τώρα γενική, ο παρατηρητής κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και βλέπει τα ξεχωριστά κομμάτια να παραχωρούν τη θέση τους σ’ ένα όλον, ένα πανόραμα που ώς τότε ήταν ακόμη δυσδιάκριτο, μισοκρυμμένο.

Τις πιο πολλές φορές αυτό το όλον, η γενική εικόνα, σαφηνίζει εκ των υστέρων και τα επιμέρους. Τυχόν απορίες ή τυφλά σημεία στην κατανόηση παραμερίζονται, το ένα ποίημα έρχεται να φωτίσει το άλλο, η μία συλλογή την επόμενη, οι κενές ψηφίδες του παζλ παίρνουν την οριστική τους θέση.

Συνήθως.

Στην περίπτωση των Ποιημάτων του Ηλία Λάγιου, αυτού του πολύτιμου τόμου που μας δώρισε ο Ίκαρος και η άοκνη φροντίδα της Άννας Περιστέρη, αυτό το συνήθως, φοβάμαι, προσώρας τουλάχιστον, δεν βρίσκει εφαρμογή. Είναι τέτοιο το ογκώδες περιεχόμενο αυτών των κοντά οχτακοσίων σελίδων, είναι τέτοια η δαιδαλική πολυμορφία της ποιητικής ύλης που μας προσφέρεται, πολυμορφία τεχνοτροπική, υφολογική, θεματική, γλωσσική ακόμη, ώστε το πρώτο ξεφύλλισμα του βιβλίου προκαλεί, ακόμη και στον πολύπειρο, τον περπατημένο αναγνώστη μιαν αίσθηση ανασφάλειας, σχεδόν ιλίγγου. Όσοι γνώριζαν από τον Λάγιο ώς τώρα κάποια μόνο, ας είναι και τα περισσότερα, βιβλία του, και τέτοιοι είμαστε εικάζω οι περισσότεροι εδώ, θα βρέθηκαν περιδιαβάζοντας αυτόν τον τόμο όχι λίγες φορές προ εκπλήξεως. (περισσότερα…)

Ἀ. Κ. Χριστοδούλου, Τὸ Φασκόμηλο

 

ΤΟ ΦΑΣΚΟΜΗΛΟ

Sage: A plan of the genius Salvia (OED). Ἐλελίσφακον ἢ Ἐλελίσφακος,
Salvia, ἀγγλικὰ Sage (Π. Γ. Γενναδίου, Λεξικὸν Φυτολογικόν).

«᾿Οργιάζει στὶς ἐφημερίδες τὸ κακό:

Τὶς πυρκαγιὲς τάϊσαν δισεκατομμύρια ζῶα
τῆς Αὐστραλίας ἀπέραντα δάση ἔγιναν στάχτη
κατακόκκινο αἷμα ἡ λαίλαπα ἀπὸ ἐγκεφαλικὰ
τῶν κατοίκων φυρὸς λογισμὸς ὁ μαῦρος ἀέρας
στὴν ἔρημη χώρα τοῦ Νέου Κόσμου μετοίκησε
ὁ Μέγας ῾Ηρόστρατος στὴ φωτιὰ ποντάρει ξανὰ
πυρολάτρες ρίχνει νὰ κάψει τοὺς πυρόπληκτους
τῆς ᾿Ασίας ἡ ἔρημος φλέγεται ἀπὸ ὑστερία πέρα
ὣς πέρα τοῦ ᾿Οθωμανοῦ ἀστραπὲς τὸ ἀκονισμένο
μαχαίρι σκορπάει καίει μὲ λύσσα σφάζει σὲ Συρία
Ἰρὰκ Κουρδιστὰν ᾿Αρμενία Λιβύη μὲ τὴ γυάλινη
χάντρα στὸ ἄδειο του μάτι βεγγαλικὰ νὰ πετάει
ἀντιφεγγίζοντας τὸ μαῦρο τῆς Μεσογείου χρυσάφι
στὰ γλαυκόχροα νερὰ Κύπρου Κρήτης καὶ Οἴας
νὰ βυθομετράει τὸ γλαύκωμα πόσο προχωρημένο
εἶναι στὰ γλαυκὰ στρογγυλούτσικα μάτια
μιᾶς χοντρομπαλοῦς εὐρωπαίας Κυρίας

Στὰ ραδιόφωνα ὁ χάρος οὐρλιάζει:

Ἡ ὑδρόγειος σὲ πανδημία
γεμάτη φαρμακερὲς ἀκίδες ἡ σφαίρα
παίρνει μπάλα γυναῖκες ἄντρες παιδιὰ
ὁ πόνος ὁ τρόμος ὁ ἐφιάλτης ὁ πανικὸς
καὶ ὅσα ἄλλα μύρια φαρμάκια γεννάει
μολύνουν βαριὰ τὴν ἀναπνοὴ τῆς ζωῆς
διαλύουν ὄργανα καταστρέφουν τὴν ὑγεία
τῆς ψυχῆς μετατρέπουν σὲ παραλυτικὴ ἀκηδία
κι αὐτὸ τὸ κενὸ δὲν ἀφήνει σὲ κανένα μυαλὸ
διάθεση καμία νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτὸ
τὸ μεγάλο κακὸ δίπλα του ἰδίᾳ
ἀνοιχτὸ τὸν Παπαδιαμάντη νὰ ἔχει
νὰ μνημονεύει Σολωμὸ Κάλβο Δροσίνη Κρυστάλλη
ἔμπλεο ἀπὸ Θεόφιλο νὰ εἶναι ᾿Ερωτόκριτο
καὶ Μακρυγιάννη τὸ πρωὶ νὰ μεταλαμβάνει
καὶ προπάντων τὰ ἡδύποτα Μητροπάνο
καὶ Τσιτσάνη γουλιὰ-γουλιὰ νὰ κατεβάζει
πωρωμένο τὰ βράδια ποιήματα νὰ στάζει
καὶ τὴν προσευχή του στὸν ῞Αγιο Σεραφεὶμ
τοῦ Σάρωφ πρὶν κοιμηθεῖ νὰ κάνει | ὅλα
σοῦ ἀφαιροῦν τὴ διάθεση νὰ ἀντισταθεῖς
στὸ κακὸ μαζί του νὰ μετρηθεῖς (περισσότερα…)

H ατελείωτη ιστορία ενός δωματίου

Μυρτώ Χμιελέφσκι
Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος
Αθήνα: Ενύπνιο 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στο δεύτερό της βιβλίο με τίτλο Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος, η ποιήτρια και εικαστικός Μυρτώ Χμιελέφσκι συνεχίζει τις αστικές περιπλανήσεις της, επιλέγοντας θραύσματα της καθημερινότητας και ανάγοντας τις παρατηρήσεις ανθρώπων και χώρων σε υλικό ποιητικού σχολιασμού και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι περιπλανήσεις στα κείμενα της Χμιελέφσκι γίνονται τρόποι για να δει κριτικά τις διαδρομές τις δικές της και των άλλων, χωρίς να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα του αστικού τοπίου και των κατοίκων του. Αντίθετα, συναρμολογώντας τα σπαράγματα που διαπερνούν χώρους και ανθρώπους παραθέτει συμβάντα με τρόπους πολυφωνικούς. Η πολυφωνικότητα εδώ έχει την εκκίνησή της όχι μόνο από τις διαφορετικές φωνές που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά και από όλες τις συνομιλίες μαζί τους. Η αλληλεπίδραση της ποιήτριας με όσα και όσους περιγράφει συνεχίζεται καθώς εξελίσσεται το βιβλίο και παρουσιάζονται τα συμβάντα και ο αντίκτυπός τους. Οι συνέπειες της ανθρώπινης κατάστασης γίνονται ύλη βιωματική, η οποία συνοδεύεται από μια διαρκή μνημονική αναζήτηση παρελθόντος-παρόντος. Πέρα από το να καταγράφει στιγμές του καθημερινού η Χμιελέφσκι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα όρια της οικειοποίησης και για το πού βρίσκονται οι δικές της ιστορίες μέσα σε αυτές των άλλων.

(περισσότερα…)

Γιώργος Παλαβράκης, Τρία σονέτα

Τρία σονέτα

Εκμυστήρευση
Σύντομος εσωτερικός μονόλογος με φανταστικό κοινό την Αθηνά

Μακάρι να μπορούσες, καλή μου Αθηνά,
να αισθανθείς τη λύπη που πάντα κουβαλώ,
να δεις πως τη ζωή μου η τύχη προσπερνά
και στα σκαλιά του βίου διαρκώς κατρακυλώ.

Τι φταίει πραγματικά που άλλαξε ο κόσμος
και πια κανείς δεν είναι λιγάκι προσηνής
σταμάτησα να ψάχνω, με κούρασε ο δρόμος·
απόμεινα υπηρέτης μιας τέχνης ταπεινής.

Φοβάμαι μήπως τώρα με παρεξηγήσεις,
μην φαίνεται πως πέφτω θύμα κάποιας πλάνης.
Οδύρομαι μονάχος, θέλω εξηγήσεις

που βρέθηκα αδίκως σε ιστό αράχνης.
Βαρέθηκα να βλέπω χέρια που αρπάζουν,
που στήνουνε καρτέρι και σοδειές ρημάζουν.

Σβηστές οθόνες
Στον Θάνο Γιαννούδη

Τους νέους μην υποτιμάς ποτέ σου, Θάνο,
τα μέτρα είναι στην ψυχή τους χαραγμένα.
Μην πας μακριά αλλά κοίταξε και δες εμένα·
παιδεύομαι πολύ μα το σονέτο φτιάνω.

Σ’ απελπισιάς καιρούς, στα δύσκολα επάνω
φαντάζουν όλα είδωλα θρυμματισμένα.
Τα σπίτια μένουν χαμηλά κι ερειπωμένα·
ωστόσο, τη σιγή διακόπτει ένα πιάνο.

Είν’ εύκολο μια ιδέα ποίημα να γίνει
αν, πράγματι, ακολουθήσεις τους κανόνες.
Το ζήτημα μονάχα είναι τι θα μείνει

σαν κάποτε μεμιάς παρέλθουν οι αιώνες
και καταλάβουμε πως πια το έργο φθίνει,
πως τέλειωσε νωρίς και σβήσαν οι οθόνες.

Εφιάλτης

Δεν κελαηδούνε τα πουλιά στην μπόρα,
τα σήμαντρα πια πένθιμα χτυπούνε,
περαστικοί αδιάλειπτα ρωτούνε
τι μέλλει να συμβεί κακό στη χώρα.

Η θύελλα ζυγώνει απ’ ώρα σ’ ώρα
τα δέντρα από τον άνεμο λυγούνε,
τα βήματα σαν κρόταλα ηχούνε
και πλησιάζουν τα παιδιά μας τώρα.

Βαριόμοιροι, περίτρομοι γυρνούμε
να περισώσουμε τα υπάρχοντά μας,
σε καταφύγια να προστατευτούμε

να μην ξοφλήσει αίφνης η γενιά μας.
Από εφιάλτη ζοφερό ξυπνούμε
μα ήδη έχουν σπάσει τα φτερά μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΑΒΡΑΚΗΣ


Ο Γιώργος Παλαβράκης γεννήθηκε στα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) το 1992. Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τα φιλολογικά έχει εργαστεί αρκετά χρόνια ως μουσικός. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Παραμύθια χωρίς αύριο

Κόκκινη κλωστή

Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι.

Πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!

Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια

~.~

Μαγεμένη κουρούνα

Με μάγια τιμωρείται η ομορφιά.
Σκληρά. Με δυο μαύρα φτερά κουρούνας
κρωγμούς, αδακρυσιά.

Όνειρο μαύρο της φραγκοσυκιάς, ολημερίς φτεροκοπάς.
Σαν πέφτει ο ήλιος το πέταγμά σου βασιλεύει
και ξαναπαίρνεις την ανθρώπινη μορφή.

Νομίζεις σε λυπήθηκαν σαν είπαν:
Θέλεις τα μάγια να λυθούν;
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!

Το έκανες. Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.

Και κάθε μέρα στο παλάτι τριγυρνάς
τον περιμένεις ώς αργά το βράδυ
να επιστρέψει απ’ το κυνήγι.
Σκύβεις τού φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό πρώην πουλιού κορμί
αίμα σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!

Μονάχα όταν σου πετάει στην ποδιά
μια δέσμη με πουλιά να ζεματίσεις
να μαδήσεις
σου πιάνεται η καρδιά.

Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει.

~.~

Χωρίς Χέρια

Απλώνεις βλέμμα βελούδο απέραντο
ήχους κολυμπάς σιωπής
με τα μάτια ζυμώνεις ψωμί της ανάγκης
βράχια με τη γλώσσα σηκώνεις
δέντρα σκύβουν, σε ταΐζουν φρούτα της λύπης τους
στους κομμένους καρπούς σου δυο πέρδικες
αίμα θρόμβους ραμφίζουν δεν ξεδιψούν

τα κομμένα σου μέλη πεταμένα στο χώμα
περιστέρια μηνύματα ανεμπόδιστα στέλνουν
την αγάπη σου

καλοσύνη, η θλίψη σε κάνει πιο όμορφη

και βλασταίνει ζωή.

Πώς αγκαλιάζεις το μωρό σου, Χωρίς
Χέρια, κάθε μέρα πώς ντύνεσαι
τον καινούργιο σου θάνατο;

Εφτά ρούχα πληγές στο κορμί
κι εσύ διάφανη

Χωρίς Χέρια, επαίτης στη σκόνη της πόλης
πώς απλώνεις τα Χέρια Χωρίς
πώς τα μάτια καλύπτεις σε βλέμμα λεπίδες
με τι Χέρια τη μέρα σου σπρώχνεις Χωρίς
στο πηγάδι πώς ρίχνεις κουβά
πώς σφουγγίζεις τη νύχτα
πώς θερίζεις τις πίκρες με δρεπάνι στο στόμα;

Δείξε μου, Χωρίς Χέρια, δείξε μου πώς μπορείς!

~.~

Η γριά δούλα

Όταν τον πλησιάζει στο άσπλαχνο φως
καθρεφτίζονται στις φολίδες του τα χρόνια της.
Το αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπο.
Τα σταχτιά μαλλιά, το γελοίο σαγόνι.

Πληγώνει η ασχήμια.

Πού πήγε το κορίτσι-λευκή καμέλια;
Αναμμένο νύχτες ολόκληρες
περίμενε να λιώσει στη φλόγα της ανάσας του.
Μ’ αυτός επέστρεφε κάθε φορά με νέο πλάσμα
που πότε τρώει πότε μαρμαρώνει και φυλά
στην κάμαρή του διπλοκλειδωμένο.

Με την απάτη, τα φιλιά τής ρούφηξε όλες τις χλωρασιές.
Ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα.
Τώρα κατάξερη ώς το μελούδι.
Το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ.
Παραμονεύει αθώα θύματα στις παρυφές του δάσους.
Σκυμμένη στη φωτιά τού ετοιμάζει φρέσκια σάρκα για το δείπνο
κρυφακούει πυρετικά πίσω απ’ την πόρτα
γλείφει τους ολονύχτιους τριγμούς απ’ τα σανίδια

χαϊδεύοντας του πύργου το κλειδί ανάμεσα στα στήθη.

~.~

Η γυναίκα του πρωτομάστορα

Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες

Λαχταρούσες το χάδι του.
Χέρια από την πέτρα όλο γκρίθια.
Πόθου στεναγμούς.
Μωρού κλάμα για το γάλα σου.
Μια ήσυχη ζωή λαχταρούσες.

Όχι. Ποτέ δεν πέρασαν από τον νου σου
καμάρες μονότοξες, δίτοξες
θρύλοι, τραγούδια, μοιρολόγια.
Κανείς να μη σ’ έκλαιγε. Ούτε ένα αχ.

Ποιος πρωτομάστορας σ’ έχτισε
και δεν άφησε απέξω ούτε ένα δάχτυλο ν’ αγγίζεις το μωρό σου
μια ίριδα να το βλέπεις να μεγαλώνει
μισή πατούσα να κουνάς την κούνια του
μισό στήθος να το θηλάζεις;

Ολόχτιστη.
Ποιό γιοφύρι στεριώνει τώρα το κορμί σου;

~.~

Η νέα κυρία Στάρκιν

Δεν ξέρω γιατί μ’ έφερε στο παλάτι του.
Είχε ήδη τη μικρή του πριγκίπισσα με
χείλη κεράσια, ενώ εγώ δυο λεπτές περισπωμένες
—χρώμα σκοτωμένο αίμα— γεμάτες απορίες.
Πώς να παραβγώ μαζί της;
Είχε χιονόδερμα. Είχα ρυτίδες.
Είχα κυτταρίτιδα. Είχε προζυμένιες γάμπες
όταν έβαζε το σκαμνάκι της
να πιάσει το βάζο με το γλυκό στο πάνω πάνω ράφι.
Της ζητούσε γλυκό κεράσι πρωί απόγευμα.
Είχε μάτια μόνο για κείνη.
Είχα μάτια σε προστάδιο καταρράχτη, ωχρά κηλίδα
αιμορραγία στα τριχοειδή. Προχωρημένη ουλίτιδα
και αλωπεκία. Εξού το μαύρο τουρμπάνι
τα σουβλερά δόντια, τα κόκκινα μάτια
σε όλες τις εικαστικές απεικονίσεις του παραμυθιού.
Ήταν ο γονιμοποιημένος του έρωτας.
Ήμουν η προσωποποίηση της αγονίας, της αγωνίας.
Όχι τόσο για την ομορφιά.
Η απόρριψή του μ’ ένοιαζε, η κατακραυγή της κοινωνίας.
Ήταν λάθος αυτός ο γάμος.
Πνιγόμουν απ’ τα στενά φορέματα, τους κορσέδες
το έντονο μακιγιάζ.
Λάθος ακόμα κι ο καθρέφτης μου
ραγισμένος, πολλαπλασιαστής ασχήμιας, δυσφορίας
σκονισμένος, αραχνιασμένος.
Πόσες φορές ήθελα να ξεκολλήσω το πιο αιχμηρό θραύσμα του
και να σκίσω τις φλέβες μου ή να της αφαιρέσω την καρδιά.
Όχι πως μ’ εκνεύριζαν τα καλά κορίτσια
αλλά ο ομοιοπαθητικός μού είχε συστήσει
συκώτι και καρδιά φρεσκοσφαγμένου κοριτσιού
για την προχωρημένη αναιμία μου.
Μα πώς θα καταπολεμούσα τον μεγαλύτερό μου τρόμο;
Την αιμοφοβία.

Γι’ αυτό κατέφυγα σε ασφυξία από κορσέ, σε δηλητηριασμένες χτένες, μήλα.

Για πες μου, έχω άδικο, καλέ μου υπηρέτη;
Μα έλα λιγάκι πιο κοντά και μίλα μου για μήλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ