Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~

Ποιμενικό

— Oι ράχες μάνα μπλάβισαν με μελανά κοντύλια,
γροικώ τραγούδια παγανά, που δεν τα λένε χείλια.

Μην τάχα στα σγουρά μαλλιά, μανούλα μου, σκαλώνει
του λαγιαρνιού το τρόκανο σε περαστό κορδόνι,

ή για γλυκά τριζοβολά το κρούσταλλο που στάζει
απ’ τους κροτάφους του βουνού κι ως ροβολά στενάζει;

— Μηδέ γλυκά τριζοβολά το κρούσταλλο που στάζει
απ’ τους κροτάφους του βουνού κι ως ροβολά στενάζει,

μούδε είν’ ο θρήνος που έστησε με πικραμένα χείλη,
σα μελωμένα πωρικά ως πέφτουν στο τσακίλι,

ο ήλιος, το παιδόπουλο, ο νιός χωρίς ψεγάδι
που τα ξανθά μελίγγια του σουρομαδά το βράδυ.

— Μήνα η μπουρού του σύννεφου που παραδέρνει ούρια,
απ’ τα μετόχια τα τρανά στα σκοτεινά τα’ αχούρια;

— Βάι, βάι βρε καλοκόρη μου, οι δροσουλίτες ίσκιοι
χυθήκαν πάλι κι άδειασε της νύχτας το κανίσκι.

~.~

Τα φεγγάρια που γελούν

Επειδή κάθε βράδυ,
τ’ ακροχείλια τους έλκουν ιμάντες
σα δεμένοι απ’ το φρύδι,
των ματιών τον υμένα…

του Βελάσκεθ ινφάντες,
έχουν γέλια θριμμένα
μ’ ασημένιο σμυρίδι.

Κάθε βράδυ,
στο καμένο σκοτάδι,
που μιαν αόριστη στάχτη
ακυρώνει τ’ αλφάδι…

μ’ ένα ανάλγητο χάδι
στο γδαρμένο σημάδι,
μ’ ένα έμμονο άχτι.

~.~

Γιοντλ

Συντρίβει η αγάπη, Τιρολέζα,
μέσα στη γυάλινη προθήκη,
πλάι στο Δραγώνο και τον Μότσαρτ.

Γιόντελέι! Γιόντελέι-έι,
γιόντελέι-όο!
Η αγάπη τσάκισε την Τιρολέζα.

Τι που σε μάτισαν με τέχνη;
Στη πορσελάνη, μια αμυχή
χαλά την τάξη των πραγμάτων.

Γιόντελέι! Γιόντελέι-έι !
Εράγισαν τα δάχτυλά της,
χύθηκε η μπύρα που κρατούσε.

~.~

— Κοιμήσου, μια κλεψύδρα να γιομίσει,
απ’ τις ακτές του χρόνου, πώς μπορεί;

κλέβει τ’ αγέρι άμμον αργυρή,
μα τρέχει ο χρόνος σα σπασμένη βρύση,
έλα κοιμήσου..

— Σα μαδριγάλι τρυφερό, ή ελεγεία…
μάνα, πρωί είναι τώρα ή βράδυ; τι;

μια κίβδηλη αν μου πεις παραμυθία,
πάει με τριμμένα ρούχα σε γιορτή,
πάει το παιδί σου…

Κι αν έχει ο χρόνος μια στυφή ουσία,
θα φέρει τ’ άφθαρτο, τ’ ακέραιο, το γιατί;

κι αν άσπλαχνα τις μνήμες μακελεύει
εκεί στην αιματένιαν αορτή,
εσύ θυμήσου…

~.~

Λούσετε το τραγούδι μου στο Γουαδαλκιβίρ,
ξινοί ανθοί, δροσιές ναμάτων.
Άλτες αφροί των βραδινών κυμάτων,
ω, πόσο ένδοξο ναδίρ…

Λούσετε το τραγούδι μου που λείχει,
σάλιο στεγνό στο μαύρο φίμωτρό μου.
Ανείπωτο, βουβό. Στην τύχη,
τ’ ακούει μονάχα η μοναξιά του δρόμου.

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ