Μεταφρασμένοι άνθρωποι

*

του ΜΑΪΚΛ ΠΑΡΑΣΚΟΣ

Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή

Ο δρ Μάικλ Παράσκος διδάσκει ιστορία της τέχνης στο Κέντρο Γλωσσών, Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Imperial College στο Λονδίνο. Στις 5 Απριλίου 2022, παρουσίασε το βιβλίο Giorgos Christodoulides: Selected Poems 1996-2021 (Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή, Εκδόσεις Αρμίδα, 2021) στην Πρεσβεία της Κύπρου στην αγγλική πρωτεύουσα. Γιος Κύπριου και Αγγλίδας, ο Μ. Paraskos αφουγκράζεται τον απόηχο της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη, στην αγγλική της μετάφραση, για «μεταφρασμένους ανθρώπους» σαν κι εκείνον. Με τρόπο αιφνίδιο, συναρπαστικό και ενίοτε αιρετικό, η εισήγηση του Παράσκου προτείνει συσχετισμούς ανάμεσα στην ποίηση του Χριστοδουλίδη και στους Άγγλους Ρομαντικούς ή στον πιο σύγχρονο Φίλιπ Λάρκιν, ενώ προβάλλει την πεποίθηση ότι η μεταφρασμένη ποίηση αποτελεί υβριδικό τεκμήριο συμφιλίωσης των μυριάδων θραυσμάτων που συναποτελούν τον κόσμο και τον εαυτό μας.

Ξεκινώ με «Θρύμματα»:

Θρύμματα

Eκείνη τη στιγμή
που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα
και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια
καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας
ότι αυτό που λέμε ακέραιο
είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει
αυτό που δεν αφήνεται να πέσει
και να γίνει εκατό κομμάτια
αλλά επιμένει να συγκρατεί
ό,τι το αποτελεί
αποφασισμένο να μην δείξει
ότι είναι τόσο εύθραυστο
όσο ένα φλιτζάνι
ότι είναι
ακριβώς αυτό:
Eκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά μεταξύ τους
για να δείχνουν ένα.
~.~

Οφείλω να παραδεχτώ ότι έχω ιδιαίτερη αδυναμία σ’ αυτό το ποίημα. Ωστόσο, ο λόγος που ξεκίνησα με το συγκεκριμένο είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από έναν ποιητή πρέπει να αρχινά με τον ίδιο τον ποιητή· ή μάλλον με την ποίηση. Η ποίηση, δηλαδή, οφείλει να βρίσκεται στην καρδιά του λόγου που θα εκφέρει ο σχολιαστής, για να μας υπενθυμίζει ότι μιλάμε για ένα έργο τέχνης το οποίο είναι — αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να είναι — ολοκληρωμένο και έμφυτο. Αυθερμήνευτο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν με τιμά η πρόσκληση να προσθέσω το δικό μου σχόλιο στη δουλειά του Γιώργου. Έχω αφιερώσει τη ζωή μου στην ιστορία της τέχνης, σχολιάζοντας το έργο άλλων, αν και ξέρω ότι συχνά η τέχνη δεν έχει τέτοια ανάγκη. Εντούτοις, όταν η Δέσποινα μού ζήτησε να μιλήσω για την ποίηση του Γιώργου, ήμουν επιφυλακτικός. «Δεν διαβάζω ποίηση στα ελληνικά», της είπα. «Δεν πειράζει, τα ποιήματα είναι σε αγγλική μετάφραση», μου απάντησε. «Ναι, αλλά είμαι ιστορικός τέχνης, όχι κριτικός λογοτεχνίας», προέταξα, κι εκείνη αντέταξε: «Δεν πειράζει, δεν θέλουμε κριτικό λογοτεχνίας». «Ναι, αλλά μάλλον θα πω κάτι αγενές και θα θίξω τους πάντες», είπα. «Δεν πειράζει», μου είπε η Δέσποινα, «θέλουμε να είσαι αγενής και να τους θίξεις όλους».

Εντάξει, το τελευταίο το επινόησα, δεν το είπε η Δέσποινα, αλλά υποψιάζομαι ότι αυτά που πρόκειται να πω μπορεί να θίξουν ορισμένους. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε νομίζω ότι θα θιγούν μόνο αυτοί που τους αξίζει να θιγούν.

Για πάμε λοιπόν. Ο πραγματικός λόγος που ήμουν απρόθυμος δεν ήταν κανένας από όσους προέβαλα ως δικαιολογίες στη Δέσποινα όταν μου απηύθυνε την πρόσκληση. Ο λόγος είναι ότι, ως μέλος της ομοταξίας που ονομάζεται κατ’ ευφημισμό «κυπριακή διασπορά» ή, αν προτιμάτε, «ελληνική διασπορά», η σχέση μου με την Κύπρο είναι δύσκολη. Δεν μου αρέσει πάντα αυτός ο τόπος. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι είναι φιλόξενος μαζί μου, όπως αρέσκεται να παριστάνει. Ενδεχομένως κάποιοι άλλοι μπορεί να έχουν διαφορετικές εμπειρίες, εγώ πάντως δεν αισθάνομαι ότι οι καλούμενοι Κύπριοι δεύτερης γενιάς, όπως εγώ, είναι ευπρόσδεκτοι στην Κύπρο. Δεν είμαστε αρκετά Κύπριοι· αρκετά Έλληνες. Δεν είμαστε «κάτι» αρκετά. Αποτελούμε, τρόπον τινά, μερικά από τα εκατοντάδες κομμάτια που δεν επιμένουν να συγκρατούν το ακέραιο. Όχι ότι το ακέραιο σκοτίστηκε ιδιαίτερα.

Την ώρα που έμπαινα στο κοιμητήριο, σε ένα χωριό κοντά στη Λάρνακα, για να τελέσουμε την κηδεία του πατέρα μου το 2014, κάποιος σκέφτηκε ότι ήταν ευάρμοστο να με επιπλήξει επειδή δεν ήμουν σωστός Έλληνας. Επειδή δεν ήμουν εντελώς Έλληνας. Πόσο σιχαμερός! ήταν η πρώτη μου σκέψη. Κατά τα άλλα, ανήκω στην παγκόσμια κυπριακή ομογένεια που υποτίθεται ότι προάγεται από θεσμούς όπως είναι οι πρεσβείες. Τότε ήταν που αποφάσισα να μην προσποιούμαι άλλο ότι είμαι Κύπριος, πόσο μάλλον Έλληνας. Είναι πιο εύκολο να το αρνηθώ διά παντός, αν και καμιά φορά το όνομά μου στέκεται εμπόδιο.

Ο ακτοφύλακας επιστρέφοντας

Όταν ανακάλυψα ότι υπάρχει η γλώσσα
άρχισα να μαθαίνω ωραίες λέξεις
Έμαθα πολλές
Όμως δεν βρήκα ανθρώπους να τους τις φορέσω
Κατ’ ακρίβειαν βρήκα λίγους
πολύ λιγότερους από τις ωραίες λέξεις
Όσες περίσσεψαν
τις φύλαξα μέσα σε ποιήματα
όπως φυλάνε σε χάρτινες θήκες
οι συλλέκτες τα παστωμένα γαρύφαλλα
Όπως ο ακτοφύλακας επιστρέφοντας στο σκοτάδι
ενταφιάζει ένα κομμάτι λάμψης από τον φάρο
μέσα του
για να το ανάψει αργότερα.

Γιατί λοιπόν να θέλω να μιλήσω για ένα βιβλίο κυπριακής ποίησης; Ίσως τελικά, επειδή, είτε σας αρέσει είτε όχι, είμαι Κύπριος. Είμαι ένα θρύμμα από το ίδιο φλιτζάνι. Κατ’ ακρίβειαν, πρέπει να είμαι Κύπριος, αφού στο πορτοφόλι μου υπάρχει ένα έγγραφο που το πιστοποιεί. Μπορεί να μην ανταποκρίνομαι στον ορισμό που εσείς αποδίδετε στον όρο Έλληνας ή Ελληνοκύπριος, αλλά τι μ’ αυτό; Πιστεύετε πραγματικά ότι η γνώμη σας μετράει τόσο πολύ; Όταν λοιπόν η ποίηση του Γιώργου γίνεται προσιτή σε μένα, και σε χιλιάδες σαν κι εμένα, μέσα από τη μετάφραση της Δέσποινας, τότε μπορεί να μιλήσει πολύ πιο ουσιαστικά σε μένα και σε χιλιάδες σαν κι εμένα, Κύπριους δεύτερης και τρίτης γενιάς, τα μέλη της διασποράς. Εξάλλου, ο καθένας από εμάς αποτελεί ένα μεταφρασμένο ποίημα.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: Τι μας λέει η ποίηση του Γιώργου; Επιτρέψτε μου να σας πω τι λέει ειδικά σε μένα.

Λίγο πριν ενσκήψει η πανδημία, μου ζήτησαν να μιλήσω σε μια άλλη παρουσίαση βιβλίου, στο Πανεπιστήμιο του Ληντς, για μια ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αυτή τη φορά διά χειρός του Άγγλου ποιητή Μάρτιν Μπελλ. Λέω «διά χειρός Μάρτιν Μπελλ», όμως στην πραγματικότητα ο τόμος εμπεριέχει επίσης μία συναγωγή μεταφρασμάτων, ποιημάτων του Γάλλου υπερρεαλιστή ποιητή Ρομπέρ Ντεσνός, τα οποία ο Μπελλ μετέφρασε στα αγγλικά.

Ο Μπελλ πέθανε το 1978 και, στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ξεχάστηκε άδικα. Μου ζητήθηκε να μιλήσω για εκείνον, επειδή υπήρξε καλός φίλος του πατέρα μου: μαζί είχαν συνταξιδέψει στην Κύπρο το 1968, όταν ο Στας έκανε την προεργασία για την πρώτη Σχολή Τέχνης στην Κύπρο, το Κυπριακό Κολέγιο Τέχνης. Δυστυχώς, ο Μπελλ ήταν διαβόητος αλκοολικός και τα μεθύσια του δεν είχαν πέραση στον πολύ συντηρητικό κόσμο της Κύπρου, στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το συγκεκριμένο ταξίδι το κατέγραψε ο πατέρας μου σε ημερολόγιο. Στην ομιλία μου, λοιπόν, επέλεξα να διαβάσω ένα απόσπασμα από εκείνο το ημερολόγιο.

Ομολογώ ότι εκ των υστέρων αισθάνθηκα άσχημα. Είχα διαβάσει το απόσπασμα με την πρόθεση να παραθέσω ένα ανάλαφρο στιγμιότυπο για τα καμώματα του Μπελλ κατά τη διάρκεια μιας αποτυχημένης επίσκεψης στην Κερύνεια, όπου παραθέριζε ο τότε Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, Ρόυ Τζένκινς. Όμως, για τους οικείους του Μπελλ, που παρακολουθούσαν την εκδήλωση, η επιλογή μου μπορεί να ήταν μια επώδυνη υπενθύμιση του εθισμού του.

Αναφέρομαι στο συγκεκριμένο γεγονός όχι για να ζητήσω άφεση για το ακούσιο ατόπημά μου, αλλά για να καταλήξω στα ποιήματα του Μπελλ για την Κύπρο. Παρά τον αλκοολισμό του, ο Μάρτιν Μπελλ ήταν καλός ποιητής. Ορισμένα από τα πιο θαυμάσια ποιήματά του τα έγραψε όντας στην Κύπρο και αυτά ακριβώς τα ποιήματα δεν μοιάζουν με τα υπόλοιπά του· ο πατέρας μου θα έλεγε ότι ενέχουν «το πνεύμα του τόπου». Μπορεί να φανταστούμε ότι αιχμαλωτίζουν την Κύπρο του παλιού καιρού: ένα πολύ διαφορετικό νησί, όπου κατοικούσε ένας πολύ διαφορετικός λαός. Εκείνοι οι Κύπριοι θα ήταν το ίδιο ξένοι στη σύγχρονη Κύπρο όσο κι εγώ. Ωστόσο, δεν αρκεί η συγκεκριμένη περιγραφή για να χαρακτηρίσει την ποίηση του Μπελλ. Δεν πιστεύω ότι ο Μπελλ «αιχμαλώτισε» την Κύπρο, όπως θα την αιχμαλώτιζε μια λογοτεχνική κάμερα υψηλής ευκρίνειας. Πιστεύω ότι αιχμαλώτισε τον εαυτό του-εν-Κύπρω, σε μια σύντομη και ειδική στιγμή της ζωής του. Τα ποιήματά του δεν κοιτάζουν προς τα έξω για να καταγράψουν κατά γράμμα ένα στιγμιότυπο. Κοιτάζουν ένδον, και μέσα τους βλέπουμε τι σημαίνει να είσαι παγιδευμένος εσαεί, κάπου ανάμεσα στη μέθη και στα παρεπόμενά της, εκείνο το ζεστό, αποπνικτικό καλοκαίρι του 1968 στην Ανατολική Μεσόγειο.

Γι’ αυτό και δεν πιστεύω ότι τα «κυπριακά» ποιήματα του Μάρτιν Μπελλ αντιστοιχούν τόσο σε μια στιγμή αιχμαλωσίας ή σύλληψης, όσο σε μια στιγμή τοποθέτησης, «εντοποθέτησης», αν προτιμάμε τον πιο πνευματώδη όρο. Ομοίως, στην ποίηση του Γιώργου υπάρχει ένα είδος εντοποθέτησης, καθώς και αυτά τα ποιήματα είναι τοποθετημένα στην Κύπρο, και ορισμένες από τις πτυχές αυτής της Κύπρου μού είναι οικείες. Παρ’ όλ’ αυτά, διαφέρουν. Πρέπει να διαφέρουν. Μπορεί να μοιραζόμαστε ορισμένα κοινά γνωρίσματα, ό,τι προσιδιάζει στην ανθρωπινότητά μας, ενώ μοιραζόμαστε επίσης σε μεγάλο βαθμό την ίδια κουλτούρα, τα πράγματα που μας καθιστούν κοινωνικά όντα. Όμως, η εμπειρία του σώματός μας στον χρόνο και στον τόπο είναι, ασφαλώς, μοναδική για τον καθέναν από εμάς.

Οι μετεμψυχώσεις του καρπουζά

Πουλάει καρπούζια μπροστά από τη στάση του λεωφορείου.
Από την προηγούμενη του ζωή πουλούσε καρπούζια
όμως επειδή τον 17ο αιώνα δεν υπήρχαν λεωφορεία
τα πουλούσε δίπλα από κοπριές αλόγων και γαϊδουριών
στα σταυροδρόμια των χωματόδρομων
που ένωναν τα βοσκοτόπια
μια φορά χάρισε ένα ζουμερό καρπούζι
στην αυλή της Ρήγαινας
αλλά δεν κέρδισε την εύνοια της
Υποψιάζεται πως και στην επόμενη του ζωή
καρπούζια θα πουλά
μόνο που θα ήθελε να είναι
πιο νέος
λιγότερο σκυφτός
και καλύτερα ντυμένος
όταν εγώ θα περνώ με το ιπτάμενο αμάξι μου
θα τον βλέπω
και θα γράφω το ίδιο ποίημα.

Αναρωτιέμαι αν ο Γιώργος θα έγραφε πράγματι το ίδιο ποίημα. Θυμηθείτε: ένα άλλο σώμα σε άλλο χρόνο και σε άλλο τόπο. Δεν θα ήταν ακριβώς το ίδιο. Θα ήταν άλλη η εντοποθέτηση. Κι όμως, το συγκεκριμένο ποίημα μού άρεσε πάρα πολύ. Στις αρχές του κυπριακού καλοκαιριού, όπου και να πας πέφτει το μάτι σου σε καρπουζάδες, εγκατεστημένους παραπλεύρως του δρόμου και σε κάθε διασταύρωση, με τους ευμεγέθεις καρπούς με τις πράσινες ρίγες στοιβαγμένους σε σωρούς στα φορτηγάκια τους ‒ κάπου-κάπου να «σφάζουν» το καρπούζι εκθέτοντας τη σκανδαλιστική κόκκινη σάρκα, ακατέργαστη, πρόστυχη και λαχταριστή. Κι είναι σαν να επιστρέφεις στην Κύπρο του παλιού καιρού, όταν πλάι σε αυτούς τους μετακινούμενους γυρολόγους κοντοστεκόταν ο παστελατζής, ο κούπατζης ή ο μαχαλεπάρης. Ελάχιστοι απ’ αυτούς έχουν απομείνει, πλην των καρπουζάδων. Δεν είναι ότι πενθώ νοσταλγικά την απώλειά τους, απλώς την αναγνωρίζω ως μια ουσιαστική αλήθεια που εντοπίζω στις γραμμές της ποίησης του Γιώργου. Η Κύπρος μοιάζει καμιά φορά με δυστοπικό τοπίο, όπου αναγνωρίζουμε ενδεχομένως κάποια γνώριμα θεάματα, αλλά και όπου απλώνεται επίσης μια αίσθηση βαθιάς απώλειας και εξάρθρωσης.

Η ίδια αίσθηση εξάρθρωσης υποβόσκει και στο προφανές μπρίο του ποιήματος για τον καρπουζά. Να πω την αλήθεια, εμένα δεν μου ακούγεται καθόλου παιχνιδιάρικο. Το βρίσκω τρομακτικό — σχεδόν σαν βουδιστικό εφιάλτη διηνεκούς μετενσάρκωσης. Ή για να μεταχειριστώ άλλη αναλογία, ο αφηγητής και ο καρπουζάς στο ποίημα του Γιώργου μπορεί να είναι χαρακτήρες από θεατρικό έργο του Μπέκετ, και πάλι σαν θρύμματα από φλιτζάνι που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κρατηθούν γερά μεταξύ τους. Ή μήπως εννοώ εξαρθρωμένα θρύμματα του φλιτζανιού πάνω στα οποία δεν λέει να κρατηθεί το ακέραιο;

Το Περίπτερο

Στο δρόμο πιο πέρα
έκλεισε ένα περίπτερο.
Έκλεισε ξαφνικά μια μέρα
ένα πρωί απλώς δεν άνοιξε
όπως όταν ένας κουρασμένος αναχωρεί
ήσυχα και προγραμματισμένα
για ταξίδι, χωρίς επιστροφή.
Οι περιπτεράδες τύποι φιλικοί και αξιοπρεπείς
εξαφανίστηκαν, δεν τους ξανάδαμε
ίσως να μην τους ξαναδούμε ποτέ.
Τώρα, όταν περνώ από εκεί
παρατηρώ στο εσωτερικό του έρημου χώρου
τα τελευταία αφημένα αντικείμενα.
Βλέπω τη μορφή
αυτού που δεν υπάρχει πια
και με έκπληξη διαπιστώνω
ότι δεν μοιάζει καθόλου
με κάτι ανύπαρκτο.
Η ζωή
όταν φεύγει
αφήνει απομεινάρια
είναι κάτι μετέωρο αλλά ανθεκτικό
– σαν κολλημένο χνούδι στο σώμα του χρόνου-
που εμποδίζει για λίγο το θάνατο να εξαπλωθεί
εκεί όπου κάποτε
ήταν ζωή.

Καμιά φορά διερωτώμαι αν έχω νοσηρή προδιάθεση. Αν φερ’ ειπείν, μια κατά τα άλλα καλοκαιρινή μέρα, εγώ κολλάω στο μοναδικό σύννεφο στον ουρανό και προβλέπω βροχή. Θέλω να πω, μήπως με «Το Περίπτερο» ο Γιώργος μάς δίνει μια ισχνή ελπίδα; Μήπως υπαινίσσεται ότι ακόμη και μετά τον φανερό θάνατο, κάτι από τη ζωή μένει πίσω μετέωρο, ας πούμε ένα ενθυμητικό ζωτικό χνάρι; Γιατί λοιπόν να με ελκύουν τόσο πολύ τα πρώτα δύο τρίτα του ποιήματος, όπου δεσπόζει το σάστισμα για την ξαφνική και ανεξήγητη αναχώρηση των περιπτεράδων; Μπορεί όντως να φταίει η δική μου δύσθυμη φύση, αλλά απ’ την άλλη, μήπως αυτό, το πρώτο μέρος του ποιήματος, ενέχει και το πιο ανθρώπινο στοιχείο; Στους πρώτους στίχους συμπάσχουμε με τον αφηγητή, καθώς αδυνατεί να καταλάβει τι συνέβη στους περιπτεράδες, και ανακαλύπτουμε ότι ήταν «τύποι φιλικοί και αξιοπρεπείς». Για μένα, το ιχνοστοιχείο ζωής που παραμένει «σαν κολλημένο χνούδι στο σώμα του χρόνου» υποκρούει καχύποπτα ένα θλιμμένο, μοναχικό φάντασμα.

Μπορεί όμως ο Γιώργος να μην το βλέπει έτσι. Νομίζω πως μοιάζουμε, με την έννοια ότι μοιραζόμαστε την πεποίθηση ότι αυτό που φαίνεται ακέραιο στην πραγματικότητα βρίσκεται στα πρόθυρα διάλυσης. Τίποτα δεν είναι μόνιμο, όσο συμπαγές, όσο καλό κι αν φαίνεται. Όμως, σε αντίθεση με τη δική μου προδιάθεση, η διάλυση στην ποίηση του Γιώργου δεν οδηγεί απαραίτητα σε πλήρη εξαφάνιση ή σε οριστική απώλεια. Συχνά κάτι μένει πίσω, έστω κι αν δεν έχει ακριβώς τη μορφή που θα θέλαμε να έχει.

Σε τόμους

Όπως οι εκλιπόντες
τοποθετούνται ευλαβικά στα φέρετρα
τα φέρετρα
στους θαλάμους των νεκροτομείων
όπως οι φωτογραφίες των εξαφανισθέντων
σε αστυνομικούς σταθμούς αναρτούνται
όπως οι σκελετοί
των προϊστορικών ζώων
στα μουσεία μεταφέρονται
έτσι και τα ποιήματα
σε τόμους καταλήγουν.

Η ποιητική φωνή του Γιώργου κατοικεί σε έναν κόσμο τυχαίων συναντήσεων. Ως προς αυτό το στοιχείο, κληρονομεί μια παράδοση που ξεκίνησε με τους Άγγλους Ρομαντικούς, όπως ο Ουίλλιαμ Γουόρντσγουορθ. Η ποιητική φωνή του Γουόρντσγουορθ ταξιδεύει στους λιμνότοπους της Βόρειας Αγγλίας, και συναντά παράταιρους χαρακτήρες, από μικρά παιδιά που πιστεύουν ότι τα νεκρά τους αδέλφια ζουν ακόμη μαζί τους, μέχρι τον γυρολόγο που εξηγεί γιατί εγκαταλείφθηκε μια αγροικία. Την πρώτη φορά που διάβασα «Το Περίπτερο» του Γιώργου, θυμήθηκα το «The Ruined Cottage» του Γουόρντσγουόρθ. Η στιχουργική τους διαφέρει, κατά κάποιον τρόπο συναρτάται με την εποχή έκαστου ποιήματος, ωστόσο τα συνδέει αυτό το σάστισμα που μας κατακλύζει μπροστά στο μυστήριο της εξαφάνισης. Τα συνδέει ακόμη το προαίσθημα ότι η ανθρωπότητα απειλείται από αθέατες, εξωανθρώπινες δυνάμεις που μπορούν να ρημάξουν κατά τα άλλα πλήρεις και ευτυχισμένες ζωές.

Κλείνει ένα περίπτερο. Και τι πειράζει; Μια αγροικία ερημώνει. Και τι πειράζει; Μπορεί πράγματι να μην πειράζει. Μπροστά στο εξ ύψους σχέδιο, αυτά τα κομματάκια ζωής ωχριούν: πάντα θα υπάρχει ένα άλλο περίπτερο, μια άλλη αγροικία, ένας άλλος γυρολόγος που θα πουλάει παστελλάκι, κούπες ή μαχαλεπί. Πάντα θα υπάρχει ένας άλλος καρπουζάς, πάντα μια άλλη ερημιά που δεν πρόλαβαν να αναπτύξουν, μια άλλη αμμουδιά όπου θα φωλιάζουν σπάνιες χελώνες, πάντα κάτι άλλο… μέχρι τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο και συνειδητοποιείς εκείνη την αθέατη δύναμη, το θανατερό χέρι της ανθρώπινης προόδου, που έχει καταντήσει τον πλανήτη μας μια απάνθρωπη χωματερή. Έχω την εντύπωση ότι ο αφηγητής του Γιώργου συναντά τα θρύμματα αυτού που κάποτε ήταν ακέραιο και που τώρα έχουν διασκορπιστεί σε έρημη χώρα.

Η ποίηση συνίσταται συχνά στην ικανότητα να βρίσκεις αναπάντεχες μεταφορές για τη ζωή σε επουσιώδη πράγματα. Σκεφτείτε λίγο το συγκλονιστικό συμπέρασμα που εξάγει ο Φίλιπ Λάρκιν για τις χαμένες ελπίδες, με αφορμή κάτι τόσο απλό όσο μια αποτυχημένη προσπάθεια να ρίξεις το κοτσάνι του μήλου μέσα στον κάλαθο των αχρήστων. Και ο Γιώργος καταφέρνει εξόχως να βρίσκει τέτοιες μεταφορές.

Η φοινικιά

Τυχαία πριν από χρόνια
βρήκα μια φοινικιά πεταγμένη
στο περβόλι του πατέρα
ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενός παιδιού
μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος
μου είχε πει
δεν τη βλέπεις;
Την πήρα και τη φύτεψα.
Αν έρθει κανείς τώρα στον κήπο μου
θα δει μια θεόρατη φοινικιά
να ρίχνει κλαδιά στην αυλή του γείτονα
και να τραγουδά
κι όταν με ρωτούν πόσα παιδιά έχω
λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.

Πόσο μ’ αρέσουν αυτοί οι στίχοι: «να ρίχνει κλαδιά στην αυλή του γείτονα / και να τραγουδά». Πράγματι, τα δέντρα τραγουδούν θροΐζοντας, αλλά οι στίχοι ανακαλούν κάτι πολύ περισσότερο. Ανακαλούν κάτι χαρμόσυνο για τη ζωή, ειδικά για τη ζωή που βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τον όλεθρο. Το δέντρο τραγουδά από χαρά για το ότι ζει.

Ποιος είπε ότι είμαι δύσθυμος;

Είναι αυτήν ακριβώς τη μεταφορική διάσταση της γλώσσας που ο Γιώργος μεταχειρίζεται τόσο επιδέξια. Κι αυτό είναι ένα γνώρισμα λεβαντίνικο ή μεσογειακό, και όχι αποκλειστικά κυπριακό, αυτή η σύμμειξη εγκοσμιότητας και μεταφοράς, γνώρισμα με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι χάρη στο πιο διάσημο βιβλίο που έχει γραφτεί στα μέρη μας: τη Βίβλο. Παράλληλα όμως, η σύμμειξη εμποτίζει την ευρύτερη αφηγηματική παράδοση της Μεσογείου και του Λεβάντε. Σε κάθε περίπτωση, έχω διαπιστώσει ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δικής μου συγγραφικής πρακτικής, τόσο στα κείμενα που γράφω ως ιστορικός τέχνης, όπου υποψιάζομαι ότι προκαλεί δυσαρέσκεια στο συχνά δύσκαμπτο ακαδημαϊκό σύμπαν, αλλά και στη μυθοπλαστική μου γραφή, εμπλουτίζοντάς την. Υποθέτω ότι είναι κι αυτό ένα συστατικό που με καθιστά Κύπριο αφού — όπως καταδεικνύει και η γραφή του Γιώργου— θεωρώ ότι η Κύπρος είναι ένας τόπος που σε τροφοδοτεί διαρκώς με νέες μεταφορές για τη ζωή. Όπως εκείνη τη φορά που οδηγούσα από τη Λάρνακα προς την Πάφο και προτίμησα να βγω απ’ τον αυτοκινητόδρομο στην έξοδο της Γεροσκήπου για να αποφύγω το κέντρο της πόλης.

Στον δρόμο που διατρέχει τα χωράφια ανάμεσα στον αυτοκινητόδρομο και στη θάλασσα βρέθηκα μπροστά σε ένα φορτηγάκι με ανοιχτή καρότσα. Μέσα στην καρότσα στεκόταν ένα σκυλί, ίσως παγκ ή γαλλικό μπουλντόγκ, με τα κουτάβια της γύρω-γύρω. Το σκυλί ήταν αναστατωμένο, γάβγιζε έξαλλα, αλλά ο οδηγός του αυτοκινήτου συνέχιζε μακάρια την πορεία του. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ένα απ’ τα κουτάβια είχε πέσει απ’ την καρότσα και έτρεχε για τη ζωή του κατά μήκος του δρόμου, προς τη μητέρα και τα αδέλφια του.

Αφού οδηγούσα ακριβώς πίσω απ’ το φορτηγάκι, επιβράδυνα αισθητά και άρχισα να ανάβω απανωτά τους προβολείς ομίχλης για να κινήσω την προσοχή του προπορευόμενου οδηγού. Κάποια στιγμή σταμάτησε. Βγήκε απ’ το φορτηγάκι, κατάλαβε τι είχε συμβεί, και όταν το κουτάβι έφτασε δίπλα του, το σήκωσε, το αγκάλιασε στιγμιαία και το έβαλε πίσω στην καρότσα, όπου το υποδέχτηκε η ανακουφισμένη μητέρα. Ο οδηγός μού έγνεψε ζωηρά «ευχαριστώ», γύρισε στο φορτηγάκι του κι έφυγε.

Εκείνην ακριβώς τη στιγμή είχα την αίσθηση ότι το συγκεκριμένο συμβάν αποτελούσε μεταφορά για κάτι άλλο.

Νομίζω ότι η ικανότητα να καταυγάζει το συμβολικό —το μεταφορικό— που ενυπάρχει στην καθημερινότητα, είναι ένα από τα πιο προβεβλημένα χαρακτηριστικά της γραφής του Γιώργου.

Ο γέρο βασιλιάς

Στο σπίτι έξω απ’ το σχολείο
κάθεται ένας γέρος.
Βγαίνει τα μεσημέρια όταν έχει λιακάδα
με τα δεκανίκια του
και σωριάζεται στην παλιά του πολυθρόνα
σαν βασιλιάς που κουράστηκε
απορροφά τον ήλιο
τους ήχους από τα παιδιαρίσματα
κουβεντιάζει τους περαστικούς
κάνει πως χαμογελά αλλά δείχνει θυμωμένος
μοιάζει με άνθρωπο που δεν δέχεται μύγα
στο σπαθί του.
Προσηλώνομαι πάνω του
δεν υπάρχει κάτι πιο ενδιαφέρον σε αυτή τη γειτονιά.
Τις ραπισμένες από το κρύο μέρες αποσύρεται
χώνεται βαθιά μέσα στο σπίτι
στην κουζίνα ίσως, με μια σόμπα πετρελαίου
κάτω από το πάτωμα
στο μυστικό κρησφύγετο της νιότης του
η γυναίκα του κλείνει σφιχτά τα παντζούρια
διπλοκλειδώνει τις πόρτες.
Ίσως έτσι να σκέφτεται πως θα δυσκολευτεί
ο θάνατος
και στην επόμενη καλοκαιρία
ο γέρος θα βασιλέψει πάλι στην αυλή του
πάνω στην παλιά του ξεφτισμένη πολυθρόνα.
Όμως ο θάνατος έχει όλους τους τρόπους
κι εγώ έχω τώρα καιρό να δω τον γέρο
να βασιλεύει στην αυλή του.

Πόσο συχνά, αναρωτιέμαι, έχουμε δει εκείνον τον γέρο έξω απ’ το σπίτι ή έξω απ’ το μαγαζί του, κάπου στην Κύπρο, καθήμενο «στην παλιά του πολυθρόνα»; Διαβάζω το ποίημα και ένα κομμάτι του μυαλού μου τρέχει στον δικό μου πατέρα, Γέρο Βασιλιά, και ειδικότερα τη μητέρα μου, καθώς διπλοκλειδώνει τις πόρτες. Ενέχει την αυθεντικότητα του οικείου, του σχεδόν τετριμμένου. «Δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον εδώ», μας λέει ο αφηγητής. Παράλληλα, όμως, το ποίημα υπερβαίνει την οικειότητα για να αναχθεί σε κάτι μεταφορικό, σε αναλογισμό του χρόνου που περνά — ίσως και του τρόπου με τον οποίο ο κόσμος μας μοιάζει να συρρικνώνεται— σε αναλογισμό, εν τέλει, του αναπόδραστου θανάτου. Τολμώ να πω ότι πρόκειται, κατά κάποιον τρόπο, για μικροτέχνημα στο πνεύμα του Βασιλιά Ληρ.

Ίσως πρέπει να κλείσω αυτή την εισήγηση με τον ενδεδειγμένο ρητορικό τρόπο, επιστρέφοντας στην αρχή, στο ερώτημα της μετάφρασης, και στο αν η ομιλία μου προσβάλλει μερικούς. Μεταφρασμένη ποίηση, μεταφρασμένοι άνθρωποι.

Λέγεται ότι κάποτε στη δεκαετία του 1980, όταν το βρετανικό κατεστημένο άρχισε να αναγνωρίζει ότι η Βρετανία ήταν πολυπολιτισμικό έθνος, ένα υπουργείο της βρετανικής κυβέρνησης αποφάσισε να τυπώσει οδηγούς εγγραφής ψηφοφόρων στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε διάφορες γλώσσες πέραν της αγγλικής. Λόγω της πολυάριθμης ελληνικής και κυπριακής κοινότητας στη Βρετανία, μία από τις γλώσσες αυτές ήταν και τα ελληνικά. Έτσι λοιπόν, ένας δημόσιος υπάλληλος που δήλωσε ότι μιλούσε ελληνικά, ανέλαβε να μεταφράσει μια σειρά περίπλοκων οδηγιών για τη διαδικασία εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο. Η μετάφραση ολοκληρώθηκε, τυπώθηκε και διανεμήθηκε. Πολύ γρήγορα όμως άρχισαν να εισρέουν παράπονα ότι υπήρχε πρόβλημα με την ελληνική έκδοση του οδηγού. Συγκεκριμένα, από τους ελληνόφωνους που ζήτησαν τον κατάλογο, ουδείς καταλάβαινε τι έλεγε. Η έρευνα που ακολούθησε έδειξε ότι ο δημόσιος υπάλληλος που είχε αναλάβει τη μετάφραση μιλούσε και έγγραφε στα αρχαία ελληνικά που είχε διδαχθεί στην Οξφόρδη. Ίσως λοιπόν οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ακόμα και οι σύγχρονοι Έλληνες μπορεί να αποτελούν μεταφράσεις του πρωτοτύπου.

Φυσικά, κανείς δεν θέλει να ακούσει κάτι τέτοιο, διότι είναι πολύ πιο εύκολο να αποδοκιμάζουμε το μετάφρασμα ως υποδεέστερη εκδοχή του πρωτοτύπου. Έχω την εντύπωση ότι αυτή η άποψη είναι παρωπιδική. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι μεταφράσεις ξεπερνούν το πρωτότυπο. Πάρτε για παράδειγμα τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Ό,τι και να πιστεύει κανείς για την κληρονομιά της, μια κληρονομιά συχνά κατάφορα αρνητική, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αγγλική κουλτούρα που την υποστύλωσε είναι ένα πράγμα καταπληκτικό. Ο ίδιος πολιτισμός που μας έδωσε την αποικιακή θηριωδία της Σφαγής του Αμριτσάρ, μας έδωσε επίσης τον Βασιλιά Ληρ. Ακόμη πιο καταπληκτικό είναι το γεγονός ότι η αγγλική κουλτούρα που μας κληροδότησε τον Βασιλιά Ληρ είναι μια κουλτούρα κτισμένη στη μετάφραση· σε μια πολύ συγκεκριμένη μετάφραση. Είναι μια κουλτούρα κτισμένη πάνω στην αγγλική μετάφραση της Βίβλου διά χειρός Ουίλλιαμ Τάϋντεηλ εν έτει 1536. Χωρίς την υλοποίηση εκείνης της μετάφρασης, είναι δύσκολο να φανταστούμε την αγγλική κουλτούρα όπως την γνωρίζουμε. Η γλώσσα της μετάφρασης του Tyndale, τόσο όμορφη και εμπλουτισμένη με επιπρόσθετο νόημα, ήταν η γεννήτρια που τροφοδότησε το έργο όλων σχεδόν των Άγγλων συγγραφέων που ακολούθησαν, από τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ μέχρι τον Τ.Σ. Έλιοτ και πιο πέρα. Και δεν είναι καθόλου υποδεέστερη.

Κατ’ ακρίβειαν, ένα από τα αγαπημένα μου αγγλικά ποιήματα το είχα διδαχτεί για πρώτη φορά στο πανεπιστήμιο, ως μετάφρασμα. Το έγραψε ο Τόμας Γουάϊατ το 1557, έχει τίτλο Whoso List To Hunt, και αποτελεί μετάφραση από το ιταλικό πρωτότυπο του Πετράρχη. Φυσικά, σήμερα κυκλοφορούν καλύτερες μεταφράσεις του πετραρχικού πρωτοτύπου — καλύτερες με την έννοια ότι είναι πιο ακριβείς και αναμφίβολα πιο ενδεικτικές των αυθεντικών προθέσεων του Πετράρχη. Όμως, για μένα, καμία εκδοχή δεν είναι τόσο πένθιμη και τόσο υποβλητική όσο η μετάφραση του Γουάϊατ: επ’ ουδενί υποδεέστερη.

Ούτε εγώ είμαι υποδεέστερος, ως μεταφρασμένος άνθρωπος — ως προϊόν δύο φωνών που συνήχησαν στη μετάφραση: τη φωνή της Αγγλίδας μητέρας μου απ’ το Γιορκσάιαρ, και του Έλληνα πατέρα μου από την Κύπρο. Αρνούμαι να χαρακτηριστώ υποδεέστερος. Κι αν κάποιοι νομίζουν ότι είμαι, ποσώς με ενδιαφέρει.

Όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν ότι επί σειρά ετών μελετούσα σε βάθος το έργο του Χέρμπερτ Ρηντ. Ο Χέρμπερτ Ρηντ ήταν ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεωρητικός της τέχνης, εκπαιδευτικός, αναρχικός και άλλα πολλά. Πίστευε ακράδαντα ότι η ανθρώπινη κοινωνία χρειάζεται την τέχνη για να επιβιώσει, επειδή η λειτουργία της τέχνης είναι να συμφιλιώσει μυριάδες φαινομενικά διακριτών και ξέχωρων δυνάμεων που συναντάμε στη ζωή, και ότι μέσα από τη διαρκή διεργασία αυτής της συμφιλίωσης ή του υβριδισμού διαμορφώνεται ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, συμφιλιώνονται τα θραύσματα. Κάπως έτσι προσεγγίζω τη μετάφραση της ποίησης: ως ένα είδος μυστικιστικής ένωσης, ως συμφιλίωση ποιητή και μεταφράστριας. Μπορεί το προϊόν αυτής της ένωσης να μην είναι πλέον αγνό ή καθαρόαιμο, αλλά καμιά φορά, για να επικαλεστώ ξανά τα «Θρύμματα» του Γιώργου, είναι κάτι περισσότερο από «ό,τι το αποτελεί». Με αυτή την έννοια, υποθέτω ότι μπορούμε σχεδόν να πούμε ότι η μετάφραση είναι το προϊόν ενός γάμου. Είναι παιδί δύο γονιών, το απότοκο του ποιητή και της μεταφράστριας.

Ελπίζω ότι θα απολαύσετε την ποίηση του Γιώργου τόσο όσο την έχω απολαύσει και εγώ. Ως ιστορικός τέχνης, περιεργάζομαι πίνακες, γλυπτά και άλλα εικαστικά έργα. Φέτος κλείνω τριάντα χρόνια διδασκαλίας στην ανώτατη εκπαίδευση, άρα μεγάλο μέρος του χρόνου μου το έχω αφιερώσει σε αναλύσεις περί τέχνης και στις κατά το δυνατόν πειστικότερες εικασίες για το ενδεχόμενο νόημά της. Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν, δεν είχα συχνά την ευκαιρία να αφιερωθώ εις βάθος στην ποίηση, κι ας ήταν η πρώτη μου αγάπη στις προπτυχιακές μου σπουδές. Έτσι, παρά τις όποιες αρχικές μου επιφυλάξεις, η ποιητολογική αυτή εντρύφηση αποδείχτηκε ωφέλιμη. Δεν ξέρω πόσο κοινότυπο θα ακουστεί, όμως σας λέω με παρρησία ότι ο χρόνος που αφιέρωσα στην ανάγνωση και στον αναστοχασμό της ποίησης του Γιώργου με έχει αλλάξει· τόσο πολύ, ώστε κάποιες φορές να έχει εισχωρήσει στα όνειρά μου. Με άλλαξε, λοιπόν, και αυτή η αλλαγή λέω πως είναι προς το καλύτερο.

Ευχαριστώ τον Γιώργο που έγραψε αυτά τα θαυμάσια ποιήματα, και τη Δέσποινα που τα μετέφρασε. Είναι παιδιά σας και φρονώ πως έχετε κάθε λόγο να τα καμαρώνετε.

ΜΑΪΚΛ ΠΑΡΑΣΚΟΣ

*