*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
Πριν πέσει η αυλαία και της δικής μου ζωής θα προσφέρω στον εαυτό μου ένα τελευταίο ταξίδι, μια τελευταία χαρά αντάξια της κούρασης και της λύπης μου. Όρθιος στο κατάστρωμα ενός πλοίου, μια τρυφερή νύχτα, ακούγοντας εξαίσιες μουσικές και γέλια ανθρώπων, θα κοιτάζω άπληστα τα χρυσά φώτα των λιμανιών και θα εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ αυτή η νύχτα και αυτό το ταξίδι. Και καθώς τα δάκρυα θα ανεβαίνουν αργά μέσα μου θα σκέφτομαι όλους τους βασανισμένους ανθρώπους που γνώρισα στη διάρκεια της ζωής μου και θα τους προσκαλέσω νοερά σ’ αυτό το πανηγύρι της λύτρωσης και της λήθης. Ριγμένοι ανεξήγητα μέσα σε αυτό το σκληρό και παράλογο φαινόμενο οφείλουμε να διατηρήσουμε ζωντανή την ιδέα μιας ελάχιστης συμπόνιας – έστω και σαν ιδέα.
///
Χωρίς βιβλία, καφέ, αγκαλιές και λουλούδια η ζωή θα ήταν ανυπόφορη – και χωρίς τα φώτα των δρόμων τη νύχτα.
///
Τι είμαι στα πενήντα πέντε μου; Το τυχαίο αποτέλεσμα της τυχαίας κατάληξης μιας τυχαίας ζωής – μπορεί και όχι.
///
Είμαστε, λοιπόν, τόσο ασήμαντοι; Ο τάφος και τέρμα όλα; Δεν μπορώ να το πιστέψω – όχι εγώ αλλά κάποιος άγνωστος μέσα μου.
///
Συναντώ κατά καιρούς παλιούς γνωστούς, πιο σπάνια παλιούς φίλους. Δίνουμε αμοιβαίες υποσχέσεις για επικοινωνία ή συνάντηση για καφέ, υποσχέσεις που ποτέ δεν τηρούμε. Προφανώς δεν θέλουμε, ο καθένας για τους λόγους του. (Καταστάσεις που κάποτε με πίκραιναν, τώρα πια όχι).
///
Αγάπη… Ποια αγάπη; Δεν υπάρχει αγάπη. Ένα παιχνίδι προσδοκιών οι ανθρώπινες σχέσεις. Προσφέρεις οικονομική ασφάλεια, εισπράττεις δηλώσεις και εκδηλώσεις αγάπης. Δεν προσφέρεις, αρχίζουν οι γκρίνιες, οι συγκρούσεις, τα δράματα. (Μια ακόμα Κυριακή, πικρή και μάταιη)
///
Παραμένουμε πάντα το παιδί που αγαπήθηκε ή μισήθηκε, έγινε αποδεκτό ή απορρίφθηκε, βίωσε στοργή ή πληγώθηκε ανεπανόρθωτα. Ζήτημα τύχης ή πεπρωμένου αν το παιδικό απόθεμα εμπειριών θα γίνει στο μέλλον πηγή ελπίδας ή απόγνωσης, δημιουργίας ή καταστροφής, ζωής ή θανάτου.
///
Σε ποιον να εμπιστευτείς τις πίκρες και τους καημούς σου; Σε ποιον να πεις τα εσώψυχά σου και να σε καταλάβει χωρίς να σε παρεξηγήσει και χωρίς να σκεφτεί «τι λέει ο μαλάκας;». Σε ποιον να πεις τα μυστικά σου χωρίς τον κίνδυνο να τα χρησιμοποιήσει αργότερα εναντίον σου; Αδύνατη η αληθινή και έντιμη επικοινωνία ή εξαιρετικά σπάνια.
///
Έχοντας βιώσει την αδιανόητη (για μας) εμπειρία του Άουσβιτς, ο Πρίμο Λέβι γράφει στο αυτοβιογραφικό Αν αυτό είναι ο άνθρωπος: «Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, αυτή την εκμηδένιση του ανθρώπου». Δάκρυσα από την υποβλητική δύναμη αυτής της διατύπωσης που, χωρίς να περιγράφει το βίωμα, το υποβάλλει συγκλονιστικά. Τι βίωσαν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι μέσα στα ναζιστικά κολαστήρια ώστε να μην μπορούν να βρουν τις λέξεις για να το περιγράψουν;
///
Επικαιρότητα. Τερατώδες το έγκλημα που είναι ακόμα σε εξέλιξη στη Λωρίδα της Γάζας (Φεβρουάριος 2024). Δεκάδες χιλιάδες νεκροί Παλαιστίνιοι. Μωρά, παιδιά, γυναίκες, γέροι οι περισσότεροι. Λίγο πιο πέρα, στην Ευρώπη για παράδειγμα, η ζωή συνεχίζεται, οι άνθρωποι πάνε στα γήπεδα, διασκεδάζουν και λοιπά. Γελοίος κόσμος, ασυνάρτητος.
///
Επικαιρότητα. Μια ακόμα αυτοκτονία νέου ανθρώπου. Μια φοιτήτρια 23 ετών έβαλε τέλος στη ζωή της. Άφησε πίσω της σημείωμα – δεν ξέρουμε τι έγραφε. Για να θέλεις τόσο απελπισμένα να πεθάνεις σημαίνει πως τίποτα πια δεν σε κρατά στη ζωή, πως δεν βρίσκεις πια νόημα σε τίποτα ή πως η πληγή που σου άνοιξαν οι άλλοι είναι πολύ βαθιά για να την αντέξεις. Για κάποιους ανθρώπους το να υπάρχεις δεν είναι το απόλυτο. Προτιμούν τον θάνατο ακόμα και αν πιστεύουν ότι οδηγεί στην ανυπαρξία. Ακόμα και αυτή, η ανυπαρξία, τους φαίνεται προτιμότερη από την ύπαρξη όταν οι μορφές δυστυχίας και απόγνωσης που βιώνουν είναι αβάσταχτες και ανεπανόρθωτες. (Τρυφεροί να είμαστε μεταξύ μας, όσο μπορούμε, τώρα που είμαστε ακόμα ζωντανοί.)
///
Όλες οι λεγόμενες δημοκρατίες δυτικού τύπου έχουν φτάσει στην αυτοαναίρεση και στην αυτοκατάργησή τους. Ίσως γιατί ποτέ δεν ήταν αληθινές δημοκρατίες
///
Η αξία ενός συγγραφέα και του συνολικού του έργου δεν καθορίζεται από την όγκο της παραγωγής του αλλά από την πρωτοτυπία του, την αναγνωστική απόλαυση των κειμένων του και από το αν η επίδραση που ασκεί είναι τόσο καταλυτική ώστε οι αναγνώστες να επιχειρούν πολλαπλές αναγνώσεις των βιβλίων του. Μια ενδεικτική περίπτωση είναι ο Φραντς Κάφκα. Σύμφωνα με τους βιογράφους του από τις χιλιάδες σελίδες που έγραψε, τελικά δημοσιεύτηκαν μερικές εκατοντάδες, αρκετές όμως για να δημιουργήσουν ένα συγγραφικό φαινόμενο που δεν περιορίστηκε στην επικράτεια της λογοτεχνίας αλλά επεκτάθηκε σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Καφκική κατάσταση, καφκικό περιβάλλον, καφκικό καθεστώς και άλλες παρόμοιες φράσεις είναι η μέγιστη απόδειξη της αξίας του έργου του Κάφκα – και η ύψιστη ανταμοιβή για έναν άνθρωπο που έζησε μόλις σαράντα χρόνια αλλά πέρασε στην λογοτεχνική αιωνιότητα.
///
Κατά καιρούς με απασχολεί και με βασανίζει το ζήτημα του Θεού. Αν δεν υπάρχει, σε τι να αποδώσουμε και να εμπιστευτούμε την ύπαρξη μας; Αν υπάρχει, πώς να δεχτούμε ότι επιτρέπει τόσο πόνο και τόσο θάνατο επί δικαίων και αδίκων; Και στις δυο περιπτώσεις, τα ερωτήματα είναι αμείλικτα, η αγωνία αμείωτη. Προσωπικά, το δεύτερο σενάριο με βασανίζει περισσότερο. Το να υπάρχει και να είναι αδιάφορος ή άσπλαχνος, είναι κάτι που με ξεπερνά, σχεδόν με συντρίβει.
///
Ένα επεισόδιο που μου ανέφερε ο φούρναρης της γειτονιάς παραμονή Χριστουγέννων. «Μπήκαν δυο γυφτοπούλες στο μαγαζί να πούνε τα κάλαντα. Ήταν δεν ήταν δώδεκα δεκατριών χρονών. Τους έδωσα ένα ευρώ και βγαίνοντας αρπάξανε και δυο σοκοφρέτες. Τους λέω, ρε τι κάνετε; Γύρνα η μία και μου λέει: έλα ρε γέρο να σου κάνω ένα τσιμπουκάκι να πατσίσουμε». Έμεινα για λίγο άφωνος αλλά κατά βάθος δεν μου προκάλεσε καμία έκπληξη. Συζητήσαμε για όσα γίνονται στον κόσμο, για τη βία και για τα παιδιά. Συμπέρασμα δεν βγάλαμε. Είπαμε μόνο να κρατήσουμε όσο μπορούμε την ανθρωπιά μας γιατί αλλιώς πάμε χαμένοι.
///
Χιλιάδες χρόνια τώρα η ίδια ιστορία: εξουσιομανείς και νάρκισσοι κυβερνούν τον κόσμο. Είναι θλιβερό και εξοργιστικό να διαπιστώνεις κάθε φορά πως δισεκατομμύρια ζωές και πεπρωμένα καθορίζονται από τις αποφάσεις μιας χούφτας ανθρώπων που όχι μόνο στερούνται ηθικής και πνευματικής συγκρότησης αλλά που εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι είναι σαδιστές, παρανοϊκοί, αδίστακτοι. Κατά συρροή δολοφόνοι και εγκληματίες που θα έπρεπε να βρίσκονται ισόβια στη φυλακή, εξακολουθούν να διοικούν κράτη και να οδηγούν τους λαούς στη σφαγή και στον όλεθρο. Και όμως θα αρκούσε η αλυσίδα των εντολών να σπάσει και ένα μαζικό κίνημα ανυπακοής να καταστήσει άχρηστη την εξουσία τους. Το γιατί δεν συμβαίνει, είναι ένα αληθινό αίνιγμα.
///
Πόσες φορές ακόμα θα ανοίξω και θα κλείσω το παράθυρο του γραφείου; Πόσες φορές ακόμα θα σύρω την κουρτίνα; Πόσες φορές ακόμα θα ανοίξω και θα κλείσω τον υπολογιστή; (Η σκέψη ότι κάποτε δεν θα είμαι πια ανάμεσα στα πρόσωπα και στα πράγματα με τα οποία συνυπάρχω, είναι αχώνευτη, αδιανόητη).
///
Θυμάμαι ανθρώπους που βοήθησα αλλά και ανθρώπους που δεν βρήκα τη δύναμη να βοηθήσω. Η ανάμνηση αυτών που δεν βοήθησα βαραίνει περισσότερο μέσα μου.
///
Οι νεκροί έχουν το μοναδικό προνόμιο να είναι κάτοχοι της μεγάλης αλήθειας: ξέρουν τι υπάρχει μετά τον θάνατο, ξέρουν αν όντως η ψυχή είναι αθάνατη και ανεξάρτητη από το σώμα.
///
Στα 55 μου έχω συχνά την αίσθηση ότι η ζωή μου παραμένει το ίδιο αναπάντητο ερώτημα όπως και στα 20 μου. Χωρίς να ψάχνω για τις καθιερωμένες αξιολογήσεις (τι έχω πετύχει στη ζωή μου και τα συναφή) αυτό που κυριαρχεί βαθύτερα μέσα μου είναι η άγνοια. Ποιος είμαι; Τι είμαι; Γιατί υπάρχω; Τι νόημα έχουν οι πράξεις μου και συνολικά η ζωή μου αφού θα πεθάνω; Δεν μπορώ να ξεφύγω από αυτές τις ουσιώδεις απορίες. Εξωτερικά παίζω τον ρόλο μου με αφοσίωση και δύναμη αλλά εσωτερικά ζω το υπαρξιακό μου δράμα με μια τρομερή και διαρκώς αυξανόμενη ένταση.
///
Αμάν πια με αυτό το παραμύθι για τον Θεό. Πανάγαθος και πανάγαθος! Μπορεί να είναι τα πάντα αλλά πανάγαθος δεν είναι!
///
«Το περιεχόμενο του εγκεφάλου, δηλαδή το σύνολο των πληροφοριών του, δεν πεθαίνει ποτέ»: δήλωση ενός σύγχρονου επιστήμονα που μελετά τον εγκέφαλο και υποστηρίζει ότι ο εγκέφαλος είναι «ένας υπολογιστής βαθμωτού κύματος» και ότι λειτουργεί ως «ολογραφικός μηχανισμός». Μυστηριώδεις σκέψεις, μυστηριώδεις λέξεις. Και πάντα η ίδια από-γνωση. Τα πάντα ένα μυστήριο.
///
Για τον Ισπανό φιλόσοφο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο η σκέψη ότι μετά τον θάνατό του θα έπαυε να υπάρχει ως Μιγκέλ ντε Ουναμούνο ήταν αδιανόητη. Η επιθυμία του για προσωπική αθανασία και διαιώνιση του επίγειου εαυτού του ήταν απόλυτη. Αντίθετα, ο Αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες δήλωνε ότι όχι μόνο του ήταν τελείως αδιάφορο αν θα συνέχιζε να υπάρχει ως Χόρχε Λουίς Μπόρχες μετά τον θάνατό του αλλά και τόνιζε ότι θα ήταν προτιμότερο να μην υπάρξει ποτέ ξανά με την επίγεια προσωπικότητά του και ότι επιθυμούσε να ξεχάσει τελείως την επίγεια ζωή του. Με τα δικά του λόγια «Εγώ δεν θέλω να συνεχίσω να είμαι ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, θέλω να είμαι κάποιος άλλος. Ελπίζω ο θάνατός μου να είναι πλήρης. Θέλω να πεθάνω ψυχή τε και σώματι». Είναι προφανές ότι πρόκειται για ζήτημα καθαρά υποκειμενικό: προσωπικά συναισθήματα, εμπειρίες και γονιδιακές προδιαθέσεις καθορίζουν την επιθυμία και την πίστη του καθενός. (Ο Μπόρχες παραδεχόταν ότι δεν ήθελε να θυμάται την παιδική και την εφηβική του ηλικία. Επίσης έζησε τυφλός στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του).
///
Έρευνες των τελευταίων ετών στον τομέα της νευροεπιστήμης επιβεβαιώνουν μια ιδιαίτερα αυξημένη δραστηριότητα σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου την ώρα του θανάτου. Την στιγμή που συμβαίνει μια καρδιακή ανακοπή οι επιστήμονες καταγράφουν μια έκρηξη δραστηριότητας σε εγκεφαλικές περιοχές που ρυθμίζουν τα όνειρα και τις παραισθήσεις. Η απάντησή ορισμένων είναι ειλικρινής: δεν γνωρίζουμε γιατί συμβαίνει αυτό, λένε. Κάποιοι άλλοι κάνουν αναφορές στο «πνευματικό στοιχείο του ανθρώπου». Το σίγουρο είναι ότι για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι κανείς δεν ξέρει τι είναι η συνείδηση, ποια είναι η ουσία της, από πού πηγάζει, ποια είναι η σχέση της με τον εγκέφαλο και ποια είναι η εξέλιξή της μετά τον θάνατο. Σε κάθε περίπτωση η βασική επιστημονική υπόθεση ότι ο εγκέφαλος παράγει την συνείδηση προκαλεί σημαντικά και άλυτα παράδοξα – κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να σκεφτούμε ότι κάποιος άγνωστος παράγοντας λείπει από την καθιερωμένη επιστημονική θεωρία.
///
Χαίρομαι και μόνο που βλέπω βιβλία γύρω μου, στη βιβλιοθήκη, στο γραφείο, στο κομοδίνο. Η ύπαρξή τους με παρηγορεί, με ανακουφίζει και συντηρεί μέσα μου την ελπίδα ότι στις σελίδες τους, σε μια καινούρια ανάγνωση, μπορεί να βρω την κρίσιμη γνώση που θα μειώσει την απόγνωση.
///
Υπάρχω ακόμα. Κάποτε δεν θα υπάρχω. Περίεργο: αυτή η τρομαχτική επίγνωση δεν μου προκαλεί τρόμο, φρίκη ή υπερβολική απόγνωση. Ίσως σε κάποιο κλειδωμένο αρχείο της συνείδησής μου να υπάρχουν πληροφορίες και γνώσεις απρόσιτες στη σκέψη και στη γλώσσα. Ίσως ο θάνατος να είναι το ξεκλείδωμα της συνείδησης και το άνοιγμά της στον κόσμο πέρα απ’ τα φαινόμενα. Ίσως. Σε αυτό το «ίσως» παίζονται όλα.
///
«Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ποιον να μισήσεις; Κανένας δεν ευθύνεται που υπάρχει και ακόμα λιγότερο που υπάρχει όπως υπάρχει» γράφει ο Εμίλ Σιοράν. Βρήκα συχνά σ’ αυτά τα λόγια τη διαύγεια που πολλές φορές χανόταν μέσα στη συνύπαρξη με τους άλλους: τη διαύγεια που μου ήταν απαραίτητη ώστε το μίσος για τους άλλους να ήταν η τελευταία μου επιλογή.
///
«Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί / στο τέλος / τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν» γράφει ο Νίκος Καρούζος. Ήταν πολλές οι νύχτες που, στα όρια της διάλυσης, ψιθύριζα αυτά τα λόγια. Και κάθε φορά έβρισκα μέσα τους τη δύναμη να περιμένω το ξημέρωμα και την καινούρια μέρα.
///
Υπενθύμιση. Τώρα υπάρχουμε. Τώρα είμαστε ακόμα ζωντανοί. Τώρα είναι καιρός για αγάπη, χαρά, δημιουργία, γνώση, ανάγνωση ακόμα και για απόγνωση. Τώρα.
~.~
Οι «Μάταιες πράξεις» δεν είναι παρά μια συλλογή υπενθυμίσεων. Διηγήματα, στοχασμοί, διαγνώσεις, μικρές αυτοβιογραφικές ιστορίες, κάθε λογής γλωσσικές απόπειρες που υπενθυμίζουν, αν όχι τη «χαρά της ματαιότητας», τουλάχιστον τη χρησιμότητά της.
Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΑΣΛΙΑΣ
~.~
*
