τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ
~.~
Μαρία Ευθυμίου,
Το καράβι του Ματίς,
Σμίλη, 2025
Τὸ καράβι τοῦ Ματὶς εἶναι ἡ πρώτη ποιητικὴ συλλογὴ τῆς Μαρίας Εὐθυμίου καὶ ὡς τέτοια πρέπει νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε. Μὲ αὐτὸ δὲν ἐννοῶ νὰ φανοῦμε μεγαλόκαρδοι καὶ νὰ συγχωρήσουμε τυχόντα λάθη ποιητικά, ἐκφραστικὲς ἀδυναμίες, στιχουργικὲς ἀτέλειες κ.ο.κ. Ἐννοῶ ὅτι ὅταν κανεὶς προχωρᾶ στὴν ποίηση καὶ καθίσταται, κατὰ κάποιον τρόπο, μεσῆλιξ ἀναπολεῖ τὶς μέρες ὅταν ἦταν καλλιτεχνικὰ νεώτερος καὶ οἱ στίχοι ἔβγαιναν πιὸ αὐθόρμητα, πιὸ πηγαῖα, πιὸ ἀπρόσκοπτα — τότε ποὺ τὸ ἔνστικτο βρισκόταν στὴν πρώτη γραμμὴ καὶ τὸ τί ἀκριβῶς εἶχε κατὰ νοῦ νὰ πράξει δὲν ἦταν καὶ τόσο ξεκάθαρο. Ἀναπόφευκτα, λόγῳ τριβῆς, τὰ μυστικὰ τῆς Τέχνης ἔρχονται σταδιακὰ στὴν ἐπιφάνεια καὶ ὁ δημιουργὸς καλλιεργεῖ (βελτιώνει) τὶς τεχνικές του δεξιότητες μὲ ἀποτέλεσμα τὸ ἔνστικτο, ἀρκετὲς φορές, νὰ παραμερίζεται. Ἐδῶ ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ σταματήσει νὰ ἐμπιστεύεται, ὅσο κάποτε, τὶς ἐνδόμυχες ποιητικὲς ἐντυπώσεις ποὺ τοῦ γεννιοῦνται —τὴ σωκράτειον δαιμόνιον φωνή του— καὶ ν’ ἀρχίσει ν’ ἀναζητᾶ ἀσφαλὴ ποιητικὸ λιμένα στοὺς κανόνες καὶ τὸν ἀκαδημαϊσμό. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα νομίζω μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διατυπώσουμε τὸ Θεμελιῶδες Θεώρημα τῆς Τέχνης τὸ ὁποῖο λέει ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι καλλιτεχνικὰ νέος εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ γνησιώτερος. Ἂν ἡ λέξη ἀκούγεται βαρύγδουπη νὰ ἀναδιατυπώσω καὶ νὰ πῶ ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι καλλιτεχνικὰ νέος ἐκτίθεται περισσότερο. Τοῦτο πηγάζει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πιὸ θαρραλέος, πιὸ τολμηρός· ἐν ὀλίγοις, ὅπως ἀποτυπώνεται εὔστοχα ὡς κατακλείδα καὶ αἰώνιο μότο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ταινία τοῦ 1997 Gattaca: δὲν φυλάει δυνάμεις γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς (never saving anything for the swim back). Τὰ λέω αὐτὰ ἐπειδὴ διαβάζοντας τὴ συλλογὴ τῆς Μαρίας ἐντόπισα κάποια «στοιχεῖα» τὰ ὁποῖα ἐπανέρχονται ξανὰ καὶ ξανὰ στοὺς στίχους της. Τοῦτα εἶναι διάσπαρτα ἔνθεν κεῖθεν στὰ ποιήματά της ἀλλὰ ἐγώ —ὡς καλὸς καὶ πιστὸς Μαθηματικός— τὰ ἔβαλα σὲ σειρὰ καὶ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς τὰ παρουσιάσω ὥστε νὰ τὰ συζητήσουμε. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογήσω τὸν τίτλο τῆς σύντομής μου ὁμιλίας, θὰ ἀναπτύξω εὐθὺς ἀμέσως τὶς «πρωτόλειες ἀλήθειες» ποὺ κρύβονται (ἢ φανερώνονται) στὸ Καράβι τοῦ Ματίς.
Πρὶν ξεκινήσουμε, νὰ θυμίσουμε ὅτι ἡ συλλογὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ 45 ποιήματα. Καὶ εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ μορφολογικό της εὖρος: ποιήματα σὲ ἐλεύθερο στίχο, ποιήματα σὲ παραδοσιακὰ τετράστιχα μὲ μέτρο καὶ ρίμα, σονέτα, πεζοποιήματα ἢ ἀκόμη καὶ φόρμες ἰδιαίτερης ἐπινοήσεως (βλ. «Ἐρωτικό»). Εἴπαμε· ἡ ποιήτρια τολμᾶ. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φορμαλιστικὴ γενναιότητά της ἡ ποιήτρια τολμᾶ καὶ ἐκφραστικά. Χρησιμοποιεῖ ἐξίσου ἰδιαίτερες, μὴ ποιητικὲς ἐνίοτε, λέξεις (βλ. τσιμεντούργημα, ἠλεκτροφόρος ξενιστής, μερμηδίζεις, περισκόπια, ὀριγκάμι κτλ.) ἐνῶ δὲν φοβᾶται νὰ ἐνσωματώσει — ἐπιτυχημένα συνήθως— καὶ pop στοιχεῖα (βλ. Truman show, black and decker, τσιχλόφουσκα ἰνσταγκραμικὴ κτλ.). Ἐπὶ πλέον, ἡ ποίηση τῆς Μαρίας Εὐθυμίου εἶναι πρωτοπρόσωπη. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μομφὴ ἂν καὶ ὁρισμένοι διατείνονται ὅτι τὸ α’ πρόσωπο δὲν εἶναι τόσο ἀπαιτητικὸ ὅσο, γιὰ παράδειγμα, τὸ β’ πρόσωπο (π.χ. «Σὰ βγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὴν Ἰθάκη» ἢ «Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε / τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ […]» κτλ.). Σίγουρα, ἐπιλέγοντας τὸ α’ πρόσωπο δὲν συνεπάγεται αὐτομάτως ὅτι τὸ ποίημα ὁδεύει πρὸς τὸν Καιάδα ἢ ὅτι τὸ β’ πρόσωπο θὰ ἀπογειώσει τοὺς στίχους. Ὁπωσδήποτε, μιὰ δόση ἀλήθειας ὑπάρχει· τὸ α’ πρόσωπο μπορεῖ εὐκόλως νὰ βγάλει τὸν συγγραφέα ἐκτὸς πορείας ὁδηγῶντας τον σὲ ρηχοὺς συναισθηματισμοὺς ὁπότε ἀντὶ γιὰ στίχους νὰ γράφει ἡμερολόγιο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη προσφέρεται γιὰ ἀνάπτυξη λυρισμοῦ — στὰ κατάλληλα χέρια τρέπεται σὲ πανίσχυρο λυρικὸ ἐργαλεῖο. Θεωρῶ ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν πέφτει στὴν παγίδα καὶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἀναδύεται ἀποστασιοποιημένο, δὲν ταυτίζεται δηλαδὴ μὲ τὴ δημιουργό του.
Ἡ πρώτη σελίδα ἑνὸς βιβλίου εἶναι τὸ ἐξώφυλλὀ του. Στὴν ποίηση τὸ ἐξώφυλλο ἀποτελεῖ κατ’ οὐσίαν τὸ πρῶτο ποίημα καὶ πολλάκις λειτουργεῖ ὡς προγραμματικὴ δήλωση βοηθῶντας στὴν ἀμεσότερη πρόσληψη τοῦ ἔργου, «ξεκλειδώνει» τὰ ὑπόλοιπα ποιήματα. Ἄραγε, γιατί ἐπελέγη ὁ συγκεκριμένος τίτλος καὶ τὸ συγκεκριμένο εἰκαστικὸ ἔργο; Ὡς γνωστὸν ὁ Γάλλος Ματὶς (Henri Matisse, 1869 – 1954) ὑπῆρξε ζωγράφος. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, λόγῳ ἀσθενείας, ἦταν καθηλωμένος στὸ κρεβάτι καὶ στὸ ἀναπηρικὸ ἁμαξίδιο ἀδυνατῶντας νὰ πιάσει τὸν χρωστήρα καὶ νὰ ζωγραφίσει. Ἔτσι, τέλη τοῦ 1940 ἀρχὲς τοῦ ’50, ἀσχολήθηκε μὲ τὸ κολάζ, τὶς χειροτεχνίες. «Τὸ καράβι» (Le bateau) ἀνήκει σὲ αὐτὴν τὴν περίοδο, ἔργο τοῦ 1953. Καὶ ἴσως ἡ ποιήτρια νὰ μὴν ἔχει πλήρη ἐπίγνωση γιατί τὸ διάλεξε ὡς τίτλο καὶ εἰκόνα γιὰ τὴν πρωτόλειά της συλλογή, ἐγὼ ὅμως ἔχω μιὰ μικρὴ ὑποψία τὴν ὁποία σκοπεύω νὰ μοιραστῶ μαζί σας.
*
Μερικὰ δημιουργήματα τοῦ Ματὶς ἀπὸ τὴν περίοδο τῶν κολάζ (decoupage με gouache)
Ἡ Μαρία Εὐθυμίου μᾶς ἐνημερώνει ὅτι μεγάλωσε δίπλα στὴ θάλασσα, στὰ νησιὰ τῆς Χίου, τῆς Λέσβου, τῆς Κῶ, τῆς Κύπρου. Λογικὸ νὰ κουβαλᾶ μέσα της κωδικοποιημένα θαλασσινὲς εἰκόνες καὶ νὰ νιώθει οἰκειότητα μὲ τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο. Ἀλλὰ καὶ οἱ στίχοι ποὺ μᾶς φέρνει ἀπὸ τὸν Νέο Κόσμο (Σὰν Φραντσίσκο, Καλιφόρνια) κουβαλοῦν ὁμοίως ὡς λογοτεχνικὸ τόπο τὴ θάλασσα. Ἡ Μοῦσα ποὺ επισκέπτεται τὴν ποιήτρια ἔχει μόλις βγεῖ ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ ὠκεανοῦ σὰν τὶς Νηρηΐδες τοῦ Ὁμήρου ποὺ παραστέκουν στὴ Θέτιδα —Γλαύκη, Θάλεια, Κυμοδόκη— καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς Πιερίας σὰν τὶς Ἀμαδρυάδες. Ἂν περιμένουμε στὸ βιβλίο νὰ διασταυρωθοῦμε μὲ ποτάμια, ἔλατα ἢ χιόνια ἄδικος κόπος. Μόνο κύματα, ἀκρογιαλιὲς καὶ πελάγη παρελαύνουν στοὺς στίχους της δικαιολογῶντας, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, τὴν ἐπιλογὴ τοῦ bateau.
Κατὰ δεύτερον, ἂς κοιτάξουμε προσεκτικώτερα τὴν ἐν λόγῳ χειροτεχνία. Τί βλέπουμε; Τρεῖς γραμμὲς ποὺ ὑπονοοῦν τὰ σύννεφα, ἕνα ἀφηρημένο τρίγωνο σὲ ρόλο πανιοῦ ἀντὶ γιὰ καράβι, μιὰ ὁριζόντια γραμμὴ νὰ ὑποδηλώνει τὴ θάλασσα καὶ τέλος ἡ ἀντανάκλαση, πάνω σὲ τούτη τὴ γραμμή, ὅλων τῶν παραπάνω. Πρόκειται γιὰ ἀπέριττη σύνθεση (minimalism) ποὺ ἀποδίδει καλλιτεχνικὰ τὸ μέγιστο μὲ ἐλάχιστα μέσα. Δὲν θὰ ἦταν δύσκολο γιὰ τὴν ποιήτρια νὰ ἐπιλέξει ὁποιονδήποτε ἄλλο λεπτομερέστερο θαλασσινὸ πίνακα γιὰ ἐξώφυλλο — π.χ. τὴ «Ναυμαχία τοῦ Τραφάλγκαρ» τοῦ Τέρνερ. Δὲν τὸ πράττει ὅμως καὶ ὀρθῶς ἀφοῦ ὁ μινιμαλισμὸς τοῦ Ματὶς εἶναι τὸ κατάλληλο ὄχημα γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ ὁ μινιμαλισμὸς τῶν ποιημάτων της. Ἡ συλλογή (ἐκτὸς ἀπὸ δύο περιπτώσεις, «Κάγκελα» καὶ «Τὸ τραγούδι τοῦ Ὠκεανοῦ») ἀποτελεῖται ἀπὸ ποιήματα τῆς μιᾶς σελίδας· μάλιστα, ὑπάρχουν καὶ ποιήματα τῶν τριῶν-τεσσάρων γραμμῶν. Ἡ φορμαλιστικὴ σχέση μεταξὺ collage-bateau καὶ ποιημάτων μόνο τυχαία δὲν εἶναι.
Τέλος, κοιτῶντας ἀπὸ ἀπόσταση τὸ Καράβι τοῦ Ματίς, δὲν γίνεται νὰ μὴν πέσει ἡ ματιά μας σὲ αὐτὴν τὴν ἀντανάκλαση ποὺ προανέφερα. Γενικὰ τὰ ποιήματα τῆς Εὐθυμίου βρίθουν ἀπὸ εἰκόνες, ἡ ποιήτρια ἀναδεικνύεται σέ —ὄχι μόνο δεινῶς εἰκονοπλαστικὴ ἀλλὰ καί— ἀντιθετικῶς εἰκονοπλαστικὴ τεχνήτρια. Παρουσιάζει δηλαδὴ εἰκόνες ποὺ φαινομενικὰ συγκρούονται μεταξύ τους (σύνηθες στὴν Τέχνη, νὰ ξεδιπλώνεται μιὰ ἱστορία μὲ τὴν παράθεση ἀντιθετικῶν δυνάμεων· καλὸ ἐναντίον κακοῦ). Ἡ κίνηση τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου μεταξὺ δύο ποιοτήτων —ποὺ φορὲς ἀποτελοῦν τὶς δύο ὄψεις τοῦ ἰδίου νομίσματος, μιᾶς ἐνιαίας κατάστασης ἀναλόγως ἀπὸ τὸ πῶς βιώνεται— εἶναι ἴδιον ἀρκετῶν ποιημάτων. Επὶ τούτου θὰ ἐπανέλθω.
Ἀφοῦ μιλήσαμε γιὰ τὸ ἔξω, ἂς μιλήσουμε τώρα γιὰ τὸ μέσα. Μὴν ξεχνᾶμε ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς συζήτησής μας, ἀπὸ ποῦ ξεκινήσαμε· νὰ ἐντοπίσουμε τὰ ποιητικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα βρίσκονται διάσπαρτα στὴ συλλογή· τὶς «πρωτόλειες ἀλήθειες» ποὺ προβάλλει (ἀνεπαισθήτως) ὁ νέος δημιουργὸς καθὼς ἐκτίθεται, γιὰ πρώτη φορά, στὸ ἀναγνωστικὸ κοινό.
Δὲν ἀποτελεῖ ἔκπληξη ὅτι ἀθροιστικὰ ἡ συλλογὴ φέρει «θετικὸ» συναισθηματικὸ πρόσημο. Ἡ ποιήτρια μᾶς μιλάει γιὰ τὴν ὀμορφιὰ ποὺ βλέπει γύρω της, τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς, τῆς Δημιουργίας. Ναί, ἡ Μαρία Εὐθυμίου εἶναι ἀπὸ τοὺς δημιουργοὺς ποὺ δίνουν ἐλπίδα. Προσωπικὰ θεωρῶ ὅτι ἡ Τέχνη ὀφείλει νὰ εἶναι αἰσιόδοξη (τὸ ἀντίθετο εἶναι σχετικὰ εὔκολο) καὶ μᾶλλον τῆς ἰδίας γνώμης εἶναι καὶ ἡ ποιήτρια. Ἔτσι, ἤδη στὴν ἀρχὴ τῆς συλλογῆς (σελ. 8), ἔχουμε τὸ ἀντίστοιχο ποίημα.
ΘΑΥΜΑ
Ἀτενίζω τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου
Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ τὸ χωρέσω στὶς φλέβες μου
Σὰν παρουσία
Σὰν βουητὸ
Σὰν καταρράχτη
Σὰν ἀστρικὸ θάνατο
Σὰν νανούρισμα
Σὰν ἀποσιωπητικὰ
Σὰν δάκρυα
Ἂν καὶ θαῦμα (ἄρα ἀκατανόητο, ἀκατάληπτο μὲ τὴν κοινὴ λογική) τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο προσπαθεῖ νὰ τὸ «χωρέσει» μέσα του, ἐξηγῶντας το σωματικά (παρουσία) καὶ ἐξωσωματικά (βουητό). Προσοχὴ μόνο νὰ μὴ μᾶς παρασύρει ὁ «ἀστρικὸς θάνατος»! Ἂν καὶ τέτοιος, δὲν πρόκειται γιὰ θάνατο-τέλος ἀλλὰ γιὰ θάνατο-ἀρχὴ σὰν τὶς συμπαντικὲς ἐκρήξεις ποὺ γεννοῦν ἀστέρια καὶ ἡλιακὰ συστήματα. Γιὰ τὰ δὲ ἀκροτελεύτια δάκρυα ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι αὐτὰ εἶναι δάκρυα χαρᾶς καὶ ὄχι λύπης. Ἐδῶ μοῦ ἔρχεται στὸν νοῦ ὁ Ἀριστοτέλης ὁ ὁποῖος κάνει διάκριση μεταξὺ θερμῶν καὶ ψυχρῶν δακρύων, ἀνάλογα μὲ τὸ ἐρέθισμα ποὺ τὰ γεννάει. Ἐν προκειμένῳ θὰ στοιχημάτιζα ὅτι πρόκειται γιὰ θερμὰ δάκρυα.
Καὶ τὸ hommage συνεχίζεται…
ΝΕΡΟΜΠΟΓΙΕΣ
στὸν μικρό μου γιό
Μικρό μου κολιμπρί,
Σὲ θρέφω μὲ υπομονὴ ὅπως ἕνα λουλούδι
Μικρὸ νεροχελίδονο,
Γλυκὰ σὲ νανουρίζω
Μικρὲ δρυοκολάπτη,
παραπατᾶς ἀνέμελος στὸ νοτισμένο χῶμα
Κι ἐγὼ μαθαίνω ν’ ἀγαπῶ ὅλα ὅσα ἀνασαίνουν
Νερομπογιές, φτερουγίζουν παρτιτοῦρες καὶ νότες
Μιὰ σφεντόνα ριγμένη στὶς φλοῦδες τοῦ πεύκου
Ἕνα ξανθὸ ἀγόρι μὲς στὴ βροχὴ τῶν χρωμάτων
Σταγόνες συλλέγω φωτεινῆς εὐτυχίας
Ὁ πυρήνας τοῦ ποιήματος, πιστεύω, εἶναι ὁ στίχος-κλειδὶ «μαθαίνω ν’ ἀγαπῶ ὅλα ὅσα ἀνασαίνουν». Ἡ ἀναγνώριση τῆς ὕπαρξης μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ἀλλὰ καὶ τί ὡραῖος κι εὑρηματικὸς ὁ στίχος μὲ τὸ ξανθὸ ἀγόρι «μὲς στὴ βροχὴ τῶν χρωμάτων»! Τόσο ποὺ θέλω νὰ ρωτήσω τὴ Μαρία ἐὰν πράγματι ὁ γιός της εἶναι ξανθός… (βέβαια, κάποια ζητήματα δὲν πρέπει νὰ τὰ θίγουμε διότι οὔτε ὁ δημιουργὸς ἐνδεχομένως νὰ δύναται νὰ τὰ ἀπαντήσει — εἴπαμε, ὁ καλλιτέχνης ἐνίοτε δὲν ξέρει οὔτε ὁ ἴδιος τί ἐννοεῖ). Γιὰ νὰ καταλήξει, μέσα ἀπὸ παρτιτοῦρες ποὺ πετᾶνε καὶ ξεχασμένες σφεντόνες στὰ πεῦκα, σὲ «φωτεινὲς σταγόνες εὐτυχίας» ἀφήνοντας τὸ ποίημα ἀνοιχτό (μιᾶς καὶ δὲν βάζει σημεῖο στίξεως, τελεία δηλαδή) καὶ μαζί του κι ἐμᾶς, μετέωρους σὲ μιὰ κατάσταση ἀόριστης καὶ ἀτέρμονης εὐφορίας.
Εἶναι τὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἀπομακρύνεται ἡ ποιήτρια· ἐπανέρχεται στοὺς στίχους της, μὲ διάφορες μορφές, ἄλλοτε ἀπροκάλυπτα ἄλλοτε κεκαλυμμένα. Δὲν μένει ὅμως ἐκεῖ. Ἡ Εὐθυμίου ἐπιβαίνει σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ καράβια της καὶ ἀπομακρύνεται στὰ ἀνοιχτά, παρασύροντάς μας σὲ μέρη ὅπου τὰ πρόσημα ἀνακατεύονται — τὸ θετικὸ καὶ τὸ ἀρνητικό. Στὴν ἀρχὴ διακριτικά, μετὰ χωρὶς περιφράσεις.
ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Σὲ μιὰ πόλη μὲ φυλλωσιὲς καὶ φωλιὲς χελιδονιῶν
Σὲ μιὰ πόλη χωρὶς χαρτόκουτα ἀστέγων
Σ’ ἕναν ἐξόριστο κῆπο
Σὲ μιὰ μυστικὴ ὀνειροπόληση
Σὲ μιὰ ἰδέα διάφανη
Σ’ ἕνα μέλλον ποὺ προβάλλει
μέσ’ ἀπ’ τὴν καταπακτὴ τοῦ ὀνείρου
Ὁ Περίπατος τοποθετεῖται στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου (σελ. 12) καὶ μᾶς κάνει ἐντύπωση πόσο γρήγορα «γκριζάρει» τὴν ὀπτική της ἡ ποιήτρια ἐντοπίζοντας δίπλα στὰ ὄμορφα τὰ ἄσχημα (χαρτόκουτα ἀστέγων) σὲ βαθμὸ ποὺ ὁ κῆπος νὰ καθίσταται «ἐξόριστος» καὶ ὁ περίπατος τελικὰ νὰ μεταμορφώνεται σὲ διάφανη ἰδέα καὶ ὄνειρο (ἄρα μὴ πραγματικό). Τρόπον τινά, πρόκειται γιά (ἀπὸ κάποιον Παράδεισο;) ἐκδίωξη, Πτώση. Τὸ ὁμολογεῖ ἄλλωστε καὶ ἡ ἴδια:
ΑΧΗΒΑΔΑ
ἐδῶ βρισκόμουν λοιπὸν
σὲ ἐλεύθερη πτώση
μὲς στὰ συντρίμμια τῆς μέρας
σὲ μιὰ σπείρα τοῦ Σύμπαντος
σὲ μιὰν εὔθραυστη σιωπηλὴ ἀχηβάδα
καὶ ἀμέσως στὴ διπλανὴ σελίδα:
ΠΡΑΣΙΝΗ ΜΕΡΑ
Περιθάλπω μιὰ μέρα
ποὺ πιάστηκε ἀνυπεράσπιστη
Στὴν ξόβεργα τῆς ἄξενής μας πόλης
Διακρίνουμε μιά —δὲν θὰ τὴ χαρακτήριζα μελαγχολία ἢ πικρία ἀλλά— ὄχληση γιὰ αὐτὰ ποὺ διαδραματίζονται γύρω της καὶ καταστρέφουν τὴν ὀμορφιὰ γιὰ τὴν ὁποία θέλει νὰ μᾶς μιλήσει. Ἡ ὄχληση αὐτή (μία ἀκόμη πρωτόλεια ἀλήθεια κατὰ τὴ γνώμη μου) εἶναι διττῆς μορφῆς. Πρῶτον, εἶναι αἰσθητικῆς φύσεως καὶ ἀντιπαραβάλλεται μὲ τὴν ἁρμονία ποὺ ὑπαγορεύει τὸ φυσικὸ περιβάλλον· δεύτερον, εἶναι ἐνόχληση ποὺ γεννᾶται ἀπό (καὶ ἔχει ὡς ἀποδέκτες) ὅσους ἐπιλέγουν τὴν καταφυγὴ πρὸς τὴν ἐθιστικὴ τεχνολογία ἀντὶ γιὰ τὸν ἐναγκαλισμὸ τῆς φυσικῆς χάρεως, ἀφήνοντάς την νὰ περνάει μπροστὰ ἀπὸ τὰ μάτια τους χωρὶς νὰ τὴν ἀναγνωρίσουν, νὰ συγκινηθοῦν καὶ νὰ προσπαθήσουν «νὰ τὴ χωρέσουν μέσα τους», ὅπως μᾶς ἔλεγε στὸ πρῶτο ποίημα. Τὰ ἀκόλουθα ἀποτυπώνουν ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ δυσφορία.
ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ
Δὲν εἶναι πόλη ἐδῶ ποὺ ζοῦμε
Εἶναι ἕνα τσιμεντένιο Truman Show
Κι ἐγὼ ἀρνοῦμαι νὰ συμφιλιωθῶ μαζί της
Γιατὶ εἶναι σὰν νὰ συναινῶ στὴν κακοποίησή μου
Νἀ ’μουν κοχύλι γεμάτο πράσινο ταμπάκο
στὰ χέρια ἑνὸς σαμάνου στὴ Μανάους
Νά ’μουν αἰώρα ποὺ νανουρίζει ἕνα παιδὶ
Νά ’μουν μονόξυλο ποὺ πλέει ἀμέριμνο
Δροσοσταλίδα σ’ ἕνα γιγάντιο νούφαρο
Γιὰ νὰ γλιτώσω ἀπ’ αὐτὸ τὸ τσιμεντούργημα
καὶ στὸ πεζοποίημα:
ΑΛΩΣ
Νὰ σέβεσαι τὶς παύσεις μου καὶ τὶς σιωπές μου. Κάθε φορὰ ποὺ ἀποσύρομαι, ἀναζητώ τὴν ἅλω τῶν πραγμάτων. Τὸ Σύμπαν ἕνα δίθυρο ὄστρακο· στὴ μιὰ θυρίδα του, οἱ οὐρανοὶ τοῦ θέρους, ἡ Λύρα, ὁ Κύκνος. Ἀντικριστά, ἀνασαίνει ἡ θάλασσα, πύργος ἀέρινος καὶ θαυμαστὸ ἀγκωνάρι. Στὴ μέση ἐμεῖς, ἀπαρηγόρητοι ὀνειροποιοὶ κι ὀνειροπόλοι· ἄνθρωποι γύρω μας ἀπόντες, βλέμματα βοδιοῦ, ἀκολουθοῦν ἀφιονισμένοι τὶς ὀθόνες. Ψελλίζουν μιὰ σιωπὴ ἐκκωφαντική. Τὸ δράμα κοσμικῶν διαστάσεων ποὺ τοὺς φανερώθηκε, τὸ ξόδεψαν ἀλόγιστα σὲ μιὰ τσιχλόφουσκα ἰνσταγκραμική. Ὄχι, νὰ σοῦ διδάξω δὲν ἔχω τίποτα· ἀλλά —ἴσως— ἔχω κάτι νὰ ὑπερασπιστῶ.
Ὁ «Λαβύρινθος» ξεκινᾶ μὲ τσιμέντο, τελειώνει μὲ τσιμέντο. Καὶ ἡ τολμηρὴ λέξη «τσιμεντούργημα» προβάλλεται (δικαίως) ὡς κατάσταση ποὺ ὀφείλεται στὸν ἄνθρωπο, εἶναι δικό του δημιούργημα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ κοχύλι, τὴ δροσοσταλίδα, τὸ νούφαρο ποὺ εἶναι προϊόντα τῆς Φύσεως, μὴ ἀνθρώπινα. Στὴν Ἅλω ἔχουμε τὸ δριμὺ κατηγορῶ τῆς ποιήτριας πού —ὡς ἐκλεκτὴ τῆς Μούσας, ἄρα ὀνειροποιὸς καὶ ὀνειροπόλος— ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐφορᾶ τὰ γύρω της μὲ διαύγεια ὅθεν νὰ (μᾶς) ὑπόσχεται ὅτι, ναὶ μὲν δὲν θὰ διδάξει ἀλλά, ἔχει σκοπὸ νὰ ὑπερασπιστεῖ ὅλα ὅσα διαφεύγουν τῆς προσοχῆς ἡμῶν τῶν ὑπολοίπων θνητῶν (μὴ μεμυημένων).
*
Τὸ κτήριο πιὸ πάνω εἶναι τὸ Μουσεῖο Μοντέρνας Τέχνης στὴ Νέα Ὑόρκη, ἡ περιώνυμος MoMA. Ἐκεῖ, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1961, ἐξετέθη γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Καράβι» τοῦ Ματίς. Μάλιστα, ἡ ἀναδρομικὴ ἔκθεση γιὰ τὸν ζωγράφο συνοδεύτηκε ἀπὸ ἕνα ἱλαρὸ γεγονός· γιὰ περίπου ἑνάμιση μήνα, 47 ἡμέρες, ὁ πίνακας ἦταν κρεμασμένος ἀνάποδα (τὸ διαπίστωσε μιὰ ἐπισκέπτρια)! Τούτη ἡ ἀνεκδοτολογικὴ ἱστορία μοῦ ἦρθε στὸν νοῦ μόλις διάβασα τὸ παρακάτω ποίημα ποὺ φέρει τὸν τίτλο «Ὁ Δρομέας«, τὸ γνωστὸ γυάλινο ἄγαλμα στὴν ἀρχὴ τῆς Λεωφόρου Βασ. Σοφίας. Παρακαλῶ, προσέξτε τὴν ἀντίθεση τῶν εἰκόνων ποὺ ἀναπτύσσονται καὶ συνειρμικὰ συνδέστε την μὲ τὴν ἀντανάκλαση στὸν πίνακα τοῦ Ματίς — τὸ ὄχι καὶ τόσο πανομοιότυπο καθρέφτισμα τοῦ ἀφηρημένου πανιοῦ στὴ γραμμὴ τῆς θάλασσας (ποὺ πιθανῶς σύγχυσε τοὺς ὑπευθύνους τῆς MoMA ὥστε νὰ κρεμάσουν τὸ ἔργο περιεστραμμένο κατὰ 180ο).
Ο ΔΡΟΜΕΑΣ
Ὁ Γιγάντιος Δρομέας
Ὅταν στὴν πόλη βραδιάσει,
Φεύγει τρέχοντας πρὸς τὴ θάλασσα
Περνᾶ μπαζωμένα ποτάμια
Μαρμάρινους κίονες
Καὶ γκρὶ πεζοδρόμια
Πετραδάκια καὶ λακκοῦβες στὴν ἄσφαλτο
Ὅμως, κάθε ξημέρωμα
Μετανιώνει ξανὰ κι ἐπιστρέφει στὸ Χίλτον
Διότι, τότε, στὴν πόλη
Φτερουγίζουν λευκὰ περιστέρια
Ποὺ μοιράζουν
Πολύχρωμα ὄνειρα
Ἀπαστράπτουσες σκέψεις καὶ
Χαρούμενα βλέμματα
Στὰ δωμάτια τῶν νυσταγμένων παιδιῶν
Ἕνα δίπολο ἐμφανίζεται στὸ ποίημα, δύο ἀντιθετικὲς εἰκόνες. Μία «σκοτεινὴ» μὲ τὸν δρομέα νὰ δρασκελίζει μπαζωμένα ποτάμια, μαρμάρινους κίονες, γκρὶ πεζοδρόμια, λακκοῦβες κτλ., καὶ μία «φωτεινὴ» μὲ λευκὰ περιστέρια, πολύχρωμα ὄνειρα, ἀπαστράπτουσες σκέψεις, χαρούμενα βλέμματα κτλ. Θὰ ἦταν εὔκολο οἱ στίχοι νὰ τελειώσουν μὲ τὸν δρομέα νὰ περιπλανᾶται στὸ Φάληρο (νὰ τρέχει, ὡς δρομέας, πέρα-δῶθε) ἀλλὰ ἡ ποιήτρια —πιστὴ στὴ θετικότητα ποὺ κουβαλᾶ μέσα της καὶ τὴν ποιητικὴ ἀνάταση ποὺ θέλει νὰ ὑπηρετήσει— ἂν καὶ «γκριζάρει» ὅπως εἴπαμε, δὲν νιῶθει ἄνετα νὰ βάλει τελεία χωρὶς νὰ δώσει ἐλπίδα (ἡ ὁποία ὑποδορίως διατρέχει τὴ συλλογή) ὁπότε κάνει κι αὐτὴ μιὰ στροφὴ 180ο καὶ προτιμᾶ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ποίημα μὲ μιὰ δυνατὴ εἰκονοποιία φωτὸς ποὺ καταλήγει στὰ «δωμάτια τῶν νυσταγμένων παιδιῶν». Εἶναι σὰν νὰ μᾶς κλείνει τὸ μάτι ἡ Μαρία Εὐθυμίου καὶ νὰ μᾶς θυμίζει ἐκεῖνο τὸ περιστατικό, τὸ μακρινὸ φθινόπωρο τοῦ 1961. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ πίνακας κρεμάστηκε λανθασμένα —παραμένοντας φυσικὰ Τὸ Καράβι τοῦ Ματίς ἀλλὰ ὑπὸ διαφορετικὴ ὀπτική— ἔτσι καὶ οἱ δύο εἰκόνες συγχωνεύονται, ἡ μία ἐντὸς τῆς ἄλλης, λειτουργῶντας παράλληλα: ὁ δρομέας ποὺ ἀναχωρεῖ γιὰ τὴ θάλασσα προσπερνῶντας τὴν ἀσχήμια τῆς πόλης (βλέπε ὄχληση) ἀποτελεῖ κατ’ ἀντιστοιχία μιὰ στρέβλωση, μιὰ λανθασμένη κατάσταση σὰν τὸ ἀνάποδο κρέμασμα τοῦ πίνακα. Ἐνῶ ἡ δεύτερη (καταληκτική) εἰκόνα ἀποτελεῖ τὸ σωστό, τὴν ἰσορροπία, τὴν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως. Τὸ στοιχεῖο τῆς ἀντανάκλασης στὸ Καράβι, στὸ συγκεκριμένο ποίημα, μᾶς λέει πολλά.
*
Δὲν ἀποτελεῖ ἔκπληξη λοιπόν, ὡς συνέπεια τῆς αἰσιόδοξης ματιᾶς τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου, ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου διάσπαρτα μὲς στὴ συλλογή (μὰ εἷναι δυνατὸν νὰ ἔχουμε ποίηση χωρὶς ἔρωτα;). Τὰ ἐρωτικὰ ποιήματα εἶναι τὰ περισσότερα στὸ βιβλίο καὶ εἶναι τὰ ἀγαπημένα μου. Ξεχωρίζω τὸ «Κόκκινο», ἕνα μίνιμαλ ποίημα τεσσάρων γραμμῶν ποὺ μᾶς μεταφέρει ἀπὸ τὸν Νέο Κόσμο ἄγνωρες γιὰ ἐμᾶς εἰκόνες· σαβάνες καὶ φλογόδεντρα.
ΚΟΚΚΙΝΟ
ἐκεῖνος
ὁ κόκκινος ἥλιος τῆς σαβάνας·
ἐκείνη
ἕνα μοναχικὸ φλογόδεντρο
Σαβάνα μὲ μπλὲ βελανιδιές, κοντὰ στὸ Γουάιτ Ρίβερ, στὴν Καλιφόρνια
Φλογόδεντρο (flamboyant tree) ἢ παγώνι (peacock tree) ἢ ποϊνσιανή (royal poinciana)
Ὡς Εὐρωπαῖοι (ἤτοι μὴ Ἀμερικανοί) δὲν εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μὲ τὴ χλωρίδα τῆς Καλιφόρνιας· ἐλπίζω οἱ φωτογραφίες νὰ μᾶς βοηθήσουν μὲ τὴ ποιητικὴ σκηνογραφία ποὺ ἔχει στηθεῖ ὥστε κλείνοντας τὰ μάτια νὰ δοῦμε νοερὰ Ἐκεῖνον, σὰν ἥλιος, νὰ καίει ἀδυσώπητα τὶς ἀπέραντες ἐκτάσεις τῶν σαβανῶν μὲ τὴ χαμηλὴ βλάστηση ἢ τ’ ἀραιὰ δέντρα καὶ Ἐκείνη, μόνη, νὰ στέκεται σὰν φλογόδεντρο (πυράκανθα, ἂν θέλετε γιὰ τὰ δικά μας μέτρα) δεχόμενη τὶς καυτὲς ἀκτίνες τοῦ κόκκινου ἥλιου Του. Ἂν καὶ σύντομο ποίημα (μινιμαλισμός, Καράβι τοῦ Ματὶς κτλ.) ἡ ἐρωτικὴ ἔνταση εἶναι ὑψηλὴ καὶ συνεχίζεται στὴ διπλανὴ σελίδα (49), πάλι σ’ ἕνα μικρὸ ποίημα μέσα ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τοῦ φιλιοῦ — καὶ αὐτὸ βαμμένο στὰ κόκκινα, ἂν ἑστιάσουμε στὰ οὐσιαστικὰ ποὺ χρησιμοποιοῦνται:
ΦΙΛΙ
φτερούγισμα μικροῦ κοκκινολαίμη
τριζοβόλημα τῆς φωτιᾶς
κοράλλι βυθισμένο σὲ μαγικὸ ἡλιοβασίλεμα
οὐλὴ ροδώνα
πάσχουσα παπαρούνα
κόκκινο μῆλο
δαγκωματιά
Τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ ἐρωτικὰ ποὺ θὰ ἀναφέρω, ἐκπληκτικὸ γιὰ τὴ συγκινησιακή του ἰσχύ, εἶναι οἱ «Σειρῆνες» τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς δώσει τὴν ἀφορμὴ νὰ περάσουμε στὸ ἑπόμενο (πρωτόλειο) στοιχεῖο. Οἱ στίχοι ἀκόμη λιγότεροι, μόλις τρεῖς!
ΣΕΙΡΗΝΕΣ
κράτα με σφιχτά·
δέσε με πάνω στὸ κατάρτι τοῦ κρεβατιοῦ μας ἀπόψε
ἔχω βάλει πλώρη γιὰ πολὺ μακρινὰ πέλαγα
Γι’ ἄλλη μιὰ φορά, ἡ ποιήτρια ἀποφεύγει νὰ ὁλοκληρώσει τελεσίδικα τὸ ἔργο της. Δὲν ξέρω ἐσεῖς ἀλλὰ ἐγώ, ὡς Μαθηματικός, θέλω νὰ πάρω ἕνα μολύβι καὶ νὰ βάλω μιὰ τελεία στὸ τέλος. Τοῦτο, ἐννοεῖται, δὲν εἶναι ἀπὸ ἀβλεψία ἀλλὰ γίνεται ἐκ πεποιθήσεως· τὸ ποίημα (ὅπως καὶ ἄλλα) παραμένει ἀνοιχτὸ καὶ ἡ ἀνάσα μας, καθὼς φτάνουμε στὸ τέλος, δὲν ἐκπνέει πλήρως μὰ κρατῶντας ἐλάχιστον ἀέρα μᾶς θέτει, ἀενάως, σὲ ἀναμονή — σὰν νὰ φεύγουμε κι ἐμεῖς δεμένοι στὸ κατάρτι ἑνὸς κρεβατιοῦ, ἐν εἴδει σχεδίας, γιὰ πελάγη ἀπροσδιόριστα.
Ἐδῶ ἀξίζει νὰ σταθοῦμε. Ἀποτελεῖ θὰ λέγαμε τὴ φυσικὴ κατάληξη ὅσων προηγήθηκαν, κυρίως τῆς ὀχλήσεως ποὺ συναντήσαμε νωρίτερα. Ἀναφέρομαι στὴν τάση γιὰ φυγή, τὴν ἐνδόμυχη ἀνάγκη γιὰ ἀπόδραση, καὶ κατὰ συνέπεια τὴν ἀναζήτηση τοῦ συναισθήματος τῆς ἐλευθερίας ποὺ ἐπιζητεῖ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο καὶ ὑφέρπει συχνὰ στὰ ποιήματα.
Δὲν θὰ σᾶς κουράσω. Δύο ποιήματα μόνο ποὺ νὰ ὑποστηρίζουν τὴ συγκεκριμένη θέση· τὸ πρῶτο πάνω σὲ παλιές (δουλεμπορικές) εἰκόνες τοῦ ἀμερικανικοῦ νότου.
ΝΕΑ ΟΡΛΕΑΝΗ
Σὲ μιὰ φυτεία βαμβακιοῦ τὸ αἷμα στάζει
Βαριὰ ἁλυσίδα ἀντηχεῖ μέσα στὴ σκόνη
Μνήμη παλιᾶς πατρίδας τὸν κυκλώνει
Σβόλος χωμάτινος ποὺ στέκει καὶ ρεμβάζει
Μὲ πετροπόλεμο καὶ νυχτωδίες
Μὲ τὴ γροθιά του ὑψωμένη ἱκεσία
Γιὰ νὰ συντρίψει τὴ δεινὴ αἰχμαλωσία
Κεντᾶ στὸ χῶμα στοιχειωμένες μελωδίες
Κρουστό, βαρέλι ἀπὸ ρούμι ἀναστενάζει
Μελάσα καίει, ἀχνιστὴ ὕλη ρευστὴ
Κι εἶν’ ἡ καρδιά του ἀνυπόταχτη γιορτὴ
Σὲ μιὰν ἀκτή, σὰν ἄγριο ἄλογο καλπάζει
Καὶ τὸ δεύτερο, ἂν καὶ τοπολογικῶς ὄχι ξεκάθαρα τοποθετημένο, πιὸ οἰκεῖο.
ΚΥΜΑΤΟΘΡΑΥΣΤΗΣ
Συντροφιὰ μὲ τὸ χάλκινο γλυπτὸ ἑνὸς θεόρατου ψαριοῦ
στὴν εἴσοδο τοῦ λιμανιοῦ, ἀτενίζαμε τὰ κόκκινα φῶτα νὰ σαλεύουν
στὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντα. Παντοῦ καράβια. Γιὰ Μαύρη Θάλασσα.
Γιὰ Σμύρνη. Γιὰ Βερακρούζ. Γιὰ Ἰνδικό. Νὰ εἶσαι κορίτσι
σημαίνει νὰ κοιτᾶς τὴ θάλασσα ἀνυποψίαστη. Νὰ σοῦ
χαμογελοῦν τὰ περισκόπια. Νὰ εἶσαι καράβι, νὰ διαφεντεύεις
τὴν ἀπεραντοσύνη. Κυματοθραύστης. Βίγλα τοῦ Ἀπείρου.
Στενὴ μεθόριος στεριᾶς καὶ θάλασσας. Νησίδα ἀντίστασης.
Δεντρόσπιτο ἀπάνεμο τῶν παιδικῶν μου χρόνων.
Μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε τὴ (χολιγουντιανή) σκηνὴ μὲ τὸ ἄλογο νὰ καλπάζει ἐλεύθερο, ἀνεμίζοντας τὴ χαίτη, σὲ μιὰ ἀκροθαλασσιὰ ἢ ἕνα κορίτσι νὰ κοιτάει ἀπὸ τὸ λιμάνι «ἀνυποψίαστο» τὴ θάλασσα καὶ ν’ ἀναρωτιέται τί κρύβεται στὸ βάθος, πέρα στὸν ὁρίζοντα, ἐκεῖ ὅπου τὰ καράβια χάνονται καὶ «χαμογελοῦν τὰ περισκόπια». Ἡ φυγὴ ἤδη μᾶς ἀποκαλύπτεται, ἐν κρυπτῷ στὴ σελίδα 11, στὸν Δρομέα (ποὺ τρέχει πρὸς τὴ θάλασσα τὰ βράδια) ἢ στὸ ὁμώνυμο ποίημα τῆς συλλογῆς («[…] Καὶ δραπετεύω σὲ περίπλου μακρινό»), ἀλλὰ καὶ στὸ ἐρωτικὸ Σειρῆνες ποὺ εἴδαμε λίγο πρίν, ἢ στὸ ἐξίσου ἐνδιαφέρον καὶ σύντομο Ἀτλαντικός.
Ὑπάρχει ὃμως κι ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τὸ ὁποῖο ἀναδύεται ταυτόχρονα μὲ τὴ φυγή. Ἂν ξαναδιαβάσουμε τὰ δύο ποιήματα θὰ ἐντοπίσουμε τὸ πιὸ ἰδιαίτερο, κατὰ τὴν κρίση μου, γνώρισμα τῆς ποίησης τῆς Μαρίας Εὐθυμίου. Πρόκειται γιὰ τὸ στοιχεῖο τῆς μνήμης. Στὴ «Νέα Ὀρλεάνη» τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ταλανίζεται ἀπό (τὸν κυκλώνει) «μνήμη παλιᾶς πατρίδας», ἐνῶ στὸν «Κυματοθραύστη» φανερὰ ἔχουμε ἐνατένιση πρὸς τὸ παρελθόν, τὸ χθὲς μιᾶς ἀόριστης παιδικῆς ἡλικίας, ποὺ τερματίζει —ἀριστοτεχνικὰ καὶ κάπως ἀπρόσμενα μετὰ τὶς θαλασσινὲς εἰκόνες— σὲ μιὰ αὐλὴ ἑνὸς σπιτιοῦ, πάνω σ’ ἕνα δέντρο, σ’ ἕνα ἀσφαλὲς δεντρόσπιτο («ἀπάνεμο») παιδικῶν χρόνων. Τὰ ἴδια καὶ στὸ «Ἐρωτευμένο τοτέμ» (5 δεκατρισύλλαβα τετράστιχα μὲ πλεκτὴ ὁμοιοκαταληξία) ὅπου «ἕνα παλιὸ τοτὲμ τὴ θάλασσα ἀτενίζει / τὴν περασμένη του ζωὴ ἀναπολεῖ […]). Στὸν «Ἀτλαντικὸ¨ πάλι ἡ φυγὴ καὶ ἡ μνήμη ἀνακατεύονται σ’ ἕνα ἀθέλητο ταξίδι —μ’ ἔντονες ὁμηρικὲς ἀναφορές— μακριὰ ἀπὸ μιὰ πρωτόπλαστη Ἐδέμ (ἡ Πτώση μὲ τὴν ὁποία ξεκινήσαμε;) συνδέοντας ἴσως τὴν ἐνήλικη ἐμπειρία τῆς Ἀμερικῆς (Σὰν Φραντσίσκο) μὲ τὴν παιδικὴ ἐμπειρία τῶν ἑλληνικῶν νησιῶν (ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μιὰ εὔκολη καὶ παρακινδυνευμένη ψυχαναλυτικὴ προσέγγιση ποὺ δὲν λέει τίποτα). Ἡ Ἐλμίνα εἶναι παραθαλάσσια πόλη στὴν Γκάνα, στὸν νότο, βασικὸ κέντρο (hub) γιὰ τὴ διακίνηση σκλάβων πρὸς τὴν Ἀμερικὴ τὸν 16ο αἰῶνα.
ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΣ
Στὴν Τροία δὲν πάτησα ποτὲ
Ἐγὼ ἤμουν στὴν Ἐλμίνα
Τὴν Κίρκη δὲν συνάντησα
Οὔτε τὰ βόδια τοῦ Ἥλιου
Οἱ σύντροφοί μου
μούγκριζαν, οὔρλιαζαν καὶ βογκοῦσαν
Κι ὅλοι μαζὶ πηγαίναμε
στὸ ἔλεος τῶν κυμάτων
Δεμένη ἤμουν, μπρούμυτα
Μέσα σὲ ἀμπάρι πλοίου
Ἡ ποιήτρια ἔχει τὴν καλοσύνη, στὸ αὐτὶ τοῦ βιβλίου, νὰ μᾶς δώσει τὴ χρονολογία γέννησής της. Μιὰ τέτοια πράξη μὲ βρίσκει σύμφωνο, ὅποτε μελετῶ κάποιον ποιητὴ κάνω ὑπολογισμοὺς στὰ δάχτυλα (παραγώγους, ὁλοκληρώματα) γιὰ νὰ βρῶ σὲ τί ἡλικία συνέγραψε ὅ,τι συνέγραψε. Ἀλλιῶς μιλάει κανεὶς καλλιτεχνικὰ στὰ εἴκοσί του, ἀλλιῶς στὰ σαράντα, ἀλλιῶς στὰ ἑξῆντα. Ἀξίζει νὰ θυμίσουμε τὸ γνωστὸ συμβὰν μὲ τὸν Πικάσο, ἂν δὲν κάνω λάθος, ὅταν κάποτε τοῦ ἔγινε ἡ παρατήρηση ὅτι τὰ σχέδιά του μπορεῖ νὰ τὰ κάνει κι ἕνα μικρὸ παιδί, γιὰ νὰ δώσει τὴν ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση: «ἐμένα μοῦ πῆρε 40 χρόνια». Τὰ λέω αὐτὰ γιὰ ἕναν προφανὴ λόγο· ὅταν κανεὶς εἶναι νέος διάγει βίον ἀνέμελον, εὑρισκόμενος σὲ χαρούμενη ψυχικὴ διάθεση. Σωστὰ διότι ὄντας νέος δὲν ἔχει χρόνια πίσω του (παρελθόν) γιὰ νὰ κοιτάξει, ν’ ἀναπολήσει καὶ ν’ ἀναστοχαστεῖ. Καθὼς ὅμως μεγαλώνει, τὸ μπροστὰ μικραίνει καὶ τὸ πίσω μεγαλώνει. Κατὰ συνέπεια ἡ μνήμη βρίσκει ὑλικὸ γιὰ νὰ πατήσει, νὰ πετάξει ρίζες. Ἂν ἡ Μαρία Εὐθυμίου ἦταν εἴκοσι πέντε ἐτῶν ἐνδεχομένως νὰ τῆς καταλογίζαμε ὅτι τὸ κάνει γιὰ ἐφέ· ὅτι προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσει ἐντυπώσεις. Ἡ ποιήτρια ὅμως, ἂν καὶ πρωτόλεια, ἔχει προχωρήσει στὴ ζωή της· ἔχει οἰκογένεια, παιδιά (στοὺς στίχους της μᾶς μιλάει γιὰ τὰ παιδιά της καὶ τοὺς γονεῖς της). Ὑπὸ τὸ φῶς αὐτῶν τῶν δεδομένων, δικαιολογεῖται καὶ ἡ ὄχληση καὶ ἡ φυγή. Τὰ νιάτα δύσκολα δυσανασχετοῦν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἔχουν τὴ τάση νὰ δραπετεύσουν πρὸς ἄλλες κατευθύνσεις. Ἀντιθέτως, ἐδῶ ἐμφανίζεται μιὰ ποιήτρια γνήσια, εἰλικρινὴς μὲ τὸν ἑαυτό της (σκάβει βαθιὰ ἐντός της) ποὺ δὲν ὡραιοποιεῖ τίποτε. Ἐν ὀλίγοις ποὺ δὲν φοβᾶται νὰ ἐκτεθεῖ.
Στὸ προτελευταῖο ποίημα τῆς συλλογῆς ἔχουμε τὴν κορύφωση — ὅλα τὰ «πρωτόλεια στοιχεῖα» γορδίως πεπλεγμένα σὲ ἰαμβικὰ τετράστιχα μὲ μιὰ ἁπλή, μεταξὺ 2ου καὶ 4ου στίχου, ὁμοιοκαταληξία. Ἡ ποιήτρια μᾶς μιλάει γιὰ τὴ Χίο, τὸ νησὶ ὅπου μεγάλωσε καὶ πέρασε μέρος τῶν παιδικῶν της χρόνων. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ὡς δεινοὶ ἀναγνῶστες ποὺ εἴμεθα, δὲν ἐπηρεαζόμαστε. Τὸ ποίημα εἶναι ἀπὸ τὰ δυνατὰ τῆς συλλογῆς (ἀποκαλύπτοντας τὸ τάλαντο τῆς ποιήτριας) καὶ προσεγγίζοντάς το χωρὶς νὰ κοιτᾶμε τὸν τίτλο καὶ κυρίως τὸν ὑπότιτλο, διαπιστώνουμε τὴν μαγικὴ ἐπενέργεια τῶν στίχων του· στίχοι ἱκανοὶ νὰ ὁδηγήσουν παντοῦ. Σᾶς προτρέπω νὰ τὸ πράξετε.
ΑΣΤΡΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΣΕ ΤΡΟΧΙΕΣ ΕΡΩΤΙΚΕΣ
ἐν πλῷ γιὰ τὴ Χίο
Ἄστρα χορεύουν σὲ τροχιὲς ἐρωτικὲς
Κι εἶμαι ὁλόκληρη ἕν’ ἀνάλαφρο μπαλόνι
Πλατιὰ ἀνασαίνω, ψηλαφίζω μουσικὲς
Εἶσ’ ἀκαθόριστο «ἐκεῖ» ποὺ σὰν ἁρμὸς μὲ στερεώνει
Θραύσματα μνήμης μὲ λογχίζουν στὸ νερὸ
Πρόσωπα τῶν γονιῶν μου ἀλλοτινά, σὰν χαρμολύπη…
Βοτσαλωτὲς αὐλές, γέλια παιδιῶν στὶς γειτονιὲς
Τοῦ Κάστρου οἱ φοῦρνοι, τῶν μανταρινιῶν σου οἱ κῆποι.
Πάλλεσαι μέσα μου σὰν βότσαλο· ἐξάμετρο ὁμηρικό·
σὰν θαλασσογραφία.
Σχῆμα μοῦ δίνεις καθαρό, χρυσὸ φτερούγισμα πηλοῦ
Σφιχτα μὲ ὑφαίνεις στὴ δική σου ἱστορία.
Μιὰ νύχτα ἐν πλῷ: διασχίζω τὸ Ἄπειρο.
Νόστος μοῦ γίνεσαι, χαρὰ κι ἀδημονία.
Κι ἐσύ, ἀγέρωχη στὰ σπλάχνα τῆς ἀρχαίας μου θάλασσας,
Εἶσαι γοργόνα πέτρινη· εἶσαι Ἰωνία.
Ὅταν ἔρχεται κανεὶς σ’ ἐπαφὴ μ’ ἕνα ἔργο τέχνης εἰκαστικὸ ἢ μουσικό, δύο τινά: εἴτε τοῦ ἀρέσει εἴτε ὄχι. Τὸ ἴδιο καὶ στὴ λογοτεχνία, ἰδίως στὴν ποίηση. Βέβαια, ἂν ἔχεις τὸ θράσος νὰ ἰσχυρίζεσαι ὅτι κι ἐσὺ γράφεις στίχους τὸ πράγμα περιπλέκεται. Ἂν σὲ συγκινεῖ ἕνα ποίημα ποὺ διάβασες… ἔ, τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι δὲν θὰ σὲ πείραζε νὰ ἔχεις συγγράψει κι ἐσὺ κάτι ἀνάλογο (ἴσως καὶ νὰ ζηλεύεις λίγο, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια). Ὅταν ὅμως σὲ ἀφήνει ἀδιάφορο, δὲν διεγείρει τὸ θυμικό, τοῦτο συνεπάγεται ὅτι δὲν θὰ ἤθελες ἐπ’ οὐδενὶ νὰ συνδεθεῖ τὸ ὄνομά σου μὲ στίχους αὐτοῦ τοῦ εἴδους· θὰ δυσανασχετοῦσες. Λοιπόν, ἔχω μιὰ ἐξομολόγηση νὰ κάνω. Διαβάζοντας τὸ Καράβι τοῦ Ματὶς τῆς Μαρίας Εὐθυμίου μπορῶ νὰ πῶ, μὲ τὸ χέρι στὴν καρδιά, ὅτι δὲν δυσανασχέτησα οὔτε στιγμή. Ἡ συλλογὴ ὄφειλε νὰ ἐκδοθεῖ (ἦταν συμπαντικῶς ἐπιτακτικόν!) διότι εἶναι μιὰ συλλογὴ καλή, ὅπερ δηλοῖ ὅτι αὐτὰ ποὺ πραγματεύεται τὰ πραγματεύεται ὀρθῶς— τὸ σημαντικὸ στὴν τέχνη δὲν εἶναι τὸ τί (τὰ θέματα εἶναι πεπερασμένα) ἀλλὰ τὸ πῶς. Ὅπως λέμε ἐμεῖς οἱ Μαθηματικοί: εἶναι «καλῶς ὡρισμένη».
Ὁμιλία στὸ Ἰωνικὸ Κέντρο, Ἀθήνα
8 Μαρτίου 2026
*







