Αιολίδα

Η συγγραφική πατρίδα του Ηλία Βενέζη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

«Τα Κιμιντένια, χαμηλά απ’ την Πέργαμο,
μοιάζουν σαν ένα πελώριο καράβι που στοίχειωσε
και καρφώθηκε μες στο Αιγαίο και περιμένει
το χέρι που θα του δώση ενέργεια να κινηθή,
ψυχή να υπάρξη».
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, «Γκαν», Αρχιπέλαγος

Πώς γεννιούνται τα πλάσματα της δημιουργικής φαντασίας; Νά ένα ερώτημα που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Ο Τόπος, η Περίσταση και το Αίμα (για να θυμηθούμε κάπως τον Ιππόλυτο Ταιν) δεν θα πάψουν, βέβαια, να τροφοδοτούν την ειδική εκείνη ροπή που κάνει τον άνθρωπο συγγραφέα. Ισχυρίζομαι ωστόσο ότι ο Τόπος είναι αυτός που θα καθορίσει το ύφος και παρόμοιες εμπειρίες, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα πλήθος επιλογών, δεν χρωματίζονται απλώς στον ορίζοντα του περιβάλλοντος (και ιδιαίτερα της άδικης απώλειάς του) αλλά υποβάλλουν και τον τρόπο που αδαείς και στεγνοί εύκολα θα χαρακτηρίσουν «επικό», «λυρικό» και άλλα κριτικά παρόμοια, αγνοώντας πως αυτός ο τρόπος είναι ο μόνος που διασφαλίζει εν τέλει την αλήθεια των υπαρκτών συγγραφικών πλασμάτων.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα από τις ακτές της Αιολίδας (αντίκρυ στη Λέσβο), στον δρόμο που οδηγεί από το Αϊβαλί προς την Πέργαμο και το Μπαλίκεσιρ, υψώνονται τα Κιμιντένια, μέρος της ορεινής αλυσίδας του Μαντρά νταγ, όπως η Ιστορία θέλησε να ονομάζεται σήμερα ο αρχαίος Πίνδασος. Αν τα Κιμιντένια είναι ο τόπος που ίσως καθόρισε τη φυσική του σώματος και τη μεταφυσική του πνεύματος ενός συγγραφέα, πράξη ευγνωμοσύνης στάθηκε το αντιχάρισμα αυτού του συγγραφέα που παρέδωσε στη μνήμη των επιγενομένων το όνομα ενός τόπου τον οποίο η ματαιότητα των ήχων και η αδιαφορία των ανθρώπων απειλούσε να αφανίσει, όπως τόσα και τόσα άλλα. Ο λόγος για τον Ηλία Βενέζη, τον πιο χαμηλόφωνο μα και πιο ηρωικό –επιτρέψτε μου να πιστεύω– της αιολικής άνοιξης. Αυτόν που έγραψε και αθανάτισε την Αιολική Γη.

Στη μικρασιατική τριλογία του Ηλία Βενέζη (όπως συνήθως αποκαλείται το μυθιστορηματικό του τρίπτυχο: Το νούμερο 31328, Γαλήνη και Αιολική Γη), το τρίτο, το βιβλίο της νοσταλγίας, έρχεται μετά την εξιστόρηση της τραγικής αιχμαλωσίας και της δραματικής προσφυγικής εγκατάστασης που περιγράφονται, αντίστοιχα, στα δύο πρώτα. Ο Ηλίας Μέλλος (που δεκαοκτάχρονος σύρθηκε από το Αϊβαλί στις πορείες θανάτου και είχε την τύχη να είναι ένας από τους μόλις 23 που επιβίωσαν από μιαν αποστολή 8.000 ανδρών), μετά το χρονικό της τραγωδίας αλλά και τα πρώτα του διηγήματα με την πίκρα της μνήμης της Ανατολής, θα νιώσει πως ήρθε η ώρα για την ανάμνηση των γλυκών ημερών της Αιολίδας, τους πρώτους μήνες της Κατοχής. Μια ονειρική διαφυγή και ανάγκη να θυμηθεί πως υπήρξαν και αισθήματα καλοσύνης και γενναιότητας στη γη; Ναι. Αλλά χωρίς να ξεχνάμε πως η πίκρα της απώλειας δεν παύει να διαπερνά, ρητά ή άρρητα, αυτή τη «γλυκιά» αναδρομή που καθόλου γλυκιά άλλωστε δεν την θεωρούσε ο ίδιος: «θα είναι ένα βιβλίο πικρό», εξομολογήθηκε τις μέρες που το έγραφε στον Άγγελο Τερζάκη. Μήπως δεν περιέχει άλγος και μόνον ως έννοια η νοσταλγία; Και μπορεί κανείς να παραβλέψει πως η έκδοση της Αιολικής Γης, τον Δεκέμβρη του 1943, θα βρει τον Βενέζη στα κελιά των μελλοθανάτων των φυλακών Αβέρωφ, εμπειρία που τόσο συγκλονιστικά περιέγραψε σε ένα άλλο βιβλίο του, στο Μπλοκ C;

Η Αιολική Γη έχει χαρακτηριστεί ως σύνθεση από παιδικές αναμνήσεις και ως αγροτικό ελεγείο. Ακριβέστερη είναι νομίζω η διατύπωση του Λώρενς Ντάρρελλ: «ένα ποιητικό σχόλιο για τη ζωή, τέτοια που ήταν άλλοτε στα Κιμιντένια πριν γίνει η έξωση απ’ τον Παράδεισο». Το μυθιστόρημα αυτό, «με τον επιδέξιο συγκερασμό καταστάσεων και διαθέσεων, δημιουργεί μιαν άλλη Εδέμ από τη χαμένη Ανατολή». Αν στην Εδέμ δεν υπήρχε χρόνος, αλλά μόνο μια ευλογημένη ατέλειωτη διάρκεια ευτυχίας, η εδεμική ατμόσφαιρα της Αιολίδας βγαίνει από την αναδημιουργία ενός τρόπου ζωής που έχει χαθεί, από τη λογοτεχνική διάσωση μιας κληρονομιάς που έχει αρπαχθεί. Στην ατμόσφαιρα αυτή κυριαρχεί μια λέξη, ένας τόπος: τα Κιμιντένια. (περισσότερα…)