*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
Η Ρώμη του Αυγουστύλου, η Πόλη λίγο πριν την Άλωση, οι Χμερ, οι Μάγια, η άλυσος των πτώσεων της Χάλκινης Εποχής. Ο πολιτισμός πάντοτε μας εξαπατά, μας τάζει τη διάρκεια, πως θα μας απαλλάξει από τα ανεξέλεγκτα κέφια της Φύσης, στην πράξη ωστόσο είναι ο ίδιος πιο τρωτός και πιο ολιγόζωος από κάθε φυσικό οικοσύστημα.
Από πολλές πλευρές είναι ένα βιολογικό αδιέξοδο. Τα πάμπολλα προαπαιτούμενά του και ο κυκεώνας των ρυθμίσεων και των κανόνων που τον διέπουν, τον καθιστούν, εκ προοιμίου ήδη, ετοιμόρροπο. Αν οι δεινόσαυροι άντεξαν 200 εκατομμύρια χρόνια, ο homo sapiens, όπως προηγουμένως ο neanderthalensis, θα εξατμιστεί σε μερικές χιλιάδες.
Ήδη ως διάθεση, ως μύχια δυσφορία όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, η τέχνη του ανθρώπου μας το δείχνει πιο καλά απ’ οτιδήποτε άλλο, κάθε πολιτισμός φέρνει μέσα του το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Βιώσιμος πολιτισμός, ιδίως προηγμένος, δεν νοείται. Εξ ου και πλήθος κοσμολόγων εξηγούν με αυτόν τον τρόπο την απουσία ενδείξεων άλλης νοήμονος ζωής στο Σύμπαν. Αν πρόλαβε ν’ ανθίσει κάπου κάποτε, έσβησε τάχιστα χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.
///
Στο πορτραίτο του υπαρξιακού Εχθρού που φτιάχνει ο Κονδύλης στο μνημειώδες Ισχύς και Απόφαση, δύο είναι τα μείζονα χαρακτηριστικά του. Ένας τέτοιος Εχθρός (του οποίου η κύρια χρησιμότητα είναι ότι μας προσδίδει, εκ του αρνητικού, ταυτότητα) πρέπει την ίδια στιγμή να είναι εξαιρετικά ισχυρός ώστε να δικαιολογείται η πάση θυσία κινητοποίηση και συστράτευση εναντίον του, αλλά και αθεράπευτα αδύναμος, καταδικασμένος μάλιστα να ηττηθεί νομοτελειακά, αφού το ηθικό δίκαιο το μονοπωλούμε εμείς, ο «αγαθός» του αντίπαλος.
Η σημερινή Ευρώπη επειδή ακριβώς φαντάζεται την Ρωσσία ως υπαρξιακό της εχθρό, της αποδίδει ταυτοχρόνως και τα δύο αυτά γνωρίσματα. Η Μόσχα είναι και πανίσχυρη, έτοιμη να καταλάβει την Πολωνία, να υπερφαλαγγίσει την Βαλτική και να εισβάλει στη Γερμανία. Αλλά και ετοιμόρροπη, ανίκανη να κάμψει ακόμη και την «φτωχή», υποτίθεται, ουκρανική αντίσταση ή να ολοκληρώσει την προσάρτηση του Ντονμπάς.
Διόλου τυχαία λοιπόν ο Ρούττε του ΝΑΤΟ αποκαλεί εν ταυτώ, συχνά μέσα στην ίδια δήλωση, την Ρωσσία και «απελπισμένη» και «μέγιστη απειλή» αφού βλέπει την Ευρώπη ώς τον «επόμενο στόχο της». Όπως θα έλεγε ο Κονδύλης, η σημερική ευρωπαϊκή αυτοκατανόηση, όπως είναι θεμελιωμένη όλο και πιο αποκλειστικά στον αντιρρωσισμό (ποιο άλλο «όραμα», ποιο άλλο «σκοπό» έχει αυτή τη στιγμή η ΕΕ;), δεν του επιτρέπει να κάνει αλλιώς.
Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει πάντα δίκιο. Όταν η Ρωσσία δεν αντιδρά «αποφασιστικά» στις ουκρανικές προκλήσεις, τότε διότι απλούστατα δεν είναι σε θέση. Αν όμως τύχει και το πράξει, (πράγμα όλο και πιο πιθανό δεδομένης της συχνότητάς τους), αν επιδείξει ισχύ δηλαδή (άρα «βαρβαρότητα» διότι η ρωσσική ισχύς λογίζεται εκ προοιμίου ως «βαρβαρότητα») τότε δικαιώνεται η νατοϊκή πανστρατιά εις βάρος της, και δη αναδρομικά, από καταβολής της Μοσκοβίας… Μονά ζυγά, δικά μας.
///
Αν ζόριζα τον εαυτό μου, λέει κάπου ο Σάμιουελ Μπάτλερ, ίσως η μουσική του Σούμαν να μου άρεσε. Όμως δεν μου αρέσει να εκβιάζω τις αρέσκειές μου, θέλω να μ’ αρέσει κάτι αβίαστα, χωρίς προσπάθεια.
Ο Μπάτλερ ομολογεί εδώ μια μεγάλη αλήθεια. Οι προτιμήσεις των πολλών είναι χειραγωγήσιμες. Τα περισσότερα πράγματα που επικροτούν, τους επιβάλλονται – από κοινωνικές συμβάσεις, προκαταλήψεις, δειλίες, κεκτημένη ταχύτητα. Το δικό τους το γούστο δεν το παραδέχονται, πολλώ δε μάλλον δεν το καλλιεργούν, διότι δεν τολμούν να πάνε κόντρα στο υπερεγώ που τους φιμώνει.
Και αυτοί, οι πειθήνιοι, οι ψαρωμένοι πολλοί, «hoi polloi» του Χάιντεγγερ, ζουν συνήθως στις αλεξανδρινές εποχές όπως η δική μας. Θα τους πετύχει κανείς να πλήττουν προβατοειδώς στις Μπιενάλλε, να μηρυκάζουν τον θαυμασμό τους για ένα ονομαστό βιβλίο που ουδέποτε διάβασαν, να επαναλαμβάνουν τα κλισέ των «μεμυημένων».
Και έχουν πάντα ένα λεπτεπίλεπτο επιχείρημα έτοιμο για το κάθε τι! Τις εξυπνάδες του Ουώρχολ και του Κουνς τις βρίσκουν εξόχως «ειρωνικές», τα μουσικά ελικόπτερα του Στοκχάουζεν «τραγικά», την κακογουστιά που έχει πνίξει την Ακρόπολη «επιταγή της επιστήμης». Στο σπίτι τους βέβαια, εκεί όπου δεν χρειάζεται πια να υποκρίνονται, κρεμούν στους τοίχους τους φωτογραφίες από τοπία του Αιγαίου, ακούν Χατζιδάκι, και αν ο μπογιατζής δεν πετύχει ακριβώς την απόχρωση που του ζήτησαν, έχει πάρει πόδι την ίδια στιγμή.
Σ’ αυτά τα στέκαμενα νερά, του κομφορμισμού, νεκρώνεται κάθε ένστικτο αισθητικό. Και κατά πόδας το ακολουθεί η κριτική σκέψη. Διότι η δεύτερη προϋποθέτει το πρώτο, τις βαθύτερες προτιμήσεις ενός εκάστου εμβαθύνει, σε αυτές στηρίζεται για να ασκηθεί, δεν υιοθετεί αιδημόνως τα γούστα του συρμού.
Ο Έλιοτ προειδοποιούσε για τις συνέπειες αυτού του κομφορμισμού. Τον αναγνώστη εκείνον, έλεγε, που μου λέει ότι θαυμάζει όλους συλλήβδην τους «κλασσικούς», και δεν αγαπάει αυθόρμητα κάποιους από τους θεωρούμενους «ελάσσονες», δεν τον είχε σε καμία υπόληψη. Πίστευε ότι του έλειπε η ατομικότητα, παει να πει: ο χαρακτήρας. Ο άνθρωπος με χαρακτήρα έχει δική του, δεν κοπιάρει την ξένη φωνή.
///
Μειώθηκε ο πληθυσμός της άγριας ζωής στην Γη κατά 73% από το 1970, λέει η νέα έκθεση του WWF για τον πλανήτη. Χαρά στο πράμα! Το βασικό είναι ότι ξεκινήσαμε την «πράσινη μετάβαση». Τα πράσινα άλογα του φιλοπεριβαλλοντισμού μας τρέχουν ατίθασα στα πράσινα λειβάδια των πράσινων εταιρειών μας και των χλωροφυλόφιλων διευθυντών τους. Κι αν πάει κάτι στραβά, σίγα τα ωά. Ο τρισεκατομμυριούχος Έλον Μασκ θα μας πάρει στην πλάτη του ν’ αλλάξουμε πλανήτη.
///
Αναρωτιέμαι: υποστήριξε ποτέ κανείς ότι επειδή ο Καζαντζάκης είναι ο γνωστότερος στο εξωτερικό λογοτέχνης μας (με τεράστια δε διαφορά από τους άλλους), είναι και αυτοδικαίως ο καλύτερος; Ότι είναι ανώτερος, λ.χ., του Παπαδιαμάντη, τον οποίο ελάχιστοι τον γνωρίζουν έξω και έχει πολύ λιγότερο μεταφραστεί;
Κι όμως το ίδιο αυτό επιχείρημα προβάλλεται κατά κόρον, εδώ και χρόνια πολλά, υπέρ του Καβάφη σε ό,τι αφορά την αξιολογική κλίμακα των ποιητών μας. (Τελευταία από τον Διονύση Καψάλη).
Δύο μέτρα και δύο σταθμά; Ή είναι τα ήθη αυτά της αποικίας που και τα γούστα της τα προτιμά εισαγόμενα;
///
Κάτω από μια σαθρή σκεπή
βρήκε ο στυλίστας προστασία,
χωρίς επαίνους ή αμοιβή,
έξω απ’ του κόσμου τη βοή, τη φασαρία
τον δέχεται η φύση πια·
με μια γλυκιά ερωμένη απλή
το τάλαντό του ασκεί
κι η φτώχεια του σμίγει το χώμα.
Μπηχτές και πόζες βρέχει ο ουρανός
κι η στέγη του η αχυρένια μπάζει·
μα αυτός ξέρει από μαγερειό·
το μάνταλο στην πόρτα του στενάζει.
ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ
///
Bloomsday είχαμε τις προάλλες, και ενδίδω στον πειρασμό να επαναλάβω τη γνώμη μου για τον περιβόητο Οδυσσέα του Τζόυς. Είναι ένα παράδειγμα προς αποφυγήν, ένα λογοτεχνικό αντιπαράδειγμα για την ακρίβεια. Καμωμένο για τους ειδήμονες, περιφρονεί τον κοινό αναγνώστη, που με τη σειρά του φυσικά ανταποδίδει την περιφρόνηση. Ακόμη και από αυτούς που το επευφημούν, ελάχιστοι είναι όσοι άντεξαν να το διαβάσουν ώς το τέλος.
Όμως είναι συγχρόνως, πρέπει να το ομολογήσουμε, και ένα βιβλίο απολύτως επιτυχημένο. Είναι ένα έργο τόσο αξιοπερίεργο ώστε γέννησε έναν μύθο και, επιπλέον, «κρατάει απασχολημένους τους καθηγητές» έναν αιώνα τώρα, όπως ακριβώς το ήθελε ο δημιουργός του. Τώρα αν οι καθηγητές είναι «ο μόνος τρόπος για να κερδίσει κανείς την αθανασία», ας μου επιτραπεί να το αμφισβητήσω.
Ο σπουδαίος Τζόυς είναι αυτός των πρώτων βιβλίων του, των Δουβλινέζων και του Πορτραίτου. Ο όψιμος Τζόυς είναι ένας ιδιοφυής δημιουργός παραπλανημένος από τον ναρκισσισμό του. Συμβαίνει, συνέβη τον αιώνα που μας πέρασε τόσες και τόσες φορές…
///
«Καταλαβαίνουμε» τον κόσμο με απλουστεύσεις. Όλα τα διανοητικά δημιουργήματα του ανθρώπου, όλα τα πνευματικά σχήματα του πολιτισμού μας δεν είναι αντιπροσωπευτικές αποτυπώσεις της χαοτικά περίπλοκης πραγματικότητας, αλλά τόσες δα συντμήσεις, σμικρύνσεις, συνοψίσεις της.
Οι θεοί και οι μύθοι μας, οι πίστεις και τα δόγματά μας, οι ηθικοί κανόνες και οι τρόποι μας του κοινωνείν και του φέρεσθαι, οι αισθητικές μορφές και φιλοσοφικές διδασκαλίες μας, οι νόμοι και οι επιστήμες μας, οι αξίες και οι απαξίες μας, οι αλληγορίες και οι μεταφορές μας, οι βίβλοι και οι σολωμονικές μας, τα σύμβολα και οι αριθμοί μας, τα θεωρήματα και τα ωροσκόπιά μας: όλα είναι αυτά δεν είναι παρά μια απόπειρα να τιθασεύσουμε το χάος που μας γέννησε εξ αρχής και που θα μας καταπιεί και πάλι στο τέλος, να αρνηθούμε, έστω για λίγο, το κενό, να δώσουμε νόημα στο πρόσκαιρο και το τυχαίο.
Οι απλουστεύσεις αυτές είναι πρωτίστως χρηστικές, σαν σημαδούρες ριγμένες στην απέραντη θάλασσα. Άπαξ και τις εγκαταστήσουμε στη θέση τους, μπορούμε να ξεχάσουμε τον πραγματικό κόσμο, αυτές μας αρκούν για να προσανατολιστούμε σωματικά ή ψυχικά. Όπως για τους τυφλούς του ινδικού ανεκδότου, για μας ταυτίζονται με τον Μεγάλο Ελέφαντα.
///
Θεμιτό το ερώτημα νομίζω. Θανόντος του Δασκαλόπουλου, στην επιστήμη της βιβλιογραφίας την οποία διακόνησε ολοζωής, ποιος θα πάρει τη θέση του; Ότι θα κάνει τη δουλειά αυτή ένας πανεπιστημιακός, όπως θα ήταν και το αυτονόητο, δεν ξέρω αν έχω το δικαίωμα, αλίμονο, να το προσδοκώ.
Δυστυχώς, πλην εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, τα ακρογωνιαία, δουλειές εκδοτικής και ερμηνευτικής και μεταφραστικής υποδομής, δύσκολα τραβούν την προσοχή των πανεπιστημιακών μας. Από τον Γιώργο Κατσίμπαλη ώς τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο, από τον Παναγιώτη Κονδύλη ώς τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, από τον Μανόλη Αναγνωστάκη ώς τον Αλέξανδρο Αργυρίου τόσα και τόσα σημαδιακά εκδοτικά εγχειρήματα εκτός πανεπιστημίου εκκολάφθηκαν. Θυμάμαι τώρα εκείνη την πικρή αποστροφή του Ηλία Λάγιου στο επίμετρό του για τον Γρυπάρη. Και θα την επαναλάβω εδώ στη μνήμη του Δημήτρη Δασκαλόπουλου:
«Άμποτες, κάποιος νέος φιλόλογος, να αφήσει στην άκρη ένα διδακτορικό τύπου «Η α-σημασία της σημαντικής του μετασημείου» και να καταπιαστεί μ’ αυτήν την κοπιαστική, ταπεινή αλλά, κρίνω, ουσιαστική εργασία».
///
Αμφίθυμος κοιτάζω τις εικόνες. Χαρούμενες τριαντάρες του Κιέβου να χορεύουν ερωτικούς λατινοαμερικάνικους χορούς. Οι ομήλικοί τους φυλάν σκοπιά κάπου στο μέτωπο αυτή την ώρα ή ξεκουράζονται για το αβέβαιο αύριο. Θα πει κανείς, έτσι δεν ήταν πάντα; Παντού δεν κυβερνά η αδικία; Και ο Ίκαρος όταν γκρεμιζόταν, όπως ο Μπρέχελ μάς το ιστορεί, η φύση όλη γύρω γιόρταζε κι ανθούσε, δεν σταματά η ζωή. Αναρωτιέμαι ωστόσο: σε τι κόσμο θα γυρίσουν όλοι αυτοί οι σακατεμένοι σωματικά ή ψυχικά πολεμιστές; Θα έχουν κανέναν που δεν τα ’ζησε όλα αυτά να τους σταθεί, να προσπαθήσει έστω να τους καταλάβει;
///
Συχνά αναλογίζομαι τους στίχους της Κίχλης:
«Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν·
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές,
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια»
Ο Σεφέρης εκφράζει εδώ την ίδια εκείνη πικρή διαπίστωση που, αλλιώς ειπωμένη, την συναντάμε και σε τόσους άλλους κορυφαίους ποιητές κατά την ωριμότητα ή το γήρας. Τη διαπίστωση δηλαδή ότι οι άλλοι γύρω δεν τους καταλαβαίνουν, ότι τους μέμφονται μάλιστα και τους κατηγορούν. Θυμίζω το αντίστοιχο του Ελύτη:
«οι στίχοι αυτοί: μία έκλειψη ολική
την ώρα που κοιμούνται οι πάντες μες στ’ Αστεροσκοπεία.»
Και παλιότερα, το πικρό τετράστιχο του Ουγκώ, που το μετέφρασε υπέροχα ο Παλαμάς επειδή ασφαλώς το συμμεριζόταν βαθιά.
«Αγρύπνησα, υπηρέτησα, έκαμα ό,τι μπορούσα,
κ’ είδα πως είχε ο πόνος μου συχνά για πληρωμή
περίγελο. Με μάτιασε το μίσος, και απορούσα,
γιατί πολύ και υπόφερα και δούλεψα πολύ.»
Δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να σκαρώσει κανείς μια ανθολογία με τέτοιους στίχους που να μιλούν για τη σχέση των ποιητών (και όλων των ανθρώπων, εντέλει) με τον περίγυρό τους, για τις απογοητεύσεις, τις κόντρες, τις μοχθηρίες, τις έχθρες τους. Γι’ αυτά τα τόσο ανθρώπινα δηλαδή. Με το «Στον ποιητή που έγινε κριτικός μου» του Παλαμά λ.χ., που καταχερίζει τον Χατζόπουλο, όψιμο επικριτή του Μεσολογγίτη και μετέπειτα μετανοηθέντα.
«Ό,τι κι αν κάμεις,
όπου να δράμεις,
απ’ όποιο γένος,
δικός μου ή ξένος,
του κάκου! Εμπρός σου
πάντα θα μ’ έχεις,
πίσω μου τρέχεις·
το τρέξιμό σου
να μην το βιάζεις
και λαχανιάζεις.
Να με θυμάσαι,
τέτοιος ο νόμος:
Ο πεζοδρόμος
μιας έγνοιας θα ’σαι,
κι εγώ μιας χάρης
ο καβαλάρης.»
Ή με το καβαφικό «Βυζαντινός άρχων, εξόριστος, στιχουργών», όπου η περσόνα του «Άρχοντος» είναι ασφαλώς διάφανη προσωπίδα του ίδιου και οι «ελαφροί», οι αντίπαλοί του εντός κι εκτός Αιγύπτου.
«Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν.
Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε
επιμελέστατος. Και θα επιμείνω,
ότι κανείς καλύτερά μου δεν γνωρίζει
Πατέρας ή Γραφάς, ή τους Κανόνας των Συνόδων.»
Πληρωμένη ήταν η απάντηση της Δημουλά στους κατηγόρους της (μα τι κρίμα που δεν έχουμε στα ελληνικά λέξη αντίστοιχη στο haters!) που της έλεγαν ότι επαναλαμβάνεται και μανιερίζει:
«Πόσο καινούργιο τάχα
πόσο ξαφνιαστικὰ ποικίλο
εἶναι δυνατὸν νὰ ρέει στὶς ἀναλλοίωτες
φλέβες αὐτοῦ τοῦ κόσμου […]
Ψιλόβροχο εἶναι τὸ κάθε καινούργιο
στάζει ἀπὸ τὴν τρύπια στέγη τῆς ἐκπλήξεως
καὶ τὸ μαζεύουμε σὲ κάποιας ἐπανάληψης
τὴν πλαστικὴ λεκάνη.»
Κ.ο.κ., κ.ο.κ. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, σχεδόν τη σκάρωσα την ανθολογία μού φαίνεται.
///
*
**
