*
«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ
~.~
Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβίωσης ὁδηγεῖ σὲ καταστάσεις ἀνθρωποκτόνες. Καὶ ἡ ἀνθρωποκτονία αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ μόνον ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων, ἀλλὰ —κυρίως— ἐγκλήματα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ὅσων πολὺ συχνὰ τὸν συνιστοῦν ὡς conditiae sine qua non. Αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ φύση κάποιου καὶ δίχως αὐτὸ ὁ ὁριστικὰ «κάποιος» τρέπεται σὲ ἀόριστα «ἕναν», τίθεται συχνὰ ὑπὸ προϋποθέσεις, συνθῆκες καὶ ὅρους ποὺ ψευτίζουν τὸ εἰδοποιὸ αὐτὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ καὶ συνεπῶς τὸν ἴδιο τὸν φορέα αὐτῆς τῆς ταυτότητας.
Ἡ ἀνάγκη ἄρθρωσης κριτικῆς μπορεῖ ἀσφαλῶς νὰ καλλιεργηθεῖ, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ συνιστᾶ προδιάθεση δομικὴ γιὰ τὸ ὑποκείμενο ποὺ τὴν ἀσκεῖ. Ἴσως ἐκκινεῖ ἀπὸ ψυχοσυναισθηματικὰ ἐλλείμματα ἢ ἀπὸ κάποια ἤπια —κι’ ἄλλοτε ὀξεία— ναρκισσιστικὴ διαταραχή, ἴσως ἀπὸ κάποιο σύνδρομο διδακτικό, ἐξουσιαστικὸ ἢ προστατευτικὸ πρὸς τὸ κρινόμενο ἀντικείμενο ἢ πρόσωπο, ἴσως ἀπὸ καθῆκον αὐθεντίας ἀπέναντι σὲ ἕνα πεδίο ποὺ χρήζει ὑπεράσπισης, σωτηρίας ἢ —ἐσχάτως— καταβαράρθωσης. Ὅποια κι’ ἂν εἶναι ἡ ἀφετηρία, ἡ κριτικὴ καὶ ἡ ἄσκησή της μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ ἀρχέγονη τάση ποὺ μοιράζεται γενετικὰ σὲ κάποιους, ὡς μία τρόπον τινὰ διαδικασία ρύθμισης τῶν ἐντροπικῶν τάσεων τοῦ ἀνθρώπου. Σὲ κάθε περίπτωση εἶναι ἕνα ἰσχυρὸ ταυτοτικὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ ὅποιον τὴν παίρνει στὰ σοβαρά.
Ἡ ὑποτίμηση καὶ ἡ ἐλαχιστοποίηση —σὲ βαθμὸ ὑποχώρησης καὶ τελικὰ ἀπουσίας— τῆς κριτικῆς τόσο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἀσκοῦν ὅσο κυρίως ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν δέχονται, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ μία μόνον αἰτία. Προφανῶς, πρώτη καὶ κυρία ἀφορμὴ εἶναι ἡ αὐξανόμενη ἀτολμία τῆς ἐποχῆς. Οἱ μὲν ἀσκοῦντες τὴν κριτικὴ ὀρρωδοῦν μπροστὰ στὶς συνέπειες τῆς ἔκθεσης ποὺ συνεπάγεται μία ὀξεία, ἢ ἀμφιλεγόμενη, ἢ ἀκόμα καὶ μετριοπαθής, δίκαιη κριτική· οἱ δὲ ἀποδέκτες πάσχοντας ἀπὸ ἀλγοφοβία μετατρέπουν τὴν κριτικὴ σὲ προσωπικὴ ἐπίθεση, δολοφονία χαρακτήρα, ὑπόγεια ἀτζέντα μὲ δεδομένα κινήτρα, τοξικότητα κ.ο.κ., ἐπενδύοντας ὅλες τους τὶς μάρκες στὴν κουλτούρα ἀποδοχῆς τῶν ΜΚΔ, στοὺς ἀτελείωτους καταλόγους ἀτόμων μὲ @/mention (ποὺ δηλώνουν ὁμάδα, συλλογικότητα, μέτωπο, φράξια, κίνημα, μπλόκ), στὸν ὠκεανὸ θετικότητας σὲ μιὰν ἐδεμικὴ μετα-αξιολογικὴ κατάσταση. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀγωνία τῆς ἔκθεσης καὶ τῆς συνακόλουθης τοποθέτησης ἐντὸς μιᾶς γυάλινης προθήκης ἡ ὁποία τίθεται πλέον στὴν —συχνὰ ἀνθρωποβόρα— κριτικὴ τοῦ κοινοῦ, μετασχηματίζεται σὲ μία κοινότητα Amish ὅπου ὅλα γίνονται συνεργατικά, ἀνώδυνα καὶ κυρίως «φροντιστικά».
Μία δεύτερη δεσπόζουσα αἰτία τῆς ὑποχώρησης τῆς κριτικῆς ἀφορᾶ στὴν στροφὴ τῶν ἐνδιαφερόντων πρὸς εὐρύτερα σχήματα· δηλαδή, στὴν ἀποτροπὴ τῆς μεμονωμένης κριτικῆς καὶ στὴν ἐπικέντρωση στὸ φαινόμενο, στὸ πολιτισμικὸ προτσὲς ἀπότοκο τῆς ὁποίας συνιστᾶ τὸ μεμονωμένο. Ἀσφαλῶς, θὰ πεῖ κανείς, αὐτὸ συνέβαινε καὶ στὰ χρόνια κατὰ τὰ ὁποία ἀρθρωνόταν ἡ μεμονωμένη κριτική σὲ μεμονωμένα ἔργα μεμονωμένων προσώπων. Μάλιστα, αὐτὸ θεωροῦνταν «ἐπιτυχημένη καὶ πλήρης κριτική», καθὼς τὸ καθένα ἔργο δηλωνόταν ὡς σύμπτωμα μιᾶς εὐρύτερης τάσης ποὺ κατὰ τὸν κρίνοντα εἶχε λάβει μιὰν ἐσφαλμένη —ἢ ἔστω στρεβλή— κατεύθυνση. Ἡ σύγχρονη ἐμμονὴ στὴν ἀποφυγὴ τῆς κατὰ περίπτωσιν ἀξιολόγησης καὶ ἡ στροφὴ στὸ πολιτισμικὸ φαινόμενο, πόρρω φαίνεται νὰ ἀπέχει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κάποτε ὀνομαζόταν «κριτικὴ τοῦ πολιτισμοῦ». Μέσες-ἄκρες, συνιστᾶ μιὰν ἐπιστημονίζουσα ἐκδοχὴ τῆς πρώτης αἰτίας, καίτοι ἐρείδεται σὲ μιὰ τάση σίγουρα ἐπωφελῆ καὶ γόνιμη γιὰ τὸν δημόσιο λόγο σχετικὰ μὲ τὸν πολιτισμό, τὴν καλλιτεχνία, κι’ ἐσχάτως τὸν πολιτικὸ —τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ— βίο.
Ἡ τρίτη, ὅμως, καὶ ἴσως πιὸ ἐπικίνδυνη αἰτία τῆς ἀσθένειας —ἂν δὲν πρόκειται ἤδη γιὰ θάνατο— τῆς κριτικῆς σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ψωμί. Ὁ χῶρος εἶναι ἡ Ἑλλάδα, ἕνα μικρὸ χωριό, μιὰ ἐπαρχία τῆς Δύσης μὲ χαρακτηριστικὰ Ἀνατολῆς, τὸ «σταυροδρόμι» τῶν εὐαίσθητων ποὺ ἀρνοῦνται ἀκόμα καὶ νὰ διαλέξουν πλευρὰ ἀνάμεσα στὸ ἐγκλωβιστικὸ γιὰ τὰ ζωτικά τους ὄργανα φράκο καὶ τὸ σφιχτὸ στὸ φίλτρο Winston, καὶ στὸ προκλητικὰ φολκλὸρ τουρμπάνι μὲ τὸν Ἄσσο ἄφιλτρο ποὺ τραβιέται σὰν δροσερὸς ἀέρας στὴν Πίνδο. Κι’ ὅπου «μικρὸ χωριό», αὐτόματα ἔχει κανεὶς «κακὸ χωριό». Διότι ὅταν ὅλοι γνωρίζονται ἔστω καὶ κατ’ ὄνομα μὲ ὅλους, ὅταν τὰ πάντα σχεδὸν κινοῦνται μέσα ἀπὸ συγκεκριμένα ἀνθρωποδίκτυα ποὺ σὰν ἄλλοι ἀτζέντηδες ἀποφασίζουν ποιός θὰ παίξει καὶ ποῦ, ὅταν γενικῶς τὸ σάλτο τοῦ ἑνὸς συνεπάγεται τὴν τρικλοποδιὰ τοῦ ἄλλου, οἱ ὑποχρεώσεις ἑκατέρωθεν αὐξάνονται, τὰ μυστικὰ γίνονται κοινὴ γνώση ὅλων, τὸ κουμπὶ μὲ τὴν ἀμοιβαία καταστροφὴ τρεμοπαίζει πάνω στὸ γραφεῖο τοῦ καθένα καὶ τῆς καθεμιᾶς. Μ’ ἄλλα λόγια, οἱ δεσμεύσεις πληθαίνουν τόσο ποὺ μοιάζουν μὲ τὰ νερόφιδα στὰ ποτάμια κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀναπαραγωγῆς.
Μία κριτική (ἀρνητικὴ τὴν ὀνομάζουν κάποιοι ὅταν ἐκφράζει δεύτερες σκέψεις, ἀμφιβολίες ἢ ἀποδοκιμασία· πάντως, πρὸς ὑπενθύμιση, ὑπάρχουν εἴδη λόγου μόνο μὲ ἐπαινετικὰ στοιχεῖα ‒ ἐπικήδειοι, πανηγυρικοί, κάτοπτρα ἡγεμόνος, διθύραμβοι κ.λπ.) εἶναι ἀπὸ μόνη της μία ρήξη. Κι’ αὐτὸ συμβαίνει λόγω τοῦ ὅτι ἡ ἄσκηση κριτικῆς πρόκειται γιὰ τὴν ἀπόπειρα ἔναρξης ἑνὸς διαλόγου· κι’ ὅπως ἄλλωστε εἶναι γνωστό, ὁ διάλογος συνιστᾶ ἀξίωση ἐξουσίας. Καθαρὰ ἀπὸ γλωσσικῆς (καὶ προγλωσσικῆς) ἄποψης, ἡ ἀπόλυτη συμφωνία δηλώνεται λεκτικὰ μὲ τὴ σιωπή. Ἀκόμα καὶ μιὰ «καλημέρα», ἡ ὁποία προφανῶς λέγεται σὲ ἕνα πλαίσιο συμφωνίας γιὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἡμέρας καὶ τὴ θέση τοῦ ἡλίου, ἐφόσον ἀρθρώνεται ἀπὸ τὸ στόμα κάποιου (ἀντὶ ἁπλῶς νὰ σωπάσει ἐφόσον ἀμφότεροι οἱ δυνητικοὶ συνομιλητὲς εἶναι σὲ αἰσθητηριακὴ θέση νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ὥρα) συνιστᾶ ἀπόπειρα ἐπιβολῆς ἐξουσίας. Περαιτέρω ἀνάπτυξη εἶναι περιττή. Οἱ ἔχοντες νοῦ καταλαβαίνουν.
Ἡ κριτική, λοιπόν, εἶναι μιὰ ρήξη διὰ τῆς ἀπόπειρας ἐπιβολῆς ἐξουσίας. Καὶ ἡ ρήξη αὐτὴ εἶναι ρήξη ἐντόπια καὶ ἔγχρονη. Διότι ἡ κριτικὴ δὲν ἀσκεῖται μόνο στὸ ἐδῶ καὶ τώρα, στὸ ὑπάρχον, στὸ παρόν, μὰ καὶ στὴν προοπτικὴ ἑνὸς μέλλοντος διαφορετικοῦ, ἀφοῦ ἡ νέα ματιὰ εἶναι μιὰ πρόταση πρὸς μιὰ νέα πραγματικότητα καὶ ἕνα νέο δεδικασμένο, τόσο ἀπέναντι στὸ κρινόμενο ἀντικείμενο ὅσο καὶ στὰ ὑποκείμενα-φορεῖς του.
Ἐπιστρέφοντας, ἑπομένως, στὴν τρίτη αἰτία τῆς ὑποχώρησης τῆς κριτικῆς (δηλ. στὸ ψωμί), ὁ φορέας ἑνὸς ἔργου, μιᾶς πρακτικῆς, μιᾶς τακτικῆς ἢ μιὰς ἄποψης ποὺ βρίσκεται σὲ θέση ἀποδέκτη τῆς κριτικῆς, δὲν τίθεται στὸ στόχαστρο ὡς ἀνθρώπινη ὀντότητα, παρὰ μόνον ὡς παραγωγὸς καὶ φορέας. Ἡ ρήξη μαζί του κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ μένει στὸ ἐπίπεδο τοῦ προϊόντος του κι’ ὄχι στὴν ad hominem κατεδάφισή του (ἐκτὸς κι’ ἂν ὑπάρχουν ἄλλου εἴδους λόγοι κι’ ἐξακτινώσεις), συνεπῶς ἡ ζωὴ θὰ μποροῦσε ἁπλῶς νὰ συνεχίζεται. Ἐν ὀλίγοις, ἡ ρήξη μὲ τὸν φορέα τοῦ κρινόμενου ἀντικειμένου δὲν ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία, ἐκτὸς κι’ ἂν ὁ φορέας αὐτὸς παίζει μὲ τὸ ψωμὶ τοῦ ἀσκοῦντος τὴν κριτική. Ἐκεῖ ἡ κριτικὴ ἀρχίζει κι’ ὑπαναχωρεῖ μπροστὰ σὲ μιὰν ἀσύμμετρη ἀπειλὴ ποὺ πλέον ἀπειλεῖ ὄχι τὴν ὑστεροφημία, τὶς καλημέρες ἢ τὶς παρέες τοῦ κριτικοῦ, ἀλλὰ κάτι πολὺ οὐσιωδέστερο. Τὰ μέσα συντήρησής του.
Σὲ ἄλλα, παλαιότερα χρόνια, ἀκόμα κι’ αὐτὸ θὰ ἦταν εὐκολότερο. Ὁ κριτικὸς ποὺ θὰ ἔκρινε αὐτὸν ἢ αὐτὴν (δηλαδὴ τὸ ἔργο τους) ποὺ θὰ βρίσκονταν κάπου μέσα στὸ ἀνθρωποδίκτυο ποὺ θὰ τοῦ ἐξασφάλιζε τὸ ψωμί του, θὰ μποροῦσε ἀκόμα κι’ ἂν εἶχε κάποια κύρωση γι’ αὐτὸ (ἀποστέρηση ψωμιοῦ δηλαδή) νὰ τὸ ἀντιμετωπίσει μ’ ἕναν τρόπο σίγουρα περισσότερο ἀναστρέψιμο γι’ αὐτὸν ἀπ’ ὅ,τι σήμερα. Θὰ ἀπαιτοῦσε ἁπλὰ μιὰ κάποια ἀποφασιστικότητα. Ἡ δυνατότητα νὰ τὰ τινάξει κανεὶς ὅλα στὸν ἀέρα καὶ νὰ γινόταν ξανὰ —κατὰ τὸ παπαδιαμαντικὸ— βοσκόπουλο στὰ ὄρη ἦταν ἀσφαλῶς πιὸ εὔκολα ὑλοποιήσιμη. Ἡ δὲ ἀτολμία ἦταν ἕνα χαρακτηριστικὸ τῶν λίγων, ἐνῶ ἡ πολιτισμικὴ κριτικὴ ἦταν προαπαιτούμενο κι’ ὄχι ἕνα ἀντίμετρο desideratum στὴν μεμονωμένη κριτική. Σὲ ἄλλη περίπτωση, ἡ ἁπλὴ ἐξασφάλιση ἑνὸς «ἥσυχου ψωμιοῦ» (ἀπὸ κάποιον τὸ δανείζομαι, δὲν θυμᾶμαι ὅμως ἀπὸ ποιόν) θὰ ἦταν ἐπαρκὲς μέτρο γιὰ νὰ συνεχίζει νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ.
Σήμερα κάτι τέτοιο εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον. Ἡ ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὸν χῶρο συνεπάγεται θάνατο. Ἡ παρουσία πρέπει νὰ δηλώνεται σὲ κάθε πιθανὸ κανάλι, εἰδάλλως ἑρμηνεύεται ὡς ἀπουσία. Οἱ κάτοχοι τῶν καναλιῶν μὲ τὴ σειρά τους βλέπουν μόνον μέχρι τὶς τελευταῖες θέσεις τοῦ θιάσου ‒ γιὰ τὸν ἐξώστη ἢ τὰ παρασκήνια οὔτε λόγος. Καὶ μέσα σ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἁλυσίδα πρὸς τὸ ψωμὶ δὲν περιορίζεται στοὺς ἄμεσα ἐμπλεκόμενους. Ἡ δὲ ἀτολμία τῆς ἐποχῆς ἐπηρεάζει ἀκόμα κι’ αὐτοὺς ποὺ τὴν ψέγουν· καὶ πῶς ἀλλιῶς, ὅταν πλέον ἡ ἐπιβίωση παρὰ τὰ διαθέσιμα μέσα ἔρχεται ξανὰ στὸ προσκήνιο ὡς βασικὴ ἐπιδίωξη τῆς καθημερινῆς ὕπαρξης… Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ βοσκόπουλου στὰ ὄρη, τοῦ ἥσυχου ψωμιοῦ καὶ τῆς μακρόθεν παρατήρησης ὑπάρχει μόνο γιὰ νὰ ὑπενθυμίζει τὴ σχέση τοῦ ἐντόμου μὲ τὸν ἐλέφαντα. Μιὰ τρύπα στὸ νερό, μιὰ γραφικὴ ἐνόχληση ἀπὸ ἕναν πομπὸ ποὺ δίχως καμία —φανερὴ καὶ νομιμοποιημένη— ἐμπλοκὴ ἁπλῶς φωνασκεῖ διαταράσσοντας τὶς Κηφισιὲς τῶν παθητικὰ θετικῶν ἐστέτ, τῶν θεσμικὰ περιθωριακῶν, τῶν ὑπερπρόθυμων ἀντιρρησιῶν, τῶν ἀδέσμευτων ἐμπλεκόμενων σὲ ὅλα τὰ κόλπα, κι’ ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐμμένοντας στὸν γενικότερο σχολιασμὸ φαινομένων κι’ ὄχι μεμονωμένων περιπτώσεων ξεχνοῦν τὴν πιθανότητα νὰ ἐγκλωβιστοῦν σὲ μιὰ χιονοστιβάδα ἀνεπιθύμητων συμπεριλήψεων…
Κάπως ἔτσι, ὁ ἄρτος ἡμῶν ὁ ἐπιούσιος καθίσταται ἐπιζήμιος, βυθίζοντας τὸ ποθούμενο ἀντανακλαστικὸ τῆς κριτικῆς σὲ μιὰν ἀδράνεια, ἡ ὁποία τὸ μόνο ποὺ ἔχει πλέον νὰ κάνει εἶναι νὰ δικαιολογεῖ τὸν ἑαυτό της μὲ κείμενα σὰν καὶ τὸ παραπάνω. Τὸ καλοκαίρι πλησιάζει στὰ μισά, τὸ Παγκόσμιο Κύπελλο στὴν κορύφωσή του, ἡ ζέστη εἶναι ἡ μόνη ποὺ ἐπιτρέπει νὰ τῆς ἀσκεῖται κριτική, ἔντονη κι’ ἀγέρωχη, ἀνεπηρέαστη ἀπὸ τοὺς ἐπαγγελματίες καὶ ἐρασιτέχνες χομπίστες τῶν πληκτρολογίων.
*
*
*