Μοναστηράκι-Ὁδός Μυλλέρου-Ἵππιος Κολωνός: Ἕνα «χειμωνιάτικο ταξίδι»

                       

*

τῶν ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ – ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

«Χειμωνιάτικο ταξίδι». Ἔτσι βάφτισε ὁ Γιάννης τὸ «τάμα» ποὺ εἴχαμε κάνει, λίγο πρὶν ἐκδηλωθεῖ ὁ κορωνοϊός: Νὰ περπατήσουμε μαζὶ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου στὸ Μεταξουργεῖο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου, κάθετα στὴν Πειραιῶς, στὸ ὕψος τῆς πλατείας Κουμουνδούρου καὶ τοῦ παλαιοῦ Βρεφοκομείου, ὅπου σήμερα στεγάζεται ἡ πρώτη Δημοτικὴ Πινακοθήκη, μέχρι τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ὁδοῦ, ὣς τὶς γραμμὲς τοῦ τραίνου, τὴ νότια εἴσοδο στὸν Κολωνό. Οἱ λόγοι γι’ αὐτὸ τὸ «τάμα» εἶναι πολλοί. Θὰ τοὺς διαβάσετε στὸ συνοδευτικὸ κείμενο γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Μυλλέρου. Δὲν θὰ διαβάσετε ὅμως τοὺς ἄλλους, τοὺς πιὸ οὐσιαστικούς, ποὺ μᾶς τραβοῦσαν ἐκεῖ σὰν ὑπόθεσες ψυχικές. Εἶναι ἡ βαθειὰ ἀγάπη ποὺ μᾶς ἑνώνει, σχεδὸν ἀνομολόγητη. Εἶναι ἡ καταγωγή μας, τὰ πρῶτα μας βήματα καὶ ἡ ἐφηβεία. Ὁ Γιάννης μεγάλωσε στὸν Κολωνό, ἐγὼ στὰ δυτικὰ ὑψώματα τοῦ Περιστερίου. Δυτικὰ τῆς δύσης. Ἡ γνωριμιά μας μετρᾶ δυστυχῶς λίγα χρόνια, ὅμως χρόνια μεστὰ ἀπὸ λόγια καὶ ἔργα πού, ἂν ἀραδιαστοῦν, ὑπερβαίνουν ὅ,τι ὀνομάζουν οἱ νεολόγοι «προσδόκιμο ζωῆς». Θὰ εἰπωθοῦν ἀλλοῦ. Ὄχι ἐδῶ.

Ὁ Γιάννης ὅρισε μετεωρολογικῶς τὴν ἡμέρα: στὶς 25 Φεβρουαρίου, Παρασκευή, λίγο πρὶν τὸ μεσημέρι. Μιὰ ἡλιόλουστη μέρα μέσα στὸν χειμώνα.

Κατέβηκα νωρίς, γιὰ τὸν μηνιαῖο ἀνεφοδιασμὸ ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο τῶν ἐκδόσεων «Κουκκίδα», τοῦ φίλου Δημόπουλου. Ἀστόχαστη ἐπιλογή. Θὰ ἔπρεπε νὰ κουβαλῶ ἕνα βιβλικὸ βάρος δέκα τουλάχιστον κιλῶν. Βιάζομαι, ὡστόσο, νὰ πῶ ὅτι ἡ χαρὰ τῆς συνοδοιπορίας ἔκανε τὰ πράγματα ἀνάλαφρα. Σχεδὸν λησμόνησα τὸ ἄχθος. Ἕνα εἶδος σεισάχθειας. Πρὶν ἀπὸ τὴ συνάντηση στὸν σταθμὸ Μοναστηρακίου (λέω καλὰ τὴ γενική;), εἶχα χρόνο, σκέφτηκα νὰ περπατήσω στὸν ἀρχαῖο Κεραμεικό. Μάλιστα, βρίσκω ἐδῶ τὴν εὐκαιρία νὰ προτείνω μιὰ συνάντηση ἐκεῖ, κυριακάτικη, μὲ πλανόδιους φίλους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Θὰ ἔχουμε νὰ ποῦμε πολλά. Λ.χ., ἡ Τασούλα Καραγεωργίου γνωρίζει τὰ ἐκθέματα τοῦ Μουσείου σὰν τὴν παλάμη της. Τοὺς ἔχει ἀφιερώσει ποιήματα, ὡραίους ἀναπαίστους. Θὰ εἶναι καὶ ὁ Andreas Kelletat. Δὲν τὸν ξέρετε. Θὰ τὸν μάθετε σύντομα στὸ «Κοράλλι». Ἐπισκέπτης κι αὐτός τοῦ Κεραμεικοῦ. Ἐνδεχομένως καὶ ἡ κυρία Στρόσεκ, τοῦ Γερμανικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου, ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνασκαφῶν στὸν Κεραμεικὸ ἀπὸ τὸ 1993. Βρέθηκα, λοιπόν, ἐκεῖ γιὰ λόγους σχετικοὺς μὲ τὸ δρομολόγιο ποὺ θὰ κάναμε. Ἀπὸ τὸ Δίπυλο ξεκινοῦσε ὁ δρόμος γιὰ τὸν Κολωνό. Στὴ νοητὴ εὐθεία βρίσκεται ἡ πρώην ὁδὸς Κεραμεικοῦ ποὺ τὸ 1884, ὅπως θὰ διαβάσετε, μετονομάστηκε σὲ Μυλλέρου. Βρισκόμουν στὴν ἀρχὴ μιᾶς ἄλλης πομπῆς ποὺ δὲν θὰ ἔπαιρνε τὴν Ἱερὰ ὁδὸ γιὰ τὴν Ἐλευσίνα οὔτε τὴν Παναθηναίων γιὰ τὸν Παρθενώνα. Σήμερα μόνο μὲ ἰσχυρὴ φαντασία καὶ θέληση μπορεῖς νὰ τὴν ἀναπαραστήσεις. Καὶ νὰ τὴν περπατήσεις.

*

*

Μὲ τὸν Γιάννη στὴ συνέχεια, τὸν πλανόδιο. Πήραμε τὴν Ἀθηνᾶς πρὸς τὴν Ὁμόνοια. Μετὰ τὴ Βαρβάκειο ἀγορὰ κατεβήκαμε ἀριστερὰ τὴν Σοφοκλέους μέχρι τὴν Πειραιῶς. Στὴ διασταύρωση μὲ τὴν Μυλλέρου, στὴν κάτω γωνία, ἕνα κινέζικο κατάστημα νεωτερισμῶν μὲ φυσικοῦ μεγέθους εἰκόνες ἡμίγυμνων μοντέλων. Ὁ Γιάννης τὰ ἀπαθανάτισε μὲ τὸν φακό του. Δηλαδὴ μὲ ἕνα τυπικὸ πλέον smartphone πού, ὅμως, στὰ χέρια του γίνεται Polaroid, Minolta μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ φακὸ εὐρείας γωνίας, ἢ ἀκόμη Kodak τοῦ Καρυωτάκη στὴ «Δελφικὴ Ἑορτή». Δὲν μπορῶ νὰ μὴν ἀναφέρω -ἂν καὶ θὰ τὰ διαβάσετε στὴ συνέχεια- ὅτι ἐκεῖ βρισκόταν ἡ οἰκία τῆς Δούκισσας τῆς Πλακεντίας, ὅτι κάηκε καὶ στὴ θέση της χτίστηκε τὸ πρῶτο Ὀρφανοτροφεῖο τῶν δωρητῶν Χατζηκώνστα. Τώρα εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Τσάινατάουν. Ζητήσαμε ἀπὸ μιὰ νεαρὴ κυρία νὰ μᾶς φωτογραφίσει μὲ φόντο τὰ μοντέλα καὶ τὴν πινακίδα ψηλὰ (νὰ προσέξει) ΟΔΟΣ ΜΥΛΛΕΡΟΥ. Φυσικά, μὲ τὴν Polaroid τοῦ Γιάννη. Στὸ τέλος τὴν ρωτήσαμε ἂν γνωρίζει ποιός εἶναι ὁ «Μύλλερος». Κανεὶς ἀπ’ ὅσους ρωτήθηκαν, καὶ τώρα καὶ στὸ παρελθόν, κάθε ποὺ περνοῦσα ἀπὸ κεῖ, δὲν ἔδωσε ἀπάντηση.

Προχωρήσαμε. Ὁ Γιάννης τὸν ξέρει τὸν δρόμο. Ἐκεῖ ἔστηνε, μοῦ εἶπε, τὸ Πλανόδιον, μέχρι νὰ τὸ ἀναλάβει ὁ ἴδιος. Δεξιά μας ἡ οἰκία Προβελέγγιου, νεοκλασικὸ τοῦ 19ου αἰώνα, τῶν ἀπογόνων τοῦ Μπότσαρη. Ἔχει ἀλλάξει χίλια χέρια, ἀπὸ ἀναρχικοὺς καταληψίες μέχρι τὸν συχωρεμένο Χάρρυ Κλύν. Γεμίζει ὁ δρόμος ἀπὸ διαδοχικὲς ἐκπλήξεις. Ἀναπαλαιώσεις, ἀναπλάσεις, τὰ παγκάκια τῆς πλατείας Αὐδῆ πιασμένα ὅλα ἀπὸ νέους. Ἔχει κι ἕνα ὡραῖο καφὲ πιὸ πέρα, μιᾶς τραγουδίστριας, δὲν θυμᾶμαι ποιᾶς, τὸν «Παπαγάλο», μοῦ λέει ὁ Γιάννης. Παραζέστανε ὁ ἥλιος. Θυμήθηκα τοὺς μετανάστες ποὺ «λιάζονταν» (πάντως ὄχι στὴ Μυλλέρου). Εἴμαστε στὴν καρδιὰ τοῦ δρόμου. Ἀπέναντί μας τὸ ἀνακαινισμένο κτήριο τοῦ μεταξουργείου ποὺ κι αὐτὸ ἔχει ἀλλάξει χίλια χέρια, μέχρι ὁρμητήριο τοῦ Ε.Λ.Α.Σ., τὸ 1944, καὶ νοσοκομεῖο χολεριώντων (ἡ Ἀθήνα κάποτε). Τώρα στεγάζει τὴ νέα Δημοτικὴ Πινακοθήκη. Εἴσοδος ἐλεύθερη. Ἐπισκέπτης οὐδείς. Ἂν καὶ φροντισμένος ὁ χῶρος. Ἀξίζει καὶ μόνο γι’ αὐτὸν νὰ μπεῖς μέσα. Ἐκεῖ εἶδα πέρυσι δυὸ πίνακες τοῦ Μπουζιάνη. Γνώρισα καὶ τὴ διευθύντρια, τὴν κυρία Πετροχείλου. Εἶναι ζωγράφος, ἀπὸ τὰ Κύθηρα. Ζήτησα νὰ τὴν δοῦμε γιὰ λίγο. Γιὰ μιὰ ἐκκρεμότητα, ἂν θὰ τὴν θυμόταν. Μᾶς καλοδέχτηκε μὲ τὸ παραπάνω. Ἀσφαλῶς καὶ θυμόταν. Κάναμε ἀρμένικη τὴν ἐπίσκεψη, ἀλλὰ εἴπαμε ἐνδιαφέροντα πράγματα. Ἡ Πετροχείλου θὰ βοηθήσει νὰ συμπληρωθεῖ ἡ ὁδοσήμανση μὲ στοιχεῖα γιὰ τὸν Μύλλερο, τὸν μέγα φιλέλληνα ποιητὴ Γουλιέλμο Μύλλερ, νὰ διαβάζει ὁ κόσμος περὶ τίνος πρόκειται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκκρεμότητα ποὺ ἀνέφερα. Βαστάει ὀχτὼ χρόνια τώρα καὶ ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι τῆς Πινακοθήκης, ἀλλὰ τοῦ Δήμου. Ὁ προϊστάμενος τάδε (δὲν ἀξίζει νὰ τὸν ἀναφέρω) μὲ γέμιζε ὑποσχέσεις, μέχρι ποὺ βαρέθηκε νὰ ὑπόσχεται καὶ βγῆκε στὴ σύνταξη ὁ ἄνθρωπος. Στὸ σοσιαλιστικὸ μοντέλο ποὺ ἔχω στὸ κεφάλι μου, θὰ τοῦ κοβόταν ἡ σύνταξη. Νὰ λιμοκτονήσει, νὰ παίρνει τὸ μεσημεριανό του στὰ σκαλιὰ τῆς ἐκκλησίας (ναί, θὰ ὑπάρχουν ἐκκλησίες, εἰδικοῦ σκοποῦ) καί, ἂν θέλει βραδινό, θὰ πρέπει νὰ ἐργάζεται ὁδοκαθαριστὴς στὴ Μυλλέρου.

Βγαίνουμε. Στὴν ἀπέναντι γωνία ἡ περίφημη ταβέρνα, μὲ τὸ φιλόκαλο αἴθριο, «Τὸ αὐγὸ τοῦ κόκκορα». Πρότεινα στὸν Γιάννη νὰ καθήσουμε, λόγω τῆς ὥρας, ἀλλὰ ὄχι, ἔπρεπε νὰ συνεχίσουμε. Δὲν θὰ φορτώναμε τὸ «τάμα» στὸν κόκκορα. Πῆρα τὴν κάρτα τους γιὰ νὰ πᾶμε ἄλλη μέρα. Νὰ εἶναι μαζί μας καὶ ἡ Ἡρώ. Παραδίπλα, ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὸ κτήριο τῆς Πινακοθήκης, ἕνα νεωτερικό, οἰκολογικὸ κτηριακὸ συγκρότημα προωθημένης ἀρχιτεκτονικῆς ἀντίληψης. Τὰ δομικὰ ὑλικὰ ὁρατά, τὸ μπετὸν (μπορεῖ κι αὐτὸ νὰ δείχνει ὡραῖο). Θυμίζει τὴν ἐπέμβαση τοῦ Κυριάκου Κρόκου στὸ μουσεῖο τοῦ Φασιανοῦ ἢ τὴ μοντέρνα αἰσθητικὴ τοῦ Κέντρου Πομπιντού: ὅλες οἱ σωληνώσεις, τὰ ἐντόσθια τοῦ κτηρίου, βγαλμένα ἔξω. Μαθαίνω ὅτι σὲ αὐτὸ τὸ συγκρότημα τῆς Μυλλέρου κατοικεῖ ἡ Πρόεδρος, κυρία Σακελλαροπούλου.

*

*

Κοιτάζουμε πίσω μας τὸν δρόμο ποὺ ἔχουμε διανύσει. Στὸ βάθος, παρὰ τὴν αἰθαλομίχλη τῆς Πειραιῶς, ἀνάμεσα στὸ παλιὸ καὶ τὸ καινούργιο, τὰ ἐγκαταλελειμμένα πορνεῖα, τὰ κτήρια-φαντάσματα καὶ τὶς αἰσθητικὲς ἁρμονικὲς παρεμβάσεις νέων ἀρχιτεκτόνων, ὁρατή, ἀμετάθετη στὸν χρόνο ὡραιότητα (ὄχι ὀμορφιά), ὁ Παρθενώνας. Τὰ λαμπρὰ ὄρθια ἀπομεινάρια τῆς κλασικῆς Ἀθήνας, ἡ κινέζικη συνοικία, τὸ ἴχνος τοῦ Μπότσαρη, τοῦ ποιητῆ Ἀριστομένη Προβελέγγιου, τὸ μισοτελειωμένο ξενοδοχεῖο τοῦ Καντακουζηνοῦ, ἐκ Ρουμανίας, ποὺ ἔγινε ἐργοστάσιο· τυπογραφεῖα, συνεργεῖα αὐτοκινήτων, οἱ ἄστεγοι στὰ πέριξ τοῦ δρόμου, τὸ κακόφημο Μεταξουργεῖο ποὺ θέλει ν’ ἀφήσει πίσω του τὸν μεταπολεμικὸ μαρασμό, ὅλα, ὁρατὰ καὶ μή, προκαλοῦν τὴν Polaroid τοῦ Γιάννη. Ἀποφασίζουμε νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου, νὰ φωτογραφίσουμε αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ διαδρομή, τὴν παράξενη σιωπὴ μέσα στὸν μηχανικὸ θόρυβο, τὴν προσποιητὴ λήθη τῶν κτηρίων.

Ἐπιστρέφουμε καὶ παίρνουμε πάλι τὴν Μυλλέρου ἀπὸ τὴν Πειραιῶς. Τώρα πιάνει δουλειὰ ὁ εὐρυγώνιος. Εἶναι πολύτιμη καὶ ἡ δική του ματιά. Δὲν εἶναι βέβαια ὁ φακὸς τοῦ Μπουασουνά, ἀλλὰ θὰ τὸν συμπληρώσει ἀξιοπρεπῶς τὸ ποιητικὸ βλέμμα τοῦ Γιάννη. Ἡ πόλη καὶ τὸ θηρίο. Σὰν νὰ θέλουμε νὰ πιάσουμε τὸν σφυγμό της (ποῦ ἀλλοῦ, ἂν ὄχι ἐδῶ;)· τὸ θηρίο εἶναι τοῦ Σινόπουλου, ὄχι αὐτὸ ποὺ εἶδε ὁ Πατίλης· κοιμᾶται ἥσυχο στὰ κάτω πατώματα.

Βρισκόμαστε πάντα στὸν ἀρχαῖο δρόμο τοῦ Κεραμεικοῦ ποὺ ἔβγαζε στὸν Ἵππιο Κολωνό, ἐκεῖ ποὺ ὁδηγήθηκε γιὰ νὰ πεθάνει ὁ τυφλὸς Οἰδίποδας. Διάβαζα στὸν ὁδηγὸ ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ ὁδὸς τῶν τάφων. Τοῦ Σόλωνα, τοῦ Περικλῆ, τῶν τυραννοκτόνων, τοῦ Θρασύβουλου. Καὶ τοῦ Σωκράτη ἴσως. Ἢ μήπως τὸ κουφάρι του πετάχτηκε κακὴν κακῶς ἀπὸ τοὺς ὀργισμένους τῆς δημοκρατίας; Σὰν τοὺς ὀργισμένους τῆς πλατείας Συντάγματος. Ξέφυγα. Λοιπόν, νὰ κοιμοῦνται ὅλοι αὐτοὶ ἄραγε ἀκόμη ἐδῶ; Ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ δρόμου; Φτάνουμε στὴ διασταύρωση μὲ τὴν Ἀχιλλέως. Φανάρια, κίνηση, οὐ τόπος νὰ σταθεῖς. Στὴ δεξιὰ γωνία ὁ πρόσφατα τοποθετημένος μεταλλικὸς σκελετὸς φωτεινῆς ἔνδειξης, πιθανότατα βιογραφικῶν στοιχείων τοῦ τιμώμενου στὸν δρόμο αὐτὸ Μύλλερ. Ἀπὸ τὸ πρόγραμμα μιᾶς Ἑταιρείας πολιτισμοῦ καὶ τὰ λοιπὰ μὲ τίτλο «Περπατώντας μὲ τοὺς Φιλέλληνες». Πρόλαβε καὶ τὸ εἶδε ἡ κυρία Πετροχείλου. Γιὰ λόγους ποὺ δὲν γνωρίζουμε ὁ πληροφοριακός, ἠλεκτρονικὸς μᾶλλον, πίνακας ἔχει ἀποσπαστεῖ ἀπὸ τὸ πλαίσιο. Ἕνας σκελετὸς ἄδειος, βιδωμένος σ’ ἕνα στενὸ πεζοδρόμιο, πλάι στὸ φανάρι, ὅπου δὲν στέκεται ἄνθρωπος, μόνο ἐπωχούμενοι, ὅσοι ξεχωρίζουν ἀκόμη τὸ πράσινο ἀπὸ τὸ κόκκινο, τὸν Γρηγόρη ἀπὸ τὸν Σταμάτη, λέγαμε μικροί.

*

*

Περνοῦμε ἀπέναντι. Εἶναι τὸ τέλος τῆς Μυλλέρου. Λίγο παρακάτω ὁ δρόμος κλίνει ἀριστερὰ καὶ βγάζει στὶς γραμμὲς τοῦ τραίνου. Τώρα λέγεται Βιργινίας Μπενάκη, δὲν τὴν γνωρίζω· διαβάζω, σύζυγος Ἰωάννη Ἄθου Ρωμανοῦ, κόρη τοῦ Ἀλεξάνδρου, υἱοῦ τοῦ Ἐμμανουήλ Μπενάκη (μπερδευτήκατε;). Γνωστὸς ὁ παπποὺς τῆς Βιργινίας. Καὶ δήμαρχος Ἀθηναίων τὸ 1914, τότε ποὺ ἄρχισε νὰ ἀνασκάπτεται ὁ Κεραμεικός. Ὁ δρόμος μας λεγόταν ἤδη Μυλλέρου, ἀπὸ τὸ 1884 εἴπαμε. Γι’ αὐτὸ τὸν ξεχάσαμε στὸ μεταξύ. Διασχίζουμε τὶς γραμμές. Ἀπέναντι τὸ παλιὸ κτήριο τῶν ταχυδρομείων. Ὁ Γιάννης μοῦ λέει ὅτι δούλεψε ἐκεῖ στὴ διαλογή. Εἶναι οἱ γειτονιές του. Ἐδῶ γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε. Μέχρι ποὺ ἡ πόλη ἔγινε θηρίο. Κι ἐγὼ λίγο πιὸ πέρα, στὸ Περιστέρι. Ἀπὸ κεῖ πέρασε σίγουρα ὁ Οἰδίποδας, διέσχισε τὸ ποτάμι στὸ ὕψος τῆς Κολοκυνθοῦς καὶ σταμάτησε στὸν λόφο τοῦ Κολωνοῦ. Ἡ ὀνομασία Κολοκυνθού, μοῦ ἐξηγεῖ ὁ Γιάννης, ἀπὸ τοὺς μπαχτσεβάνηδες ποὺ καλλιεργοῦσαν ὀπωρικὰ καὶ λαχανικὰ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὶς ὄχθες τοῦ Κηφισοῦ. Ὁ Γιάννης τοὺς πρόλαβε. Ἐμεῖς δὲν φτάναμε μέχρι ἐκεῖ. Εἶχα ἀκούσει μόνο γιὰ τοὺς «καλημέρηδες», ἀπὸ τὶς καλημέρες ποὺ ἀντάλλασσαν δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Σκεπάστηκαν κι αὐτοί. Ἡ πόλη, τὸ θηρίο, τὸν ἔθαψε κι αὐτὸν τὸν ποταμό, ὅπως καὶ τὸν ἄλλον. Σκυρόδεμα γιὰ τροχοφόρα. Ἔμεινε μὲ τὸ λιγοστὸ νεράκι του ὁ Ἠριδανὸς νὰ κυλάει ἀκόμη στὸν Κεραμεικό ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως. Φτάνουμε στὴν Παιδικὴ Χαρά, στὴν πλατεία τοῦ Κολωνοῦ. Τὸ μεγάλο παλιὸ οἴκημα τοῦ δήμου, ὅπου οἱ μικροὶ βλέπανε δωρεάν, μὲ κουπόνια τοῦ δήμου, κινηματογράφο. Ὁ ἐξωτερικὸς τοῖχος, ὅπου στέκονταν οὐρά, θυμᾶται ὁ Γιάννης καὶ νοσταλγεῖ, νὰ μποῦν μὲ τὴ σειρά, ἀπαράλλαχτος. Μᾶς φτάνει ὁ ἀχὸς τῆς Λένορμαν. Δὲν ρώτησα τὸν Γιάννη, ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι πῆρε τὸ ὄνομα ἀπὸ τὸν ἀρχαιολόγο Φρανσουὰ Λενορμὰν καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν θεατρικὸ συγγραφέα ποὺ μᾶς εἶχε ἔρθει στὸν Μεσοπόλεμο καλεσμένος ἀπὸ τὴν Κοτοπούλη. Τὸν ἀρχαιολόγο θὰ τὸν βροῦμε σὲ λίγο στὸν λόφο. Ἐπὶ τῆς Λένορμαν τώρα, στὸ ὕψος τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τοῦ παλαιοῦ, ὁ Γιάννης μοῦ δείχνει μὲ συγκίνηση τὸ μέρος ποὺ κάποτε βρισκόταν τὸ πατρικό του. Τώρα εἶναι μιὰ τυπική, σὰν προκάτ, κατασκευὴ γιὰ ἀντιπροσωπία αὐτοκινήτων (τί ἄλλο;). Ψηλά, στὸ πίσω μέρος, σώζεται ἀκόμη τὸ πλίνθινο τοιχίο, στὸ ὕψος τῆς ταράτσας. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔφταναν νὰ βλέπουν τὴν ὀθόνη τοῦ θερινοῦ «Ἄκρον». Ἀργότερα ἔγινε ἀναψυκτήριο λαϊκῆς ἀναψυχῆς. Μπουρνέλλης καὶ λοιπά. Στὴ νότια πλευρά, μέσα ἀπὸ τζαμαρία ἔβλεπαν τὴν Ἀκρόπολη. Πότε ἄρχισε τὸ Ἦχος καὶ Φῶς μὲ τοὺς χοροὺς τῆς Δώρας Στράτου; Παρθενώνας καὶ θερινὸ σινεμαδάκι, γιασεμὶ καὶ χαλικάκι, νά πῶς μορφώθηκε ἡ ποιητικὴ διάθεση τοῦ Γιάννη. Περνοῦμε ἀπέναντι, στὴ μεριὰ τῆς ἐκκλησίας. Βρισκόμαστε στὴν καρδιὰ τῆς συνοικίας. Δυτικότερα, πρὸς τὸ ποτάμι (ποιό ποτάμι;) εἶναι ἡ Ἀκαδημία τοῦ Πλάτωνα. Λίγα ἴχνη ποὺ μπαίνουν σὲ τάξη σιγὰ-σιγά. Θυμᾶμαι ὅτι ἐκεῖ κοντὰ εἶναι ἡ Λακωνικὴ Σχολή. Μὲ εἶχαν στείλει οἱ γονεῖς μου στὸ νηπιαγωγεῖο, δηλαδὴ τὸ ’59-’60. Ὁ Γιάννης θὰ ἔμπαινε στὸ Γυμνάσιο. Φυσικά, δὲν μοῦ ἔχει μείνει καμία εἰκόνα. Μόνο τὸ κορίτσι, μεγαλύτερό μου, ποὺ εἶχε ἀναλάβει νὰ μὲ προσέχει. Εὐεργετικὴ ἡ πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὸ ἄλλο φῦλο. Ὥστε καὶ Συμεὼν ἐπὶ Κολωνῷ. Τότε θὰ περνοῦσα κάθε μέρα μὲ τὸ σχολικὸ ἀπὸ τὸ ποτάμι. Ἡ διαδρομὴ σβήστηκε τελείως ἀπὸ τὴ μνήμη. Ὁ τυφλὸς Οἰδίποδας εἶδε περισσότερα ἀπὸ μένα. Ἀπὸ δῶ πέρασε πρόσφατα κι ἕνας ἄλλος, σημαντικὸς πλανόδιος συγγραφέας, ὁ Πέτερ Χάντκε. Τὸ ἀνέφερα στὸν Γιάννη. Εἶχε βρεθεῖ στὴν Ἀθήνα, δὲν θυμᾶμαι μὲ ποιά ἀφορμή, καὶ ἀφιέρωσε μιὰ-δυὸ μέρες στὸν ἀρχαῖο Κολωνό. Περιέγραψε, ὅπως ἔκανε πάντα, μὲ κάθε λεπτομέρεια τὸ ὁδοιπορικό του. Τὸ 2008, βρισκόμουν τότε στὴ Λιψία, δίδασκα τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, μοῦ ἔδειξαν τὸ δημοσίευμα στὸ Πανεπιστήμιο. Τὸ πρότεινα γιὰ μετάφραση στοὺς Γερμανοὺς φοιτητές (εἴχαμε  ἐργαστήριο μετάφρασης). Τὸ δουλέψαμε, θυμᾶμαι, μὲ κέφι. Μάθαμε πολλὰ γιὰ τὴν περιοχή, ἁπλᾶ πράγματα ποὺ οἱ ντόπιοι, οἱ ἰθαγενεῖς (!), δὲν τὰ προσέχουμε. Λόγου χάρη, ἕνα καφενεῖο γωνία Κρέοντος καὶ Ἰσμήνης. Στὰ μάτια τοῦ Χάντκε προκαλεῖ μικρὸ συγκλονισμό. Τὸ ὁδοιπορικὸ δημοσιεύτηκε σὲ ἑλληνικὸ περιοδικό. Ὑποσχέθηκα στὸν Γιάννη νὰ τοῦ στείλω τὴν παραπομπή. Πλανόδιος κι αὐτός. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ δουλειὰ τοῦ παπποῦ του, πλανόδιος πραματευτής (μὲ κάρο;). Καὶ τοῦ πατέρα του.

*

*

Φτάνουμε στὸν λόφο. Πραγματικὴ ἀναψυχή. Σκασιαρχεῖο, ἀπὸ τὰ γύρω σχολεῖα, ραντεβουδάκια, βόλτες μὲ σκυλάκια, τύποι μοναχικοί (ὅπως ὅλοι μας). Κι ἕνα πετρόκτιστο μικρὸ ἀμφιθέτρο. Ἀσφαλῶς θὰ παίζεται ἐδῶ τὸ δράμα τῶν Λαβδακιδῶν. Στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο τὰ δύο μνημεῖα, τοῦ ἀρχαιολόγου Λενορμὰν καὶ τοῦ ἄλλου ἀρχαιολόγου, τοῦ Καρόλου Μύλλερ. Αὐτὸς ὁ Μύλλερ, διαπρεπὴς Γερμανὸς καθηγητής, ἔκανε ἀνασκαφὲς στοὺς Δελφούς, ἔπαθε ἡλίαση (ἀπορροφημένος ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση ἐπιγραφῶν) καὶ πέθανε στὴν Ἀθήνα. Θάφτηκε στὸν λόφο, ὅπως ἦταν ἡ ἐπιθυμία του, κοντὰ στὸ πνεῦμα τοῦ Πλάτωνα. Τοῦ Λενορμὰν ἔχει τοποθετηθεῖ ἡ καρδιὰ στὴ βάση τοῦ μνημείου. Αὐτὰ στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Στὴ ρομαντικὴ τῶν ἐρειπίων καὶ τῶν τόσων δεινῶν Ἀθήνα. Κι ἐδῶ ἐπιστρατεύτηκε φυσικὰ ἡ Polaroid. Περάσαμε κι ἐμεῖς μέσα στὴν ἀθόρυβη μεγάλη ἱστορία τοῦ Ἵππιου Κολωνοῦ. Γιατί Ἵππιος; (ἄλλη φορά.). Ἐδῶ ἀμολοῦσε τὸν ἀετό του ὁ Γιάννης. Ὅπως ἀρκετὲς γενιὲς πρὶν καὶ μετὰ ἀπ’ τὴ δική του. Τὸ ἴδιο γινόταν καὶ στὸν Ἀγοραῖο Κολωνό, στὸ Θησεῖο. Τὸ ἔχουν οἱ λόφοι νὰ μπλέκουν τοὺς σπάγγους τῆς ἱστορίας. Ὁ Γιάννης ἔχει γράψει ἕνα ὡραῖο ποίημα μὲ χαρταετό. Διαβάστε το, ἂν δὲν τὸ ξέρετε. Κατεβήκαμε ἀπὸ τὴ νότια πλευρά. Εἶναι ἡ ὁδὸς Μύλλερ, ὄχι τοῦ Μυλλέρου, τὸ διευκρινίσαμε. Μὲ τὸν τρόπο μας περπατήσαμε ἀνάμεσα σὲ δύο συνονόματους καὶ συνομήλικους Φιλέλληνες ποὺ δὲν πρέπει νὰ ξεχάσουμε. Αὺτὸ εἶναι καὶ τὸ «τάμα» που κάναμε:  στὰ παιδικά μας χρόνια καὶ στὴ μνήμη ποὺ πρέπει νὰ διατηρηθεῖ.

*

*

Νὰ θάφτηκε ἄρα γε ἐδῶ ὁ Σοφοκλῆς; Ἤ, ὅπως ἑρμηνεύουν ἕναν ἀνώνυμο βιογράφο του, ἕντεκα στάδια ἀπὸ τὸ τεῖχος τῆς Δεκέλειας, ἀπ’ ὅπου καταγόταν; Σ’ αὐτὸ τὸ ὕψος ἔχει ἀνασκαφεῖ, 140 χρόνια τώρα, ἕνας τύμβος. Μία λάρνακα ποὺ βρέθηκε ἐκεῖ, ἀποδόθηκε ἐσπευσμένα (ἐκβιαστικά;) στὸν Σοφοκλῆ. Ὕστερα ξεχάστηκε λόγω ἀμφιβολιῶν. Πρόσφατα ὁ χῶρος στεγάστηκε ἀπὸ τὴν Ἐφορεία Ἀρχαιοτήτων, καὶ σουλουπώθηκε. Εἴπαμε νὰ συναντηθοῦμε ἐκεῖ, νὰ διευρύνουμε τὸν ἄξονα: ἀπὸ τὸν Κεραμεικό (ὀφειλόμενη πρώτη ἐπίσκεψη) στὸν φερόμενο τάφο τοῦ Σοφοκλῆ. Ὁ Γουλιέλμος καὶ ὁ Κάρολος Μύλλερ τὸν διάβαζαν ἡδέως στὸ πρωτότυπο.

Στὸν σταθμὸ τῶν Σεπολίων ἀναρωτηθήκαμε πόσα χιλιόμετρα νὰ ἔχουμε περπατήσει. Ἐγὼ ὑπολόγισα κοντὰ τέσσερα, ὁ Γιάννης ἕξι. Τὸ κινητὸ εἶχε ἄλλη γνώμη: 8.800 μέτρα. Χωρὶς νὰ συνυπολογίζω τὸν δεκάλιτρο ἀσκὸ ποὺ κουβαλοῦσα στὸν ὦμο. Χωριστήκαμε, ἐγὼ βορείως τοῦ μέλλοντος, ὅπως  ἔγραψε ὁ Τσέλαν, ὁ Γιάννης νοτίως, γιὰ τὸν Νέο Κόσμο. Χωρὶς πολλὰ λόγια. Εἶχα προλάβει, στὴν ὁδὸ Κρέοντος, νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὸ ἀμείωτο δέος ποὺ αἰσθάνομαι κάθε ποὺ συναντῶ ποιητὲς ποὺ θαυμάζω.

Ἐν οἴκῳ τώρα γράφω, τελειώνω αὐτὸ τὸ «ρεπορτὰζ» ποὺ χρεώθηκα ἀσμένως. Ὁ Γιάννης μοῦ ἔστειλε ἤδη τὶς φωτογραφίες γιὰ μιὰ πρώτη ἐπιλογή. Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶμαι σχεδὸν πιασμένος, ἀλλὰ αἰσθάνομαι ὑπέροχα γιὰ τὸ «τάμα» ποὺ ἐκπληρώσαμε καὶ γιὰ τὸ ἄλλο ποὺ χρεωστοῦμε μὲ ἐνδιάμεση στάση στὸ «Αὐγὸ τοῦ κόκκορα». Ἀνοιχτὴ ἡ πρόσκληση στοὺς πλανόδιους τῶν Ἀθηνῶν.

Ὑπογράφουν
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ
28 Φεβρουαρίου 2022    

*