Στοιχεία για την ιστορία της οδού Μυλλέρου στην Αθήνα

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Συνδεδεμένη μὲ τὴν ἱστορία καὶ τὸν πολιτισμὸ τῆς Εὐρώπης ἡ πόλη τῶν Ἀθηνῶν –τὸ σῶμα πόλεως τῶν Ἀθηνῶν- συντηρεῖ τὴ μνήμη της μὲ ἀκέραια καὶ σπαραγμένα στοιχεῖα τοῦ πολυστρωματικοῦ, ἐνίοτε ἀσυνεχοῦς, παρελθόντος της. Ἡ μνήμη ἰσχυροποιεῖται συχνὰ ἀντιστρόφως ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ κατερείπωσης αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ σώματος. Τὸν 19ο αἰώνα ἡ πόλη αὐτή, μὲ λιγότερους ἀπὸ 100.000 κατοίκους, θυμᾶται τοὺς θεμελιωτὲς τῆς δόξας της καὶ τοὺς ποιητές της, δηλονότι τοὺς βάρδους ποὺ τὴν ἐτίμησαν μὲ τὴ Μούσα τους. Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ἡ Ἀθήνα θυμόταν ἀκόμη μὲ εὐγνωμοσύνη τὸν φιλέλληνα ποιητὴ Wilhelm Müller (Βίλελμ ἢ Γουλιέλμο Μύλλερ), τὸν «Ἕλληνα-Μύλλερ», ἢ ὀρθότερα «Μύλλερ τῶν Ἑλλήνων» («Griechen-Müller).

Ὁ (Johann Ludwig) Wilhelm Müller, Γερμανὸς ποιητής, γεννήθηκε στὸ Ντέσσαου (Dessau) τὸ 1794, ὅπου πέθανε σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν, τὸ 1827, τὴν κρίσιμη χρονιὰ τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Ἑλλάδας. Σπούδασε φιλοσοφία καὶ ἱστορία στὸ Βερολῖνο, ὅπου ἔζησε παράλληλα στὸν λογοτεχνικὸ κύκλο τῶν Achim von Arnim, Clemens Brentano, Friedrich de la Motte Fouqué, Ludwig Tieck. Στὴν ποίησή του ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν Λόρδο Βύρωνα (George Gordon Byron, 1788-1824), πρότυπό του καὶ στὸν φιλελληνικὸ ἀγώνα ποὺ προσέφερε μὲ ζῆλο κατὰ τὴ σύντομη ζωή του. Ἔγραψε τρεῖς κύκλους ποιημάτων, στὴ μορφὴ τῶν Lieder, τῶν τραγουδιῶν, ἐμπνευσμένους ἀπὸ τὸν ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων: Ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Lieder der Griechen, 1821), Νέα ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Neue Lieder der Griechen, 1823), Νεώτατα ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Neueste Lieder der Griechen, 1824), καθὼς καὶ τὸν κύκλο Μεσολόγγι (Missolunghi, 1826), τέσσερα ποιήματα ποὺ γράφτηκαν μὲ τὴ θλιβερὴ εἴδηση τῆς ἡρωικῆς ἐξόδου καὶ πτώσης τοῦ Μεσολογγίου. Ἔγινε περισσότερο γνωστὸς γιὰ τοὺς κύκλους ποιημάτων Ἡ ὡραία μυλωνού (Die schöne Müllerin) καὶ Τὸ χειμωνιάτικο ταξίδι (Die Winterreise) ποὺ μελοποίησε ὁ Φρὰντς Σοῦμπερτ τὸ 1823 καὶ τὸ 1827 ἀντίστοιχα· τὸ δεύτερο ἕναν χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του. Στὸ ἔργο τοῦ Μύλλερ, ἀλλὰ καὶ στὸ γενικότερο ὅραμά του γιὰ τὴν ἐξάλειψη κάθε μορφὴς δεσποτείας, εἶναι φανερὴ ἡ ρομαντική, βυρωνικὴ διάθεση καὶ στάση, ἀπόηχος τοῦ ρομαντικοῦ κύκλου τῆς Ἰένας καὶ τῶν κοινωνικῶν ζυμώσεων ποὺ προοιωνίστηκαν τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1848.

Τὸ 1884, πενήντα περίπου χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγὸ καὶ τὴν ἀνακήρυξη τῶν Ἀθηνῶν σὲ πρωτεύουσα τοῦ νεοπαγοῦς κράτους, ὁ καθηγητὴς Νικόλαος Πολίτης, θεμελιωτὴς τῆς ἑλληνικῆς λαογραφίας, εἰσηγεῖται στὸ δημοτικὸ συμβούλιο καὶ τὸν Δήμαρχο τῆς πόλης Δημήτριο Σοῦτσο τὴ μετονομασία τῆς ὁδοῦ Κεραμεικοῦ, στὴν περιοχὴ τοῦ σημερινοῦ Μεταξουργείου, σὲ «ὁδὸν Μυλλέρου». Ἡ πρόταση ἔγινε ὁμόφωνα δεκτή. Ἀνάμεσα στὰ μέλη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου διαβάζουμε ὀνόματα ἀγωνιστῶν κατὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ γνωστῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅπως τῶν Δημητρίου Καλλιφρονᾶ καὶ Δημητρίου Λεβίδη. Ὁ Καλλιφρονᾶς διετέλεσε Δήμαρχος Ἀθηναίων (1837-1841), ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν κατὰ τὴ συνταγματικὴ ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843 καὶ Πρόεδρος τοῦ Κοινοβουλίου.

Ὁ ἀθηναῖος ἱστοριογράφος, πολεοδόμος καὶ λαογράφος Κώστας Ἠ. Μπίρης (1899-1980), στὸ ἔργο του Τοπωνυμικὰ τῶν Ἀθηνῶν παρουσιάζει συνοπτικά, μὲ βάση τὸ βιβλίο Πρακτικῶν τοῦ ἐν λόγῳ δημοτικοῦ συμβουλίου, τὴν ταυτότητα τοῦ τιμώμενου προσώπου: «Γουλιέλμος Μύλλερ (1794-1827). Γερμανὸς ποιητὴς φιλέλλην διεγείρας τὸν φιλελληνισμὸν τῶν συμπατριωτῶν. Ἀρ. πρωτοκόλου 266, 16 Ἰανουαρίου 1884».[1] Ἡ διευκρίνιση ἦταν ἀπαραίτητη γιὰ ἕναν βασικὸ λόγο: Σὲ ὅλα τὰ ὁδωνύμια τοῦ 1884 λείπει τὸ μικρὸ ὄνομα τοῦ τιμώμενου ἱστορικοῦ προσώπου. Μὲ τὸ ὄνομα «Μύλλερος» θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἐννοηθεῖ ὁ ἐξίσου γνωστὸς φιλέλληνας ἀρχαιολόγος Κάρολος Μύλλερ (Karl Otfried Müller, 1797-1840), ἀπὸ τὸ 1823 τακτικὸς καθηγητὴς στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Γκαίττινγεν (Göttingen), γνωστοῦ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βιζυηνοῦ ὡς Γοττίγγης, ὁ ὁποῖος τὸ 1839 ἐπισκέφτηκε τὴν Ἑλλάδα, προκειμένου νὰ συλλέξει ὑλικὸ γιὰ τὸ σχεδιαζόμενο ἔργο του σχετικὰ μὲ τὴν Ἱστορία τῆς <ἀρχαίας> ἑλληνικῆς γραμματείας μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ἕναν χρόνο ἀργότερα, κατὰ τὴν ἀντιγραφὴ ἀρχαιοελληνικῶν ἐπιγραφῶν στοὺς Δελφούς, ὑπέστη θερμοπληξία ποὺ τὸν ὁδήγησε στὸν θάνατο τὴν 1η Αὐγούστου 1840. Ὁ Κάρολος Μύλλερ ἐνταφιάστηκε στὸν λόφο τοῦ Ἱππίου (καὶ Ἱππείου) Κολωνοῦ, ἐπάνω ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Πλάτωνος. Μὲ πρωτοβουλία τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ σχέδια τοῦ Χὰνς Χριστιανοῦ Χάνσεν (Hans Christian Hansen, 1803-1883) ἀναγέρθηκε στὸν τάφο του τὸ Μνημεῖο-Μύλλερ. Γράφει σχετικὰ ἡ Ζ. Ἀντωνοπούλου: «Τὸ πρῶτο μνημεῖο τῆς νεότερης Ἀθήνας βρισκόταν ἐκτὸς σχεδίου πόλεως, στὴ σημερινὴ συνοικία τοῦ Κολωνοῦ. Στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου τοῦ Ἱππίου Κολωνοῦ ἀναγέρθηκε τὸ 1840 τὸ ἐπιτύμβιο μνημεῖο τοῦ Γερμανοῦ ἀρχαιολόγου Κάρολου Μύλλερ».[2] Τὸ 1924 ὁ Δῆμος Ἀθηναίων ἔδωσε τὸ ὄνομά του σὲ ὁδὸ κοντὰ στὸν λόφο τοῦ Κολωνοῦ: «Ὁδὸς Μύλλερ». Ἡ ταύτιση σχεδὸν τῶν ὁδωνυμιῶν τῶν δύο φιλελλήνων, τοῦ ποιητῆ Γουλιέλμου Μύλλερ στὸ σημερινὸ Μεταξουργεῖο (ὁδὸς Μυλλέρου) καὶ τοῦ ἀρχαιολόγου Καρόλου Μύλλερ στὸν Κολωνὸ (ὁδὸς Μύλλερ) ὁδήγησε, στὸ διάβα τοῦ χρόνου, ἐλλείψει τῆς ἀναφορᾶς τοῦ μικροῦ ὀνόματος, σὲ σύγχυση ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα τῶν προσώπων.[3] Τὸ πρόβλημα ἔλυσε μὲ τὶς διασαφήσεις ποὺ ἔδωσε στὰ Τοπωνυμικὰ τῶν Ἀθηνῶν ὁ Κ. Μπίρης. Ἀναφορικὰ μὲ τὴν ὁδὸ Μύλλερ στὸν Κολωνὸ γράφει: «Ὄτφριδ Μύλλερ (1797-1840). Γερμανὸς ἀρχαιολόγος, ἐνεργήσας ἀνασκαφὰς ἐν Δελφοῖς καὶ θανὼν ἐν Ἀθήναις».[4]

*

*

Ἐπανερχόμαστε στὴν ὁδὸ τοῦ ποιητῆ. Στὴ μετονομασία της, τὸ 1884, συνέβαλε προφανῶς ἡ ἀπόφαση, ἕναν χρόνο πρίν, ἀνέγερσης τοῦ Μνημείου-Γουλιέλμου Μύλλερ στὸ Ντέσσαου, τὴν πόλη ὅπου ὁ ποιητὴς γεννήθηκε καὶ πέθανε. Τὴν ἵδρυση τοῦ μνημείου εἰσηγήθηκε ὁ δούκας Friedrich τὴ χρονιὰ θανάτου τῆς χήρας τοῦ ποιητῆ. Ἡ διορισμένη γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἐπιτροπὴ ἀνέθεσε τὴν ὑλοποίηση τοῦ σχεδίου στὸν γλύπτη, ἀπὸ τὴν Δρέσδη, Χέρμαν Σοῦμπερτ (Hermann Schubert). Στὸ ἔργο συνεισέφεραν πολλοὶ Ἕλληνες ἰδιῶτες, ἰδιαιτέρως ἀνώτατα ἐπιστημονικὰ ἱδρύματα τοῦ ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅπως τὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, κρατικοὶ φορεῖς, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν στὴν Ἀθήνα, ἡ ἑλληνικὴ Πρεσβεία στὸ Βερολῖνο, ἐκπροσωπούμενη ἀπὸ τοὺς πληρεξούσιους ὑπουργοὺς Ἀλέξανδρο Ρῖζο Ραγκαβῆ καὶ Ἄγγελο Βλάχο, τὸ ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο καὶ ὁ βασιλιὰς Γεώργιος Α’. Ἀποφασιστικῆς σημασίας καὶ βαθιὰ συγκινητικὴ ἦταν ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀπαραίτητου γιὰ τὸ μνημεῖο μαρμάρου ἀπὸ τὰ ὄρη Πεντελικὸ καὶ Ταΰγετος. Τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ μνημείου, προτομὴ μὲ στυλοβάτη (ἢ βάθρο) [Postament] ἔγιναν στὶς 30 Σεπτεμβρίου 1891, τὴν 64η ἐπέτειο ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Μύλλερ. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ χρονικὴ σύμπτωση τῆς πρωτοβουλίας γιὰ ἕνα Μνημεῖο-Μύλλερ στὸ Ντέσσαου καὶ τῆς ὀνοματοδοσίας τῆς ὁδοῦ στὴν Ἀθήνα.

Στὶς ἐκδηλώσεις ποὺ διοργανώθηκαν στὴ γενέτειρά του γιὰ τὰ ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του (30 Σεπτ.-1 Ὀκτ. 1927), συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι τῆς ἑλληνικῆς κυβέρνησης, τῆς Ἀκαδημίας (Κωνσταντῖνος Καραθεοδωρῆ) καὶ τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (Ἰω. Καλιτσουνάκις). Ἐντοιχίστηκε ἀναμνηστικὴ πλάκα ἀπὸ πεντελικὸ μάρμαρο στὴν οἰκία, ὅπου πέθανε ὁ ποιητής, μὲ τὴν ἀκόλουθη δίγλωσση ἐπιγραφή: «ΤΩι ΓΟΥΛΙΕΛΜΩι ΜΥΛΛΕΡ / ΠΟΙΗΤΗι ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑιΣΜΑΤΩΝ / Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΩΝ» «DEM DICHTER DER GRIECHENLIEDER / WILHELM MÜLLER / IN DANKBARKEIT / DAS GRIECHISCHE VOLK».

Ὁ ἐξελληνισμὸς τοῦ ὀνόματος σὲ Μύλλερος (ἢ Μυλλέρος), γενικὴ Μυλλέρου, ὁδὸς Μυλλέρου, ἀκολουθεῖ μία διαδεδομένη τὸν 19ο αἰώνα τάση, ἰδιαιτέρως στὶς περιοχὲς τῆς λογοτεχνίας, τῶν ὁδωνυμίων καὶ τοπωνυμίων. Χαρακτηριστικὰ παραδείγματα εἶναι ὁ ἐξελληνισμὸς τῶν ὀνομάτων Chateaubriand (1768-1848) σὲ (ὁδὸ) Σατωβριάνδου, George Canning (1770-1827) σὲ (πλατεία) Κάννιγγος, Didot (1790-1876) σὲ Διδότου (δὲν ἐπικράτησαν ἀκραῖες μεταγραφές, ὅπως Goethe > Γότθης, Schiller > Σχίλλερος, Shakespeare > Σακεσπῆρος). Ἀναλόγως, ἡ πόλη Darmstadt, λ. χ., μετεγράφη σὲ Δαρμστάνδη. Στὴν ἀπόφαση τῆς 16ης Ἰανουαρίου 1884 τιμήθηκαν μὲ ὀνοματοδοσία ὁδοῦ, παράλληλα μὲ τὸν Μύλλερ, οἱ φιλέλληνες: Pierre Jean de Béranger (1780-1857), Βερανζέρου, Frederick North Guilford (1766-1827), Γκιλφόρδου, William Gladstone (1809-1898), Γλάδστωνος, Comte de Rigny (1782-1835), Δεριγνύ, Jean-Gabriel Eynard (1775-1863), Ἐινάρδου, François-René de Chateaubriand, Σατωβριάνδου, Charles Nikolas Fabvier (1783-1855), Φαβιέρου, καὶ Lodewijk van der Heyden (1772-1850), Χέϋδεν, ὅλοι συνδεδεμένοι μὲ τὸ αἴτημα καὶ τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας. Μοναδικοὶ ποιητὲς ἀνάμεσά τους, βάρδοι τῆς ἐλευθερίας, ἦταν ὁ Μύλλερ καὶ ὁ Βερανζέρος. Ἀξιοσημείωτο, ἐπίσης, εἶναι ὅτι ἡ ὁδὸς Μυλλέρου εἶναι ἡ κεντρικὴ ὁδὸς τῆς περιοχῆς «Νέα σφαίρα», στὴ δυτικὴ ἐπέκταση τῆς πόλης.

*

*

Ἐρχόμαστε στὸ ἱστορικὸ τῆς ἑνοποίησης αὐτῆς τῆς περιοχῆς μὲ τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, συνδεδεμένο μὲ τὴν ἱστορία τοῦ ρομαντισμοῦ στὸν 19ο αἰώνα. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀποχώρηση τῆς τουρκικῆς φρουρᾶς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, στὶς 31 Μαρτίου 1833, ποὺ σήμανε τὴν ἐπίσημη ἀπελευθέρωση τῆς πόλης, μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνακήρυξή της σὲ πρωτεύουσα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, στὶς 18 Σεπτεμβρίου 1834, τὴν ἄφιξη καὶ ἐγκατάσταση τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα στὴν Ἀθήνα, τὴν 1η Δεκεμβρίου 1834, ἀνετέθη στοὺς Ἔντουαρντ Σάουμπερτ (Eduard Schaubert, 1804-1860), Γερμανὸ ἀρχιτέκτονα, καὶ Σταμάτιο Κλεάνθη (1802-1862), ὁ ὁποῖος εἶχε σπουδάσει ἀρχιτεκτονικὴ στὴν Λιψία καὶ τὸ Βερολῖνο, ὁ σχεδιασμὸς τῆς νέας πόλης. Ὑπὸ τὸν βαρὺ ἥσκιο τοῦ λαμπροῦ παρελθόντος καὶ τῆς ρομαντικῆς ἀναγέννησης τοῦ κλασικοῦ πνεύματος, οἱ Σάουμπερτ καὶ Κλεάνθης πρότειναν ἕνα κατὰ βάση οὐτοπικὸ καὶ ἐν μέρει μόνο ὑλοποιήσιμο πολεοδομικὸ σχέδιο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ὁ μνημειώδης Παρθενώνας θὰ συνδεόταν ἄμεσα μὲ τὸ νέο ἀνάκτορο ποὺ θὰ οἰκοδομεῖτο στὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς πόλης, στὴ σημερινὴ πλατεία Ὁμονοίας. Ἡ ἀναμενόμενη ἀνάπτυξη τῆς εὐρύτερης, γύρω ἀπὸ τὴν πλατεία Ὁμονοίας, περιοχῆς προσείλκυσε τὸ ἐπενδυτικὸ ἐνδιαφέρον ἐπιχειρηματιῶν. Ὁ ἐκ Ρουμανίας φαναριώτης πρίγκηπας Γεώργιος Καντακουζηνὸς προέβη στὴν ἀγορὰ μιᾶς σειρᾶς «γηπέδων» (οἰκοπέδων) στὰ σύνορα τῆς νέας πόλης, ὅπου μὲ σχέδια τοῦ Χάνσεν οἰκοδομήθηκε τὸ «Μέγαρον» τοῦ Καντακουζηνοῦ, ἐπιβλητικὸ κτήριο καὶ ἐμπορικὸ κέντρο (1833-1835).[5] Μετὰ ἀπὸ ἀντιδράσεις τῶν Ἀθηναίων στὴν ὑλοποίηση τοῦ σχεδίου τῶν Σάουμπερτ καὶ Κλεάνθη, καὶ λόγω τοῦ τεράστιου κόστους ἀπὸ τὶς ἀναγκαῖες ἀπαλλοτριώσεις, ὁ Γερμανὸς ἀρχιτέκτονας Λέο φὸν Κλέντσε (Leo von Klenze, 1784-1864), ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ τροποποιήσει τὸ ἀρχικὸ σχέδιο, μετατόπισε τὴν οἰκοδόμηση τοῦ ἀνακτόρου πιὸ κοντὰ στὸν Παρθενώνα καὶ ἐπέφερε πλῆθος ἀλλαγῶν ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ πλάτους τῶν λεωφόρων καὶ τῶν παρακείμενων ὁδῶν. Ὅλες οἱ προσδοκίες τοῦ Καντακουζηνοῦ γιὰ ἀναβάθμιση τῆς περιοχῆς Ὁμονοίας γκρεμίστηκαν. Τὸ Μέγαρο ἐγκαταλείφθηκε, χωρὶς νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ οἰκοδόμησή του,[6] καὶ ἡ ἀνάπτυξη στὸν ἄξονα τῶν δυτικῶν ὁρίων τῆς πόλης ἀνεκόπη. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἐπικρατεῖ, σὲ γενικὲς γραμμές, μέχρι σήμερα. Ἡ περιοχή, γνωστὴ κάποτε μὲ τὴν ἀπαξιωτικὴ ὀνομασία Χεζολίθαρον, καὶ κατ’ εὐφημισμὸν Χρυσολίθαρον,[7] τὸ γνωστὸ σήμερα Μεταξουργεῖον, εἶναι ἱστορικὰ καὶ γεωγραφικὰ ἰδιαίτερης σημασίας. Ὅπως δείχνει ὁ χάρτης τοῦ Ferdinard Altenhoven (1837), νοτίως τοῦ Μεταξουργείου βρίσκεται τὸ ἀρχαῖο Δίπυλον, ἡ πύλη εἰσόδου στὸν Κεραμεικό, στὸ ἀρχαῖο νεκροταφεῖο καὶ τὰ ἐργαστήρια κεραμικῆς. Δίπυλον εἶναι τὸ σταυροδρόμι, ὅπου καταλήγουν οἱ ὁδοὶ ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν Ἐλευσίνα (Ἱερὰ ὁδός). Ἡ πύλη εἰσόδου τοῦ τείχους Χασεκῆ, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ, ὀνομαζόταν Γύφτικη πόρτα, ἀπὸ τὴν ὕπαρξη προφανῶς πολλῶν σιδηρουργείων. Πλάι στὸ Δίπυλον βρίσκεται ὁ Ἀγοραῖος Κολωνός, ἡ δυτικὴ πλευρὰ τῆς ἀρχαίας Ἀγορᾶς, μὲ τὸν ναὸ τοῦ Ἡφαίστου, καὶ δυτικὰ ὁ Ἵππιος Κολωνός, μὲ τὰ ἴχνη τοῦ ὁδοιπόρου Οἰδίποδα καὶ τὴν πλούσια βλάστηση στὶς ὄχθες τοῦ πολυύμνητου, ἀπὸ τὸν Σοφοκλῆ μέχρι τὸν Φρειδερῖκο Χαίλντερλιν, Κηφισοῦ ποταμοῦ. Τὸ Χρυσολίθαρον εἶναι ὁ συνδετικὸς κρῖκος τοῦ μύθου καὶ τῆς ἱστορίας, τῆς περιοχῆς ἐκτὸς καὶ τῆς περιοχῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς πόλης, τῆς ἀγροτικῆς καὶ τῆς ἀστικῆς ἀνάπτυξης. Ἐκεῖ, στὴν ἀμφίσημη περιοχὴ τοῦ ὄχι ἀκόμη καὶ τοῦ ὄχι πλέον, τοῦ κλασικισμοῦ καὶ τοῦ ρομαντισμοῦ, στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, τοποθετήθηκε ἡ ὁδὸς Μυλλέρου, σὰν πίνακας ξεχωριστὸς στὸν τοῖχο τοῦ Μεγάρου Καντακουζηνοῦ καὶ τῶν ματαιωμένων προσδοκιῶν.

*

*

Τὸ σχέδιο-Κλέντσε (1834) ἐπεξέτεινε τὰ ὅρια τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν στὶς περιοχὲς Χρυσολίθαρου, Βάθης, Ἐξαρχείων, Νεαπόλεως, καὶ ὅριζε τὴν ὁδὸ Φειδίου, ἡ ὁποία ἀργότερα μετονομάστηκε σὲ ὁδὸ Κεραμεικοῦ, δυτικὸ σύνορο τῆς πόλης. Τὸ 1884 ἡ Κεραμεικοῦ κοσμήθηκε, ὅπως εἴδαμε, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Μύλλερ, τοῦ Ἕλληνα-Μυλλέρου, μὲ ἐμφανεῖς τοὺς συνειρμοὺς ἀνάμεσα στὸν ποιητή, τὸν πρώιμο θάνατό του καὶ τὸν νοερὸ ἐνταφιασμό του στὸν Κεραμεικό, τὸ σύμβολο τοῦ ἀρχαίου ἐνταφιασμένου πνεύματος καὶ τῆς προσδοκώμενης ἀνάστασής του. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1830 ὁ δρόμος ἦταν γνωστὸς γιὰ τὰ σφαγεῖα καὶ τὰ ἐλαιοτριβεῖα του. Ἡ ἔνταξή του στὸ σχέδιο τῆς πόλης σήμαινε αὐτομάτως τὴν αὔξηση τῆς τιμῆς τῶν οἰκοπέδων, παρ’ ὅτι οἱ χάρτες τῆς ἐποχῆς δὲν ἀναφέρουν ἀκόμη τὴν περιοχὴ μὲ ξεχωριστὸ ὄνομα. Μέχρι τὸ 1854, δηλαδὴ εἴκοσι χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἔνταξη στὸν ἀστικὸ ἱστό, ἔχουν οἰκοδομηθεῖ ἐπὶ τῆς Μυλλέρου μόλις τέσσερα οἰκοδομικὰ τεμάχια. Δεσπόζον κτήριο εἶναι, καὶ θὰ παραμείνει, τὸ Μέγαρο Καντακουζηνοῦ. Οἱ προοπτικὲς ἀνάπτυξης ἑλκύουν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κόμητος Μπότσαρη, ὁ ὁποῖος κτίζει, πιθανῶς τὸ 1834, πλάι στὸ Μέγαρο, μεγαλοπρεπὴ ἔπαυλη (villa).[8] Τὸ ἀρχιτεκτονικὸ ὕφος διατηρεῖ τὶς αὐστηρὲς γραμμὲς τοῦ ἑλληνικοῦ σπιτιοῦ πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ νεοκλασικισμοῦ καὶ δίνει τὸν τόνο ἁρμονικοῦ διαλόγου μὲ τὸ γειτονικὸ Μέγαρο σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Μύλλερ. Ἡ κόμισσα Μπότσαρη (Botsáris) εἶναι ἐγγονὴ τοῦ ἥρωα τῆς ἐπανάστασης Μάρκου Μπότσαρη.[9] Ἡ διώροφη villa, ἀνακαινισμένη μὲ ἀπόφαση τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, ὀνομάζεται σήμερα —σύμφωνα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ τελευταίου ἰδιοκτήτη, ἀρχιτέκτονα καὶ πολεοδόμου, Ἀριστομένη Προβελέγγιου (1914-1999), ἀπόγονου, ἐπίσης, τοῦ Μάρκου Μπότσαρη– οἰκία Προβελέγγιου (σήμερα Μυλλέρου 24 καὶ Κεραμεικοῦ) καὶ θεωρεῖται μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες οἰκίες τοῦ 19ου αἰώνα. Ἡ ἑπόμενη γνωστή, ἐπίσης, οἰκία τῆς Μυλλέρου, κτισμένη ὁμοίως τὸ 1834, στὴ νότια ἀπόληξη τῆς ὁδοῦ (σήμερα Μυλλέρου καὶ Πειραιῶς 68), ἀνῆκε στὴν δούκισσα Sophie de Marbois-Lebrun (1775-1854), γνωστὴ ὡς δούκισσα τῆς Πλακεντίας (Piacenza): ἐξέχουσα φιλελληνίστρια, θαρραλέα καὶ πιστὴ φίλη τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, ἡ ὁποία κάθε χρόνο ἐξασφάλιζε τὰ ἔξοδα διατροφῆς σὲ δώδεκα ὀρφανὲς κόρες ἀγωνιστῶν τοῦ 1821. Τὸ 1847 ἡ οἰκία της κάηκε καὶ καταστράφηκε ὁλοσχερῶς. Ξανακτίστηκε ὡς οἰκία Κ. Βράνη τὸ 1853. Ἐκεῖ, τὸ 1856, μετεγκαταστάθηκε, ἀπὸ τὴν ὁδὸ Κεραμεικοῦ, τὸ πρῶτο στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ὀρφανοτροφεῖο, τὸ Ὀρφανοτροφεῖο Χατζηκώνστα (ἀπὸ τὸ ὄνομα τῶν δωρητῶν Γεωργίου καὶ Αἰκατερίνης Χατζηκώνστα). Τὸ 1860 ἐφιλοξενοῦντο στὸ ἵδρυμα ἑξήντα παιδιὰ ἡλικίας 6-18 ἐτῶν, τὸ 1870 ἑκατὸ καὶ τὸ 1883 διακόσια εἴκοσι. Οἱ τρόφιμοι εἰδικεύοντο σὲ χειρωνακτικὰ ἐπαγγέλματα καὶ ἡ πληθωριστικὴ παρουσία τους συνέβαλε στὴν ἵδρυση πολλῶν ἐργαστηριακῶν μονάδων στὴν περιοχή. Μὲ τὴν περιδιάβαση, ὣς τώρα, τοῦ ὁδικοῦ ἄξονα τῆς Μυλλέρου, μποροῦμε, ἀναλογικά, νὰ κάνουμε λόγο γιὰ μία ἄτυπη τριλογία: οἰκία Καντακουζηνοῦ, οἰκία Προβελέγγιου, οἰκία Βράνη.

*

*

Τὸ 1852 ἡ λονδρέζικη ἐμπορικὴ ἑταιρεία «Augustus Wrampe & Co.» ἀγόρασε τὸ Μέγαρο Καντακουζηνοῦ, γιὰ νὰ ἱδρύσει ἐκεῖ τὸ πρῶτο ἀτμοκίνητο ἐργοστάσιο ἐπεξεργασίας μεταξιοῦ (μεταξουργεῖο). Οἱ συνθῆκες ἦταν εὐνοϊκές. Στὴν Ἀθήνα ὑπῆρχε, ἀπὸ τὸ 1847, Σχολὴ τεχνιτῶν μετάξης, ἐνῶ λειτουργοῦσε ἤδη, στοὺς πρόποδες τοῦ Λυκαβητοῦ, τὸ μεταξοϋφαντήριο τοῦ Π. Στεφανόπουλου. Στὴν περιφέρεια ὑπῆρχε ἤδη πλούσια καλλιέργεια μεταξοσκώληκα, περιορισμένη, ὡστόσο, στὴν οἰκογενειακὴ βιοτεχνικὴ παραγωγή. Ἡ ἑταιρεία παρήγγειλε ἀπὸ τὴν Λυών, σπουδαῖο κέντρο μεταξουργίας, τὰ μηχανήματα τοῦ ἐργοστασίου, μὲ τὴ φιλοδοξία νὰ ἱδρύσει τὴ μεγαλύτερη βιομηχανικὴ μονάδα στὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἀντίστροφη μέτρηση ἄρχισε μὲ τὴν καταστροφή, ἀπὸ πυρκαγιά, τῆς στέγης καὶ τοῦ ὀρόφου τῆς δυτικῆς πτέρυγας τοῦ οἰκοδομήματος. Στὶς 20 Αὐγούστου 1853, πρὶν περατωθοῦν οἱ ἐπισκευαστικὲς ἐργασίες καὶ ἐγκαινιαστεῖ ἡ λειτουργία τοῦ ἐργοστασίου, ἡ ἑταιρεία κήρυξε πτώχευση. Τὸ οἰκοδόμημα ἐκποιήθηκε σὲ πλειστηριασμὸ ποὺ ὁδήγησε σὲ ἀναγκαστικὴ κατάσχεση. Ὡστόσο, οἱ ἀρνητικὲς συγκυρίες δὲν ἐνθαρρύνουν τοὺς ἐπενδυτὲς στὴν ἀγορὰ τοῦ κτηρίου. Ἀπὸ τὰ ἕξι μεταξουργεῖα ποὺ ὑπῆρχαν στὴν Ἑλλάδα, μετὰ τὸ 1837, λειτουργοῦσαν μόνο τὰ δύο. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου (1853-1856) καὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ Πειραιᾶ ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῆς ἀγγλογαλλικῆς κατοχῆς. Ἀπὸ τὸν Ἰούλιο (πιθανόν) μέχρι τὸν Νοέμβριο τοῦ 1854 τὸ κτήριο μετατρέπεται σὲ Νοσοκομεῖο χολεριώντων, τῶν προσβεβλημένων ἀπὸ τὴν ἐπιδημία ποὺ ἔχει ξεσπάσει. Ταυτόχρονα, στὶς 23 Ἰουλίου, τὸ ἐργοστάσιο μεταβιβάζεται σὲ ὁμάδα ἐπιχειρηματιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων στὸν Καλαρρυτινὸ ἐπιχειρηματία Ἀθανάσιο Δουρούτη (1816-1901), ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὸν περαιτέρω ἐξοπλισμὸ καὶ τὴ λειτουργία τοῦ ἐργοστασίου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμία «Σηρικὴ Ἑταιρεία τῆς Ἑλλάδος Ἀθανάσιος Γ. Δουρούτης & Σία». Ὁ σκοπὸς εἶναι, ὅπως ἀναφέρεται στὸ συμβόλαιο ποὺ συνετάχθη στὶς 6 Αὐγούστου 1854, «ἡ ἀνάπτυξις καὶ βελτίωσις τῶν Μωρεῶν πρὸς σύστασιν Βομβυκοτροφείου πρὸς ἀναπηνισμὸν τῆς Μετάξης κατὰ τὰς νεωτέρας μεθόδους τῆς Γαλλίας».[10] Εἶναι τὸ πρῶτο ἀτμοκίνητο ἐργοστάσιο στὴν Ἑλλάδα. Ὅμοιό του δὲν ὑπῆρχε «ἐν αὐτῇ τῇ ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ ὡς πρὸς τὸ μέγεθος τῶν μηχανῶν». Ἀπασχολοῦσε τριακόσια κορίτσια (ἀπὸ δώδεκα ἐτῶν), τὶς λεγόμενες ἀναπηνίστριες.[11] Τὴν ἐκπαίδευσή τους εἶχε ἀναλάβει Γάλλος εἰδικὸς καὶ πέντε Γαλλίδες ἀναπηνίστριες. Στὶς σημειώσεις τοῦ Ἰωάννη Δουρούτη (1890-1895) σχετικὰ μὲ τὸ ἱστορικὸ τοῦ μεταξουργείου διαβάζουμε ὅτι ἡ παρουσία τόσων κοριτσιῶν σήμανε συναγερμὸ στοὺς κύκλους «μόρτηδων, κουτσαβάκηδων, ἀντάμηδων,[12] τραμπούκων καὶ στρατιωτῶν τοῦ παραπλεύρως στρατώνα», οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν παντὶ μέσῳ καὶ τρόπῳ τὶς ὀχλήσεις. Ἡ διεύθυνση τοῦ μεταξουργείου ζήτησε ἀπὸ τὴν Ἀστυνομία τὴν ἄδεια νὰ κλείσει τὴν Κεραμεικοῦ (κατόπιν Μυλλέρου) σὲ ὅλο τὸ μῆκος της μὲ δύο μεγάλες δίφυλλες σιδερένιες θύρες. Τὸ ἴδιο ζητᾶ ὁ ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν Ρήγας Παλαμήδης τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1854 ἀπὸ τὸν Διευθυντὴ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς «πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐνταῦθα ἐργοστασίου» μὲ τὴν ἀπομόνωσή του ἀπὸ γείτονες καὶ περαστικούς. Ὁ περιορισμὸς αἴρεται τὸν Ἰούλιο τοῦ 1858 ὕστερα ἀπὸ διαμαρτυρίες τῶν περιοίκων. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου (1857) καὶ τὴν ἄρση τῶν περιορισμῶν, οἱ μέτοχοι ἀποφασίζουν, παρὰ τὶς οἰκονομικὲς δυσχέρειες, τὴ διεύρυνση τοῦ ἐργοστασίου μὲ τὴ λειτουργία ἀτμοκίνητων ἀλευρόμυλου καὶ ἐλαιοτριβείου, σιδηρουργείου καὶ ξυλουργείου. Ἡ Ἑταιρεία βραβεύεται σὲ παγκόσμιες ἐκθέσεις καὶ ἀπὸ τὸν βασιλέα Γεώργιο Α’ γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ μεταξιοῦ. Τὸ 1866 ἱδρύεται, ἐπὶ πλέον, ἀρτοποιεῖο γιὰ «ἄρτον καὶ ζυμαρικά». Ὡστόσο, γεγονότα ὅπως ἡ ἀσθένεια τῶν μεταξοσκωλήκων καὶ ἡ γενικότερη κρίση στὸν τομέα τῆς μεταξοκλωσίας ἐπηρεάζουν ἀποφασιστικὰ τὴν οἰκονομία τοῦ μεταξουργείου. Παρὰ τὰ διαβήματα τοῦ Δουρούτη στὴ βασιλικὴ Αὐλὴ καὶ τὶς ἐνέργειες γιὰ σύναψη δανείου, τὸ ἐργοστάσιο διακόπτει τὴ λειτουργία του τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1874. Σταδιακά, καὶ μέχρι τὸ 1875, ἀναστέλλεται ἡ λειτουργία ὅλων τῶν τμημάτων.

*

*

Τί ἀπέγιναν οἱ τριακόσιες ἀνώνυμες νεαρὲς ἀναπηνίστριες ποὺ ἔγραψαν μὲ ἰώβεια ὑπομονὴ τὴ δική τους ρομαντικὴ ἱστορία τοῦ μεταξιοῦ; Διασώζεται ἄρα γε κάποια προσωπικὴ μαρτυρία;

Ἂς περιδιαβάσουμε νοερὰ στὴν Κεραμεικοῦ, μετέπειτα ὁδὸ Μυλλέρου, στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 19ου αἰώνα. Μποροῦμε νὰ ἀναπλάσουμε τὴν εἰκόνα. Οἱ φωνὲς διακοσίων περίπου ἀγοριῶν ἀπὸ τὸ Ὀρφανοτροφεῖο στὸ νότιο ἄκρο τῆς ὁδοῦ, ποὺ τρέχουν, φιλονικοῦν, τραγουδοῦν, περπατοῦν πάνω-κάτω καὶ ἀνακατεύονται μὲ τὸ ἀνάλογο πλῆθος νεαρῶν ἀναπηνιστριῶν, ἀπόβραδο, μετὰ τὴ λήξη τῆς βάρδιάς τους, καθὼς ἐπιστρέφουν στὸ σπίτι τους. Οἱ γονεῖς τους εἶναι κυρίως πρόσφυγες ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἐσωτερικοὶ μετανάστες ποὺ ἦλθαν στὴν πρωτεύουσα, τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, μὲ τὴν ἐλπίδα μιᾶς καλύτερης ζωῆς. Γιὰ τὰ κορίτσια δὲν ὑπάρχει ἄλλη προοπτικὴ ἐκπαίδευσης καὶ ἐργασίας ἢ ἀπασχόλησης πέρα ἀπὸ τὸ ἐργοστάσιο καὶ τὸ νοικοκυριό. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ ὀρφανὰ ἀγόρια ἐργάζονται ἤδη ἀπὸ τὰ ἕξι τους χρόνια σὲ ὑποδηματοποιεῖα, καροποιεῖα, ἁμαξοποιεῖα, σιδηρουργεῖα ποὺ φυτρώνουν καὶ γρήγορα θεριεύουν ἀνάμεσα σὲ φτωχικὰ σπίτια καὶ πρόχειρα καταλύματα στὴν περιοχὴ τοῦ Χρυσολίθαρου, ὅπως φανερώνει ὁ χάρτης τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν τοῦ Γερμανοῦ μηχανικοῦ C. von Strantz (1862).

Ἡ εὐρύτερη περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ ἐργοστάσιο μετονομάζεται σταδιακὰ σὲ Μεταξουργεῖο. Ἡ φυσιογνωμία τοῦ συνοικισμοῦ σχηματίζεται ἀπὸ τὴ συνύπαρξη ἐργαστηρίων, βιοτεχνικῶν μονάδων, ἐργοστασίων καὶ οἰκιῶν. Μέχρι τὴν ἀναστολὴ τῆς λειτουργίας του, τὸ 1875, τὸ μεταξουργεῖο διαδραματίζει ρόλο κόμβου ἀνάμεσα στὸν παραγωγικὸ καὶ τὸν οἰκιστικὸ ἱστό: Ἄνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἐπέκταση τῆς παραγωγικῆς ζώνης πρὸς τὰ δυτικὰ καὶ ταυτόχρονα κατακλύζεται ἀπὸ πολυάριθμες κατοικίες. Ὁ ἐπιδρασιακός του ρόλος ὑπερέβη κατὰ πολὺ τὸν χρόνο τῆς λειτουργίας του.

Μία ἀκόμη νοερὴ εἰκόνα: Τὸ 1865 ὁ βασιλιὰς Γεώργιος Α’ ἐπισκέπτεται τὴν ὁδὸ Κεραμεικοῦ, στέκεται προφανῶς μπροστὰ στὴν οἰκία Προβελέγγιου, ἐπισκέπτεται τὸ Ὀρφανοτροφεῖο καὶ τὸ ἀπὸ τριετίας λειτουργοῦν «ἁμαξοποιεῖον Γαλλιάνη». Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν τὸ διασημότερο στὴν Ἀθήνα. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰώνα συναντοῦμε ἐπὶ τῆς Μυλλέρου τέσσερεις τέτοιες βιοτεχνίες. Ἡ δεύτερη πιὸ γνωστή, ἂν καὶ παλαιότερη, εἶναι αὐτὴ τῶν ἀδελφῶν Ρώσση (1861), ἐπίσημων προμηθευτῶν τῆς βασιλικῆς Αὐλῆς. Στὸ χριστουγεννιάτικο διήγημά του «Φιλόστοργοι» (1895) ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἀναφέρεται στὴν περιοχὴ τοῦ Μεταξουργείου, ἐκεῖ ὅπου ὁ ἥρωάς του, ὁ θεῖος Στέργιος Παρκιώτης, «<ε>ἶχε πάρει ἀπὸ τὸ Νηπιακὸν Ὀρφανοτροφεῖον (ἴσως εἶναι πολλοὶ ὅπου φοβοῦνται νὰ διέλθωσιν ἔξωθεν τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου, καὶ δὲν ἠξεύρουν ποῦ τῶν Ἀθηνῶν κεῖται), εἶχεν πάρει ἓν ἔκθετον κατ’ ἀρχάς, εἶτα δεύτερον, καὶ τρίτον, εἶτα τέταρτον καὶ πέμπτον».[13] Ἡ περιοχὴ ἀπαντᾶ καὶ στὸ μυθιστόρημα τοῦ Κωνσταντίνου Χριστομάνου Ἡ κερένια κούκλα (1911). Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις οἱ συγκινητικὰ ἀπεικονιζόμενοι πρωταγωνιστὲς εἶναι φτωχοὶ κάτοικοι τοῦ Μεταξουργείου.

Τὴν ἐποχὴ τοῦ διηγήματος τοῦ Παπαδιαμάντη διανοίγονται, κάθετα στὴν Μυλλέρου, οἱ ὁδοὶ Γερμανικοῦ καὶ Γιατράκου (1892-1904). Κατὰ συνέπεια, τμῆμα τοῦ κτηρίου Καντακουζηνοῦ, ἐπὶ τῆς Μυλλέρου, γκρεμίζεται. Ἀκολουθεῖ ὁριζόντια διαίρεσή του σὲ χώρους καταστημάτων (1ος ὄροφος) και κατοίκησης (2ος ὄροφος). Τὸ 1893 περιέρχεται, ὡς δωρεὰ τῶν κληρονόμων, στὸν Δῆμο Ἀθηναίων. Σὲ γενικὲς γραμμὲς διατηρεῖ τὸ σχέδιο τοῦ ἐμπορικοῦ κέντρου, τῆς πρώτης ἐν Ἀθήναις κλειστῆς ἀγορᾶς, ὅπως ἀποτυπώθηκε στὴ γραφίδα τοῦ Χριστιανοῦ Χάνσεν (1833).

~.~

Στατιστικὴ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσοπολέμου, 75 χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ ἐργοστασίου, δείχνει ὅτι ἡ ὁδὸς Μυλλέρου παραμένει ἡ κύρια ἕδρα τῶν ἐργαστηρίων καὶ τῶν οἰκογενειακῶν ἐπιχειρήσεων. Οἱ περισσότερες κατοικίες ἀνήκουν στὸ νεοκλασικὸ ἰδίωμα. Ἀλλὰ καὶ τὰ ὑστερότερα κτίσματα, μέχρι τὸ 1945, διατηροῦν τὴ νεοκλασικὴ μορφολογία, ἐνῶ ἀρκετὰ ἀποτελοῦν ἀξιόλογα δείγματα τοῦ μεσοπολεμικοῦ μοντερνισμοῦ. Ἡ ρομαντικὴ ἅμαξα ἀντικαθίσταται σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο (ἀνταλλακτικά, ἐλαστικά, ἁμαξώματα, μηχανὲς κ.λπ.). Ταυτόχρονα οἰκοδομοῦνται μεγάλα ἐμπορικὰ κέντρα, ὅπως τὸ Μέγαρο Μυλλέρου (ἡ λεγόμενη σήμερα Τσάινατάουν, Μυλλέρου καὶ Ἀγησιλάου 43-45), καὶ πολυώροφα κτήρια. Ὡστόσο, ἡ συνοικία παραμένει ὑποβαθμισμένη. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β’ παγκόσμιου πολέμου καὶ τῆς Κατοχῆς τὸ Μεταξουργεῖο παραλύει ὡς ἐμπορικὸς κόμβος. Τὸ 1944 τὸ κτήριο τοῦ Καντακουζηνοῦ καταλαμβάνεται ἀπὸ μαχητὲς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντίστασης καὶ χρησιμοποιεῖται ὡς βάση ἐπιχειρήσεων τοῦ Ε.Λ.Α.Σ.

*

*

Μεταπολεμικά, οἱ συγκοινωνιακοὶ κόμβοι ποὺ περιβάλλουν τὴν περιοχή, οἱ διαρκῶς αὐξανόμενοι ρῦποι στὸ περιβάλλον παράλληλα μὲ τὴν ἠχορρύπανση, καθὼς καὶ ὁ ἀμφιλεγόμενος χαρακτήρας ἀνάμεσα στὴν οἰκιστικὴ καὶ βιοτεχνικὴ περιοχή, ἀπέτρεψαν τοὺς νέους ἐπενδυτές. Στὰ τελευταῖα πενήντα χρόνια ἀνεκόπη πλήρως ἡ οἰκοδομικὴ δραστηριότητα παρὰ τὴν ὕπαρξη πολλῶν ἀνοικοδόμητων οἰκοπέδων. Τὸ Μεταξουργεῖο περιέπεσε σὲ μὴ κατοικήσιμη συνοικία, κατάλληλη μόνο γιὰ χῶρο ἐλεύθερης στάθμευσης αὐτοκινήτων. Τὶς νυκτερινὲς ὥρες δέσποζε ἡ εἰκόνα τῶν ἀφώτιστων δρόμων μὲ τὰ πορνεῖα καὶ τοὺς ἐν σπουδῇ διερχόμενους ἐπισκέπτες. Ποιός διέκρινε ἄρα γε ἀκόμη τὴν ὁδοσήμανση μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «ΟΔΟΣ ΜΥΛΛΕΡΟΥ»; Ποιός θυμᾶται ἀκόμη τὸν Μύλλερο τῶν Ἑλλήνων; Ἀκόμη καὶ ἡ ταύτιση τῆς ὁδοῦ μὲ τὸν ποιητὴ παραμένει σήμερα ἄγνωστη στοὺς περισσότερους μελετητές. Στὸ δοκίμιό του Μεταξουργεῖο-Κολωνός. Νοσταλγία καὶ πραγματικότητα ὁ Β. Ἀγγελίδης ἀναφέρεται στὴ μετονομασία τῆς Κεραμεικοῦ σὲ ὁδὸ Μυλλέρου, χωρὶς νὰ ὑποπτεύεται τὴν τιμητικὴ δεξίωση τοῦ ποιητῆ στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν.[14] Ὁ Ἀριστοτέλης Κουρτίδης, λόγιος τῆς Ἀθηναϊκῆς Σχολῆς τοῦ 1880 καὶ διακεκριμένος ἐπιστήμονας, ὁ ὁποῖος ἐκπόνισε διδακτορικὴ διατριβὴ στὴν Ἰένα, ἔγραψε τὸ 1928 στὸ ἔγκριτο περιοδικὸ Νέα Ἑστία: «Ὡς πρὸς τὸν Μύλλερ ἡ Ἑλλὰς ἔπαθε τὴν ψυχικὴν νέκρωσιν τῆς ἀμνησίας. Ὁ ψάλτης τῶν Ἑλλήνων […], ὁ ποιητὴς τοῦ ὁποίου τὰ φλογερὰ τραγούδια ἔστειλαν τόσους εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν ὑπερτάτην θυσίαν […], δὲν ἔγινε ἀκόμη ἄξιος ὄχι μιᾶς πλατείας, ὄχι μιᾶς λεωφόρου, ὄχι μιᾶς ὁδοῦ, ἀλλ’ οὔτ’ ἑνὸς ἀδιέξοδου δρομίσκου».[15] Γενικότερα, σὲ καμία μονογραφία καὶ ἀναφορὰ στὴν ἱστορία τοῦ Μεταξουργείου καὶ τὴν συγκεκριμένη ὁδό, πλὴν ὅσων ἀναφέρθηκαν, δὲν ἐξηγεῖται ἢ τίθεται ὡς ἐρώτημα ἡ προέλευση τοῦ ὁδωνυμίου, ἡ ταυτότητα τοῦ λησμονημένου πλέον «Μυλλέρου».

~.~

Ἀπὸ τὸ 2004 στὴ ζοφερὴ ἀτμόσφαιρα διαλάμπει φῶς ὀρθρινὸ καὶ ἴσως, τὴ φορὰ αὐτή, ἀνέσπερο. Τὸ ἐπὶ δεκαετίες ἐγκαταλελειμμένο κτήριο τοῦ μεταξουργείου ἀνακαινίζεται μὲ πρωτοβουλία τοῦ Δήμου Ἀθηναίων καὶ μετατρέπεται σὲ Δημοτικὴ Πινακοθήκη. Στὴ νέα Πινακοθήκη ἀνήκουν 3.000 πίνακες Ἑλλήνων καλλιτεχνῶν τῶν δύο τελευταίων ἑκατονταετιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς τάσεις καὶ «σχολές». Ἀναλόγως συνεισφέρει μὲ τὸ ἀνάλαφρο βάρος του ἕνα νεωτερικὸ κτηριακὸ συγκρότημα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἐξ ἴσου ἀνάλαφρο ἥσκιο τοῡ ἐκσυγχονισμένου πρώην Μεγάρου Καντακουζηνοῦ. Στὴ συνοικία ἀνοίγονται χῶροι ἐκθεσιακοί, θέατρα, ἑστιατόρια, καφενεῖα, ὅλα μὲ ἀξιώσεις ποιοτικῆς προσφορᾶς. Οἱ νέοι ἐπισκέπτες εἶναι πάσης ἡλικίας ἐραστὲς καὶ θεράποντες τῆς τέχνης. Οἱ ἀναπλασμένες πλατεῖες ἀνάμεσα στὰ ἐρειπωμένα σπίτια ἐναρμονίζουν τὴ σύγχρονη ὄψη μὲ αὐτὴν τοῦ παρελθόντος, συνενώνουν τὴν ὁδὸ Μυλλέρου μὲ τὸ ἱστορικὸ κέντρο τῆς πόλης, μὲ τὰ κεντρικὰ καὶ περιφερειακὰ μουσεῖα της, τὶς ὁδοὺς μὲ τὰ ἔνδοξα ὀνόματα τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν νεώτερων χρόνων, μὲ αὐτὰ ποὺ ὁ Γουλιέλμος Μύλλερ διαλέγεται καὶ θὰ διαλέγεται αἰωνίως. Ὁ δρόμος, ὡστόσο, γιὰ τὴν ἀνάπλαση τῆς εἰκόνας τῆς συνοικίας εἶναι μακρύς.

Ἐμπορικὸ κέντρο, μεταξουργεῖο, Νοσοκομεῖο χολεριώντων, πολυκατοικία, ἐγκαταλελειμμένο κτήριο, Φρουραρχεῖο καὶ ὁρμητήριο τῆς Ἀντίστασης, Πινακοθήκη: Τὸ κτήριο καὶ ὁ δρόμος του ἀκολουθοῦν τὰ δύσκολα βήματα τῆς πολύπλαγκτης πόλης στὴν ἀπόκτηση ἑνὸς προσώπου ἱστορικοῦ, προσανατολισμένου ταυτόχρονα στὸ μέλλον, ὅπως εἶχε εὐχηθεῖ, ἑλληνομνήμων καὶ ἑλληνόφρων, ὁ Γουλιέλμος Μύλλερ.

~.~

Ποιός τὸν θυμᾶται σήμερα; Τὸ ἱστορικὸ Μουσεῖο τῆς πόλης καὶ ὁ Δῆμος Ἀθηναίων ἔχουν ἠθικὸ καὶ ἱστορικὸ χρέος νὰ διατηρήσουν τὴ μνήμη τῶν προσώπων ποὺ βοήθησαν στὴν ἀναγέννηση τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας καί, μαζί, τοῦ πάλαι ποτε κλεινοῦ ἄστεως, τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Ὅπως συνηθίζεται σὲ πολλὲς πρωτεύουσες καὶ ἱστορικὲς πόλεις τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁδοσημάνσεις τιμωμένων προσώπων πρέπει νὰ συνοδεύονται ἀπὸ σύντομη ἐπεξηγητικὴ ἀναφορά: πλῆρες ὄνομα, χρονολογία γέννησης καὶ θανάτου, ἰδιότητα. Στὴν περίπτωση τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου θὰ ἀρκοῦσε ἡ ἔνδειξη: «Wilhelm Müller (1794-1827). Φιλέλληνας Γερμανὸς ποιητής». Πολύτιμη χειρονομία καὶ ἀντίπραξη στὴν ἀνοικτίρμονα, ἰσοπεδωτικὴ μηχανὴ τοῦ χρόνου.

~.~

Οἱ ἀλλεπάλληλες ἐδῶ καὶ ὀχτὼ χρόνια κρούσεις καὶ ὑποβολὲς αἰτήσεων στὰ ἁρμόδια τμήματα τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, μὲ τελευταῖο ἀποδέκτη τὸ Τμῆμα Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς, γιὰ την τυπική, ἱστορικά, ὅμως, οὐσιαστικὴ αὐτὴ προσθήκη στὴν ὁδοσήμανση τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου, ἔχει πέσει ὣς τὰ σήμερα στὸ κενό. Ἀκόμη καὶ στοὺς ἑορτασμοὺς τῶν 200 χρόνων ἀπὸ τὸν ξεσηκωμὸ ὁ Μύλλερ ἦταν ἀπών. Τὸ ὁδοιπορικὸ ποὺ ἐπιχειρήθηκε ἐδῶ ἂς θεωρηθεῖ ἐλάχιστος φόρος τιμῆς στὸν «ἀνέσπερο Ἕλληνα», τὸν ποιητὴ τῶν περισσοτέρων «τραγουδιῶν» ποὺ γράφτηκαν ποτὲ γιὰ τὴν Ἑλλάδα.

ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

*


  • Ἀνακοίνωση στὸ Συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε ἡ «Διεθνὴς Ἑταιρεία Wilhelm Müller» μὲ θέμα Wilhelm Müller καὶ ὁ φιλελληνισμός (Βερολῖνο, 22-23 Νοεμβρίου 2013): Simeon G. Stampoulou, «Die Geschichte der Müller-Straße in Athen». Στό: Marco Hillemann/Tobias Roth (ἐπιμ.): Wilhelm Müller und der Philhellenismus. Frank & Timme Verlag für wissenschaftliche Literatur, Berlin 2015, 237-251.
Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Κώστας Ἠ. Μπίρης: Τοπωνυμικὰ τῶν Ἀθηνῶν. Ἔκδοσις «Ἀττικοῦ», Ἀθῆναι 1945, 148-149.
[2] Γιὰ τὸ Μνημεῖο-Μύλλερ βλ. ἀναλυτικά: Ζ. Ἀντωνοπούλου, Τὰ γλυπτὰ τῆς ἈθήναςὙπαίθρια γλυπτική 1834-1904. Ἐκδ. Ποταμός, Ἀθήνα 2003, 16, ὅπου ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία καὶ πληροφορίες γιὰ τὸ ἱστορικὸ τοῦ σχεδιασμοῦ καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ μνημείου. Βλ. καὶ τὸ δοκίμιο «Τὸ ἐπιτύμβιο μνημεῖο τοῦ Κάρολου Μύλλερ στὸν Ἵππιο Κολωνό». Περιοδικὴ ἔκδοση Τὰ Ἀθηναϊκά Ἔκδοσις τοῦ Συλλόγου τῶν Ἀθηναίων, Ἀθῆναι, 108, 2002-2003, 52-65.
[3] Λ.χ., ἡ Ἀριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν, στὴ σημαντικὴ μονογραφία γιὰ τὸ «Μεταξουργεῖο τῆς Ἀθήνας» ἀναφέρει ἀνάμεσα στὰ ἔργα τοῦ Χριστιανοῦ Χάνσεν «τὸ ταφικὸ μνημεῖο τοῦ Μυλλέρου [ἡ πλαγιογράφηση δική μου] στὸ λόφο τοῦ Κολωνοῦ» (1995, 49, σημ. 15). Στὸ Πανελλήνιον Ἱστορικὸν Ἐγκόλπιον. Ἱστορία τῆς ὀνομασίας τῶν ὁδῶν ἈθηνῶνΠειραιῶς (Ἀθήνησι 1912) ὁ Ἠλ. Κουρὴς ἀναφέρει ὅτι ἡ ὁδὸς εἶναι ἀφιερωμένη στὸν φιλέλληνα Ἐδουάρδο Μύλλερ ἀπὸ τὴν Βυρτεμβέργη (πέθανε τὸ 1829), ὁ ὁποῖος πολέμησε στὸ Πέτα καὶ στὸ Μεσολόγγι, καὶ τραυματίστηκε στὴ μάχη τοῦ Χαϊδαρίου (ἡ πληροφορία στό: Μ. Βουγιούκα-Β. Μεγαρίδης, Ἡ σημασία τῶν ὀνομάτων τῶν ὁδῶν τῆς Ἀθήνας, τόμος Β’. Δῆμος Ἀθηναίων – Πνευματικὸ Κέντρο 1990, 89. Ἀναφερόμενοι στὴν «ὁδὸ Μύλλερ» στὸν Κολωνὸ [ὅ.π., 88-89] οἱ συγγραφεῖς διευκρινίζουν: «Ἡ ὁδὸς Μύλλερ, ποὺ βρίσκεται στὸν Κολωνό, δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὴν ὁδὸ Μυλλέρου, ποὺ βρίσκεται στὴν περιοχὴ Μεταξουργείου». Ὅ.π., 89).
Ἡ σύγχυση ἔχει συμπαρασύρει καὶ ἀντιγραφεῖς διαδικτυακῶν σελίδων.
[4] Μπίρης (1945), 146-147.
[5] Στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ συγκροτήματος ἕνα χωριστὰ οἰκοδομημένο ἐπίμηκες κτήριο προοριζόταν, σύμφωνα μὲ σημειώσεις τοῦ Χάνσεν, ἀφοῦ σχέδια δὲν σώζονται, γιὰ κατοικία τοῦ Καντακουζηνοῦ. Εἶναι ἄγνωστο γιὰ πόσο διάστημα διέμεινε ἐκεῖ ὁ ἰδιοκτήτης. Πρὶν ἀπὸ τὸ 1842 εἶχε ἐνοικιαστεῖ στὸν Otto Gropius, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στὴν Ἀθήνα γιὰ τὴ σύσταση «καταστήματος διὰ τὴν ἀνατροφὴν τῶν μεταξοσκωλήκων». Ἀργότερα, ὁ ἐπάνω ὄροφος ἐπινοικιάσθηκε στὴν οἰκογένεια τοῦ ἐφημέριου τῆς Ἀμαλίας A.H.F. Lüth, καθὼς καὶ στὸν γλύπτη Christian Erik Siegel (1808-1883), ὁ ὁποῖος ἔζησε καὶ πέθανε στὴν Ἑλλάδα. Φιλοτέχνησε τὸ Ἡρῶον τῶν Βαυαρῶν στὸ Ναύπλιο. Ἡ οἰκία κατεδαφίστηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1873-1883 (βλ. Ἀριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν, «Τὸ Μεταξουργεῖο τῆς Ἀθήνας: Ἀπὸ τὸ Ἐμπορικὸ Κέντρο στὸ Ἐργοστάσιο», στὸν συλλογικὸ τόμο Τὸ Μεταξουργεῖο τῆς Ἀθήνας, 1995, 44-82: 51 κ.ἑ.).
[6] Βλ. σχετικὰ Ἀντ. Μηλιαράκη (1885, 23-27): «Οἰκία Καντακουζηνοῦ μέγα μακρὸν οἰκοδόμημα, ὅπερ ἀρξάμενον τὸ 1834 ἔμεινεν ἡμιτελὲς ὅτε ἐγνώσθη ὅτι τὰ ἀνάκτορα ἔμελλον νὰ οἰκοδομηθῶσιν ὅπου νῦν κεῖνται». Στὴν ἐγκατάλειψή του συνέτεινε καὶ ὁ χαρακτηρισμός του ὡς «Κάστρου». Ἡ ὀνομασία («Burg») προῆλθε ἀπὸ τοὺς Βαυαρούς, ἴσως καὶ ἐξαιτίας τοῦ ὄγκου καὶ τῆς θέσης του κοντὰ στὴν πλατεία Γυμνασίων (σημερινὴ πλατεία Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, γνωστὴ ὡς πλατεία Δημαρχείου, μὲ τὶς περισσότερες μετονομασίες: Λουδοβίκου, Κανόνια, Νέου Θεάτρου, Δημοτικοῦ Θεάτρου, Ταχυδρομείου, Ἐθνικῆς Τραπέζης).
[7] Ὁ Μπίρης ἀναφέρει ἀκόμη τὰ τοπωνύμια Χρισμένο Λιθάρι, Χρυσωμένο Λιθάρι, Χρυσὴ Πέτρα, Χεσμένο Λιθάρι (Αἱ τοπωνυμίαι τῆς πόλεως καὶ τῶν περιχώρων τῶν Ἀθηνῶν. Ἀθήνα 1971, 33, 118).
[8] Ὁ ἀρχικὸς ἰδιοκτήτης ἀναφέρεται ὡς «κόντε Μποτσάρι», ὁ ὁποῖος εἶχε οἰκοδομήσει σπίτια σὲ διάφορα σημεῖα τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ 1865 τὸ κτήριο ὀνομάζεται «οἰκοδομὴ Δημητρίου Βότσαρη», πρὶν περάσει στὰ χέρια τῆς οἰκογένειας Προβελέγγιου, ἀπογόνου, ἐκ πατρός, τοῦ ἥρωα τῆς Ἐπανάστασης.
[9] Ὁ Μύλλερ ἔγραψε μεγάλο, δοξαστικὸ ποίημα γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Μ. Μπότσαρη (1790-1923). Δύο στίχοι: «Θὲς νὰ μετρήσεις τὶς λαβωματιές του πρῶτα ἢ τὶς νίκες; / Κάθε του νίκη μιὰ λαβωματιά, κάθε λαβωματιὰ μιὰ νίκη» («Μάρκος Μπότσαρης», Νέα ἄσματα τῶν Ἑλλήνων).
[10] Βλ. Ἀριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν, 1995, 71.
[11] Ἀναπηνισμός, καὶ ἀναπήνιση, ποὺ σημαίνει τὴν ἐξέλιξη, εἶναι τὸ γνέσιμο τοῦ μεταξιοῦ, τὸ ξετύλιγμα τῆς κλωστῆς τοῦ μεταξοσκώληκα.
[12] Ὅρος τοῦ ρεμπέτικου κύκλου γιὰ τὸν ἀδελφικὸ φίλο, ποὺ κατέληξε νὰ σημαίνει τὸν (ψευτο)παλληκαρά.
[13] Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ἅπαντα. Τόμος τρίτος. Κριτικὴ ἔκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 1989, 101. Ὁ Παπαδιαμάντης ἀναφέρεται στὸ Δημοτικὸν Βρεφοκομεῖον Ἀθηνῶν (ἐπισήμως Δημοτικὸν Νηπιακὸν Ὀρφανοτροφεῖον Ἀθηνῶν), στὴν πλατεία Ἐλευθερίας, γνωστῆς περισσότερο ὡς Κουμουνδούρου, ἐπειδὴ ἐκεῖ βρισκόταν ἡ κατοικία τοῦ Κουμουνδούρου (μέχρι τὸ 1864 πλατεία Λουδοβίκου). Διώροφο νεοκλασικὸ κτήριο ποὺ οἰκοδομήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1872-1874 βάσει σχεδίων τοῦ Παναγιώτη Κάλκου. Ἀπὸ τὸ 1982, ἀνακαινισμένο, στεγάζει τὴν Δημοτικὴ Πινακοθήκη.
[14] Βασίλης Ἀγγελίδης: Μεταξουργεῖο-Κολωνός. «Νοσταλγία καὶ πραγματικότητα». Ἀθήνα 1992, 32-33.
[15] Ἀριστοτέλης Κουρτίδης: «Γουλιέλμος Μύλλερ. Ὁ ποιητὴς τῶν τραγουδιῶν τῶν Ἑλλήνων». Περ. Νέα Ἑστία 3 (1928) 2, σ. 62. Ὀφείλω τὴν ὑπόδειξη τοῦ ἄρθρου στὴν καθηγήτρια Ἀναστασία Ἀντωνοπούλου, τὴν ὁποία εὐχαριστῶ.

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
Μνημεῖα τῆς ἱστορίας τῶν Ἀθηνῶν. Τυπογραφεῖο Π.Δ. Σακελλαρίου, Ἀθῆναι 1892, τόμος 3ος.
– Δημήτριος Γ. Καμπούρογλου, Παλαιαὶ Ἀθῆναι. Βιβλιοπωλεῖον Γ.Ἰ. Βασιλείου, Ἀθῆναι 1922.
– Ἰωάννης Τραυλός, Πολεοδομικὴ ἐξέλιξις τῶν Ἀθηνῶν. Ἀθήνα 1933.
– Κώστας Ἠ. Μπίρης, Τὰ πρῶτα σχέδια τῶν Ἀθηνῶν. Ἀθήνα 1933.
– Κώστας Ἠ. Μπίρης, Ἀθηναϊκαὶ Μελέται. Ἀθῆναι 1938.
– Κ. Ἠ. Μπίρης, Τοπωνυμικὰ τῶν Ἀθηνῶν. Ἔκδοσις «Ἀττικοῦ», Ἀθῆναι 1945.
– Νικόλαος Σιδερής, Ἡ ἑλληνικὴ βιομηχανία: Βιομηχανικὴ παραγωγὴ καὶ ἀξία αὐτῆς κατὰ τὰ ἔτη 1953 καὶ 1954. Ἀθήνα 1955.
– Κώστας Ἠ. Μπίρης, Γιὰ τὴν σύγχρονη Ἀθήνα (Μελέτες καὶ ἀγῶνες). Τόμοι Α’, Β’. Ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθήνα 1958.
– Lya et Raymont Matton, Athènes et ses monuments du XVIIe s. à nos jours. Ἀθήνα 1963.
– Κ. Ἠ. Μπίρης, Αἱ Ἀθῆναι ἀπὸ τὸν 19ον εἰς τὸν 20ὸν αἰώνα (1830-1960). Μέλισσα, Ἀθήνα 1966.
– Κώστας Ἠ. Μπίρης, Αἱ τοπωνυμίαι τῆς πόλεως καὶ τῶν περιχώρων τῶν Ἀθηνῶν. Ἀθήνα 1971, 33, 118.
– Λίζυ Τσιριμώκου, Γραμματολογία τῆς πόλης, λογοτεχνία τῆς πόλης, πόλεις τῆς λογοτεχνίας. Ἐκδ. Λωτός, Ἀθήνα, ἄ.ἔ. [1987].
– Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα. Τόμος τρίτος. Κριτικὴ ἔκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 1989.
– Βασίλης Ἀγγελίδης, Μεταξουργεῖο-Κολωνός. Νοσταλγία καὶ πραγματικότητα. Ἐκδ. Φιλιππότης, Ἀθήνα 1992.
– Ζέττα Ἀντωνοπούλου, Τὰ γλυπτὰ τῆς Ἀθήνας-Ὑπαίθρια Γλυπτική 1834-2004. Ἐκδόσεις Ποταμός, Ἀθήνα 1993.
– Χ. Ἀγριαντώνη-Μ.Χ. Χατζηϊωάννου (ἐπιμ.), Τὸ Μεταξουργεῖο τῆς Ἀθήνας. Σύμμεικτος τόμος. Κέντρο Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν, Ἐθνικὸ Ἵδρυμα Ἐρευνῶν, Ἀθήνα 1995.
– Μ. Βουγιούκα-Β. Μεγαρίδης, ὉδωνυμικάἩ σημασία τῶν ὀνομάτων τῶν ὁδῶν τῆς Ἀθήνας. Τόμοι 3. Δῆμος Ἀθηναίων Πολιτισμικὸς ὀργανισμός, 1997.
– Ἀνδριανὴ Γεωργοπούλου, Τὸ Μεταξουργεῖο… Ἐθνικὸ Μετσόβειο Πολυτεχνεῖο. Τμῆμα Ἀρχιτεκτόνων Μηχανικῶν. Τομέας πολεοδομίας καὶ χωροταξίας. Ἀθήνα 2007 [στὸν ἱστότοπο: Georgopoulou_Parousiasi.pdf].
– Ἀντώνιος Μηλιαράκης, «Αἱ πρὸ πεντηκονταετίας μεγάλαι τῶν Ἀθηνῶν οἰκίαι». Περ. Ἑστία, τχ. 470, 1.1.1885.
–  Ἀλέξανδρος Κουρτίδης, «Γουλιέλμος Μύλλερ. Ὁ ποιητὴς τῶν τραγουδιῶν τῶν Ἑλλήνων». Περ. Νέα Ἑστία 1928 τ. Α’, Β’.
Σεπτέμβριος 2015-Φεβρουάριος 2022
*

*