Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (3/5)

*

(συνέχεια από το δεύτερο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως απειλή, φόβος, και απομόνωση

Στο ποίημα του Νίκου Καρούζου, «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη», τα ιδανικά παραλληλίζονται με το αλεύρωμα ψαριών πριν το τηγάνισμα. Ο αφηγητής σε καθεστώς τρόμου που εκφέρεται με φθόγγους, επισημαίνει την αναλωσιμότητα των ιδανικών. Το αλεύρι δίνει μια επιπλέον κρούστα στην ψαρίσια ύλη, χωρίς να αλλάζει τη βασική τους ύλη.

Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.[1]

 Στο «Κρατήσου», του πρόσφατα χαμένου Γιάννη Δάλλα, ένας κακότυχος άνθρωπος, προγραμμένος του βυθού με το ιστορικό βάθος που έχει η λέξη, προσπαθεί να βρει περάσματα σαν τον ξιφία. Το δίστιχο αποτυπώνει την αίσθηση αγωνίας ενός ανθρώπου που βυθίζεται, να τα καταφέρει να επιβιώσει.

Και κάτω ο προγραμμένος του βυθού
Γυρεύει πέρασμα σαν τον ξιφία.
[2]

Στον «Φυσιολόγο»,[3] περίτεχνα ο ποιητής περιγράφει τις ιδιότητες των θαλασσινών πλασμάτων, εξιστορώντας την ίδια στιγμή στο πλαίσιο μια πολιτικής αλληγορίας για τη δικαιοσύνη ένα δικαστήριο του βυθού. Στο στημένο αυτό δικαστήριο: «κατηγορία, υπεράσπιση και πάλι κατηγορία», ο φαροφύλακας σταυρώνεται. Τα βατράχια, γιος και πατέρας, βρίσκονται στην κορυφή αυτής της παράξενης ιεραρχίας. Ο σάλιαγκας είναι γραμματέας και το ρόλο των σοφών παίζουν γέρικα καβούρια. Η φώκια σε μια εικόνα που ξεχωρίζει είναι αυτή που σέρνει από ένα αγκίστρι μπροστά σε όλα αυτά τα πλάσματα τον φαροφύλακα. Το ποίημα συνομιλεί, κατά τη γνώμη μου, με τις σκηνές από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων με την Ντάμα Κούπα, τον Βασιλιά και τα υπόλοιπα τραπουλόχαρτα να δικάζουν την Αλίκη.

Φτωχή μου αυτοκρατορία θα σ’ ονομάσω
πέτρα δικαιοσύνης. Ο πρωτοσύγκελλος
βάτραχος γιος του μεγάλου αρχιβατράχου
με τον σάλιαγκα γραμματέα και δίπλα του
με τα ραβδιά τους σοφοί γεροκάβουροι
πενταμελές στην έδρα του το φεγγάρι δρεπάνι
πιο κάτω ο τροχός η κάμα τα δίχτυα μου
και τα λοιπά μεγαθήρια. Πρόβαλε η φώκια
σέρνοντας με τ’ αγκίστρι τον φαροφύλακα
κατηγορία υπεράσπιση και πάλι κατηγορία
στο τέλος το σταύρωμα λιτανείες κωλοφωτιάς
κι ο μπόγιας σκορπιός
[4]

*

*

Στον «21ο φρουρούμενο», ο Γιάννης Πάσχος προβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή: ένας μεγάλος σολομός φρουρεί τον άνθρωπο. Το παντοδύναμο ψάρι θυμίζει τον κλασικό καταδότη/χαφιέ ή ένα μέλος της Κου Κλουξ Κλαν. «Φορά χάρτινη περικεφαλαία και κρατά τον ποταμό για δόρυ». Κουβαλώντας τις απώλειες, ο «απλός άνθρωπος […] κοιμάται σαν πτώμα». Η αίσθηση της απειλής και του ελέγχου επιτείνεται από την επαναληπτικότητα της φρούρησης («ξυπνά πάντα») και από την κρυμμένη ταυτότητα του σολομού-φρουρού.

Αυτός ο άνθρωπος
είναι απλός
σα βελονιά σε πολύχρωμο κέντημα
Έναν καφέ για πρωινό
Έναν πυροβολισμό κατάστηθα για δείπνο
Κοιμάται σαν πτώμα
Και ξυπνά πάντα φρουρούμενος
από ένα μεγάλο σολομό
που φορά χάρτινη περικεφαλαία
και κρατά τον ποταμό για δόρυ.
[5]

*

*

Στα «Ψάρια της φρίκης»,[6] ο Μίλτος Σαχτούρης περιγράφει τη στενή σχέση μαζί τους, κατασκευάζοντας ισχυρές συναισθηματικές εικόνες. Επίμονα ο ποιητής, μονάχος του μαζεύει τα ψάρια. Ψάρια που έρχονται από τη μαύρη θάλασσα. Μόνον αυτόν πλησιάζουν τα ψάρια και σιμώνουν την παλάμη του. Έρχονται σε κοπάδια, με πονηρά μάτια και είναι ερωτικά και ζαλισμένα. Γύρω του άλλοι άνθρωποι προσπαθούν χωρίς επιτυχία να τα πιάσουν με δίχτυα και αγκίστρια. Είναι το μεγάλο ψάρι, το οποίο γνωρίζει αυτό το παιχνίδι από χρόνια. Το μεγάλο αυτό ψάρι, με απλωμένα χέρια και φωνές, καταστρέφει την επικοινωνία του ποιητή-αφηγητή με τα ψάρια. Το ποίημα τελειώνει, όπως άρχισε, με τον ποιητή μόνο του, με άδεια χέρια, άδειο καλάθι, στο «έρμο» λιμάνι. Ψάρια φρίκες, ψάρια γεγονότα, ψάρια έρωτες και ποιήματα. Με όλα αναμετράται ο ποιητής επανειλημμένα και επίμονα κι ας του ξεφεύγουν στο τέλος όλα τα ψάρια από το μεγάλο ψάρι, που μπορεί να είναι ο χρόνος, ο θάνατος και το τυχαίο.

Στο σκοτεινό λιμάνι
μονάχος τη νύχτα
στην προκυμαία
μαζεύω τα ψάρια
τα ψάρια που αστράφτουν
τα ψάρια που έρχονται
κοπάδια-κοπάδια
από τη μαύρη θάλασσα
Έρχονται μόνο σε μένα
με τα πονηρά τους μάτια
γιομάτα ασήμι
έρχονται και ξαπλώνουν
πάνω στην απαλάμη μου
τα ερωτικά ψάρια
τα ζαλισμένα ψάρια
κι άλλοι γύρω τους ρίχνουν
δίχτυα και αγκίστρια
με λάδι και φώτα
για να τα πιάσουν
Όμως το μεγάλο ψάρι
που χρόνια ξέρει
αυτό το παιχνίδι
απλώνει τα χέρια του
βάζει τις φωνές
παίρνει πίσω τα ψάρια μου
στη βαθιά θάλασσα
Και μ’ αφήνει πάλι μόνο
μες στο έρμο λιμάνι
με τ’ άδεια μου χέρια
με τ’ άδειο καλάθι μου

Ο Γιάννης Ρίτσος στο ποίημα «Α. Β. Γ.»,[7] περιγράφει τον εφιάλτη της Μακρονήσου σε αντιδιαστολή με τις εξιδανικευμένες εικόνες του Αιγαίου. Η «αιγαιοπελαγήτικη ποίηση» περιγράφεται με φαντεζί εικόνες: «το γυμνό στήθος της υγείας κεντημένο με μιαν άγκυρα και μια γοργόνα», ο κάβουρας που ρεμβάζει στο νοτισμένο βράχο, οι γυάλινες γαρίδες, η Παναγιά που συγυρίζει τα σπιτάκια των ψαριών, οι Άγγελοι που μαγειρεύουν την ψαρόσουπα της Παναγίας αντιπαραβάλλονται με τους νεκρούς, τους τρελούς και τους τραυματισμένους του Α’, Β’ και Γ’ τάγματος της Μακρονήσου. Η εξορία εδώ και τα βάσανα των εξορισμένων καταργούν κάθε ομορφιά του φυσικού τοπίου. Ο εφιάλτης γίνεται ακόμα πιο συμπαγής με τον πικρό σαρκασμό του ποιητή, ο οποίος καταδικάζει αυτούς που κλείνουν τα μάτια τους στις πολιτικές διαστάσεις του πραγματικού και κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, εξυμνώντας την ομορφιά του θαλασσινού τοπίου.

«Α. Β. Γ.»

Τρία μεγάλα γράμματα
γραμμένα μ’ ασβέστη στη ραχοκοκκαλιά της Μακρόνησος.

[…]

Α΄ τάγμα
Β΄ τάγμα
Γ΄ τάγμα

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ

Κι η θάλασσα του Αιγαίου είταν γαλάζια όπως πάντοτε
πολύ γαλάζια, μόνο γαλάζια.
Α΄ —
Α, ναι, μιλούσαμε κάποτε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη,
Β΄ —
για το γυμνό στήθος της υγείας κεντημένο με μιαν άγκυρα και μια γοργόνα,
Γ΄ —
για το θαλάσσιο φως που πλέκει τα κουρτινάκια των γλάρων.

Α.Β.Γ.
300 σκοτωμένοι.

Μιλούσαμε, ναι, για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη —
ο κάβουρας που ρεμβάζει στο νοτισμένο βράχο,
άντικρυ στη μαλαματένια δύση,
καθώς ένα μικρό μπρούτζινο άγαλμα του Ωκεανού.

Α.Β.Γ.
600 τρελλοί.

(Οι γυάλινες γαρίδες κυνηγώντας στα ρηχά τον ίσκιο του πρωινού άστρου,
το χρυσό και γαλανό καλοκαίρι πετροβολώντας με κουκουνάρια το μεσημεριάτικο ύπνο των κοριτσιών,
τα παλιά πεύκα ξύνοντας τη ράχη τους στην ασβεστωμένη μάντρα).

Α.Β.Γ.
900 κουτσοί.
Ζήτω
ο βασιλεύς Παύλος.

(Κι η Παναγιά του πόντου φλωροκαπνισμένη απ’ το σούρουπο
να σεργιανάει ξυπόλυτη στην αμμουδιά
συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών
καρφώνοντας μ’ ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα).

Α.Β.Γ.

Α.Β.Γ.

(Μιλούσαμε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη, ναι, ναι).

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ —
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ — ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ

Κι η θάλασσα είναι ακόμη γαλάζια όπως πάντοτε
κι ο αμερικάνικος στόλος ταξιδεύει στο Αιγαίο
ήσυχος, ήσυχος, ωραίος,
και τ’ άστρα ανάβουν κάθε βράδι μικρές φωτιές
να ψήσουν οι Άγγελοι την ψαρόσουπα της Παναγίας.

Α.Β.Γ.

[…]

*

*

Ο Θωμάς Ιωάννου στην «Αυτοψία»,[8] συνθέτει ένα τοπίο ανθρώπινης συντριβής, μιλώντας για έναν άνθρωπο που ανασύρεται από τη θάλασσα. Αυτοί που τον ανασύρουν προσπαθούν να τον επαναφέρουν και να μαλακώσουν την ψυχή του, χτυπώντας τον σαν το χταπόδι. Ωστόσο, γεμάτος από τη στερνή του επιθυμία ο άνθρωπος αυτός δεν μπορεί να «καθαρίσει» από αυτή και δεν βγάζει από το στόμα του την τελευταία του λέξη. Εδώ η ματαιωμένη επιθυμία που διατηρείται εντείνει την εικόνα ενός ανθρώπου-ψαριού που παραπέμπει σε έναν ετοιμοθάνατο άνθρωπο.

Όταν τον έβγαλαν απ’ τη θάλασσα
Έκανε μέρες να στεγνώσει
Σαν το χταπόδι τον χτύπησαν
Να μαλακώσει κάπως η ψυχή του
Αλλά αυτός δεν έβγαζε απ’ το στόμα του
Την τελευταία του λέξη
Δεν έλεγε να καθαρίσει
Από τη στερνή του επιθυμία 

Η Μέλπω Αξιώτη,[9] περιγράφει το βύθισμα ενός πνιγμένου αρραβωνιαστικού, όπου η χρυσή αλυσίδα του συγκεντρώνει σμήνη ψαριών, τα οποία πεινασμένα τον ακολουθούν για να τσιμπήσουν τη χρυσή λάμψη.

Ανίδεος προχωρούσε τότε ο ρεβωνιαστικός, στον πάτο
του νερού, με όλη την απάθεια, γυρισμένος στα
μπρούμουτα, επίστευες πως κολυμπούσε,
και είχε ξεκρεμάσει απ’ την τσέπη του γελέκου του ένα
πολύ λεπτό, ωραιότατο, ολόχρυσο αλυσιδάκι, κι
όπως εγυάλιζε μες στο βυθό και τ’ ακολουθούσαν
σμήνος ψαράκια πίσω,
τρέχανε λιμασμένα να του το τσιμπήσουνε – αλλά για
τίποτα δεν ενοιαζόταν αυτός ο ρεβωνιαστικός…

Στο «Ψάρι ποίημα»,[10] η Παυλίνα Παμπούδη, κατασκευάζει την εκδοχή πως το ποίημα είναι ψάρι της αβύσσου που τελικά καταβροχθίζεται από το μεγάλο ψάρι και τις άσπρες λέξεις. Στο τέλος τίποτα δεν μένει. Η ποιήτρια επισημαίνει τη μη ουδετερότητα της γλώσσας, καθώς και το διαρκές ρίσκο της ποίησης, στο πλαίσιο αυτής της ψαρίσιας μεταφοράς.

Κάτοικος της αβύσσου
Ποίημα με βράγχια
Ψαράκι στου ψαριού το στόμα
Του πιο μεγάλου
Του θεόρατου
 …
Οι άσπρες λέξεις το τρώνε μεμιάς
Αποσυντίθεται

Σε ένα απόσπασμα από το «Α, τι νύχτα ήταν εκείνη», της Τζένης Μαστοράκη,[11] η ποιήτρια επισημαίνει την παροδικότητα του χρόνου, της ύπαρξης και τη ματαιότητα της αναμονής ενός «ευτυχισμένου τέλους». Στους στίχους της Μαστοράκη φτιάχνεται ένα σκοτεινό εφιαλτικό τοπίο σιωπής δίπλα σε μια μαύρη λίμνη. Η σκοτεινιά επιτείνεται, όχι μόνο από την εξωτερική περιγραφή του τοπίου, αλλά και από τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου που βρίσκεται εκεί. Ο πλοηγός αφουγκράζεται στις φλέβες του «το αιμοβόρο ψάρι», ενώ γύρω του τα χόρτα κρύβουν κάθε ανθρώπινη παρουσία, κάθε απόπειρα των ναυτικών να ανοίξουν περάσματα.

Για πάντα δεν είναι κανείς, ούτε διαρκεί, κανείς δε θά ’ρθει
απ’ την άλλη όχθη, στις εκβολές βραδυπορώντας με φωτιές.
Κι ανίσως το βραδάκι, στα σβηστά, με αδειανό σακούλι
ξεπεζεύει, πάλι απόξενος, δεν εννοεί, και λιποτάκτης δεν
μπορεί ούτε γνωρίζει.
Σαν ένας, λέει, που πλοηγώντας θα ξυπνά στη μαύρη λίμνη,
κι όπως παντού η σιγαλιά κι η άπνοια σκιάζει, στις φλέβες
του αφουγκράζεται το αιμοβόρο ψάρι,
και γύρω χόρτα πνίγουν τα περάσματα, των ναυτικών τα
ίχνη,
τα έια μάλα.

Στο «Καρτερώντας τον άνεμο», ο Αργύρης Χιόνης περιγράφει ένα εφιαλτικό απειλητικό τοπίο, όπου ακόμα και η Μέδουσα έχει βρει το φιδίσιο κεφάλι της και οι σειρήνες τραγουδάν το τραγούδι τους. Η αντίθεση γίνεται ακόμα πιο έντονη όταν ο ποιητής θυμάται τον φίλο του πάνω στην πλώρη του πλοίου, σαν τον Οδυσσέα, «σηματωρό ελπίδας», η οποία πια έχει χαθεί. Στο θαλασσινό τοπίο εγκατάλειψης, όλα είναι κατεστραμμένα και σαπισμένα. Μόνο τα ψάρια κατάφεραν να μεταφερθούν «σ’ άλλα νερά», αφού όμως πρώτα καταβρόχθισαν και τον ψαρά.

[…]
Κάτι τέτοιες ώρες, κάτι τέτοιες ώρες
Που ξαναβρίσκει η Μέδουσα το φιδοφυτεμένο της κεφάλι
Και οι Σειρήνες αρχινούνε πάλι
Εκείνο το τραγούδι το παλιό
Κάτι τέτοιες ώρες, άδειες σαν κομμένες αρτηρίες,
Σε θυμούμαι ορθό στην πλώρη
Της ελπίδας μας σηματωρό.
Τώρα σαπίζουν ξύλα στο νερό,
Σαπίζουν πορτοκάλια και λεμόνια,
Γυαλίζουν νεκρά στρείδια στο βυθό
Κι άδειες, δίχως μηνύματα, μποτίλιες.
Τα ψάρια καταβρόχθισαν το δόλωμα,
τ’ αγκίστρι και την πετονιά και τον ψαρά
και μετανάστευσαν σ’ άλλα νερά.
[…]

Τα ψάρια στο ποίημα του Σπύρου Αραβανή «Ελαφρόπετρα»,[12] γίνονται ένας τρόπος να εκδικηθεί ο ποιητής όσους τον καταράστηκαν, σε ένα ποίημα που δηλώνεται ότι όσοι αγάπησαν τον ποιητή τούς έχουν κερδίσει στα ζάρια. Ακόμα και έτσι όμως ο ποιητής αντιστέκεται και δεν το βάζει κάτω κόντρα στις προβλέψεις.

Όσοι με καταράστηκαν, στον ύπνο είδαν ψάρια
Κι αυτοί που με αγάπησαν, τους κέρδισαν στα ζάρια
Έμεινα άθραυστο γυαλί τη «Νύχτα των Κρυστάλλων»
Ένα λουλούδι άκοπο στον κήπο των Σινιάλων.

*

*

Στο ποίημα «Fog»[13] του Γιώργου Σεφέρη, ολόκληρη η ζωή μπορεί να χαρακτηριστεί ψυχρή και ψαρίσια, ιδιαίτερα όταν ο ποιητής είναι τοποτηρητής της μνήμης που δεν ξεχνά πόσοι πνιγμένοι υπάρχουν.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
— Έτσι ζεις;
— Ναι! Τί θες να κάνω·
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Το ίδιο εφιαλτικά μπορεί να καταλήξει και η γραφή, καθώς και η ποίηση, όπως αναφέρεται στον Χάρτη[14] του Τάκη Σινόπουλου:

Λίγον καιρό μετά από τη γραφή, το ποίημα που είχε φτιάξει για τη θάλασσα, ήταν γεμάτο βρώμικα νερά και πεθαμένα ψάρια.

Στο ποίημα «Από καιρό»,[15] ο Σινόπουλος καταγράφει την εφιαλτική διερώτηση για τον επικείμενο θάνατο, εξετάζοντας διάφορες εκδοχές:

ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ η ιδέα (όχι η φόβος) ενὸς επικείμενου θανάτου. Πώς θα πεθάνω;
Μέσα σε πόνους, σε ξεράσματα, σε σκατά; Θάναι μέρα ή νύχτα;
Παλεύοντας ανάμεσα στο κόκκινο και το μαύρο.
Ποιὸ κόκκινο; Ποιὸ μαύρο;
Παλεύοντας με το τεράστιο φτερωτὸ ψάρι που μπήκε απ’ το παράθυρο;
Μαχαιρωμένος; φαρμακωμένος;
[…]

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

*


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Ν. Καρούζος, «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη»: Άπαντα, τ. Β’, Αθήνα, Ίκαρος. σ. 448.
[2] Γ. Δάλλας, «Κρατήσου»: Ποιήματα 1948-1988, Αθήνα, Νεφέλη, 1990, σ. 134.
[3] Ό.π.
[4] Γ. Δάλλας, «Φυσιολόγος. Απόπειρα μυθολογίας»: Ποιήματα 1948-1988, ό.π.
[5] Γ. Πάσχος, «Ο 21ος φρουρούμενος»: Ζωή εκτός ωραρίου, Αθήνα, Μελάνι, 2007.
[6] Μ. Σαχτούρης, «Τα ψάρια της φρίκης»: συλλ. Παραλογαίς: Ποιήματα 1945-1971, Αθήνα, Κέδρος, 2001.
[7] Γ. Ρίτσος, «Α. Β. Γ.»: Τα επικαιρικά, Αθήνα, Κέδρος, 1976, σ. 299-302.
[8] Θ. Ιωάννου, «Αυτοψία»: Ιπποκράτους 15, Θεσσαλονίκη, Σαιξπηρικόν, 2015.
[9] Μ. Αξιώτη, «Φόνος στο κάστρο»: ενοτ. Θαλασσινά: Ποιήματα,  Αθήνα, Κέδρος, 2001.
[10] Π. Παμπούδη, «Ψάρι-ποίημα»: https://www.poeticanet.gr/psari-poiima-a-542.html?category_id=216 [τελ. προσπέλαση: 3/3/2022]
[11] Τζ. Μαστοράκη, «Α, τι νύχτα ήταν εκείνη»: Μ’ ένα στεφάνι φως, Αθήνα, Κέδρος, 1989.
[12] Σ. Αραβανής, «Ελαφρόπετρα»: Τα τραγούδια ενός ξένου χρόνου, Ποιείν (2019): http://www.poiein.gr/2019/03/03/%CF%83%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82/ [τελ. προσπέλαση: 6/4/2020]
[13] Γ. Σεφέρης, «Fog»: συλλ. Στροφή: Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2014.
[14] Τ. Σινόπουλος, Ο χάρτης, Αθήνα, Κέδρος, 1977.
[15] Τ. Σινόπουλος, «Από καιρό»: Νυχτολόγιο, Αθήνα, Κέδρος, 1978.

*

*