Εξομολογήσεις της Κολλέτ

*

Η Colette υπήρξε πόρνη της Μασσαλίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Τα γραπτά της συλλέχθηκαν από τους αστυνομικούς που τη βρήκαν στραγγαλισμένη στο κρεβάτι της, την Άνοιξη του 1922. Ο δολοφόνος της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

*

…Δεν ξεχνώ το βλέμμα των ανδρών που κοιτώντας με εισχωρούνε μέσα μου.

Έμαθα να το εκτιμώ πάντα περισσότερο από τα κλειστά βλέφαρα άλλων που ούτε για λίγο δεν μου αποκαλύπτουν γυμνή και την ψυχή τους.

Εκθέτω όσο μπορώ το αιδοίο και τον πρωκτό μου στην απόλυτή τους διάκριση. Βαστάω τα πόδια μου ανοιχτά για νά ’ρθουν κοντά μου, βαθιά μες στο κορμί μου, όσο πιο πολύ γίνεται, να δω το πρόσωπο με τους σπασμούς των μυών γύρω απ’ το στόμα, το μέτωπο και τα φρύδια, τα μάτια τους.

Μάτια άλλοτε λαμπερά, υγρά απ’ τη συγκίνηση, άλλοτε θολά από μέθη ή λαγνεία, κάποιες φορές κόκκινα, φλογερά, τρομακτικά που κρύβαν βία. Ματιές γεμάτες πόθο, χαρά, έπαρση κατακτητή ή θηρευτή που μόλις κατέβαλε το θήραμα του και το απολαμβάνει. Ματιές απροσπέλαστες ανθρώπου που βλέπει όραμα σε έκσταση βακχική και το βλέμμα του δεν εστιάζει πουθενά αλλού από τον δικό του κόσμο. Μάτια τρυφερά, χαρούμενα, μάτια σκληρά, μάτια τρελά, μάτια γεμάτα υποτίμηση ίσως κι αηδία, αδιάφορα μάτια.

Τους παρατηρώ καθώς η ανάσα τους βαραίνει, τα ρουθούνια τους διευρύνονται, μια κοκκινίλα απλώνεται στο πρόσωπο και το λαιμό τους, κουβέντες ακαταλαβίστικες βγαίνουν από τα χείλη τους που ξέρω πως συνήθως δεν με αφορούν. Ο ρυθμός της διείσδυσής τους επιταχύνεται όσο πλησιάζουν στην κορύφωση. Απολαμβάνω τότε να έρχομαι ακόμα πιο κοντά αυξάνοντας τον ερεθισμό τους. Θέλω να νοιώσω και τα σκληρά τους χέρια στο λαιμό και τα μάγουλά μου, θέλω να γευτώ τον ιδρώτα, το σάλιο και το χνώτο τους και τότε τους κοιτώ ίσια στα μάτια προσπαθώντας να μπω μέσα τους πιο βαθιά απ’ ό,τι εκείνοι σε μένα.

Σπάνια κρατούν τα μάτια ανοιχτά ως το τέλος. Οι περισσότεροι σαν πλησιάζουν στην κορυφαία στιγμή κλείνουν τα βλέφαρα σφιχτά και με έναν σπασμό στο πρόσωπο τελειώνουν. Όταν πάλι ανοίξουν τα βλέφαρά τους είναι ξανά άλλοι άνθρωποι. Σε άλλη διάσταση εκστασιάζονται, βακχεύουν και σε άλλη ζούνε την καθημερινή τους τη ζωή. Αυτό για μένα είναι γνώση και εμπειρία ανεκτίμητη.

Σε εκείνους ωστόσο που με κοιτούν αδιάκοπα ως το τέλος, τους θαρραλέους που δε φοβούνται –όποια προαίρεση φωτεινή ή σκοτεινή κι αν έχουν– να αφήσουν τη ψυχή τους να φανεί και να ενωθεί μαζί μου, σε εκείνους χαρίζω εγώ τον οργασμό μου. Σ’ αυτούς που ξέρουν τα ένστικτά τους και δε τα κρύβουν. Σ’ αυτούς που δεν λογοδοτούν για τον πόθο, τη λαγνεία, την όποια τους επιθυμία. Με αυτούς αφήνομαι, με αυτούς ταξιδεύω, χάνομαι και πια δεν τους παρατηρώ. Ακολουθώ το ρυθμό τους, εγκαταλείπω κάθε μου άμυνα, κλείνω τα μάτια και μαζί τους τελειώνω.

Α.Χ.

*

*