*
της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
~.~
Στις 12 Μαΐου του 1821, ο Κεχαγιάμπεης, με επικεφαλής τον διαβόητο Τουρκαλβανό Αγά Ρουμπή, βγαίνει πανστρατιά από την Τριπολιτσά για να χτυπήσει το Βαλτέτσι και να περάσει στην Καλαμάτα, καταπνίγοντας την Επανάσταση στον Μοριά.
Ο Κολοκοτρώνης έχει παρατάξει ήδη μέσα στο Βαλτέτσι πολεμιστές για να αγκιστρώσουν τους Τούρκους και να τους αναγκάσουν να αναπτυχθούν πέριξ του χωριού, όπου θα τους χτυπήσει σε αποφασιστική μάχη ο ίδιος, ερχόμενος με ενισχύσεις από τα γειτονικά στρατόπεδα, ενώ η παγίδα θα ολοκληρωθεί με απόφραξη της διαφυγής των Οθωμανών προς Τριπολιτσά.
Το πρωί της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι χτυπάνε αλύπητα το Βαλτέτσι, αλλά το ελληνικό ντουφέκι αστράφτει, και το σχέδιο του “Γέρου” τηρείται κατά γράμμα.
Τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμεν εις τον κάμπον. Ο πόλεμος εκείνος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος. Αν εχαλιώμεθα, εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον.
Η μάχη του Βαλτετσίου, θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων από την έναρξή της.
[…] Εδώ θ’ ο Γέρος του Μοριά,
γεια σου χαρά σου λεβεντιά,
με Καρυτινό ντουφέκι,
πέφτει σαν αστροπελέκι.
Στη μέση στη Ντροπολιτσά,
με τον Πλαπούτα δεξιά,
στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι,
πέφτει αλύπητο λεπίδι […]
Ο αγώνας του 1821 δεν υμνήθηκε μόνο από τους εθνικούς ποιητές, αλλά κι από πολλούς λαϊκούς. Χαρακτηριστικοί αυτοί οι στίχοι του ποιητή “Τσοπανάκου” ή επί το επισημότερον Παναγιώτη Κάλλα —που γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας το 1789—, σχετικά με την επίθεση του Κεχαγιάμπεη.
Τα περισσότερα σατιρικά ποιήματά του έχουν χαθεί, ενώ τα πατριωτικά του εκδοθήκαν το 1838 από τον Τριπολιτσιώτη τυπογράφο Ν. Παπαδόπουλο, με τίτλο Άσματα Πολεμιστήρια, ενώ μια δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε το 1846 από τους μαθητές του Βαρβάκειου.
Ετούτος ο ποιητής, λοιπόν, που «το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» —γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παπαδόπουλος—, «κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως μὴ δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα, διότι ἦτον ἀδυνάτου σώματος καμπούρης καὶ στραβοπόδης», διασκέδαζε τους συμπατριώτες του με ποιητικές αράδες.
Ήταν μαθητής ακόμα όταν άρχισε να γράφει τους πρώτους σατιρικούς στίχους του για πρόσωπα και καταστάσεις που παρατηρούσε στη μικρή του πόλη.
Κάποτε ένας συμπατριώτης του, ο Βασίλης Κερκελέσης, άφησε το γουρούνι του να παραπαχύνει, με συνέπεια να το βάλει στόχο και να το πάρει ένας κλέφτης. Ο Τσοπανάκος, τότε, δεν έχασε την ευκαιρία να σατιρίσει το πάθημά του:
Βρε Βασίλη Κερκελέση
το γουρούνι δεν σ’ αρέσει.
Τ’ άφησες για να παχύνει
μα ο κλέφτης δεν τ’ αφήνει.
Μόλις δόθηκε το σύνθημα για τον υπέρ Ελευθερίας αγώνα, άλλαξε στιχουργικό ρεπερτόριο —«ἂν καὶ τοῦ ἔλειπαν ὅλα, ἔτρεχεν εἰς τὰ στρατόπεδα τῶν Ἑλλήνων, καὶ εἰς τὰς πολιορκίας, ἐνθουσιάζων τοὺς στρατιώτας»—, και ξεκίνησε να γράφει στίχους με τους οποίους εξυμνούσε τα κατορθώματα των οπλαρχηγών και των παλικαριών τους κατά των Τούρκων δυναστών, δίνοντας θάρρος στους πολεμιστές («…με τους στίχους που γράφω κάνω τα χέρια του Κολοκοτρώνη και του Νικηταρά ατσαλένια, εγώ, με τα τραγούδια μου, ανάβω φλόγες στην καρδιά τους!»), «ἦτον» με συνοπτικές διαδικασίες «ὁ νέος ποιητὴς τῆς ἐπαναστάσεως».
[…] Ωρέ Γέρο του Μοριά,
θέλουμε ελευθεριά…
Άιντε, Γέρο, μάνι μάνι,
τράβα το το γιαταγάνι […]
Οι συντοπίτες τού κόλλησαν το παρατσούκλι “Τσοπανάκος” λόγω της χροιάς της φωνής του που θύμιζε το οικείο πτηνό, και επίσης γιατί περπατούσε στηριζόμενος σε μια γκλίτσα.
*
Ἀγαποῦσε πολὺ νὰ βλέπῃ τὸν στρατηγὸν Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου καὶ ἂν ἐπήγαινε καὶ ἐστέκετο τοὺς στίχους τοὺς ὁποίους ἔκαμνε τοὺς ἀνεγίνωσκε πρῶτον τοῦ Νικήτα, καὶ ἔπειτα ἐπήγαινεν εἰς τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς ἔψαλλεν.
Στα Τρίκορφα μες στην κορφή
Κολοκοτρώνης ρίχν’ ορδή
μες στα Τρίκορφα στην ράχη
πάει το αίμα σαν αυλάκι.
Κολοκοτρώνης φώναξε,
κι όλος ο κόσμος τρόμαξε,
του Νικηταρά φωνάζει,
και τους Τούρκους όλους σκιάζει.
Πού ‘σαι, μωρέ Νικηταρά,
πού ‘χουν τα πόδια σου φτερά,
μες στους κάμπους πως κοιμάσαι,
και τους Τούρκους δε φοβάσαι.
Πιάνεις τους Τούρκους ζωντανούς,
σαν τα ζαγάρια τους λαγούς,
γιέ μ’ τους πιάνεις και τους δένεις,
στην Τροπολιτσά τους στέλνεις.
Εὑρεθεὶς δὲ εἰς μίαν μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ στρατηγὸς Νικήτας ἐνίκησεν, καὶ οἱ στρατιῶταί του ἐπῆραν πολλὰ λάφυρα καὶ ζῶα, ἔλαβεν ἕνα ἄλογον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐχάρισεν ὁ Νικήτας διὰ νὰ περιπατῇ καβάλα· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἦτο πτωχὸς καὶ δὲν εἶχεν ἔξοδα νὰ τὸ θρέψῃ, ἔκαμεν ἕνα γράμμα τοῦ Νικηταρᾶ, οὕτως τότε ἔλεγον, καὶ τοῦ ἔγραφε·
Τὸ δῶρό σου Νικηταρᾶ, ἄλογο χωρὶς νουρὰ,
ἢ μοῦ στέλλεις καὶ κριθάρι, ἢ σοῦ στέλνω τὸ τομάρι.
Το τετράστιχο έφτασε και στην Πελοποννησιακή Γερουσία, η οποία με μεσολάβηση του Νικηταρά, έδωσε εντολή να εφοδιάζεται ο Τσοπανάκος με κριθάρι για το άλογό του.
*
Το τέλος του Τσοπανάκου ήταν απρόσμενο μα πολύ ποιητικό, μιας και δεν πήγε από εχθρικό βόλι, μα από φρούτο.
Ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (ο Φωτάκος) στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων ανδρών αναφέρει λεπτομερώς:
Ηθέλησε να υπάγη εις Δημιτσάναν την πατρίδα του καβάλα με το νέον αποκτηθέν άλογον, εις δε τον δρόμον όπου επήγαινεν ευρήκε δένδρα ονομαζόμενα κορομηλιαίς, αι οποίαι είχον τους καρπούς, τα κορόμηλα, τους οποίους αφού είδε, εστάθη καβάλα από κάτω από ένα δένδρον, και επειδή έφθανεν εύκολα τους καρπούς, έφαγε πολλούς από αυτούς, και του έφερον τον θάνατον.
*
*
Τοιουτοτρόπως χάθηκε ο φτωχός μας ποιητής, στα 36 του χρόνια, «αφού η φύσις του έδωκε μεν πνεύμα πολύ, αλλά κοιλίαν μικρήν και αδύνατον και διά τούτο μη δυνάμενος να χωνεύση τα κορόμηλα, απέθανεν».
ΑΣΜΑ ΤΣΟΠΑΝΑΚΟΥ
Αρχή που πιαστεί ο πόλεμος
και των Τούρκων ο σκοτωμός.
Πόλεμος μες το Λεβίδι,
σκοτώνονται Τούρκοι χίλιοι.
Πόλεμος μέσα στη Γράνα,
σκοτώνονται Τούρκοι τριάντα.
Κολοκοτρώνης και Νταγρές,
στον πόλεμο κάνουν χαρές.
Γεια σου καπετάν Γιατράκο,
μες τους κάμπους κάνεις τράκο.
Μες στους κάμπους χωνόταν,
απειλή δεν φοβόταν.
Άλλους κόβει, άλλους σφάζει,
κι άλλους μες τη χώρα μπάζει.
Τούρκοι για δώστε τ’ άρματα,
για θα γενείτε κάρματα.
Δώστε, δώστε τ’ άρματά σας,
να γλιτώστε τα κορμιά σας.
Το αίμα μας το χύνομε,
τ’ άρματα δεν τα δίνομε.
Θα τα δώστε, θα τα δώστε,
ύστερα θα μετανιώστε.
*
___________________
Πηγές-Αναφορές:
Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, Εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου, 1888.
Ασημάκη Αναστ. Καρδάση, Δημητσάνα. Μια δοξασμένη πόλη, 1988.
Ιωάννας Κ. Γιανναροπούλου, Συνοπτική ιστορία της Δημητσάνας, 1999.
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ΕΙΕ.
Δημήτρη Γκιώνη, «Ο Τσοπανάκος του ’21», Ελευθεροτυπία (20 Μαρτίου 2010).
Τσοπανάκου Άσματα και Ωδαί ηρωικαί ανώνυμοι, Αθήναι,1878.
περ. Πανδώρα ΙΔ΄, 14, σ. 534.
*
*






