Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

«Το αίμα μας το χύνομε, τ’ άρματα δεν τα δίνομε»: Παναγιώτης Κάλλας «Τσοπανάκος» (1789-1825)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Στις 12 Μαΐου του 1821, ο Κεχαγιάμπεης, με επικεφαλής τον διαβόητο Τουρκαλβανό Αγά Ρουμπή, βγαίνει πανστρατιά από την Τριπολιτσά για να χτυπήσει το Βαλτέτσι και να περάσει στην Καλαμάτα, καταπνίγοντας την Επανάσταση στον Μοριά.

Ο Κολοκοτρώνης έχει παρατάξει ήδη μέσα στο Βαλτέτσι πολεμιστές για να αγκιστρώσουν τους Τούρκους και να τους αναγκάσουν να αναπτυχθούν πέριξ του χωριού, όπου θα τους χτυπήσει σε αποφασιστική μάχη ο ίδιος, ερχόμενος με ενισχύσεις από τα γειτονικά στρατόπεδα, ενώ η παγίδα θα ολοκληρωθεί με απόφραξη της διαφυγής των Οθωμανών προς Τριπολιτσά.

Το πρωί της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι χτυπάνε αλύπητα το Βαλτέτσι, αλλά το ελληνικό ντουφέκι αστράφτει, και το σχέδιο του “Γέρου” τηρείται κατά γράμμα.

Τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμεν εις τον κάμπον. Ο πόλεμος εκείνος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος. Αν εχαλιώμεθα, εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον. 

Η μάχη του Βαλτετσίου, θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων από την έναρξή της.

[…] Εδώ θ’ ο Γέρος του Μοριά,
γεια σου χαρά σου λεβεντιά,
με Καρυτινό ντουφέκι,
πέφτει σαν αστροπελέκι.
Στη μέση στη Ντροπολιτσά,
με τον Πλαπούτα δεξιά,
στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι,
πέφτει αλύπητο λεπίδι […]

Ο αγώνας του 1821 δεν υμνήθηκε μόνο από τους εθνικούς ποιητές, αλλά κι από πολλούς λαϊκούς. Χαρακτηριστικοί αυτοί οι στίχοι του ποιητή “Τσοπανάκου” ή επί το επισημότερον Παναγιώτη Κάλλα —που γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας το 1789—, σχετικά με την επίθεση του Κεχαγιάμπεη.

Τα περισσότερα σατιρικά ποιήματά του έχουν χαθεί, ενώ τα πατριωτικά του εκδοθήκαν το 1838 από τον Τριπολιτσιώτη τυπογράφο Ν. Παπαδόπουλο, με τίτλο Άσματα Πολεμιστήρια, ενώ μια δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε το 1846 από τους μαθητές του Βαρβάκειου.

Ετούτος ο ποιητής, λοιπόν, που «το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» —γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παπαδόπουλος—, «κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως μὴ δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα, διότι ἦτον ἀδυνάτου σώματος καμπούρης καὶ στραβοπόδης», διασκέδαζε τους συμπατριώτες του με ποιητικές αράδες. (περισσότερα…)