σύγχρονη ελληνική ποίηση

Γράμμα στη Γάζα

 *

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΓΑΖΑ

Αγαπημένη Γάζα,
όλα συμβαίνουν
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Κι αφού τα πονεμένα λόγια μας
τσακίζονται σαν χέρια
πάνω στα γρανιτένια βράχια
αυτής της τελειωμένης εποχής
απόψε κλαίω και για μένα,
Γάζα,
κλαίω για όλα
και για τίποτα.
Γιατί το αίμα σου που τρέχει,
χύνεται πάλι μες στο χειρουργείο
χύνεται πίσω απ’ το μέλλον
εσένα πέτυχε η παγωμένη σφαίρα
από το χθεσινό μου όνειρο.
Αγαπημένη Γάζα,
όλα συμβαίνουν
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Απόψε δεν υπάρχει λήθη. (περισσότερα…)

«Όταν δολοφονείται η ερμηνεία»

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
Ο θυρωρός των ημερών

Κέδρος, 2022

Ποιος είναι τελικά «ο θυρωρός των ημερών»; Είναι αυτός που ελέγχει και μετρά τα περάσματα του χρόνου όπου «όλα αρρωσταίνουν βήχοντας» (σ. 9); Στη νέα ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου με τον προαναφερθέντα τίτλο η ποιήτρια αναμετράται μαζί του εναγωνίως, γνωρίζοντας ότι το χρέος δεν θα της χαριστεί και πως η ίδια θα μετασχηματίζει τα συμβάντα με εργαλείο τη δεξιότητα να οργανώνει τις λέξεις, λειτουργώντας ως ενορχηστρώτρια.  Ο θυρωρός των ημερών είναι παρών σε ολόκληρο το ποιητικό σώμα, χρησιμοποιείται εξάλλου και ως τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής. Καθώς οι αναγνώστες έρχονται αντιμέτωποι/ες με τις κατακλυσμιαίες εικόνες των ποιημάτων, αφού και η ίδια «η ποίηση είναι κατακλυσμός» που συχνά παραπέμπει σε έναν κόσμο παραπλήσιο με αυτόν της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων. Η Λουκίδου δεν στοχάζεται απλώς για τον αδηφάγο θυρωρό των ημερών, των ωρών, του χρόνου, των ανθρώπινων ζωών αλλά ενδύεται η ίδια τον ρόλο αυτό. Άλλωστε ο θυρωρός παραπέμπει και στον θάνατο που παραμένει υπαινικτικά παρών σε κάθε συνθήκη. Η ποιήτρια επανατοποθετείται σε όσα συμβαίνουν στην  ίδια, αλλά και σε αγαπημένους της συγγραφείς, ποιητές/τριες, συνομιλώντας ποικιλοτρόπως μαζί τους. Η φοβική διαπίστωση πως «τελειώνει ο χρόνος των μορφών» δεν αναφέρεται μόνο σε ένα οριστικό τέλος, αλλά περισσότερο αναδεικνύει διλήμματα συνεχή για τη σχέση των ποιητών/τριών στον χρόνο, τις μεταποιήσεις και μετασχηματισμούς κάθε μορφής στο μνημονικό τοπίο των λέξεων, όπου όλα μπορούν να ανατραπούν και να συνυφανθούν εκ νέου. (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Πέντε ποιήματα

*

CAFÉ ΧΑΟΣ

I.

Πλεισίστιος στὸ ἐκδοτήριο φτάνω
κρατῶντας στὸ δεξὶ τὸν ὀβολό μου.
Σαλπάρω στὸ Papaver τῆς Somniferum
‒ τῶν VIP ἐπιβάτης, πρώτη θέση,
σ’ ἕνα ντουγροὺ ταξίδι, δίχως στάσεις.
Ἑπόμενος σταθμός μου: ἡ Ὑπνολάνδη.

II.

Ἡ ὑπνόκολλα σφαλίζει τὰ ματόκλαδα.
Ξυράφια θὲς γιὰ νὰ μοῦ τὰ χωρίσεις,
μὰ σὰν μεγάλωσα ἄλλαξαν τὰ χόμπι
κι’ ἀπ’ ὅλα τοῦ ἔρωτα τὰ παρὰ φύσιν
μοῦ ἔλαχε νὰ γίνω ὑπνοβάτης. (περισσότερα…)

Πεζολογική αμεσότητα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Θανάσης Τριαρίδης,
Για τους άγνωστους σφαγμένους,
“Ποιήματα” 2020-2022, Gutenberg, 2022

Ο Τριαρίδης, πολυσχιδής και πολυγραφότατος συγγραφέας, ασχολείται με ποικίλα είδη λόγου, πρόζα, θέατρο, ποίηση, αν και στην περίπτωσή του οι κατατάξεις μοιάζουν αμήχανες δεδομένης της υβριδικής φόρμας σε αρκετά κείμενά του. Κείμενα που έχουν πάντα μια σαφή πολιτική θέση που δεν είναι άλλη από το να παίρνεις θέση στη διαχρονική επανεμφάνιση του κακού: θρησκευτική ιδεοληψία, πνευματικοί ολοκληρωτισμοί, ναζιστική τερατωδία, φασιστικές μεταλλάξεις του σύγχρονου βίου με κοινή συνιστώσα τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς που δημιουργούν ψυχικούς πειθαναγκασμούς στο άτομο και παχύδερμα ανακλαστικά στις κοινωνίες, με αποτέλεσμα να καθίστανται εφεκτικές αλλά και συνένοχες στην επέλαση του κακού. Πρόκληση, ακτιβισμός, γκροτέσκο, μανιφέστο, αλληγορία, εξπρεσιονισμός, πειραματικές φόρμες επιστρατεύονται για να υπηρετήσουν μια γραφή εξεγερμένη και απερίφραστη στις θέσεις της. Αρκετά από αυτά τα γνωρίσματα βλέπουμε και στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, «Για τους άγνωστους σφαγμένους», ο αναγνώστης όχι μόνο αντιλαμβάνεται το θέμα αλλά και την οπτική του γράφοντος, καθώς η γυμνή λέξη «σφαγμένους» προοιωνίζεται μια γραφή που δεν την ενδιαφέρει η καλλιέπεια και η υποδηλωτική καταγγελία, αλλά θα μετέλθει μια έξω απ’ τα δόντια κυριολεξία για να καταδείξει, να καταγγείλει, να υπονομεύσει, να παρωδήσει, να σαρκάσει, εντέλει να τοιχοκολλήσει μια διαμαρτυρία που δεν στοχεύει σε αισθητικό ραφινάρισμα αλλά σε τσεκουράτες καταγγελίες και ποθούμενες συνεγέρσεις. Ιδού ένα δείγμα:

Το πιο τρομακτικό

Το πιο τρομακτικό με τους ανθρώπους
δεν είναι ότι γεννούν δολοφόνους,
χασάπηδες στρατηλάτες, στρατιώτες εκτελεστικών αποσπασμάτων,
πιλότους βομβαρδιστικών,
δεσμοφύλακες θαλάμων αερίων,
άντρες που μπήκανε στην πόλη των εχθρών
κι έλειωσαν τα κεφάλια των μωρών στον τοίχο.
Το πιο τρομακτικό είναι που συνηθίσαμε
τα αγάλματα των χασάπηδων στρατηλατών,
τις παρελάσεις των δολοφόνων στρατιωτών,
τις γιορτές που ονομάζουν ήρωες
εκείνους που έλειωσαν τα κεφάλια των μωρών
στον τοίχο.

Το πιο τρομακτικό είναι που συνηθίσαμε
κι εσύ κι εγώ.

Η γλώσσα καθημερινή, συχνά σε β΄ ενικό ή σε α΄ πληθυντικό, με μια κουβεντιαστή προφορικότητα, κρατά ανοιχτό ένα διάλογο που εμπλέκει όλα τα πρόσωπα του λόγου: τον συγγραφέα ως φορέα του λόγου και ως δρων κοινωνικό υποκείμενο (καταγγέλλοντα και αυτοκαταγγελλόμενο), τα ποικίλα ενδοκειμενικά πρόσωπα, τον αναγνώστη, αλλά και κάθε δυνητικό αποδέκτη του λόγου που είναι συνδιαμορφωτής της παθογόνας κοινωνικής συνθήκης: (περισσότερα…)

Tο ξήλωμα της γλώσσας

*

της ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Νίκη Χαλκιαδάκη,
μικρές κανίβαλες
Μανδραγόρας, 2022

Στην Ανάσκελη με πυρετό (Μανδραγόρας, 2012), η Νίκη Χαλκιαδάκη αρχίζει την ποιητική της αφήγηση παρουσιάζοντας την κόρη να καθαρίζει το κρανίο του πατέρα της χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Η σκοτεινή αυτή τελετή αποτελούσε την εναρκτήρια παράσταση μιας επιμνημόσυνης ποιητικής γραφής, που δεν επιτελούσε την πατροκτονία αλλά την αναδιήγηση της σχέσης κόρης και πατέρα, με τη συνδρομή της παιδικής κατανόησης και φαντασίας.

Στις μικρές κανίβαλες (Μανδραγόρας, 2022), ποιητική συλλογή η οποία εκδίδεται δέκα χρόνια μετά την Ανάσκελη με πυρετό, πρωταγωνιστεί ίσως το ίδιο εκείνο κορίτσι σε διαφορετικές ηλικίες, ή περισσότερα κορίτσια με κοινές εμπειρίες, που συγκροτούν μια συλλογική έμφυλη φωνή. Κοινή εμπειρία φαίνεται να είναι εκείνη της μονογονεϊκής οικογένειας, αποτελούμενης μόνο από γυναίκες/θηλυκότητες. Σύμφωνα με τα λεγόμενα στο εναρκτήριο ποίημα, η μητέρα «φοβάται μην έρθει [ο πατέρας] πίσω γεμάτος σκουλήκια». Στις μικρές κανίβαλες βλέπουμε τα αποτελέσματα μιας υποχρεωτικής ή μη, φυσικής ή και συμβολικής, απουσίας του άνδρα μέσα στον οίκο, με στόχο, υποθετικά πάντα, την επιβίωση. (περισσότερα…)

Την παρατηρώ

*

Την παρατηρώ

Την παρατηρώ
Η αξία της μέσα μου φουντώνει
Μου μιλάει για πράγματα, για ένα σωρό πράγματα
Πράγματα με αξία, πράγματα που δεν ξέρει πως
Πρόλαβα από μια τύχη να τους δώσω πρώτος κι εγώ αξία
Ουφ! Απόγευμα μαζί της και καμία διέξοδος διαφυγής
Θεόκλειστο το κύκλωμα του έρωτα
Ακούω τα τύμπανα, τις υπόγειες εκρήξεις θαυμασμού
Τις αντανακλάσεις που φωταγωγούν
Το δωμάτιο με τους καθρέφτες. Το δωμάτιο στο οποίο προκύπτει η ψυχή. (περισσότερα…)

Στρατής Πασχάλης, «Λιλή Μαρλέν» και άλλα ποιήματα

*

ΟΡΕΣΤΕΙΑ

Κρατάω τις τύψεις μου δεμένες με λουρί
και τις τραβάω σαν σκυλιά
και στο τσιμέντο ο άλλος μου εαυτός
.        είναι η σκιά μου
καθώς συμβαίνει της ζωής μου το τροχαίο

μπροστά στα μάτια μου
πάνω στην άσφαλτο
νεκροί
ο «πατριός» μου, η μάνα μου
κι η αδελφή μου απέναντι
στο πεζοδρόμιο
στέκει εκεί
πεντάρφανη μαυροφορούσα

καθώς ανάβει ο σηματοδότης και τη διάβαση περνώ
γυρίζοντας από το σούπερ μάρκετ
μ’ ένα ελάφι θηλυκό
μαχαιρωμένο μες στα χέρια
(στ’ άσπρο χαρτί ο θύτης ο ιερός το τύλιξε
κι έχει ματώσει)

ενώ σ’ όλους τους τοίχους γύρω βλέπω
ότι εγώ για όλα αυτά καταζητούμαι

~.~

ΑΣΚΗΤΙΚΗ

Ασκητεύω σε μοναστήρι ρόδων

Εκεί αισθήματα δεν ζούνε μήτε σκέψεις
σχήματα μόνο, χρώματα
κι αντί για γλώσσα
μουσική (περισσότερα…)

Νίκος Κωσταγιόλας, Έξι ποιήματα από το «Σαν άλλος Σαούλ»

*

Τα τοπία αντιστέκονται στους ξένους

Τα παροξυσμικά τζιτζίκια
το παλίμψηστο σταυρών στ’ ανώφλι, το ρόπτρο
κι η τυφλωτική ρομφαία φωτός
στο χώρισμα των μαστών μιας Θεοτόκου
που καρφώνεται

Μουγκρητό εξάτμισης και ύστερα σκαλιά, πολλά σκαλιά μαρμάρινα κι έπειτα ξύλινα σωρό, μ’ έναν ιδρώτα να κατασκηνώνει εκεί στον κρόταφο. «Πρόσεχε», μου ’πες, «το πάνω πάνω σκαλοπάτι έχει λασκάρει». Με τα κανιά μου δρασκελώντας έφτασα στην κάμαρα.

Πάνω στον κομό η εικόνα της κι ένα κερί λιπόσαρκο. Φευγάτο το φιτίλι. Ο αέρας γνώριμος, οξύς, τραύλιζε νότες της κλεισούρας. Έσκυψα και προσκύνησα. Μου χαμογέλασε σαν τότε. Ύστερα κουβέντα: «Πώς πέρασες;», «τι έκανες;», «πού  χ ά θ η κ ε ς ;». Έσυρα για τον κήπο, με βλέμμα απλανές, φυγαδευμένο. Ήξερα.

Το χώμα άγονος πηλός και κάποιοι τζίντζιροι. Έκανες να τους τσακώσεις μα ψυλλιάστηκαν και πέταξαν μακριά. Οι υμένες των φτερών τρίζαν σαν χόβολη. «Τίποτα δεν σου χαρίζεται σ’ αυτόν τον τόπο», έκρωξα κι όρμησα στη δημοσιά σωστό ελατήριο. Αγρίμι.

39°36’56.4″N 19°54’23.4″E

*

Πρόοδος

Παραστάσεις κυνηγιού στην Αλταμίρα·
φωτιά, συνοικισμοί
σπορές και θερισμοί
πόλεμοι σωρό
για Ελένες, χωρίς Ελένες·
χαλκός, σίδηρος, χάλυβας και λοιπά κράματα,
τώρα αφθονία πυριτίου και 3D printing

Σπίτια από λάσπη, άχυρο και τερακότα,
πέτρα ή μάρμαρο, από ξύλο –ύλη σχετικά φθηνή–
από μπετόν αρμέ και πλεξιγκλάς

Θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση,
υπολογιστής, τάμπλετ
λοιπές χεριού προεκτάσεις
youtube και pornhub

Θεοί σε οργασμό προπάντων:
πρώτα χθόνιοι
κατόπιν επουράνιοι
άλλοτε πολλοί, άλλοτε λίγοι
–το μεροκάματο ας τσουλά–

Ξάφνου εις αληθινός και μόνος
κατ’ εικόνα και ομοίωσιν πλασμένος
βολικός και φιλεύσπλαχνος
–εσχάτως εκλείπει κι αυτός,
ασθμαίνει η πίστη από των bit τον πακτωλό·
μετά τρελαίνεται–

Άνθρωπος η μόνη σταθερά
μες στη φρενήρη τύρβη
της προόδου

Άνθρωπος; (περισσότερα…)

Ενώπιον του γήρατος

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Γιώργου Καλοζώη
Η άφιξη των θηρίων
Ενύπνιον 2023

Αποτελεί κοινή παραδοχή το γεγονός ότι η γραμμή ανάμεσα στη μανιέρα και τη συνέπεια στο έργο είναι πολύ λεπτή. Και είναι αλήθεια ότι, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον Γιώργο Καλοζώη μανιερισμό: υπερρεαλιστικές εικόνες,[1] εξπρεσιονιστική αίσθηση,[2] ανθρωπόμορφη ζωολογία (ή ζωώδης ανθρωπολογία), ζούγκλες, δάση, πουλιά και μια «κανιβαλιστική συνθήκη»,[3] ανάβαση/κατάβαση σε βουνά, κλίμακες και σκάλες[4] σε εναρμονισμένα στο ζήτημα της μορφής ιδιότυπα σωληνοειδή ποιήματα[5] σε κάθε ποιητική συλλογή. Πρόκειται όμως για ένα αναγνωρίσιμο και ποιητικά υπαρκτό σύμπαν στο οποίο αιωρούνται —ή βαραίνουν— σταθερά τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα: πώς, γιατί, πού; Ο ανοικειωτικός καλοζωικός κόσμος διαθλάται σε κάθε έργο του ποιητή πιο διαυγώς, διερευνάται κάθε φορά σε μεγαλύτερο ύψος και βάθος, σκοτεινιάζει περισσότερο με την πάροδο του χρόνου και, κυρίως, δεν αντιγράφεταιˑ για αυτό δεν θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μανιερισμό παρά για συνέπεια, ποιητικής στάσης και έργου.

Αν στα προηγούμενα έργα του Καλοζώη το γήρας ήταν μια μακρινή αίσθηση, μια εικόνα, μια απειλή μέσα στην «επίγνωση της θνητότητας»,[6] τώρα αποτελεί ένα ζωντανό γεγονός το οποίο έχει αφιχθεί επιβλητικά στο οπτικό πεδίο. «Το γήρας ακόμη και μέσα / στην πιο μαύρη κι από / πίσσα νύχτα φωσφορίζει» γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Ο αλπινιστής η ωραία κι ο γυπαετός». Το ποιητικό υποκείμενο στέκεται συντετριμμένο ενώπιον του γήρατος που καταφθάνει επιθετικά και αδιαπραγμάτευτα. Και μοιάζει να επαναλαμβάνει πίσω από κάθε στίχο “να, καταφθάνουν”, “τα βλέπω, υπάρχουν”, “ήρθε (και για μένα) η ώρα να γνωρίσω τα θηρία”. Στο ποίημα «Ο ιστός» το ποιητικό υποκείμενο/ο ποιητής συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει και, κάποια στιγμή, αυτό που θα έχει συμβεί – για όλους. Για κάθε άνθρωπο έρχεται η σειρά, γιατί η ζωή είναι τετελεσμένη:

[…]
από τη μια άκρη μέχρι την άλλη
της αποθήκης ή του σύμπαντος ένας
χοντρός ιστός
πάνω του είδα τον παππού μου και
τον άλλο παππού μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν οι γονείς μου
πάνω του είδα τις θείες μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν είδα την πεθερά μου είδα
καλύτερα και ξανά για να είμαι
εντελώς σίγουρος πάνω στο άπειρο
δίχτυ έμβρυα και μωρά και μεγάλους
είδα πάνω σε καρφιτσωμένα χαρτιά
ερωτήσεις είδα ιστορίες πάνω στα
χαρτιά ποιήματα μυθιστορήματα και
θεατρικά και ψάχνοντας κάτι που
μου πήρε χρόνια είδα πάνω στον άχρονο
ιστό το καρτελάκι με τη σειρά και
την αριθμημένη θέση μου

(«Ο ιστός»)

(περισσότερα…)

Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

*
Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

Μόλις πιάσει να φυσάει ο βοριάς
και συρθεί στα χώματα της Ειδομένης,
γίνεται βαρδάρης

αντάρτης απ’ την χιονισμένη Τζένα
που ’κοψε δρόμο
για τις πετράρες του Καρασινάν

μικρός βοσκός της Τσέρνα-Ρέκα
που δρασκελάει απ’ τις πλαγιές του Πάικου
στου Αξιού τις όχθες

μπαρούτι και πάταγος,
αντίλαλος του Σκρα
στ’ αμπέλια της Γουμένισσας

τρελοβαρδάρης γίνεται
που φέρνει βόλτα
στης Τσιγγάνας τα στενά.

~.~ (περισσότερα…)

Με το βλέμμα του φιλιού

 

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Άρτεμις Χρυσοστομίδου
Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα
Το Ροδακιό, 2022

Δεν υπήρξαν ποτέ πιο περίεργα μάτια από τα δικά της. Τα λουλούδια που οι άνθρωποι ταξιδεύοντας βλέπουν στο δρόμο είναι τα μάτια της. Μπορεί να αγγίζει, να ακουμπά οπουδήποτε. Όλα είναι ορατά. Βλέπει μέσα από τα πάντα, είναι τα πάντα. Τη στιγμή που θα νομίσει ότι θα πεθάνει θα περάσουν από μπροστά της άνθρωποι των σπηλαίων, μεγάλα κεφάλια, μοναχοί του μεσαίωνα, ο σύγχρονος κόσμος, ένα πλαστικό μαχαίρι. […] Ζωγραφική είναι το αιώνια γυμνό βλέμμα. Από τον ποταμό μπορεί να βγει διαφορετική. Καλό είναι ο άνθρωπος να ανεβοκατεβαίνει. [1]

Αντικρίζοντας κανείς και μόνο τα εξώφυλλα των δύο βιβλίων της Αρτέμιδος Χρυσοστομίδου, ταξιδεύει σε ένα άχρονο σκοτεινό, συννεφιασμένο ή ομιχλώδες σκηνικό, όπου η όραση καλείται να αποκρυπτογραφήσει τι βλέπει πάνω σε μια σκούρα μονοχρωμία: κυπαρισσί το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως Τα σκυλιά δεν γαυγίζουν στη Γαλλία / Γλυπτική (Το Ροδακιό, 2018), γκρι πετρόλ το πιο πρόσφατο Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα (Το Ροδακιό, 2022). Και στις δύο περιπτώσεις οι διπλοί τίτλοι προκρίνουν την αφή, αλλά εξελικτικά, με έναν φόρο τιμής να αποτίνεται στην τέχνη της γλυπτικής και τις δυνατότητες των χεριών, η αφή ταυτίζεται με την όραση, με την οποία «ο άνθρωπος ανεβοκατεβαίνει».

Γενικότερα  η ποίηση της Χρυσοστομίδου στηρίζεται σε ποικίλα δίπολα: διπλοί τίτλοι, διγλωσσία (ελληνικά και αγγλικά/γαλλικά), ποίηση και πεζό, γραφή και φωτογραφία κ.ο.κ. από μία σκηνοθέτρια ποιήτρια. Για την πρώτη ιδιότητα της Χρυσοστομίδου, η οποία μοιάζει να “στήνει” σεναριακά και σκηνοθετικά τα βιβλία της, χαρακτηριστικό είναι, μεταξύ άλλων, το ποίημα «Αυτή δεν είναι μια ρομαντική ιστορία στις Άλπεις»: «Στις κορυφές, βιολιά, άριες και παπούτσια Kappa γλιστρούν στον πάγο. Από το αμφιθέατρο κοιτάζει το καμπαναριό. Τα κοιμητήρια είναι μουσεία σύγχρονης τέχνης που εκθέτουν στην ησυχία των τάφων, ένα μάθημα για το πώς μπορεί κανείς να μεταμορφωθεί σε τοπίο. Το κορίτσι στην άλλη πλευρά των Άλπεων είναι ένα βουνό που περιμένει να λιώσει το χιόνι για να δει τι κρύβεται αποκάτω. Της γράφει, Αγάπη μου, εμπιστεύου την αγάπη, όχι τα επιχειρήματα, και έλα να με βρεις. […]» (όπ., 22).[2] (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τα χρόνια των γρίφων

*

ΤΟ ΧΑΛΙΚΙ

Μαζεύω ένα χαλίκι απ’ τους Αγίους Τόπους
σ’ το φέρνω να το κάνεις φυλαχτό·
εσύ το κάρφωσες στον τοίχο – μια
να σε ξυπνά σαν κόκορας και μια
να σου ετοιμάζει βραδινό.

Ανόητε! Πώς θα σε βλέπουν τώρα
τα μάτια των νεκρών; Αυτά σου βρέχουν
το ξεραμένο σου λαρύγγι
όταν διαπράττεις ύβρη. Ζούμε σ’ άνυδρα
χρόνια – μπορεί και να έβρεξε πολύ.

Μαζεύω ένα χαλίκι – ψέματα·
μοιραία μπήκε στο σανδάλι μου
και το ’φερα μαζί μου στην πατρίδα.
Πες μου, πιστεύεις σ’ ό,τι αποκαλούμε
μοίρα; Μίλα στον αγαθό σου φίλο.

~.~

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τσάι του βουνού με άγριο μέλι·
δίνω στη γεύση σου ό,τι θέλει
υπό την προϋπόθεση
να επιτεθώ στα χείλη σου
και να τα βρω απροστάτευτα.

Τα τείχη σου δονούνται από τη μουσική
–θα σε φωνάζω «Ιεριχώ»–
όμως η τύχη σου δεν κάνει υπερωρίες
γι’ ανθρώπους που σκορπούν τα χρόνια τους
στις άσημες πολίχνες. Πες πως είμαι

κουτός, το δέχομαι και το επιτελώ
μα τι άλλο μένει τούτη τη βραδιά
που βρέχει για να νιώσουμε ενοχή;

Ψάχνοντας την παρομοίωση
που θα λυτρώσει το αίνιγμα
τα σύννεφα θα γίνουν
διαρρήκτες στα κλειστά κορμιά μας·
τα σύννεφα θα γίνουν συνεργοί μας.

~.~ (περισσότερα…)