σύγχρονη ελληνική ποίηση

Λιποβαρής στοχασμός, μετέωρη φόρμα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ειρήνη Ρηνιώτη,
Κόκκινη γραμμή,
Άγρα, 2023

Η Ειρήνη Ρηνιώτη καλλιεργεί μια γραφή ελλειπτική, σε απλή γραμματική φόρμα, υπαινικτικά υπόφωτη. Αυτή η φόρμα απέδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα στο προηγούμενο βιβλίο της μέσω της οικονομίας του υπαινιγμού και της απέριττης στοχαστικότητας. Στο πρώτο ποίημα της νέας της συλλογής μοιάζει να ακολουθεί αυτή την πορεία, όπως δείχνει το εναρκτήριο κείμενο της πρώτης από τις τέσσερις ενότητες του βιβλίου:

Συνάντηση

Στη μνήμη του πατέρα μου

Συναντηθήκαμε στις όχθες τ’ ουρανού. Πλάνιζε τον κορμό μιας λεύκας. Με ροκανίδια ύφαινε διάστικτο ρούχο, όπου επάνω του κεντούσαν οι μοδίστρες των νεφών σκίουρους, πουλιά και φύλλα.

Σαν έρθει η ώρα το φοράς, είπε. Ν’ απλώσεις ρίζες μες στη γη. Να γίνεις δέντρο.

Εδώ κινείται στην προνομιακή της περιοχή, την διακριτική απόδοση της μελαγχολίας της ύπαρξης μέσω της εικόνας και ενός λεπταίσθητου λόγου εν μέσω της περιρρέουσας σιωπής και της έρρυθμης παύσης, τη χρήση της οποίας η Ρηνιώτη γνωρίζει καλά να χειρίζεται. Η ένδυση όμως ενός λεπτού ποιητικού σώματος με το περικείμενο κενό της σελίδας μπορεί να είναι ένδειξη ποιητικής νοημοσύνης ή αμηχανίας. Η λιτότητα, για να αποδώσει, χρειάζεται μεστή συμπύκνωση, ειδάλλως αποβαίνει ισχνό χνάρι μιας σκέψης που πριν διαπιστωθεί στην ολότητά της σβήνει, εκβάλλοντας έναν μικρό σπινθήρα εκεί που θα περίμενε ο αναγνώστης μια ακαριαία πυράκτωση. Είναι μεγάλη γοητεία να μπορεί το μόλις ειπωμένο να αναδίδει τις υπόρρητες τροπές του κόσμου που υποδηλώνει μπροστά στα μάτια σου. Στο νέο της βιβλίο η Ρηνιώτη δεν κατορθώνει κάτι τέτοιο. Η σάρκα του στοχασμού είναι λιποβαρής, μετέωρη στη μινιμαλιστική φόρμα. Αυτό διαφαίνεται περισσότερο στα είκοσι τέσσερα «Στιγμιότυπα» της τρίτης ενότητας όπου παρατάσσονται ολιγόλογες σκέψεις που πριν αρθρωθούν εκπνέουν: (περισσότερα…)

«Τρεις εναντίον ενός» και άλλα σονέτα

*

ΣΤΑΓΟΝΑ

Μονάχα η θάλασσα του διάβρωνε τη θλίψη·
στο τραύμα το αίμα τού το ξέραινε τ’ αλάτι.
Ξάπλωνε το κορμί του στη νερένια πλάτη·
ήξερε· κείνη δεν θα τον εγκαταλείψει…

Παιδί ερωτεύτηκε το βότσαλο, το φύκι
την αχιβάδα που ανοιγόκλεινε τα χείλη·
το λάγνο κάλεσμα στο ξύπνημα του Απρίλη:
«Δώς’ μου τα μάτια σου να πλύνω από τη φρίκη…»

Εκεί τ’ ακούμπαγε τα μαύρα μυστικά του
κι αυτή τον βάφτιζε πάλι άνθρωπο· και πάλι·
και τού ’παιρνε μέχρι τον φόβο του θανάτου!

‘Ώσπου μία μέρα, μια μορφή στην υγρή αγκάλη·
ήταν του Αλέξανδρου του βασιλιά η γοργόνα!
Τα χέρια του άπλωσε και γίνηκε σταγόνα…

~.~

(περισσότερα…)

Ειδική Ποιητική Επιχείρηση

*

Ελευθερία, ποιός άραγε γνωρίζει
την όψη-σου απο πρίν; Και πού δέ σ’ είδα!
Πότε κρατάς το κλόμπ που φοβερίζει

τα Κίτρινα Γιλέκα, πότε ασπίδα
και προστατεύεις τ’ αγριεμένα πλήθη
στους δρόμους του Κιέβου. Η προσωπίδα

του απείθαρχου σου πάει, του αρχαίου Σκύθη,
κι η λουλουδάτη ανεμελιά του χίπη,
ρεκλάμα γελαστή που ακόμα πείθει.

Δέν άφησες τερτίπι για τερτίπι
που να μήν ξέρεις, Λευτεριά, καλούπι
που να μήν έχεις μπεί. Γιά πές, τί λείπει;

– Του αξύριστου πυγμαίου το σουλούπι.

21 Μαΐου 2022. Στην εσθονική πόλη Τόρβα, η Λεττονή γλύπτρια Αγκνέζε Ρουτζίτε-Κιρίλοβα πλάθει ενα αντίγραφο του Αγάλματος της Ελευθερίας απο άμμο. Το πρόσωπο της Ελευθερίας φέρει τα χαρακτηριστικά του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

~.~ (περισσότερα…)

Εαρινό

*

Μικρές σκιές φτεροκοπούν στον τοίχο:
πουλιά, που πέρα απ’ τα παράθυρα πετάνε
και αχόρταγα στην κάμαρα στοιβάζει
η καταιγίδα του φωτός τ’ αρνητικά τους.
Μια πέτρα συγκρατεί σονέτα του Πετράρχη
γραμμένα όπως τα θυμόμουν, από στήθους,
με μια βυζαντινή καλλιγραφία κι έτσι
καθώς φυσά στη λιμνοθάλασσα της μνήμης
φέρνει το κύμα ήχους από μάχες:
μνήμη από μάχες τον μήνα του Μάρτη
και οι σκέψεις ζητούν, τι απομένει στον χάρτη
αυτού του κάμπου των απέραντων καιρών που βρίθει
βάλτους με αίμα και άνθρωπο: μόνο
με την καρδιά του ανθρώπου. Νυχτώνει.
Οι χρονοβόροι πλάτανοι επιμένουν να πλουμίζουν
τις φυλλωσιές· το φθισικό φεγγάρι
βαραίνει, μοιάζει έτοιμο να πέσει
κι ένα άστρο ακλόνητο σιμά του, ειρωνεύεται.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

*

*

Ουράνιο τόξο

*

του ΤΑΣΣΟΥ ΠΑΓΙΑΣΛΗ

Δημήτρης Μουζάκης,
Ταραήλ, Gutenberg, 2024

ΤαραήλTαραήλτς ή Ταραήλες) είναι το ουράνιο τόξο στα Ποντιακά. Αυτός είναι ο τίτλος της νέας συλλογής του Δημήτρη Μουζάκη.

Η συλλογή ανοίγει με ένα μοντέρνο σονέτο ή, καλυτέρα, μια παραλλαγή του σονέτου του οποίου η ομοιοκαταληξία δεν ακολουθεί αυστηρά τους δομικούς κανόνες. Το σονέτο αφιερωμένο στη Μάρα αναβλύζει συναισθηματική ένταση καθώς περιγράφει τη σχέση μιας μητέρας και της κόρης της. Διαφαίνεται η αρχή της πορείας με τον θηλασμό: «…με το γάλα σου ραίνεις τις πληγές μου» αλλά και τα καταληκτικά μονοπάτια του μέλλοντος: «στο σκότος ταξιδεύουμε μιας κρύπτης.». Ο προφανής συναισθηματικός δεσμός ξεκινάει από το «στήθος» και αγκαλιάζει ζεστά την ανατροφή της Μάρας.

Επτά ποιήματα πριν το τέλος στο ομώνυμο με τον τίτλο της συλλογής ποίημα, ο ποιητής τονίζει στη Μάρα πως το ταξίδι της ζωής σαν ουράνιο τόξο μας φιλοξενεί πάνω σε μια ηλιαχτίδα, υπενθυμίζοντας έτσι και σε εμάς την ταχύτητα με την οποία η ζωή περνά. Και λόγω αυτής της ταχύτητας πολλοί από τους συνοδοιπόρους μας σαν θεατές του ουράνιου τόξου έρχονται και φεύγουν στην παρόρμηση μιας στιγμιαίας στάσης. Μια γραμμή ενώνει την Μάρα με την παροδικότητα του ουράνιου τόξου (ζωής), μια γραμμή λαχτάρας, αναπόλησης, διαλογισμού, ενδοσκόπησης, καημού, μοναξιάς και μελαγχολίας. (περισσότερα…)

Το  Ποιητόμετρο

*

Από δω και πέρα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο…

Εκείνο το απόγευμα που τηλεφώνησε ο ποιητής, δοκιμιογράφος, ιδρυτής και τέως εκδότης του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον, Γιάννης Πατίλης, στον ποιητή, δοκιμιογράφο και νυν εκδότη του περιοδικού σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, υπό τον τίτλο Νέο Πλανόδιον, Κώστα Κουτσουρέλη, ήταν σαν όλα τ’ άλλα απογεύματα που τηλεφωνιόντουσαν οι δυο τους για θέματα του περιοδικού.

Ο αίθριος καιρός δεν προμήνυε την απρόσμενη καταιγίδα που θα ξεσπούσε και θα πλημμύριζε – όπως κάθε ξαφνική νεροποντή στην Αθήνα – λεωφόρους, κεντρικές οδούς, παράκεντρα και αδιέξοδα – λογοτεχνικά – σοκάκια.

Ήταν μια παράξενη εποχή για την λογοτεχνία. Χωρίς τα μεγάλα ρεύματα του παρελθόντος, δίχως τρανταχτά ονόματα και διακριτές φωνές, βούλιαζαν σχεδόν τα πάντα σ’ έναν στείρο μιμητισμό και σ’ έναν εξαμβλωματικό πειραματισμό.

Ειδικώς στην ποίηση, γινόντανε το «έλα να δεις». Έβγαιναν 1.000 συλλογές τον χρόνο. Σε 10 χρόνια 10.000. Σε 100 χρόνια 100.000 ποιητικές συλλογές! Ποιος θα έφτανε στον επόμενο αιώνα; Ποιος θα επέπλεε σαν καρυδότσουφλο στον ωκεανό του Χρόνου;

Ποιητές και ποιητίσκοι, αστέρες κι αστερίσκοι, διαγωνίζονταν για το εκλαμπρότερο πυροτέχνημα στον χάρτινο ουρανό τους. Αυτό που θα τους εκτόξευε στην αιωνιότητα. Κι επειδή το μεγάλο έργο ήταν δύσκολο να γραφτεί, στράφηκαν προς την μεγάλη προβολή του μικρού τους έργου: αλλεπάλληλες εκδόσεις – μία συλλογή στην αρχή της χρονιάς και μία στο τέλος της άλλης, ώστε να παίζουν συνεχώς στα Κρατικά Βραβεία· εντυπωσιακές παρουσιάσεις – με απαγγελίες ηθοποιών και μελοποιήσεις· επιστρατεύσεις μεγάρων, θεάτρων, στοών· κριτικές και συνεντεύξεις – όσο πιο άφθονες κριτικές και συνεντεύξεις. Τα περιοδικά – έντυπα και ηλεκτρονικά – ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια και τα ποιήματα δημοσιεύονταν σαν αγγούρια.

Το 2% του αναγνωστικού κοινού απηύδησε – δηλαδή ολόκληρο το κοινό που διάβαζε ποίηση. Κάτι φιλόλογοι επί το πλείστον, κάτι φοιτητές, κάτι «βαρεμένοι» και οι μετρημένοι στα δάχτυλα της προκοπής αναγνώστες. Κοινό στην θέση του κοινού – του κενού καλύτερα – έγιναν οι ίδιοι οι ποιητές. Βάραγαν παλαμάκια ο ένας του άλλου, χορεύοντας σαν αρκούδια. Η πίστα γέμισε λουλούδια – επαίνους κι επευφημίες – και σπασμένα πιάτα – έριδες και κακολογήματα.

Έτσι, τσουβαλιασμένοι όλοι μαζί, πήγαιναν «ντουγρού» για τον κάδο της γειτονιάς – μια γειτονιά κι η λογοτεχνία μας – μέχρι να περάσει το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας και να μαζέψει τους πάντες. Η αιωνιότητα που ονειρεύονταν όλοι τους, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η ανακύκλωση.

Ντρίιιν! Ντρίιιν…

Το τηλέφωνο χτυπούσε ανυπόμονα κι ο Κουτσουρέλης το σήκωσε καθυστερημένα, γιατί εκείνη την στιγμή έγραφε ένα άρθρο για τον πόλεμο στην Ουκρανία κι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ τελείας και άνω τελείας σε μια παράγραφο. Τελικά έβαλε μια βιαστική τελεία, λες και τερμάτιζε οριστικά και βεβιασμένα, κατόπιν άνωθεν εντολής, ένα πολεμικό επεισόδιο και απάντησε:

«Καλώς τον Γιάννη!» (περισσότερα…)

Ἀποχαιρετισμὸς στὸν ἄνθρωπο, ποιητὴ καὶ φίλο Νίκο Λεβέντη καὶ ὥριμο Καλωσόρισμα στὸ ἔργο του

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

 (ἐπιμνημόσυνο τρίπτυχο)

I.

1976-1977. Ἦ­ταν κά­ποι­ο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ ζε­στὰ Κα­λο­καί­ρια τῆς Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ὅ­ταν τὰ δύ­ο ζευ­γά­ρια ἔ­βγαι­ναν μα­ζὶ γιὰ κά­ποι­ον και­ρὸ βρά­δυ Σαβ­βά­του – δι­ά­λειμ­μα δρο­σε­ρὸ μὲ φόν­το τὴν πυ­ρε­τώ­δη ἀ­με­ρι­μνη­σί­α τῆς Ἐ­πο­χῆς. Τὸ ἄ­κου­γα κα­θα­ρὰ σὰν τώ­ρα ἀ­πὸ τὴν Ἰ­ω­άν­να Ζερ­βοῦ, τὴν πα­ρά­φο­ρη Ὑ­πα­τί­α ἀ­πὸ τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ πρω­το­ξύ­πνη­μα τῆς ἔμ­φυ­λης νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας στὴ ρὶβ γκὼς τοῦ Ση­κουά­να: Ὑ­πάρ­χουν τρεῖς Ἕλ­λη­νες ἐ­κεῖ ποὺ ἡ ἐ­πι­στρο­φή τους στὴν Ἑλ­λά­δα θὰ ἀλ­λά­ξει τὸ το­πί­ο τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν γραμ­μά­των! Κα­τά­πλη­κτος ἄ­κου­γα τρί­α ἐν­τε­λῶς ἄ­γνω­στά μου ὀ­νό­μα­τα συ­νο­μι­λή­κων: Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας, Νί­κος Λε­βέν­της! Πῶς!; Δὲν ἦ­ταν ἡ γε­νιὰ τοῦ ‘70, ὁ Γιά­ννης Κον­τός, ὁ Βα­σί­λης Στε­ριά­δης, ἡ Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη ποὺ ἔ­γρα­φαν τὶς φρέ­σκες λαμ­πρὲς ποι­η­τι­κὲς σε­λί­δες τῶν χρό­νων μας;…

Τὴν ἀ­πάν­τη­ση τὴν ἔ­δω­σε χρό­νια με­τὰ ὁ ποι­η­τὴς Δη­μή­τρης Ἀρ­μά­ος: «Δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ καρ­ποί της ὡ­ρί­μα­σαν στὸ ὑ­πέ­δα­φος.»

Ἡ ὑ­περ­κρα­τού­σα γε­νιὰ τοῦ ’70, αὐ­το­τε­λει­ώ­θη­κε θε­α­μα­τι­κῶς στὸ πα­λιμ­παι­δι­κὸ reunion της στὶς 19:30 τῆς Δευ­τέ­ρας τῆς 23ης Ὀ­κτω­βρί­ου 2017 στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο Ἀ­τλαν­τίς, στὸν ἀ­ριθ­μὸ 245 τῆς Λε­ω­φό­ρου Βου­λι­αγ­μέ­νης:

*

*

Οἱ νέ­οι θέ­λουν πάν­τα νὰ φθά­σουν νω­ρίς. Γέ­μι­σε γρή­γο­ρα ἡ Δι­ψα­σμέ­νη Με­τα­πο­λί­τευ­ση ἀ­πὸ νέ­ους φθα­σμέ­νους. Τὸ φθά­σι­μο κλη­ρο­δο­τή­θη­κε ὡς ὑ­ψη­λὴ αὐ­τα­ξί­α στὶς ἑ­πό­με­νες γε­νι­ές. Οἱ μη­χα­νὲς πα­ρα­γω­γῆς τους στὴν Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων καὶ στὸν Κύ­κλο Ποι­η­τῶν δου­λεύ­ουν νυ­χθη­με­ρόν. Δὲν προ­λα­βαί­νεις νὰ ξε­φυλ­λί­σεις πιὰ τὰ (συ­νή­θως κα­τα­σκευ­α­σμέ­να) πει­στή­ρια… (Γιὰ τοὺς ἀ­πέ­ξω φρον­τί­ζει ἱ­πτά­με­νος ἕ­νας Ἵ­κα­ρος-Μπαμ­πα­σά­κης-στὸν-Κό­σμο-Του.) (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλάντα γιορτινή

*

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΟΡΤΙΝΗ

Μακριὰ ἀπὸ τραπέζια καὶ μαζώξεις,
παρέες γιορτινές, χαρὲς καὶ δῶρα·
ἀδύνατο γι’ αὐτοὺς νὰ τοὺς στριμώξεις
στὰ ἐντός, ἐκτὸς κι’ ἐπὶ τ’ αὐτά, στὴ χώρα
ποὺ οἱ παραδόσεις —ζόμπι ἁιμοβόρα—
τὸ αἷμα τῆς ζωῆς ἀργὰ ρουφᾶνε,
κι’ ἔτσι γράφω μπαλάντα ἐλπιδοφόρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Ὅλη ἡ χρονιὰ γεμάτη καταδιώξεις
κι’ ἀγκομαχάει, συνέχεια ἀνηφόρα·
μήνυση ἡ ἀργία κι’ οἱ Κυριακὲς διώξεις,
ἐξώδικα οἱ Δευτέρες καὶ πληθώρα
οἱ ἀγωγὲς τῶν 5€ τὴν ὥρα,
καὶ σκέφτονται ὀρθῶς «ποῦ μὲ τραβᾶνε;»
ἐνῶ χαρίζω αὐτὴν τὴν ἐργατοώρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Ξυπνοῦν μὲ ἀτελεῖς τὶς ὀνειρώξεις
κι’ ἀκοῦν μόνο γιὰ τὴν κιλοβατώρα
πεδίον ἀπολέσει ἔχοντας δόξης
γιὰ μιὰ μικρὴ ἀπόκλιση ὁπληφόρα
ποὺ θὰ τοὺς δώσει ἐδεμικὴ όπώρα,
ἀφοῦ ὅλοι μαζὶ πρέπει νὰ φᾶνε·
μιὰ χειραψία σὰν προστασία στὴν μπόρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Μιὰ μαύρη τρύπα ὁ κόσμος, μὲ  λοιμώξεις,
ἀναρωτιοῦνται ὅλοι ποῦ νὰ πᾶνε.
Θὰ πρότεινα, ἀναγνώστη, νὰ ἐπιδιώξεις:
μ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

Ο επικός λυρισμός του Ευστράτιου Σαρρή [2/2]

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ευστράτιος Σαρρής, Η τέχνη για το κάλλος,
Εκδόσεις Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, 2021

[ Συνέχεια από το Πρώτο Μέρος ]

Ο κορυφαίος των συγκαιρινών επιγραμματογράφων μας, τόσο από την άποψη του ποιού όσο και από την άποψη του ποσού, είναι σχεδόν επόμενο να έχει συνθέσει και επιγράμματα που ανακαλούν ευθέως τις απώτερες καταβολές του είδους. Πρόκειται για ποιήματα σεμνά και πένθιμα, ιερά αναθήματα σε αγαπημένους νεκρούς.

Από αυτά καθώς και από το σύνολο των επιγραμμάτων του θ’ άξιζε να παρατεθούν όχι ένα και δύο αλλά δεκάδες. Προσωπικά δε, αν μου ζητούσαν να τ’ «ανθολογήσω», θα τα περιελάμβανα όλα χωρίς να παραλείψω κανένα. Και θα συνέχιζα εντάσσοντας και άπαντα τα υπόλοιπα ποιήματα, μικρά και μεγάλα, σ’ έναν πολυσέλιδο τόμο ή και σε μια πολύτομη σειρά. Προσώρας ωστόσο θα σταθούμε μόνο σε ορισμένα, επιγράμματα ή ψευδοεπιγράμματα, όπου απαντάμε και το εξής αξιοσημείωτο: είναι γραμμένα για ζώα. Ο πλατωνικός ποιητής δεν αναγνωρίζει το «προνόμιο» της ψυχής αποκλειστικά στον άνθρωπο. Σαν άλλος φράτε Λεόνε, κατανικώντας κάθε ανθρωποκεντρικό εγωισμό, θέλει «και τα πουλάκια στην Παράδεισο». Διότι για ποια παραδείσια συνθήκη μπορούμε να μιλάμε, αν κι εκείνη η ζωή δεν είναι πλήρης, αν δεν ξεχειλίζει μάλιστα απ’ όλα όσα εδώ αγαπήσαμε;

Κι είναι ο Έρωτας, όπως τον αθανάτισε ο Πλάτων κι όπως τον αναδέχθηκε ο νεότερος ποιητής, αυτός που περισώζει τα όντα από την έκπτωση του θανάτου, θυμίζοντας και τον κατά Ρίλκε Θεό, ο οποίος στο χέρι Του συγκρατεί τα πάντα, που ανεξαιρέτως «πέφτουν».

(περισσότερα…)

Ο επικός λυρισμός του Ευστράτιου Σαρρή [1/2]

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ευστράτιος Σαρρής, Η τέχνη για το κάλλος,
Εκδόσεις Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, 2021
Κ’ είμαι κ’ εγώ που γράφω τα και την αντρειά ’φηγούμαι.
ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΣΑΡΡΗΣ

Αλλιώς, ομολογώ, σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος, αλλά και με τρόπο κάπως επισημότερο καθώς τού πρέπει, λογάριαζα να πρωτολογήσω για τον ποιητή Ευστράτιο Σαρρή.

Όσοι όμως καταγίνονται με το γράψιμο, ιδίως σε συνθήκες που αντικειμενικά δεν ευνοούν την ομαλή του εκτύλιξη, ξέρουν καλά πόσα συγγραφικά σχέδια καθυστερούν, αναβάλλονται προσωρινά ή και οριστικά ματαιώνονται – για χίλιους δυο λόγους· πόσο συχνά ο πρωθόρμητος ενθουσιασμός, πάντα παρών στα εναρκτήρια κινήματα ενός έργου στη φαντασία, παραχωρεί τη θέση του στην παραίτηση και στην παραδοχή της αδυναμίας για βιώσιμη συνέχεια – συχνά όχι δίχως κάποιαν αίσθηση ντροπής. Και ξέρουν ακόμη πόσο μπορούν τέτοια ημιτελή εγχειρήματα να στοιχειώσουν τη σκέψη, να βαρύνουν και να περιπλέξουν τον ψυχισμό σαν χρέος ηθικό που ολοένα τοκίζεται, μέχρις ότου γίνουν κανονικότατη τύψη συνειδησιακή και βραχνάς δυσβάστακτος. (περισσότερα…)

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Το πεπρωμένο του ονόματος

*

Εικών ειμί

Εικών ειμί
της λύπης των νηπίων
Γι’  αυτό δεν θλίβομαι
Μπροστά μου η Ακατάφλεκτη
η Βροντιανή, η Θαλασσομαχούσα
οι κίονες στους κήπους των δυνάμεων
ένα κερί στον χιονισμένο χρόνο
και ψηλά στου θόλου την παραίσθηση
ένα βλέμμα ν’ αποσοβεί γελαστικά
την άβυσσο
Κελαηδάς ή προσεύχεσαι
και του άκλιτου νόστου οι φωταψίες
ανέρχονται απ’ την ύλη
Εικών ειμί
της λύπης των νηπίων
Εικών ειμί των εσφαλμένων
Αυτός που θα πέθαινε
χωρίς να κλείσει ποτέ τα μάτια
Ο άλλος πηλός ο άπλαστος
ώς η πλαστικότητα του απεριόριστου
αφανίσει τη νοθεία των ορίων
Μια σύσταση κατάσπαρτης
ιδιοχειρίας ζώντος

~.~ (περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Τις γιορτές

*

ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Στόλισαν φωτάκια στους δρόμους
κι εγώ τώρα δεν έχω μέρος να ξαποστάσω,
με την ησυχία μου να τρυπηθώ.
Ύστερα, τριγυρνούν με σακούλες στα χέρια
να προλάβουν την Μαύρη Παρασκευή.
Για μένα όμως όλες οι μέρες είναι μαύρες
και οι Παρασκευές Μεγάλες.
Η πρεζόφουντα ποτέ δεν κάνει εκπτώσεις.

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΝΤΑΡΑΣ

*