σύγχρονη ελληνική ποίηση

Ποιήματα που αποπνέουν ιερότητα

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Θεώνη Κοτίνη,
Ο χρόνος είναι,
Μελάνι, 2020

Ορισμένοι ποιητές έχουν την ευχέρεια χρησιμοποιώντας διατυπώσεις με υποκείμενο, ρήμα και κατηγορούμενο να ανοίγουν τη γλώσσα πέρα από τις λεκτικές της διαστάσεις. Έτσι και εδώ στον τίτλο ανοίγεται πεδίο ανάγνωσης διττό: του Χρόνου και του Είναι. Και τι δεν χωρεί μέσα τους.

Προχωρούμε στον ποιητικό βηματισμό. Βαθιά προσωπική ποίηση, θα την έλεγα ποίηση προσώπων, που αποπνέει ιερότητα. Σπάνια κατορθώνει κανείς χωρίς ιερολογίες, χωρίς ρητές θεολογικές αναφορές να ζωγραφίσει αγιογραφήματα. Ποιήματα ποτισμένα αγάπη. Μαζί με εξαιρετική χρήση της γλώσσας, σαν να ακουμπά κάθε στίχο στο χαρτί, όπως εύθραυστο δοχείο και με εναλλαγές πρώτου, δεύτερου και τρίτου προσώπου. Έχουμε να κάνουμε με ξεχείλισμα ψυχής αφού πρώτα έχει κατασταλάξει νοσταλγία, θύμηση, σιωπή, ομορφιά για πρόσωπα και πράγματα. Η ομορφιά που καταγράφεται μέσα από μεγάλη τρυφερότητα δεν είναι των πραγμάτων, είναι της ποιήτριας. Καθώς το βλέμμα της ακουμπά πάνω τους, ακουμπά και η ψυχή της με όσα μεταφέρει, όλα όσα ένιωσε στη ζωή της. Ο αναγνώστης αναρωτιέται, πονά, αναλογίζεται, αυτογνωρίζεται. (περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀρμάος, Ἐπίλεκτα Ποιήματα καὶ Μεταφράσεις τους σὲ Ἄλλες Γλῶσσες (5/5)

Δ. Ἀρμάος, πορτραῖτο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Tὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.

Ἡ πέμπτη καὶ τελευταία ἀνάρτηση τῆς σειρᾶς περιλαμβάνει μιὰ μικρὴ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ τιμώμενου, στὸ πρωτότυπο καὶ σὲ τέσσερις ἄλλες γλῶσσες. Μεταφράζουν οἱ Ὀρφέας Ἀπέργης, Debora Cacciafeda, Robert καὶ Despina Crist, Catherine Mavromara-Lazaridou, Mario Domínguez Parra, Νίκος Πρατσίνης, Don Schofield καὶ Τόνια Κοβαλένκο. 

 

 

~.~

(περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀρμάος, Πέντε χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του (1/5)

 

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸ ἐργοβιογραφικὸ σημείωμα ποὺ ἀκολουθεῖ, τὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.    (περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Δύο ποιήματα

(περισσότερα…)

Θάνος Γιαννούδης, Αναγέννηση

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Κι είπ’ η γιαγιά στ’ άσωτα εγγόνια
πως πέθαν’ ο Καλός Θεός…»
Δ. Ζευγώλη – Γλέζου

«Μεγάλη Μήτρα, πόσο το ποθώ
να ’ρθω στη γη κι ας είμαι πριν της ώρας.
Αγέννητος, ζητώ την Ελευθώ
ν’ ανοίξει της καρδιάς μου το βυθό
και στ’ άπειρου του νου να στάξ’ ιχώρας. (περισσότερα…)

Δώρος Γεωργίου, Επτά ποιήματα

Ακούγοντας Μάλερ και παίζοντας τάβλι

Μην βιαστείτε να γράψετε
για τους μεγάλους πολέμους.
Αναφερθείτε πρώτα στους μικρούς.

Το χέρι που γράφει κομψότερα,
νικάει αυτό που ορνιθοσκαλίζει.
(περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Ποιήματα για τον τριχομούρη Φίοντορ Γεφτίτσεφ, άνθρωπο του τσίρκου, σε ελαφρώς λοξό και ελεγειακό τόνο

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΙΟΝΤΟΡ ΓΕΦΤΙΤΣΕΦ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΥΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ
(παιδικό τραγούδι)

Άρκτος μία γερασμένη, ραχιτική και διψασμένη
Απ’ το πηγάδι –ω! ω!– θέλησε να πιει νερό.

Αλλά άγαρμπα ο Λιόσα, κι ας τη βλέπει διψασμένη
Την αρκούδα εμποδίζει: «Όχι, δεν θα πιεις νερό!» – χθες μου κόψαν τον μισθό!»

«Παραγιέ αχ μην κακιώνεις, έλεος, είμαι διψασμένη
Αν σ’ αδίκησαν δεν ξέρω, άσε με να πιω νερό». (περισσότερα…)

Κώστας Ζωτόπουλος, Δύο ποιήματα

 

Κατάστημα κουμπιών

Είδε τη μητέρα του στην οδό Κολοκοτρώνη
να μπαίνει σε κατάστημα κουμπιών.
Πριν τη φτάσει, αυτή βγήκε και βαδίζοντας αργά
εισήλθε στο επόμενο κατάστημα.
Παρόλο που είχε επιταχύνει το βήμα,
δεν κατόρθωνε να την προσεγγίσει,
μαγικά η απόσταση έμενε ίδια,
κι αδυνατούσε να διαπιστώσει
αν όντως ήταν εκείνη. (περισσότερα…)

Νικολέτα Κούτη, Γεύμα στο πάρκο

800px-Edouard_Manet_-_Luncheon_on_the_Grass_-_Google_Art_Project

Γεύμα στο πάρκο

Ένας ποιητής, σκυφτός στην άκρη του εστιατορίου
Πίνοντας μια κόκκινη γουλιά
Αναλογίζεται
Πώς να ηχούν οι ήχοι από τα μαχαιροπίρουνα
Στ’ αυτιά εκείνου του αστέγου που ευτυχώς πρόλαβε τη θέση στο παγκάκι.
Τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα έχει τα τζιτζίκια παρέα το καλοκαίρι,
Και ίσως να πιάνουν και καμιά ψιλοκουβέντα.
Ξέρει πάντως πως όταν σηκωθεί από το μαγαζί,
Θα διασχίσει το πάρκο γυρνώντας το βλέμμα του γρήγορα,
Και θα ψάξει την χώνεψη από το φιλέ μινιόν
Σ’ ένα στέκι με ακριβό ουίσκι
Και άλλους διανοούμενους να συζητούν
Την αδικία της ζωής.
Έπειτα θα επιστρέψει σπίτι του,
Και θα γράψει
Ένα θριαμβευτικό ποίημα για την βαριά μελαγχολία του στην όψη εκείνου του ανθρώπου.
Βέβαια δεν θα αναφέρει ότι ούτε την μυρουδιά του δεν άντεξε
Ούτε τα άπλυτα μαλλιά του να κοιτάξει.
Σίγουρα όμως εκτελεί το χρέος του,
Και γι’ αυτό, θα ανάψει ένα πούρο σκεπτόμενος.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ


(Πίνακας: Edouard Manet, Le déjeuner sur l’herbe)

Ποιητικά υβρίδια στην υπηρεσία του ανώτατου σκοπού

Χάρη Γαρουνιάτη Ροσινιόλ, Αθήνα, Αντίποδες, 2019

 της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Στο πρώτο βιβλίο του Χάρη Γαρουνιάτη Ροσινιόλ (Αθήνα, Αντίποδες, 2019) τα κείμενα στο σύνολό τους δίδουν την εντύπωση ότι συντάσσονται (και παρατάσσονται) πρωτίστως βάσει μιας αισθητικής προσέγγισης απέναντι στη γλώσσα − όπως λίγο πολύ εξάλλου κάνει κάθε ποιητής και κάθε καλλιτέχνης γενικότερα. Στην περίπτωση του Γαρουνιάτη όμως, η γλώσσα μοιάζει να ακολουθεί τη μέθοδο ή την τεχνική μιας άλλης τέχνης που γνωρίζει καλά ο ποιητής, εκείνην της γραφιστικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα κείμενα εξελίσσονται και ελίσσονται άνευ λόγου και νοήματος∙ κάθε άλλο μάλιστα. Χωρίς να πρόκειται για οπτική, concrete ή για άλλου παρόμοιου είδους ποίηση, η επιλεγμένη διάταξη των στίχων πρώτα και η συνεκτική διάταξη των ποιημάτων ακολούθως, προσδίδουν στο βιβλίο έναν ενιαίο εσωτερικό ρυθμό, ο οποίος δίδει το εναρκτήριο κελάηδημα (rossignol στα γαλλικά σημαίνει αηδόνι) ήδη από το πρώτο ποίημα. Αυτό το μήνυμα έχει ήδη δοθεί, κατά πώς υπονοεί ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος του βιβλίου «Ηχητικό μήνυμα» με μικρό γράμμα αντί κεφαλαίο, πριν από το ίδιο το ποίημα, πριν από το ίδιο το βιβλίο, πριν από το συγκεκριμένο γεγονός:

(περισσότερα…)

Φευγαλέα γυναικεία πεπρωμένα

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών, Γαβριηλίδης, 2019

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αφανών γυναικών, ο τίτλος της τελευταίας, έκτης, συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά, από τον Γαβριηλίδη. Οι αφανείς γυναίκες της γραφής του είναι οι παλαιές γυναίκες- εμβλήματα μιας αντοχής που έρχεται από ξεχασμένες δεκαετίες της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας αλλά και οι σύγχρονες, έκκεντρες και απέριττα υπαρκτές γυναίκες της αστικής ανωνυμίας. Τις βρίσκεις σε κάτι παλιές ιερατικές φωτογραφίες τοίχου, μια ανθρώπινη ράτσα ανθεκτική και αποσιωπημένη από την ιστορία, αλλά και σε πνιγηρές κουζίνες απόγευμα Κυριακής, στις πιάτσες της οδού Αθηνάς, σε απροσδιόριστα επαρχιακά καταλύματα ως σίβυλλες της μοναξιάς του φύλου τους, σε μια transit ύπαρξη, όπως τη συλλαμβάνει και τη δημιουργεί το βλέμμα του παρατηρητή ή του μνήμονα. Η γραφή του εδώ, πιο μεστή απ’ ο,τι σε παλιότερες δουλειές, είτε σκηνοθετεί ακαριαία στιγμιότυπα σε σύντομες αποτυπώσεις ή, λιγότερο συχνά, συνυφαίνει σε πλατιές ελεύθερες συνθέσεις τον προσωπικό στοχασμό με φευγαλέα γυναικεία πεπρωμένα.

(περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μάτι

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΜΑΤΙ

]]]]]]Απόκοπος, κοιμήθηκα λιγάκι,
και τότε βλέπω τέρας κι εφιάλτη:
μια κόκκινη γραμμή που δεν τελειώνει,
μα κτήνος σαν ατάιστο καλπάζει.
καταβροχθίζει δέντρα, σπίτια, δρόμους,
και δίχως σάρκα ανθρώπινη δεν παύει.
Και σκέφτηκα: «Τα μάτια μου ματώνουν».
και μάταια δάκρυα μ’ έκαψαν ώς χίλια.

]]]]]]«Ξυπνάτε με», φωνάζω, κι ας μονάχος
στο μαύρο τούτο τίποτα που μένει.
Ένα κενό. Κουλουριαστός σαν φίδι
τη λύτρωση του ξύπνιου μου προσμένω.
Στο δέρμα χίλιοι τόσοι σατανάδες
τα χέρια τους απλώνουν: «Μίλησέ μας!»
Τον ύπνο αναζητώ μέσα στον ύπνο.
Όλα θα ’χουν τελειώσει πριν ξυπνήσω.

]]]]]]Και μια φωνή πανάλαφρη μ’ αγγίζει,
αγγέλου σαν νεόκοπου, που ψάχνει
τον δρόμο του παράδεισου και κλαίει.
«Μικρέ, γιατί τη λήθη μου αποδιώχνεις;
Δεν φταίω εγώ, λοιπόν τι με ταράζεις;
Τεσσάρων και τριάντα χρόνων βάρος
―τόσο φορτίο μέχρι εδώ σηκώνω―
ν’ αντιπαλέψει πώς με τους αιώνες;»

]]]]]]«Συγχώρεσε του πόνου μου το θάρρος,
μα δεν συγκράτησα παρά μια ζέστη
και μια υγρασία φοβερή, σαν βρόχο
στην άβγαλτη φωνή μου. Μα έλα, πες μου,
τη σκάλα που οδηγεί στον πάνω κόσμο
πώς είναι να τη βρω; Ξέρεις τι θέλω,
στους ζωντανούς νέο χαράς να φέρω,
πως οδηγός και βοηθός θα στέκω
όταν τον δρόμο της ζωής δεν βρίσκουν».

]]]]]]Και σκέφτομαι, πια δρόμος δεν υπάρχει,
γιατί τ’ αφτιά μας σαν οχιάς κουφαίνουν.
Κι οι κήποι μας ασφόδελους δεν έχουν,
μ’ αγάπανθους και σμάρια από κηφήνες.
Δεν φτάνει ο λόγος σας. Είμαστε μόνοι.
Απόκριση ζητούσα να του δώσω,
μα πριν προφτάσω ξύπνησα. Και τώρα
καμώνομαι πως δεν καλοθυμάμαι.
Αναίσθητος σαφώς, ίσως κοιμάμαι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ