Δημήτρης Ἀρμάος, Πέντε χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του (1/5)

 

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸ ἐργοβιογραφικὸ σημείωμα ποὺ ἀκολουθεῖ, τὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.   

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Ὁ Δημήτρης Ἀρμάος γεννήθηκε στὴν Ἄμφισσα στὶς 3 Αὐγούστου 1959. Εἶναι ἕνα ἰδιαίτερα ζωηρὸ παιδί, ποὺ δὲν φροντίζει ἰδιαίτερα τὰ μαθητικά του τετράδια, δὲν νοιάζεται γιὰ τὴν ὀρθογραφία καὶ τὶς σχολικὲς ἐργασίες, ἀλλὰ μὲ ἐπιμονὴ ζητᾶ ἀπὸ τοὺς γονεῖς νὰ τοῦ ἀγοράζουν βιβλία, κυρίως ὅταν γίνεται τὸ παραδοσιακὸ πανηγύρι τῆς περιοχῆς.

Τὸ 1969, γιὰ πολιτικοὺς λόγους, ὁ κουμμουνιστὴς πατέρας του (ποὺ εἶχε λάβει ἐνεργὸ μἐρος στὸ ἀντάρτικο ὡς τηλεγραφητής) παίρνει δυσμενὴ μετάθεση στὴν Κρήτη (Νεάπολη Λασιθίου). Ἐκεῖ ἡ οικογένεια μένει δύο χρόνια. Ὁ δεκαετὴς Δημήτρης εἶναι ἀρχηγὸς στὰ παιχνίδια, ἀλλὰ στὴν 6η Δημοτικοῦ, ἀποφασίζει να διαβάσει σκληρὰ γιὰ τὶς ἐξετάσεις στὸ Γυμνάσιο −πιθανόν ἡ πίεση του δασκάλου, ἴσως ἡ ἐπιθυμία του νὰ τραβήξει τὴν προσοχή, ἴσως καὶ νὰ ἀνταγωνιστεῖ, μιὰ ὄμορφη συμμαθήτριά του, πρώτη μαθήτρια στὴν τάξη του− καὶ καταφέρνει νὰ περάσει πρῶτος.

Τὸ 1972, ἡ οἰκογένεια ἐγκαθίσταται στὴν Ἀθήνα, στὸν Δῆμο Ζωγράφου. Στὸ Γυμνάσιο ἀρχίζει νὰ δείχνει τὸ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴ λογοτεχνία καὶ πρωτεύει σὲ ὅλα τὰ μαθήματα. Ὅταν τὸν Μάιο τοῦ 1976 ξεσποῦν ἔντονες διαδηλώσεις στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, ὁ Ἀρμάος συλλαμβάνεται (μαζὶ μὲ ἄλλους 34) μὲ τὸ ἐνοχοποιητικὸ στοιχεῖο ὅτι στὴν τσάντα μὲ τὰ σχολικά του βιβλία βρέθηκε ἕνας χαρτοκόπτης (τὸν χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ κόβει τὰ λογοτεχνικὰ βιβλία ποὺ διἀβαζε στὴ διἀρκεια τῶν διαδρομῶν μὲ τὸ ἀστικὸ λεωφορεῖο πρὸς τὸ φροντιστήριο). Μένει μία ἑβδομάδα στὴ φυλακή, περνάει ἀπὸ δίκη καὶ ἀθωώνεται (αὐτὸς κι ἀκόμη ἕνας νεαρός), κυρίως χάρη στὶς μαρτυρίες τῶν καθηγητῶν του (τὰ ὀνόματα δημοσιεύτηκαν στὴν Ἐλευθεροτυπία στις 25/8/1976 με τίτλο: ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑΣ). Ἀπὸ τὸ σημεῖο αυτὸ καὶ μετὰ ὁ Ἀρμάος παύει νὰ εἶναι ὁ καλὸς μαθητής, ἀρνεῖται νὰ λάβει μέρος μὲ ἀξιώσεις στὶς πανελλαδικὲς ἐξετάσεις, ἐγκαταλείπει τὸ σχέδιο γιὰ σπουδὲς στὴν Ἰατρική, καὶ πηγαίνει στὴν Ἰταλία ὅπου σπουδάζει νεοελληνικὴ φιλολογία στὴ Σιένα καὶ στὴ Ρώμη, σπουδὲς τὶς ὁποῖες ὁλοκληρώνει στὴν Ἀθήνα μὲ Ἄριστα, καθὼς καὶ τὸ διδακτορικό του μὲ ὑποτροφία τοῦ ΙΚΥ.

Στὸ μεταξύ, στὸ Λύκειο Ζωγράφου, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1976, ἔχει γνωρίσει τὴ νεαρὴ φιλόλογο, ἀναπληρώτρια καθηγήτρια στὸ σχολεῖο του, Ζωή Μπέλλα. Ἀνάμεσά τους θὰ ἀναπτυχθεῖ ἕνας σφοδρὸς ἔρωτας, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδειχθεῖ ἰσχυρὸς καὶ διαρκής: παντρεύονται το 1982 καὶ ἀποκτοῦν δύο γιους, τὸν Κωνσταντίνο (1985) καὶ τὸν Πτολεμαῖο (1993).

Ἀπὸ τὸ 1989 ὣς τὸ 1994 ὁ Ἀρμάος ἐργάζεται ὡς ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων καὶ ὑπεύθυνος τοῦ λογοτεχνικοῦ προγράμματος στὸν οἶκο «Gutenberg». Σχεδιάζει μεγάλες σειρὲς κλασικῶν ἔργων μὲ ἐξέχουσα τὴν Orbis Literae. Ἐργάζεται μὲ ἀκατάπαυστο ρυθμὸ βλέποντας στὶς ἐκδόσεις ἕνα μεγάλο σχέδιο γιὰ τὸν πολιτισμό. Ἐπιμελεῖται ἄπειρα βιβλία, πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ξαναγράφει σχεδὸν χωρὶς νὰ ἀναφέρει πουθενὰ τὸ ὄνομά του.

Τὸ 1994 ἀποφασίζει νὰ ἐργαστεῖ ὡς καθηγητὴς στὴ Μέση Ἐκπαίδευση, ἀρχικὰ στὸ Ἀρσάκειο καὶ μετὰ σὲ νυχτερινὰ σχολεῖα τῆς Ἀθήνας, στὸ Λύκειο τῆς Ἄμφισσας καὶ τέλος στὸ 2ο Πειραματικὸ Λύκειο Ἀθήνας. Συγχρόνως συνεργάζεται μὲ πολλὰ περιοδικὰ ὅπου δημοσιεύει ποιήματά του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν «Gutenberg» καὶ ἄλλους ἐκδοτικοὺς οἴκους μὲ ἐπιμέλειες βιβλίων.

Τὰ ἐκπαιδευτικὰ δρώμενα καὶ ἀδιέξοδα τὸν πληγώνουν βαθιά: ἔτσι τὸ 2014, παραιτεῖται ἀπὀ τὴν Ἐκπαίδευση καὶ ἐπανέρχεται στὸν «Gutenberg» μὲ στόχο τὴν ἐκκίνηση ἑνός πολὺ φιλόδοξου λογοτεχνικοῦ προγράμματος: τὴ δυναμικὴ συνέχιση τῆς Orbis Literae καὶ τὸ ξεκίνημα μιᾶς νέας σειρᾶς, τῆς Aldina. Καταρτίζει τὸ πρόγραμμα καὶ τῶν δὐο σειρῶν μὲ περισσότερους ἀπὸ 200 τίτλους γιὰ τὴν καθεμιά. Δὲν προλαβαίνει νὰ ἐπιμεληθεῖ κανένα ἔργο. Χτυπημένος ἀπὸ τὸν καρκίνο, θὰ φύγει στις 31 Μαΐου 2015, συντροφευμένος ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους του.

 

Ε Ρ Γ Ο (ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟΙ ΤΙΤΛΟΙ)

ΠΟΙΗΣΗ

– Ποιήματα, Ι (1975-1978), αὐτοέκδοση, 1979
– Ἄσπρο Γεράκι: Σελίδες Ἡμερολογίου [ποιήματα], Gutenberg, 1983
– Ποιήματα, ΙΙ (1979-1984), Gutenberg, 1985
– Βίαιες Ἐντυπώσεις τῶν Ἐτῶν 1975-2007: Βιβλίο Στίχων, Προμετωπίδα καὶ Δώδεκα Σχέδια τοῦ Ἀλέξη Ταμπουρᾶ, Ὕψιλον/βιβλία (συγκεντρωτικὴ ἔκδοση), 2009.

 

ΜΕΛΕΤΕΣ – ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

– Ἡ Προσφορὰ τῆς Ξεριζωμένης Καρδιᾶς: Προϊστορία καὶ Λειτουργία τοῦ Θέματος στὴν Ἐρωφίλη τοῦ Χορ­τά­τση. Διδακτορικὴ Διατριβή, Gutenberg, 2011
– Ἡ Ὁμιλούσα Κεφαλὴ στὴν Ἔξοδο τοῦ Ὀρφικοῦ Μύθου: Ἐνατένιση μιᾶς Πτυχῆς ἀπὸ τὴ Λογοτεχνικὴ Τύχη τοῦ Ὀρφέα σὲ Συνάρτηση μὲ Κάποιες ἀπὸ τὶς Εἰκαστικές της Ἀποτυπώσεις στοὺς Νεότερους Κυρίως Χρό­νους, Gutenberg, 2011.

Ὁ Ἀρμάος ἔχει ἄπειρη ἀρθρογραφία σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες (παρουσιάσεις βιβλίων καὶ κριτικές γιὰ λογοτεχνικά, φιλολογικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ θέματα).

 

 

 

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ (ἀναφέρουμε μόνο ὅ,τι ἐκδόθηκε σὲ βιβλίο)

–  Erich Αuerbach, Ὁ Μπωντλαίρ, τὰ Ἄνθη τοῦ Κακοῦ καὶ τὸ Ὕψος: Δοκίμιο, ἐκδ. Κα­ρα­νά­ση, 1984
–  Giorgio Agamben, Χρόνος καὶ Ἱστορία: Κριτικὴ τοῦ Στιγμιαίου καὶ τοῦ Συνεχοῦς, «Ἴνδικτος», 2003.

Πολλὲς μεταφράσεις του ἔχουν ἐκδοθεῖ σὲ περιοδικά.

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ

Τὸ 1980, μὲ τὸ φ.ψ. Δημήτρης Πτολεμαίου καὶ σὲ συνεργασία μὲ τὴ σύντροφό του Ζωή Μπέλλα, ἐπιχειροῦν ἕνα τεράστιο συγγραφικὸ ἐγχείρημα, τὰ Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, ἕνα τετράτομο ἔργο γιὰ τὴ διδασκαλία τοῦ μαθήματος της λογοτεχνίας μέσα ἀπὸ σύγχρονες ἑρμηνευτικὲς θεωρίες, ποὺ ἔδωσε στοὺς φιλολόγους τὸ πλέον σύγχρονο και συστηματικὸ ὁδηγό γιὰ τὸ μάθημα.

Ἐπίσης ἦταν μέλος τῆς ὁμάδας ποὺ συνέταξε τὸ βιβλίο Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία γιὰ τὶς Κατευθύνσεις τῆς Γ΄ Λυκείου (1999), καθὼς καὶ το βιβλίο Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας Γυμνασίου-Λυκείου: Βιβλίο τοῦ Καθηγητῆ.

Τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴν τύχη τοῦ μαθήματος τῆς λογοτεχνίας ἀνέπτυξε μὲ τὸ φ.ψ. Δημήτρης Πτολεμαίου στο τομίδιο Ἤθη Ἑρμηνευτικά, Ἤθη Διδακτικά: Κείμενα ἐμβόλιμα σἕνα ­πό­μνημα γιὰ τὴ λογοτεχνία στὴν ἑλληνικὴ Μέση Ἐκπαίδευση λήγοντος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, Ὕψι­λον/βιβλία (1999). Επίσης σὲ ἄρθρα του, ὅπως: «Πρῶτες ἐκτιμήσεις καὶ εἰσηγήσεις γιὰ τὸ μάθημα τῆς λο­γο­τε­χνίας στὴ Μέση Ἐκπαίδευση: Πρόγραμμα Σπουδῶν καὶ Βιβλία (Ἀποσπάσματα ἀπὸ μιὰ ἐπιστολὴ καὶ μιὰ ὁμιλία)»: Τετράμηνα, ἀρ. 62-64.

Κι ἀκόμα: Δημήτρης Πτολεμαίου, «Ἐνάντια στὴν αἰσιοδοξία: Ἡ Λογοτεχνία σὲ “Πρόγραμμα σπου­δῶν” γιὰ μία σχολικὴ τάξη»: Φιλόλο­γος [Θεσσαλονίκη], τ. 35., ἀρ. 148 [ἀφιέρωμα στὰ νέα προ­γράμ­ματα σπου­δῶν] (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος), σσ. 194-206.

Ὁ κατάλογος θὰ μάκραινε πολὺ ἂν ἀναφέραμε τὰ ἄρθρα του σχετικὰ μὲ τη διδασκαλία λογοτεχνικῶν κειμένων (ἐνδεικτικά: «Διονύσιος Σολωμός, Κρητικός: Εἰσήγηση γιὰ τὴ διδασκαλία τοῦ ποιήματος»: Νέα Παιδεία, ἔτ. 23., ἀρ. 91, Καλοκαίρι, σσ. 55-66).

 

ΕΚΔΟΤΙΚΑ

Ἠ ἐνασχόλησή του μὲ τὴν ἐκδοτική (συνεργασίες μὲ διάφορους ἐκδοτικοὺς οἴκους: δι­ορ­θώσεις κι ἐπιμέλεια κειμένων), ὑπῆρξε σταθερὴ άπὸ τὸ 1985 καὶ ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἀκόμα καὶ στὸ κρεββάτι τοῦ νοσοκομείου. Ἡ συνει­σφορά του στὴν πραγματοποίηση τοῦ ἐκδοτικοῦ προγράμματος στὸν «Gutenberg», πέραν τῶν εἰσηγήσεων καὶ τοῦ σχεδιασμοῦ, ἐκτείνεται καὶ στὴν ὅλη τυποτεχνικὴ ἐμφάνιση τῶν ἔργων (μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα καὶ σε­λιδοποίησε), στὴν ἐπιμέλεια τῶν κειμένων, συχνὰ καὶ στὴ φρο­ντί­δα γιὰ τὶς διαφημιστικὲς καταχωρίσεις ἢ τὶς μακέτες τῶν ἐξωφύλλων.

 

 

Κατὰ τὴν πρώτη συνεργασία του με τον «Gutenberg» ὀργάνωσε καὶ ἐπιμελήθηκε τὶς σει­ρές: «Λογοτεχνία γιὰ Νέους», Ἑορταστικὴ Ἀνθολογία Διηγήματος, «Ἰδέες καὶ Συστήματα», «Orbis Literæ», «Ἀρχεῖο Θεωρητικῆς Παιδείας», «Μικρὴ Παγκόσμια Βιβλιοθήκη», «Τὸ Μυστικὸ καὶ τὸ Παράδειγμα», «Γλωσσολογικὴ Βι­βλιο­θήκη». Τὰ ἔργα αὐτὰ ὑποστήριξε (κατὰ περίπτωση) μὲ σύνταξη ἐπι­ση­μειώ­σε­ων, καταρτίσεις εὑρετηρίων, ἀνθολογήσεις κριτικογραφίας, προσθῆκες βιβλιογραφιῶν κ.ἄ.

Παράλληλα εἶχε συνεργασία καὶ μὲ ἄλλους ἐκδοτικοὺς οἴκους, λ.χ. μὲ τὸν Καστανιώτη (ὅπου συνεργάστηκε μὲ τὸν Κωστὴ Παπαγιώργη γιὰ κειμενικὲς καὶ τυπογραφικὲς ἐπιμέλειες φιλοσοφικῶν κει­μέ­νων), τὶς ἐκδόσεις ῞Υψιλον/βιβλία, Μαΐστρος, Polaris-Multimedia καὶ Ἴνδικτος (ὑπεύθυνος τῆς σειρᾶς «Ἔδικτα τῆς Ἰνδίκτου»).

 

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΡΜΑΟ

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Α.Κ. Χριστοδούλου Ἀναγνωστικὸ τῶν Βίαιων Ἐντυπώσεων τοῦ Δημήτρη Ἀρμάου, ποὺ κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Gutenberg (2018).

Ἀποκωδικοποιώντας τὸ ἕνα ποίημα μετὰ τὸ ἄλλο μὲ τὸν δικό του πολὺ δύσκολο, ὁμολογουμένως, τρόπο, βρέθηκα ξαφνικὰ σὲ ἕνα «μέγαρο» ποὺ μὲ θάμπωσε μὲ τὸ τραγικό του μεγαλεῖο. Τέτοια ποιήματα δὲν εἶχα ξαναδιαβάσει ποτέ. «Προσόμοια» ποιήματα, ὅπως τὰ ὀνόμαζε ἐκεῖνος, δὲν ξέρω ἂν μποροῦν νὰ βρεθοῦν σὲ ἀρχεῖο κάποιου Ἕλληνα ποιητῆ. Δὲν ἔχει νόημα, ἰδιαίτερα γιὰ κεῖνον, νὰ πῶ ὅτι ὁ Ἀρμάος εἶναι πολὺ σπουδαῖος ποιητής. Αὐτὸ ἂς τὸ ἀποφασίσουν ἄλλοι, μολονότι ἕνας τέτοιος χαρακτηρισμὸς δὲν ἔχει, τὸ ξαναλέω, καμιὰ σημασία στὴν περίπτωσή του. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει ἀξία εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς ὁ φίλος μου ὑπῆρξε ἕνα ἀπὸ τὰ βαθύτερα πνεύματα ποὺ ἔτυχε νὰ γνωρίσω, ἀσύγκριτος μάστορας στὴν ἐπεξεργασία τοῦ στίχου, ἀπαράμιλλος συνθέτης μεγάλων ποιητικῶν συλλήψεων, κι ἕνας λεπτουργὸς ποὺ ἀνέβασε τὴν ποιητικὴ τέχνη σὲ τόσο ὑψηλὸ σημεῖο ποὺ μόνο δέος καὶ θαυμασμὸ προκαλεῖ. Δὲν ὑπερβάλλω. Καὶ θὰ φανεῖ πὼς δὲν ὑπερβάλλω, ὅταν ὁ ἀναγνώστης διαβάζοντας τὰ «βαριά» ὑπομνήματά μου, θὰ ἀρχίσει νὰ θαυμάζει τὰ ἐκθέματα τῶν Ἐντυπώσεων ποὺ ἀποκόμισε ἀναγκασμένος ὁ ποιητής, κάνοντας ἐκεῖνο τὸ ταξίδι στὸ διάστημα τῶν τριανταδύο ἐτῶν 1975-2007.

Οἱ Βίαιες Ἐντυπώσεις του λοιπὸν δὲν μποροῦν νὰ γίνουν ἀντικείμενο στατιστικῆς. ῞Οπως ὅλα τὰ σπουδαῖα ἔργα δὲν ἐπιδέχονται ταξινομήσεις, κατηγοριοποιήσεις, γενικεύσεις, χαρακτηρισμοὺς ἢ λογοτεχνικὲς ἀποτιμήσεις. Ἐπιτρέπουν μόνο βαθυστόχαστες ἀναγνώσεις, ποὺ χρειάζονται ὅμως κότσια γερὰ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ σταθεῖ ὄρθιος κανεὶς στοὺς ὀλισθηροὺς καὶ κακοτράχαλους στίχους τους. Δὲ θέλω ἐδῶ νὰ πῶ περισσότερα. Ὁ ἀναγνώστης ἂς βγάλει τὰ δικά του συμπεράσματα, ὅταν θὰ ἔχει ἐμβαθύνει στὰ (παρ)άλογα ποιήματα ποὺ διάλεξα γιὰ νὰ τὰ ἐκλογικεύσω μὲ τὸν τρόπο τοῦ Ἀρμάου.

Ὀνόμασα ἐπίσης τὰ ποιήματά του ἀναποτελεσματικά, χρησιμοποιώντας ἕναν χαρακτηρισμὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Ἀρμάος ἔδωσε σὲ μιὰ συνέντευξη γιὰ τὴν τέχνη του. Ὁ ἀναγνώστης θὰ καταλάβει τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ κρύβει αὐτὸς ὁ αὐτόακυρωτικὸς ὑπαινιγμός, διαπιστώνοντας στὸ τέλος τοῦ βιβλίου πὼς κάθε προσπάθεια γιὰ ἔξοδο ἀπὸ τὸ ὑπόγειο ὅπου βρέθηκε ἄθελα ὁ τίμιος Ἀρμάος λογαριάζοντας μὲ τὴ βία τί νόημα μποροῦσε νὰ ἔχει ἐκεῖμέσα ἡ ζωή του, ἦταν ἀναποτελεσματική, καταδικασμένη ἐξαρχῆς σὲ ἀποτυχία. Σὲ ἕνα αὐτοβιογραφικὸ ποίημά του ἐξίσωσε αὐτὴ τὴν ἀναποτελεσματικότητα μὲ ἀνετοιμότητα γιὰ ἔργο ὡριμότητας («Βίαιες Ἐντυπώσεις» 187), ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ πὼς καμιὰ πνευματικὴ ὡριμότητα δὲν εἶναι ἕτοιμη νὰ παράγει «ἔργο»· ἀφοῦ κανένα ἔργο δῆθεν ὡριμότητας δὲν μπορεῖ νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς φυλακῆς, ποὺ εἶναι ὑψίστης, ἀπαραβίαστης ἀσφαλείας. Χαρακτήρισα ἐπίσης τὰ ποιήματά του (παρ)άλογα, γιατὶ σὲ πρώτη ἀνάγνωση εἶναι ἐκτὸς κοινῆς λογικῆς, ἄλογα, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ὑπαινίσσεται καὶ ὁμολογεῖ κρυφὰ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς κεφαλῆς ἑνὸς ΑΛΟΓΟΥ δίπλα στὸν τίτλο τοῦ ἐξώφυλλου, στὴν προμετωπίδα καὶ στὸν κολοφώνα τοῦ βιβλίου του.

Τέλος χρησιμοποίησα τὸν ὅρο ἐκλογικευμένα γιὰ νὰ δηλώσω πὼς τὰ ποιήματα ποὺ διαβάζω εἶναι δομημένα καὶ ἐκφωνημένα μὲ τὰ «ἄπταιστα ἑλληνικά» τῆς κοινῆς λογικῆς. Ποιάν ἰδέα εἶχε ὁ Ἀρμάος γι’ αὐτὴν τὴ λογική, μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης νὰ πληροφορηθεῖ διαβάζοντας, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ποιήματα, καὶ τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα ἄρθρο του, δημιοσιευμένο στὴν ἐφημερίδα «Αὐγή», ποὺ μεταφέρω, σχολιασμένο, σὲ ἕνα παράρτημα στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ βιβλίου. Μὲ ἐργαλεῖο αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ λογικὴ καὶ μέσα στὸ πλαίσιό της ὑπονόμευσε τὸ κύρος της, γιὰ νὰ ὁμολογήσει συντετριμμένος στὸ τέλος πὼς κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀγνοήσει. Εἶναι γραφτὸ μὲ τὴν ἀνάσα της νὰ ἀκούγεται ὁ γόος, ἡ σπαρακτικὴ φωνὴ τῆς κομματιασμένης ψυχῆς μας.

~.~

 

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γιάννη Πατίλη Δημήτρης Ἀρμάος. Πρόσωπο καὶ ἔργο, ποὺ κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Gutenberg  (2016) – τὴν προμετωπίδα ἔχει φιλοτεχνήσει ἡ Ἠρὼ Νικοπούλου.

Πῶς ἦταν ὡς ἄνθρωπος ὁ Ἀρμάος;…

Συντροφικός, ἀνοιχτόκαρδος καὶ πάντα δοτικός· τῆς παρέας, τοῦ ποτοῦ καὶ τοῦ τσιγάρου, μὲ ὑπὲρ τὸ δέον βροντῶδες παρατεταμένο γέλιο…, καὶ μιὰ ματιὰ θεέ μου! ἀληθινὰ ταπεινή, σὰν νὰ τοῦ ἔκανες χάρη ποὺ μιλοῦσες μαζί του!  καμμιὰ σχέση μὲ ἐκεῖνο τὸ τέρας μεθοδικότητας καὶ γνώσεων, ποὺ ἀναδυόταν μόλις ἔκλεινε τὴν πόρτα πίσω του γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴ μονιά του…

Ὑπῆρξε πράγματι τέτοιο τέρας;…

Ναί, μὲ τὴν παλιὰ σημασία, ποὺ λέγανε «σημεῖα καὶ τέρατα», γιὰ κάθε τι τὸ ἐξαιρετικὸ καὶ ἀσυνήθιστο!!  κι εἶχε, γιὰ τοῦτο, στὰ θέματα αὐτὰ τακιμιάσει, ὅσο δὲν παίρνει, μὲ ἕνα ἄλλο «τέρας» τοῦ εἴδους του, ποὺ «φωλιάζει» αὐτὸ στὸν Βόλο, τὸν Ἀ.Κ. Χριστοδούλου… Τί νὰ λέμε τώρα… ῾Ο ἄνθρωπος εἶχε ἀπὸ τὴ φτιαξιὰ ένὸς Μάρκου Μουσούρου κι ένὸς Δημητρίου Χαλκοκονδύλη, καὶ ζοῦσε τὸ βιβλίο σὰν νὰ ἐφευρέθηκε μόλις χθὲς ἡ τυπογραφία… Καὶ τὸ ταξίδι του στὴν Ἰταλία, καὶ ἡ παραμονή του τρία χρόνια σὲ Ρώμη καὶ Σιένα, σὰν συμβολικὴ μετεμψύχωση αὐτῶν τῶν σπουδαίων λογίων τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν ταξιδιῶν τους, μοῦ φαίνεται· γιὰ νὰ φέρει δῶρα μᾶλλον ἀχρείαστα σ᾿ ἕναν λαὸ κατακτημένο ξανά, ὄχι ἀπὸ τοὺς Τούρκους (ἀκόμη), ἀλλὰ ἀπὸ τὸ πολιτιστικὸ σουπερμάρκετ τῆς κακιᾶς ὥρας καὶ τὰ σκαλαθύρματα τοῦ ποδαριοῦ…

… Θυμᾶμαι τὴν ἐποχὴ ποὺ ὑπηρετούσαμε σὲ κοντινὰ νυχτερινὰ σχολεῖα στὴν ἀμυντικὴ γραμμὴ Βάθης-Σεπολίων… Διαφωνούσαμε στὸ θέμα τῆς συγχώνευσης γειτονικῶν ἐσπερινῶν σχολικῶν μονάδων, ποὺ τότε, δύο-τρία χρόνια πρὶν τὸ ξέσπασμα τῆς κρίσης, εἶχε τεθεῖ πιεστικὰ ἐπὶ τάπητος ἀπὸ τὴν διοίκηση… Ἐγὼ σκανδαλιζόμουνα ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν πέντε καὶ δέκα μαθητῶν, κι ἔβλεπα καχύποπτα στὸ ἐπιχείρημα «νὰ μὴν χαθοῦν θέσεις ἐργασίας» τὸν φόβο γιὰ τὸ ἐπαπειλούμενο ξεβόλεμα μερικῶν… Ὁ Ἀρμάος ἀντιμετώπιζε τὸ θέμα μὲ ἦθος… Πατροκοσμᾶ: Ἂς κόψουν αὐτοὶ τὸ λαιμό τους· δὲν κλείνουμε ποτὲ καὶ γιὰ τίποτα ἕνα σχολεῖο! …

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ καὶ τὸ τελευταῖο ψίχουλο «ἔργου» στὸν κόσμο τῶν «ἐπωνύμων» ἀλέθεται γιὰ νὰ ἐκθρέψει τὴν θηριώδη του ἰδιοτέλεια, ὁ Ἀρμάος εἶχε τὴν «ἐξωφρενικὴ» ἰδέα πὼς κάθε δουλειὰ −καὶ ἡ ἐκδοτικὴ αὐτονοήτως− θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται σωστά σύμφωνα μὲ δοκιμασμένα αὐστηρὰ κριτήρια (de lege artis, ποὺ λέγανε οἱ παλιοί), ἀσχέτως μὲ τὸ ποιός τελικὰ θὰ τὴν ὑπογράψει ἢ θὰ τὴν καρπωθεῖ καὶ σὲ ποιόν βαθμό!…

Ἔτσι, γιὰ πλεῖστα ὅσα βιβλία, ἔχει βάλει γενναῖα καὶ συχνότατα ἀφιλοκερδῶς τὸ χέρι του σὲ ἕνα σωρὸ ὑποστηρικτικὰ στοιχεῖα τοῦ κειμένου: σὲ εἰσαγωγές, ὑπομνήματα, ἐπίμετρα, σχόλια, βιβλιογραφίες, εὑρετήρια (γιὰ νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε σὲ ἄλλα δῆθεν περισσότερο «ἀόρατα», ὅπως σὲ οἰκογένειες γραμματοσειρῶν καὶ τρόπους σελιδώσεων): δηλαδὴ σὲ πλῆθος κρίσιμων γιὰ τὸ βιβλίο πραγμάτων ποὺ συχνὰ οἱ ἀδαεῖς προσπερνᾶνε, γιὰ νὰ πᾶνε ἂν πράγματι πᾶνε ποτέ κατευθεῖαν στὸ ὑποτιθέμενο «ζουμί»…

… Ἂς τὸ πῶ: ὁ ᾿Αρμάος δὲν ἦταν φιλόλογος καὶ στὰ ποιήματά του, ὅπως λανθασμένα νομίζουν ἀρκετοί, ἦταν ποιητὴς καὶ στὰ φιλολογικά του!…

… κινδυνεύουμε νὰ ἀδικήσουμε σφόδρα τὴν ποίηση τοῦ Δημήτρη Ἀρμάου, ἐὰν δὲν γίνουμε οἱ προσήκοντες ἀναγνῶστες της… Τί εἶναι στὸ μεγαλύτερό της μέρος ἡ ποίηση τοῦ Ἀρμάου κοιταγμένη σὲ μιὰ πρώτη πρόχειρη ἀνάγνωση… Ἕνα ἀρχιπέλαγος πολιτισμικῶν δεικτῶν πάσης φύσεως (τμήματα φιλολογικῶν παραθεμάτων ἀπὸ νεκρὲς καὶ ζωντανὲς γλῶσσες, ὅροι μουσικῆς ἢ ζωγραφικῆς, τίτλοι λογοτεχνικῶν ἔργων ἢ κινηματογραφικῶν ταινιῶν, πρόσωπα τῆς ἱστορίας ἢ ἥρωες τῆς λογοτεχνίας, συνήθως δεύτερης καὶ τρίτης σειρᾶς σὲ ἀναγνωρισιμότητα), ποὺ ξεπροβάλλουν ὡς παράξενες νησίδες πάνω ἀπὸ τὸ continuum μιᾶς γλώσσας ρέουσας καὶ λαμπερὰ ἐκφραστικῆς, πλούσιας σὲ κοιτάσματα έλληνικῆς κάθε λογῆς καὶ τέλεια ρυθμισμένης, ὅπου ὁ ἴαμβος, κυρίαρχος, ποτὲ δὲν χάνει τὸν βηματισμό του… Ποιητική, ἀσφαλῶς, ποὺ χρωστᾶ πολλὰ καὶ στὸν τρόπο συνθέσεως τῶν Κάντος τοῦ Ἔζρα Πάουντ…

«Βίαιες ἐντυπώσεις τῶν ἐτῶν 1975-2007» − ἀλήθεια, ἔχει ὁ τίτλος μιὰ παράξενη ὀμορφιά…

Ναί, μοῦ ἄρεσε (καὶ μὲ παραξένισε) ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ τὸν ἀντίκρισα στὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου του, ἀλλὰ δὲν εἶχα ποτὲ φανταστεῖ ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔργο «Περὶ ἁμαρτημάτων καὶ ποινῶν» τοῦ Καίσαρος Μπεκαρία, ὅπως ἐξηγοῦσε ὁ Ἀρμάος σὲ συνέντευξη σχετικὴ μὲ τὴν κυκλοφορία τοῦ βιβλίου του… Ἀξίζει νὰ μεταφέρω ἐδῶ τὸ συγκεκριμένο σημεῖο: «Ἐκεῖ ὁ Ἰταλὸς διαφωτιστὴς ἐξηγεῖ γιατί προτιμᾶ τὴν τιμωρία ἀπὸ τὸ θάνατο (σὲ περιπτώσεις ἀξιόποινων πράξεων) καὶ λέει πὼς οἱ «βίαιες ἐντυπώσεις» δὲν ἔχουν ἀντοχὴ ὡς βιώματα στὴν κοινωνία. Φυσικὰ ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅπως θὰ διαπιστώσει ὁ ἀναγνώστης, διαφορετική, ἂν καὶ ὄχι ὡς πρὸς ὅ,τι αὐτός ὑπερασπίζεται.»

… ὁ Ἀρμάος ζοῦσε τὸν πολιτισμὸ σὰν νὰ ἐξαρτιόταν ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ συνέχισή του ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιο, καί, συνάμα, ὡς προσωπικό του ἀγώνα ψυχοπνευματικῆς ἐπιβίωσης μέσα σὲ ἕναν ἄθλιο καὶ τραυματικὸ γιὰ τὴν φιλοτιμία του κόσμο!

… ὁ Ἀρμάος εἶχε πεῖ κάποτε μιὰ σοφὴ κουβέντα: «Ἡ «δυσκολία», τώρα, στὴν ποίηση εἶναι κάτι ποὺ ὡς γνωστόν, κρατάει λίγο: μιὰ γενιὰ ἀναγνωστῶν μετά, ὅλα ἔχουν γίνει «ἐφημερίδα»  μὰ ὁ ἦχος μένει.»… Ἔτσι ἔλεγε, ὑπερασπιζόμενος ὄχι μόνον τὴν ὅποια «δυσκολία» της, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ βαθύτερα γνωρίζει κάθε πραγματικὸς ποιητὴς τὴν ρυθμικὴ ἀγωγὴ τῆς ποίησής του καὶ τῆς ποίησης γενικότερα, τὸ μοναδικὸ σωματικό της ἀπομεινάρι ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, αὐτὴν τὴν ἀπ᾿ ἔξω κι ἀπὸ μέσα «ἀκουστικότητά» της δηλαδή, κατεναντίον μάλιστα! καὶ τῆς ἔντυπης μορφῆς!… Κι ὅταν σκεφτόταν γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀφάνεια τῆς πραγματικῆς ποίησης στὸν καιρό μας κι ἔλεγε «Δὲν θὰ εἶναι ἡ μοναδικὴ ἐποχὴ ποὺ οἱ καρποί της ὡρίμασαν στὸ ὑπέδαφος», ἐγὼ καὶ τὴν δική του ποίηση σκέφτομαι γιὰ λογαριασμό του…