Αυτοανθολογούμενοι: Ελένη Σιγαλού

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Η Ελένη Σιγαλού (Ιωάννινα, 1964) ζει στην Πάτρα όπου εργάζεται ως καθηγήτρια φυσικός. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το Αλφαβητάρι του Βλέμματος (Ηριδανός, 2013) και Ιουλίου Όχλησις και 61 Χαϊκού (Κουκούτσι, 2016). Έχει βραβευτεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Ποιήματά της και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες. Ασχολείται επίσης με τη φωτογραφία και έχει συμμετάσχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις.

⸙ ⸙ ⸙

ΡΟΔΙ

Η ευτυχία
σκάει σαν το ρόδι
αναπάντεχα!
Δεν αντέχεται
το βάρος
τόσο κόκκινου γέλιου,
ραγίζει το φλούδι
απ’ τη γλύκα της γέννας.
Ανύποπτος πόνος:
Το κουκούτσι
κοιμάται στο δάγκωμα.

(Ιουλίου όχλησις και 61 Χάικου, Κουκούτσι, 2016)

⸞⸟ ⸟⸞

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Τον Άδη τον αγάπησα στ’ αλήθεια
και μην πιστεύετε τα λόγια του συρμού.
Στου απάνω κόσμου τον γκρεμό
αμνήμων Άνοιξη ξιπάζεται
υπόσχεται αυτό που δεν κατέχει
ωχρές ελπίδες, έωλες χαρές.

Στου Άδη την κλεισμένη κάμαρη
στου σκοταδιού τη μήτρα
ήσυχα διακονώ τα βράδια μου
στου τίποτε το αλάβαστρο
βυθίζω την ανάγκη.

Κι ο έρωτας αιώνιος
χωρίς ανθό κι αγκάθι.

Γιατί λοιπόν να επιθυμώ
του θαύματος το θρήνο
φυλακισμένη μες στο φως;

(Χαρτοκόπτης, 24/10/2019)

⸞⸟ ⸟⸞

ΜΥΘΟΛΟΓΙΕΣ

Από τ’ ανέραστο κρεβάτι των Κυθήρων
μία Ελένη πώς ν’ αλλάξει τον καημό
φύτρα του Άρη θα υφάνει τον χαμό
η Πηνελόπη μες στο πλήθος των μνηστήρων.

Δεν θα φυσήξει στο λιμάνι της Κολχίδας
κι είν’ η λαχτάρα το κοχύλι του χαμού
μέσα στο φλοίσβο του ακυρίευτου κορμιού
ναυαγισμένοι μιας αδιάβατης πατρίδας.

Κάθε ταξίδι αθωώνει τις πληγές του
αίθριο θέρους θ’ απαγκιάζει τη στιγμή
θα ξεχαστούν του έξω κόσμου οι τριγμοί
οι μέρες άρμενα στ’ αμόνι του Ηφαίστου.

Πλαντάζει η θάλασσα στης αμμουδιάς τα μέτρα
αρόδο τ’ όνειρο στου ίμερου την πέτρα

(Καρυοθραύστις, τχ. 3, Δεκέμβριος 2019)

⸞⸟ ⸟⸞

ΝΑ ΗΣΟΥΝ

Να ’σουν αστέρι μες στης νύχτας το λειμώνα
να ’σουν σκοτάδι να φεγγίζεις τη φωτιά
να ’σουν πηγάδι δροσερό στην αμμουδιά
της άμμου κάψιμο καταμεσής χειμώνα.

Να ’σουν αιθέρας να με μάθεις να πετάω
να ήσουν ίλιγγος και όταν περπατώ
να ’σουν τραγούδι ν’ ανασαίνω το ρυθμό
ρίμα του κόσμου τον παλμό σου να μετράω.

Να ’σουν ρολόι που ανάποδα τρεκλίζει
να ’σουν ονείρεμα το λόγο που γεννά
να ήσουν όραμα τη μέρα που τρυπά
πύρινο μάτι που το άπειρο κεντρίζει.

Στίλβουσα γλώσσα και το ψέμα να γλιστρά
σώματος νάμα και το αίμα να μεθά

(Όσα ο αφρός φλοισβίζει, Ανθολογία, 2020)

⸞⸟ ⸟⸞

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ

Το σπίτι φύτρωσε στο βράχο.
Γερμένο λύγισε συθέμελα
μια νύχτα όταν φυσούσε
απ’ του πατέρα τη γενιά.

Χρόνια το πάτωμα γερό
μα τώρα αδιόρατα διαστέλλεται
καθώς του ξύλου φούσκωσε η λήθη.
Στην άπνοια του βυθού
μισόκλειστα παράθυρα βουλιάζουν
το βλέμμα κάποτε καρφώνοντας
σ’ έφηβη μνήμη.

Η μάννα άπλωνε τα ρούχα στο κενό
κι έπειτα άνοιγε φτερούγες να τα πιάσει.
Συχνά την ψάχναμε ημέρες
αφού λευκό βαφόταν σύννεφο.

Μεγάλωνε η ρωγμή απ’ τα σανίδια
γλιστρούσε ήσυχα στη νύχτα ο πατέρας.
Βούιζαν οι ώρες μελίσσι πεινασμένο.
Τώρα αγριόχορτο σιωπή τους τοίχους
ημερεύει.

Μόνο η γιαγιά στην κόχη
ξαγρυπνά
για να φιλεύει τους ανέμους
μυγδαλωτά της νιότης παραμύθια.

(Οδός Πανός, τχ. 186, Απρίλιος-Ιούνιος 2020)

⸞⸟ ⸟⸞

ΣΑΝ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

Τόσα απομεσήμερα γερμένος
η λίμνη με κατοίκησε.
Για ν’ ακονίσω την ικμάδα του νερού
λείανα τους ανέμους.
Τώρα βοούν στον ύπνο μου.

Η ομίχλη μάκρυνε της μέρας
το μετείκασμα. Κουρνιάσανε
στα βλέφαρα πουλιά
πεινώντας χρόνια το ταξίδι.
Ο γέρικος κορμός απόμεινε στην όχθη
κούφια υπόσχεση.
Ηχώ δρυοκολάπτης τον αφάνισε.

Ωσεί παρών
στη νάρκη του νερού βυθίστηκα.
Θρυμματισμένο είδωλο
από διαθλάσεις ολικές
το άστρο μου.
Σφάλμα το φως αφού
τόσον ανυποψίαστο καιρό
των καλαμιών οι λάμες κόβουν
η λεύκα ασημόψαρο στα αίματα.

Το πρόσωπό μου πώς θα δω;

(«Γραφείον Ποιήσεως», Culture Book, 9/3/2021)

⸞⸟ ⸟⸞

ΠΟΛΥΦΕΡΝΗ ΛΥΠΗ

Σ’ αυτό τ’ ακρογιάλι ξανάρθα.
Λέπια σκουριάς οι κλειδώσεις.
Απ’ τ’ ανέμου τα νεύματα
αλάτι
σταλάζει νωπό.
Οι νεκροί μου
απότιστες ρίζες
γλύφουν τα βότσαλα.
Με φωτιά
φοδράρουν τις τσέπες τους.
Ίσκα αιώνων.
Αίφνης καρφώνουν το μάτι τους
στα τρύπια μου βήματα.
Η νύχτα αδιάφορη
λακτίζει διάττοντες.

Πολύφερνη λύπη
πολύπλαγκτη
σαλπάρισε αύτανδρη.

(Χάρτης, τχ. 20, Αύγουστος 2020)

⸞⸟ ⸟⸞

ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Εξορισμένο το κορμί από τη γη σου
σκέφτεται τόπους μακρινούς να σεργιανίζεις
αλήτης ήλιος να στεγνώνει την πληγή σου
κι εσύ με θάλασσα να την ξαναγεμίζεις.

Τις νύχτες άγρια σιωπή θα ημερεύεις
απαρηγόρητος ο άνεμος να πνέει
τις μέρες άγουρο χρυσάφι θα γυρεύεις
να το φοράς πάνω στο δέρμα να σε καίει.

Σε μονοπάτια θα λαξεύεις τον γκρεμό σου
Θα σκάβεις βράχους με το βλέμμα όλο λάβρα
Θ’ αργοπορείς. Να μη ζυγώνει ο γυρισμός σου.
Και τα πανιά λησμονημένα πάλι μαύρα.

Σπάει το τζάμι η βροχή και σε γραπώνει.
Στο κύμα ρίχνεσαι. Αντίκρυ ξημερώνει

(Καρυοθραύστις, τχ. 5, Σεπτέμβριος 2020)

⸞⸟ ⸟⸞

ΕΥΤΥΧΙΑ

Βαραίνουνε στα στήθη τα αβύζαχτα
μωρά καημοί που μέρωσαν στην προσμονή
ποτέ στην ώρα της δεν ήρθε η ζωή
χειμάζεται σε σύνορα αφύλαχτα.

Σκάλιζε χάδια στης ερμιάς το περιβόλι
νάρκισσους πότιζε της θέρμης της ο θρήνος
της καρτερίας γιος ολόμαυρος ο κρίνος
κούρνιαζε πίστομα στη γη αραξοβόλι.

Τώρα κοιμάσαι στου νερού το μαξιλάρι
ρείκια χορεύουν στου ονείρου σου την κόχη
στης πεθυμιάς σου το αθήρευτο μετόχι
άμαθη Άνοιξη ξορκίζει το χορτάρι.

Η νιότη κτέρισμα χοών η ευωχία
κόρη γερόντισσα σε είπαν Ευτυχία

(Θευθ, τχ. 10, Δεκέμβριος 2019)

⸞⸟ ⸟⸞

ΔΙΚΟΠΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Πενθεί η άνοιξη την πρώτη ανθοφορία;
Τρέμει ο χειμώνας απ’ του πάγου του τη γνώση;
Κλαίει το φθινόπωρο των φύλλων του την πτώση;
Καίγετ’ η άμμος απ’ του θέρους τη μανία;

Γιατί ζητάς από εμένα να αλλάξω;
Ζωή ανέραστη είναι σπίτι που ρημάζει
ο πόθος σου ο θαλερός με καταυγάζει
ολολυγμός στη θάλασσά σου να σταλάξω.

Όπως το νάμα που από βάραθρο πηγάζει
και ξεδιψά της σκοτεινιάς σου το αγρίμι
χαρά και τρόμος και γιορτής γλυκό ταξίμι
ο έρωτάς σου είναι κόσμος που χαράζει.

Δώρο του ρίγους σου το δίκοπο μαχαίρι
φωσφόρος θάνατος και μαύρο μεσημέρι

(Παρέμβαση, τχ. 191, έαρ 2019)

⸞⸟ ⸟⸞

ΚΟΛΥΜΠΙ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ

Κύματα σπάνε ολοένα
χωρίς ανάσα δίχως φρένα
σέρνοντας φύκια και μαχαίρια
άμμο γι’ ακονισμένα χέρια

κι όλο φουσκώνει μες στο ασήμι
λευκό φουστάνι ως την κνήμη
της κόρης που λαμποκοπάει
αφρός αιθέρας και σκορπάει

τρίζει στα δόντια του ανέμου
αχ θα την ξαναδώ ποτέ μου
ορμά αμέσως την αρπάζει
απ’ τον βυθό στριγκό μπουγάζι

μια Περσεφόνη που θυμάται
στη ρίζα του νερού κοιμάται
βιάζεται πίσω να γυρίσει
μες στου βυθού το κυπαρίσσι

που πάντα ανάποδα φυτρώνει
και η κορφή του χαμηλώνει
τρυπά τα έγκατα του κόσμου
βοούν τα κύματα εντός μου

κάθε που τάζει καλοκαίρι
ένα πνιγμένο πεφταστέρι.

(Πρώτη δημοσίευση)

⸞⸟ ⸟⸞

ΤΑ ΧΑΪΚΟΥ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

  1. Δίχτυ ομίχλης
    Στης λίμνης τ’ απόκρυφα
    Άστρα ψαρεύει
  2. Η λεύκα πλέει
    Στη σκοτεινιά της λίμνης
    Ασημόψαρο
  3. Άνεμος φέρνει
    Στης λίμνης το πρόσωπο
    Τα γηρατειά
  4. Κόβουν τη νύχτα
    Των καλαμιών οι λάμες
    Ματών’ η λίμνη
  5. Πουλί της λίμνης
    Το μυστικό του πόνο
    Ξεχειμωνιάζει
  6. Άηχη νύχτα
    Του άστρου το βύθισμα
    Τη λίμνη ξυπνά
  7. Μικρή Σελήνη
    Στης λίμνης την ανάσα
    Νανουρίζεται
(Θευθ, τχ. 11, Ιούνιος 2020)

⸞⸟ ⸟⸞

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ

Όταν βαρύτητα γριά ξεκόρμισε τα φύλλα
και τα πουλιά ξαστόχησαν κι απόδημα πετάξαν

το σπίτι βούλιαξε στη γη. Το πεινασμένο χώμα
με χείλια έγκατα σκαλιά χίλια φιλιά κερνάει.

Σέρνει η μουριά αμίλητη τους κλώνους της ζητιάνους
για ένα μαχαίρι νοιάξιμο ένα ξακρίδι δάκρυ.

Σ’ ερωτικό παροξυσμό τα βάτα στο πηγάδι
σκίζουν τη σάρκα του νερού στραγγίζουν τη δροσιά του.

Αβάσταχτος ο ουρανός και ψιχαλίζει λόγια
νεκρών που λησμονήθηκαν και ζωντανών που λείψαν.

Η νύχτα η μεγαλύτερη μας σκέπασε του κόσμου.

(Πρώτη δημοσίευση)

⸙ ⸙ ⸙