Ἀ. Κ. Χριστοδούλου, Τὸ Φασκόμηλο

 

ΤΟ ΦΑΣΚΟΜΗΛΟ

Sage: A plan of the genius Salvia (OED). Ἐλελίσφακον ἢ Ἐλελίσφακος,
Salvia, ἀγγλικὰ Sage (Π. Γ. Γενναδίου, Λεξικὸν Φυτολογικόν).

«᾿Οργιάζει στὶς ἐφημερίδες τὸ κακό:

Τὶς πυρκαγιὲς τάϊσαν δισεκατομμύρια ζῶα
τῆς Αὐστραλίας ἀπέραντα δάση ἔγιναν στάχτη
κατακόκκινο αἷμα ἡ λαίλαπα ἀπὸ ἐγκεφαλικὰ
τῶν κατοίκων φυρὸς λογισμὸς ὁ μαῦρος ἀέρας
στὴν ἔρημη χώρα τοῦ Νέου Κόσμου μετοίκησε
ὁ Μέγας ῾Ηρόστρατος στὴ φωτιὰ ποντάρει ξανὰ
πυρολάτρες ρίχνει νὰ κάψει τοὺς πυρόπληκτους
τῆς ᾿Ασίας ἡ ἔρημος φλέγεται ἀπὸ ὑστερία πέρα
ὣς πέρα τοῦ ᾿Οθωμανοῦ ἀστραπὲς τὸ ἀκονισμένο
μαχαίρι σκορπάει καίει μὲ λύσσα σφάζει σὲ Συρία
Ἰρὰκ Κουρδιστὰν ᾿Αρμενία Λιβύη μὲ τὴ γυάλινη
χάντρα στὸ ἄδειο του μάτι βεγγαλικὰ νὰ πετάει
ἀντιφεγγίζοντας τὸ μαῦρο τῆς Μεσογείου χρυσάφι
στὰ γλαυκόχροα νερὰ Κύπρου Κρήτης καὶ Οἴας
νὰ βυθομετράει τὸ γλαύκωμα πόσο προχωρημένο
εἶναι στὰ γλαυκὰ στρογγυλούτσικα μάτια
μιᾶς χοντρομπαλοῦς εὐρωπαίας Κυρίας

Στὰ ραδιόφωνα ὁ χάρος οὐρλιάζει:

Ἡ ὑδρόγειος σὲ πανδημία
γεμάτη φαρμακερὲς ἀκίδες ἡ σφαίρα
παίρνει μπάλα γυναῖκες ἄντρες παιδιὰ
ὁ πόνος ὁ τρόμος ὁ ἐφιάλτης ὁ πανικὸς
καὶ ὅσα ἄλλα μύρια φαρμάκια γεννάει
μολύνουν βαριὰ τὴν ἀναπνοὴ τῆς ζωῆς
διαλύουν ὄργανα καταστρέφουν τὴν ὑγεία
τῆς ψυχῆς μετατρέπουν σὲ παραλυτικὴ ἀκηδία
κι αὐτὸ τὸ κενὸ δὲν ἀφήνει σὲ κανένα μυαλὸ
διάθεση καμία νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτὸ
τὸ μεγάλο κακὸ δίπλα του ἰδίᾳ
ἀνοιχτὸ τὸν Παπαδιαμάντη νὰ ἔχει
νὰ μνημονεύει Σολωμὸ Κάλβο Δροσίνη Κρυστάλλη
ἔμπλεο ἀπὸ Θεόφιλο νὰ εἶναι ᾿Ερωτόκριτο
καὶ Μακρυγιάννη τὸ πρωὶ νὰ μεταλαμβάνει
καὶ προπάντων τὰ ἡδύποτα Μητροπάνο
καὶ Τσιτσάνη γουλιὰ-γουλιὰ νὰ κατεβάζει
πωρωμένο τὰ βράδια ποιήματα νὰ στάζει
καὶ τὴν προσευχή του στὸν ῞Αγιο Σεραφεὶμ
τοῦ Σάρωφ πρὶν κοιμηθεῖ νὰ κάνει | ὅλα
σοῦ ἀφαιροῦν τὴ διάθεση νὰ ἀντισταθεῖς
στὸ κακὸ μαζί του νὰ μετρηθεῖς

τόσο ποὺ στὸ τέλος
σέρνεσαι ράκος ἀληθινὸ κουρέλι
κι ἀπὸ κοντὰ ἐγὼ ἡ νοσηλεύτρια γριά σου
ἀφοῦ χωρὶς ἐμένα ἀγνοεῖς πὼς ἀναπνέεις
ὅ,τι μολυσματικὸ     ὅ,τι δολοφονικὸ      ἐσὺ
καὶ μόνον ἐσὺ     θύμα καὶ θύτης μαζί
ὁλόκληρους αἰῶνες ἐκπνέεις     κι ἂς νεύεις
εἶναι πλέον ἀργὰ     μὲ ἀνομολόγητη συντριβὴ
πὼς ναὶ ὑποφέρεις     δοκιμάζεσαι σκληρὰ
πάσχεις σὰν καλαμιὰ στὸν κάμπο     ἄγονη
ἐρημιὰ     τρομακτικὸς ὁ βουβός σου ὁρίζων
πὼς ἄλλο πιὰ δὲν ὑποφέρεις     ὢ ναί
ἔφτασε ὁ κόμπος στὸ χτένι     ψυχομαχάει
ἀπὸ τὴν πανδημία τὴν ἐπακόλουθη σιτοδεία
ἀπὸ τὴν λίμα της τουμπανιασμένη ἡ ῾Ιστορία
ἀποτελειωμένη     ναὶ     συγκατανεύεις
ἀδυνατεῖ ψόφιο κουφάρι πιὰ νὰ ταΐσει
παχιές σου ἐπευφημίες λιπαρές σου
ἀναγορεύσεις οὐρανοφόρες διατριβὲς
ἀπαγγελίες ὑπὸ τὸ σεληνόφως ποιητικές |
λόγια κοντολογὶς ἀνείπωτες δυστυχίες
ποικίλα δράματα ἐθνικοατομικὰ

ἐκτὸς     σοῦ θυμίζω     ἀπὸ ἕνα
δικό σου ἐγὼ     ἡ παραμυθητική σου γριὰ
γέννημα θρέμμα καταδικό σου ἀκόμα καὶ τώρα
ἄμυαλε ἐρωτιδέα     ἀκαταπόνητε σπορέα
σαράκι μικρὸ     ἕνα μικρόβιό σου ψιλὸ
δὲς πῶς ροκανίζει μου τὴν ξυλοδεσιὰ
αὐτῆς ἐδωνὰ τῆς ἀνέμης ὅπου τυλίγεται
ἀπερίγραπτος ὁ χαμός σου     νῆμα σαπρὸ
ὅλου τοῦ κόσμου     γνεμένος στὰ δάχτυλά μου
ὅσο ἐγὼ ἡ φιλαναγνώστρια μπάμπω σου
μιὰ χόβολη δίπλα σου     ἀκούομαι νὰ τσιρίζω
τῆς στάχτης ἡ ἀπόγνωση ξέρεις πὼς εἶναι
ὅσο λίγο-λίγο κρυώνει ἐνῶ πνιχτὸς     τελευταῖος
σπινθηρισμὸς     ἕνας λυγμός μου τραυλίζει
ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω |

κι ἐσὺ “πῶς…” μὲ κόβεις
εἰπέ μου “πῶς;… πῶς;… γιὰ τὸ Θεό!…”
μὲ ἀγωνία τὴν φαρμακίδα ἐμένα ρωτᾶς
κι ἐγὼ στὰ χείλη μου ἕτοιμο ἔχω τὸ

φασκόμηλο ἁπλῶς     αὐτὸ
σοῦ συνιστῶ     καὶ μόνο αὐτὸ ἀφοῦ
ἡ πανάκεια εἶναι ἡ τελευταία ἐλπὶς
ὅλων τῶν δεινῶν κάθε λογῆς
ἀσθενείας σωματικῆς ἢ ψυχικῆς
ἡ μεγάλη παρηγοριὰ ἡ σίγουρη
πατροπαράδοτη γιατρειὰ

τὸ βεβαιώνουν ἐξάλλου ἀμέτρητοι
ἀρχαῖοι γιατροὶ παλιοὶ ἱστορικοὶ βασιλεῖς
αὐτοκράτορες χαμένοι πολιτισμοὶ ὁλόκληροι λαοὶ
δὲν λέω λοιπὸν κάτι ποὺ νὰ μὴν εἶναι γνωστό |
καὶ πρῶτος ὁ ῾Ιπποκράτης     ὄνομα ἀγαστὸ
ἰδιοφυία ἰατρικὴ στοὺς αἰῶνες τῶν ἀρχαίων
ἀποκαθαρκτικὴ τῶν θηριωδῶν ἑλκῶν
στομάχου καὶ ἐντέρου ἰδίως ἦταν ὁ φάσκος
σύμφωνα μὲ μιὰ δοκιμασμένη του συνταγὴ
ἕνα ρόφημά του ζεστὸ ὁ Διοσκουρίδης ἐξίσου
πρωτοπόρος φαρμακολόγος ὁ Πεδάκιος αὐτὸς
οὖρα ἄγειν πινόμενον εἶχε καταλήξει
κύστη καὶ νεφρὰ παθολογικὰ νὰ καθαρίζει
τῆς χολῆς κατευναστικὸ τὸ τσάϊ τοῦ φάσκου
τὸ ἑλληνικὸ τῆς μνήμης ἀναζωογονητικὸ
ριζωμένο στὸν κόσμο ἦταν καὶ εἶναι ἀκόμη
τὸ εὐρέως γνωστὸ πὼς καὶ τὴν τρέλα ἀκόμη
βάζει σὲ λογαριασμὸ ἡ πτισάνη τοῦ φάσκου
στὴ γλώσσα τοῦ ἔνδοξου Γαληνοῦ Κλαυδίου
θερμαντικῆς ἐναργῶς κράσεως ἦταν
ὁ ἐλελίσφακος δόγμα προκλητικὸ τῆς ἐποχῆς
του σωτήριο ὅμως ξαρρωστικὸ salvia ἱερὸ
herba sacra τῆς ἀποχαύνωσης τῶν Ρωμαίων
ἀναντικατάστατο τὸ μόνο ὄντως διεγερτικὸ
ὁ ᾿Αγρίππας ἀνασκευαστὴς τῶν ἐπιστημῶν
καὶ μέγας οὐρανοβάμων ἐπὶ γῆς θεουργὸς
ἱερὰν τοῦ ἐλελίσφακου τὴν βοτάνην
ἐκθείαζε πρὸ παντὸς ὡς ἐκ θεοῦ πέμπτουσία
κρατητικὴν συλλήψεως ζῳογονικῆς
ὅλου τοῦ ἀνθρώπειου γένους ἀκριβῶς τὴν ἰδίαν
ποὺ ἐν Κοπτῷ τῆς Αἰγύπτου ἔσωσε τὸ λοιμὸ
ἀφοπλίζοντας ὅσα ἔμβρυα καὶ ἐγγύους ἔμελλε
ἡ κουτάλα του νὰ χωρίσει μὲ ἄγριες ἐκτρώσεις
μὲ διπλὲς νεκρώσεις καὶ ἀνασταίνει εἰσέτι
αἱμοπτοικούς τε καὶ φθισικοὺς ὁ ᾿Ορφέας ἀοιδὸς
μιᾶς ρετσέτας παρομοίας     ἑνὸς ξηρίου ἡ σκόνη
φυλαγμένη ἱερὴ σὲ βαμβακερὲς σακκοῦλες
καὶ τενεκεδένια κουτιὰ στὰ ἑλληνικὰ χωριὰ
σὲ αἰγαιοπελαγίτικες ξέρες καὶ σκόρπια νησιὰ
σφάκα φάσκος σφάκος ἀγριοφασκιὰ ἀλιφασκιὰ
φασκομηλιά, ἐλελίσφακος γράφουν οἱ ἐτικέτες
φλησκοῦνι λένε ἀπέξω τὰ βάζα τῆς ᾿Ικαρίας
ἑλληνικὸ βλαστάρι τὰ τεφτέρια τῆς Κινεζίας
φασκομηλιὲς εἶναι γεμάτες ἀκόμα οἱ βραγιὲς
στοὺς ὀπωρῶνες τῆς φαρμακολύτριας ᾿Αραβίας
ἐξασφαλίζουν ἐκεῖ μακροζωία καὶ ἀθανασία
στὰ μοναστήρια οἱ Καρλομάγνος Υἱὸς & Σία
τοῦ φάσκου καλλιεργοῦσαν ρίζες θαυματουργὲς
μία του δρόγη     γιατροσόφι κρυφὸ     εἶχε σώσει
στὸ νεκροταφεῖο τσακωτοὺς κάποιους τύπους
τυμβωρύχους     κάτι λύκους     ποὺ συλοῦσαν
στὴν Τουλούζη τῆς πανούκλας πτώματα χωρὶς
τὸ αἷμα τους νὰ μολύνει τῶν λειψάνων ἡ γλίνη
περνώντας μουλωχτὰ στὴ χούφτα δικαστῶν τε
καὶ δημίων γραμμένη τὴ σωτήρια σύστασή του

ποὺ ἀντιγράφω ἐδῶ ἀπὸ τὸ μαγαρισμένο
χειρόγραφο μὲ προσαρμοσμένη κατανάγκην
τὴ φρασεολογία της γιὰ νὰ γιάνει ἀνεξαιρέτως
ὅλες τὶς μορφὲς τῆς πανδημίας τῆς παράνοιας
τῆς μεταλλασσόμενης συμφορᾶς τῆς διαφθορᾶς
καταγεγραμμένες σὲ τοῦτο-δῶ τὸ ἀπελπιστικὸ
γραπτό μου περιληπτικὰ     μὲ λόγια κατανοητὰ
θαρρῶ     ποὺ προσβάλλουν κάθε ὀργανισμὸ
καὶ ἡ διάγνωσή τους ἔχει ἐπιφέρει ὡς γνωστὸν
τὸν προειπωμένο σου ψυχοσωματικὸ ξεπεσμό

“Ἄρχισε νὰ διαβάζεις ὅ,τι ἔχω περάσει
γραμμένο σὲ αὐτὸ τὸ μαῦρο κατάστιχο
ἀπὸ μέσα σου φυσικὰ νὰ μὴν παρεξηγηθεῖς
ἔχοντας δίπλα σου μιὰ νταμετζάνα γεμάτη
μὲ ἀφέψημα φύλλων τῆς φασκομηλιᾶς
χλιαρὸ οὔτε νὰ καίει στὴ γλώσσα δηλαδὴ
οὔτε ἀπ᾿ τὸ κρύο νὰ σοῦ κόβεται ἡ μιλιὰ
στὸ χέρι πάντοτε νὰ κρατᾶς ἕνα ποτήρι
ἔτσι ὥστε στὶς διακοπὲς τῆς ἀναγνώσεως
ἀπὸ τὴ μιὰ λέξη στὴν ἄλλη νὰ τὸ γεμίζεις
μὲ τὸ πραϋντικὸ ἐλιξήριον τοῦ φάσκου
γιὰ νὰ πίνεις ὅταν συλλαβίζεις μιὰ λέξη
μιὰ γουλιά του νὰ συνοδεύει κάθε σου λέξη
μονορούφι νὰ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὸ στόμα
καὶ μαζί του ἡ λέξη προσοχὴ μιὰ γουλιὰ
μονορούφι κι ὄχι δυὸ διακεκομμένες μικρὲς
ἀπανωτὲς ρουφηξιὲς     οὔτε πάνω ἀπὸ μιὰ
ἐπιμένω γιατὶ διακόπτουν οἱ δυὸ τὸν εἱρμὸ
μεταξὺ τῶν συλλαβῶν δημιουργεῖ ἕνα κενὸ
ἡ πρώτη γουλιὰ     μιὰ φούσκα αὐτὸ ἐννοῶ
ποὺ διογκώνει φυσικὰ ἡ δεύτερη ρουφηξιὰ
ἐξασθενίζοντας μοιραῖα καὶ τοῦ φάσκου
τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση μὲς στὴν κοιλιὰ
καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ βεβαιώνω πὼς ἔχει
ἡ κατὰ γράμμα ὑπακοὴ στὴ μιλιά μου |
ὅταν λοιπὸν κάποια ὥρα φτάσεις στὸ τέλος
αὐτουνοῦ τοῦ κατάστιχου πρέπει τὸν ἀπο
λυμαντικὸ συλλαβισμό του μαζὶ μὲ τοῦ φασκό
μηλου τὴ μία ξαναλέω καὶ τὸ τονίζω γουλιὰ
νὰ ξαναρχίσεις μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς ρυθμὸ
κι ὅλο αὐτὸ νὰ τὸ κάνεις σὲ συμβουλεύω ὅσες
φορὲς χρειαστεῖ τὰ μολυσματικὰ ἀκούσματα
μαζὶ μὲ τὸ θεραπευτικό μου φασκόμηλο
χωνεύοντας μέσα σου διὰ παντὸς νὰ θάψεις
ἔτσι ποὺ ὅ,τι προτείνει αὐτή μου ἡ συνταγὴ
νὰ μὴν ἔχει τίποτα νὰ προσθέσει ἐπιπλέον
ἀφοῦ μὲς στὶς ἀρτηρίες καὶ στὶς φλέβες σου
θὰ κυλοῦν κανονικὲς τουτέστιν ἁρμονικὰ
ἀνάλογες καὶ σωστὲς οἱ δόσεις τοῦ φάσκου
ἀξεχώριστες ἀπὸ τὶς νεκρὲς πιὰ διαδόσεις
μὲ σίγουρο ἀποτέλεσμα ὅλα τὰ μεγάλα δεινὰ
ὅλες οἱ θανατηφόρες τυραννικὲς ἀσθένειες
τοῦ κόσμου καὶ ὅλες οἱ ὠφέλειες τοῦ φάσκου
τὸ ἠθικό σου στὸ ἑξῆς οὔτε νὰ κλονίζουν
οὔτε νὰ ἐνισχύουν | ὁμιλητικὸς ἢ σιωπηλὸς
ἕνας ἀδιάφορος αὐτοκράτωρ ἢ ἕνας στωικὸς
ἕνας Μάρκος ῎Αννιος Οὐῆρος ὡς ψυχάριον
ἢ ὡς σαρκίδιον ἢ ὡς πνευμάτιον θὰ βασιλεύει
στὸ νοῦ σου ὁ κόσμος νὰ χαλάει σὲ βεβαιώνω
θὰ κοιμᾶσαι σὰν τὸ πουλάκι κανονικὸς ὁ ρυθμὸς
τῆς ζωῆς θὰ κυλάει ὁ βίος τὸ πᾶν ὑπόληψις
ἀκίνδυνος ἄκακος θὰ μπουσουλάει ἐντός σου
κι ἂς ὀργιάζουν ὁ κλύδων ἀπέξω τοῦ τύπου
τὰ φύλλα τὰ ραδιόφωνα ὁ κόσμος νὰ χαλάει
σοῦ ξαναλέω | τίποτα οὔτε θὰ σκέφτεσαι
οὔτε θὰ ἀκοῦς     λέξη φαρμακερὴ     καὶ τελειώνω
ἀπ᾿ τὴ γλώσσα σου ποτὲ πιὰ δὲν θὰ βγεῖ”»

αὐτὰ μοῦ διάβασε ἡ γριὰ
ἀπὸ ἕνα κακογραμμένο κιτρινισμένο χαρτὶ
ποὺ παραδίδω το ὁμοίως κι ἐγὼ ὅπως αὐτὴ
διπλωμένο στὰ δύο μὲ τὴν εὐχὴ ὁ Θεὸς
ἂς μὴ ἐπιτρέψει νὰ μελετήσει κανεὶς
ἀχρείαστο στὸ ντουλάπι νὰ εἶναι
ὅπως καὶ τὸ φασκόμηλό μου.

Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ