σύγχρονη ελληνική ποίηση

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (4/5)

*

(Συνέχεια από το τρίτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως έρωτας

Τα ψάρια και οι κατασκευές τους συνθέτουν πολυποίκιλες εκδοχές για να περιγράψουν την ερωτική επιθυμία σε όλες τις φάσεις της.

Στο «τραγούδι της λίμνης», που μελοποιήθηκε από την Ελένη Καραΐνδρου, η Αρλέτα ως στιχουργός εκφράζει το παράπονο της ερωτικής επιθυμίας και την αίσθηση αδυναμίας του ερωτευμένου, κινητοποιώντας το δίπολο του ψαρά και του ψαριού. Η αγαπημένη παραμένει απρόσιτη και φευγάτη, ενώ αυτός που την αγαπά δεν την πιάνει στα «δίχτυα» του.

Μες στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
κι εγώ ψαράς με δίχτυ αδειανό
θάλασσα εσύ κι εγώ ο ναυαγός σου
στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω.[1]

Η Χλόη Κουτσουμπέλη επανέρχεται στην ψυχρότητα του αντρικού έρωτα, μιλώντας για τους ψυχρούς σαν ψάρια άντρες.[2]

Υπάρχουν άντρες κρύα ψάρια
Τα μάτια τους χάντρες στο κενό
μετά τον έρωτα αποσύρονται
σε μουχλιασμένα όστρακα
κοιμούνται

Ο Τάσος Λειβαδίτης[3] περιγράφει τον έρωτα ως μάχη και ματαιότητα. Στο ποίημα ο ποιητής επιδίδεται λεπτομερώς στην περιγραφή της έντονης αντιπαράθεσης που έχουν οι ταυτότητες των εραστών. Μάχη που περιλαμβάνει πάθος και παιχνίδια εξουσίας. Στο τέλος τα σώματα των εραστών ξεβράζονται σαν ψάρια στην όχθη του πρωινού.

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν από τον εαυτό τους, / δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε / σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι, / βγάλανε μια κραυγή / σα ναυαγοί που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα κάπου μακριά. / Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους, σαν δυο μεγάλα ψάρια / ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου[4] περιγράφει τα χέρια του αγαπημένου σαν «δυο μικρά τρυφερά καβούρια» και το σώμα της σαν ακρογιάλι.

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.
(περισσότερα…)

Ένας κόσμος πλήρης και ευφρόσυνος

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ηλίας Κεφάλας,
γραφέας του φυσικού έπους,
Θράκα 2021

Στην τελευταία του δουλειά, ο Ηλίας Κεφάλας αποτυπώνει στιγμές, διαθέσεις και ρυθμούς του γενέθλιου τόπου, λειτουργώντας ως καταγραφέας του «φυσικού έπους», όπως λέει. Έπος, όπως η μακρά δοξαστική αφήγηση μιας ατελεύτητης εποποιίας που είναι η ζωή και η αναπνοή του κόσμου γύρω μας και μέσα μας. Γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν είναι απλώς εικόνες της φύσης, αλλά και οι μυστικές συζεύξεις και ανταποκρίσεις ανάμεσα στον άνθρωπο που πρέπει να ξαναβρίσκει συνεχώς τον ορισμό και τον προορισμό του και την αυτοφυή ύπαρξη της φύσης που τον περιέχει, τον εξηγεί και τον υπερβαίνει. Τον παρηγορεί, γιατί υπάρχει ως η πλησιέστερη φανέρωση του θαύματος, αλλά και τον απελπίζει, γιατί κρατά ανέγγιχτο το μυστικό της, που είναι πώς να ζει ανερώτητα ως κατακλυσμιαία βούληση και ως αγαθοποιός πράξη. Σε αυτόν τον κόσμο της φύσης της Θεσσαλίας έχει επιλέξει να ζει και να θέτει εν πολλοίς το ποιητικό του στοίχημα ο Ηλίας Κεφάλας τα τελευταία χρόνια, με την αγάπη του πιστού, του γηγενούς, του «εκβλαστήματος της ανθρώπινης θλίψης» αλλά και του συμπαίκτη, του συναυτουργού μιας ιερουργίας. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (3/5)

*

(συνέχεια από το δεύτερο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως απειλή, φόβος, και απομόνωση

Στο ποίημα του Νίκου Καρούζου, «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη», τα ιδανικά παραλληλίζονται με το αλεύρωμα ψαριών πριν το τηγάνισμα. Ο αφηγητής σε καθεστώς τρόμου που εκφέρεται με φθόγγους, επισημαίνει την αναλωσιμότητα των ιδανικών. Το αλεύρι δίνει μια επιπλέον κρούστα στην ψαρίσια ύλη, χωρίς να αλλάζει τη βασική τους ύλη.

Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.[1]

 Στο «Κρατήσου», του πρόσφατα χαμένου Γιάννη Δάλλα, ένας κακότυχος άνθρωπος, προγραμμένος του βυθού με το ιστορικό βάθος που έχει η λέξη, προσπαθεί να βρει περάσματα σαν τον ξιφία. Το δίστιχο αποτυπώνει την αίσθηση αγωνίας ενός ανθρώπου που βυθίζεται, να τα καταφέρει να επιβιώσει.

Και κάτω ο προγραμμένος του βυθού
Γυρεύει πέρασμα σαν τον ξιφία.
[2] (περισσότερα…)

Φίλοι άφωνοι στο μαύρο αστερωμένοι

του ΚΩΣΤΑ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Διονύσης Σέρρας, Οι κήποι της απόδρασης,
Ποιήματα 1992–2007, Γαβριηλίδης

Ο Διονύσης Σέρρας (1947) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Υπηρέτησε στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (1974–2001). Από το 1978 έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων λυρικών ποιητών, βιβλιογραφικές εργασίες και ανθολογίες ποιημάτων. Επίσης, από το 1995 συνεχίζει την έκδοση του ζακυνθινού περιοδικού Επτανησιακά Φύλλα που είχε ιδρύσει το 1945 και εξέδιδε ως τον θάνατό του ο ιστορικός, λαογράφος και λογοτέχνης Ντίνος Κονόμος (1918–1990). Ο Σέρρας εντάσσεται τόσο ως προς τη χρονολογία γέννησης όσο και ως προς τη χρονολογία έκδοσης του πρώτου βιβλίου του στην 3η μεταπολεμική γενιά, τη λεγόμενη και «Γενιά του 70». Η ποιητική του συλλογή «Οι κήποι της απόδρασης» είναι το ενδέκατο στη σειρά ποιητικό του βιβλίο.

Η ποιητική του πορεία διακρίνεται από διαρκή συνομιλία με τις μεγάλες ποιητικές μορφές της νεότερης γραμματείας. Στην πρώτη του ποιητική συλλογή Διπλές φωνές υπάρχουν τρία εκτενή ποιήματα για τον Καβάφη, ενώ και μόνο ο τίτλος της δεύτερης συλλογής Ωδή στον Διονύσιο Σολωμό, της τέταρτης συλλογής Έξι γραφές για τον Σεφέρη, καθώς και του ποιήματος Τριώδιο σιωπής για τον Ανδρέα Κάλβο της συλλογής του Σταγόνες σε μαύρο λευκό,  δηλώνουν αυτή τη συνομιλία.  Επίσης, στα ποιήματά του υπάρχουν άμεσες αναφορές και σε μεταγενέστερους ποιητές όπως, για παράδειγμα, ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Νίκος Καρούζος.

Ο Διονύσης Σέρρας έχει διαμορφώσει ένα ευδιάκριτο προσωπικό ιδιαίτερο ύφος που το διακρίνει η πυκνότητα και η λιτότητα του λόγου και στο οποίο δεσπόζουν οι αποφθεγματικές εκφράσεις. Ο φιλολογικός του οπλισμός αποτελεί δημιουργικό εργαλείο για τις ποιητικές του συνθέσεις με αναγωγές του λόγου του στην αρχαιοελληνική ποιητική παράδοση και στους μεγάλους ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Έχοντας μεταφέρει στη σύγχρονη ελληνική έργα του Αρχίλοχου, του Αλκαίου, της Σαπφούς, του Ίβυκου και του Ανακρέοντος και βασιζόμενος και στη λόγια και στη δημώδη ποιητική παράδοση, έχει κατορθώσει να αφομοιώσει λειτουργικά ρυθμούς και μέτρα αυτών των παραδόσεων σε σύγχρονες ποιητικές μορφές. Το έργο του διακρίνεται από ρομαντικό πνεύμα και φέρει σαφείς απόηχους της ποίησης του Σολωμού και του Κάλβου. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (2/5)

*

(συνέχεια από το πρώτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

1. «Τα ψάρια ως εκδοχές ταυτότητας

Στο «Καιρός για ηρωίνη», η Νίκη Ανδρικοπούλου κατασκευάζει την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο που βλέπει η ηρωίδα τον εαυτό της και στο πώς τον βλέπουν οι άλλοι. Όμορφη αν και λίγο τρελή είναι ο τρόπος που τη βλέπουν οι άλλοι. Αυτή όμως αισθάνεται «σαν απαίσιο ψάρι». Η αντιπαραβολή ομορφιάς και απέχθειας εντείνεται από την εικόνα ενός άσχημου ψαριού.

Οι άνθρωποι λένε ότι είμαι όμορφη
λίγο τρελή στο μάτι –
εγώ βλέπω τον εαυτό μου σαν απαίσιο ψάρι
[1]

Στο «Ερπετό, πουλί και ψάρι»,[2] ο Γιάννης Πάσχος κατασκευάζει μια ξεκάθαρη αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους ανθρώπους. Αντίθεση που στηρίζεται στη διαφορά του με τους υπόλοιπους ανθρώπους, οι οποίοι «είναι τυχεροί», ενώ αυτός είναι «πολύ άτυχος». Αν οι άλλοι είναι συμβολικά μόνο ερπετά, πουλιά ή ψάρια, ο αφηγητής του ποιήματος αυτοπροσδιορίζεται ως άτυχος, επειδή ξεφεύγει όχι μόνο από μια μονοδιάστατη ταυτότητα, αλλά και από τους τρόπους με τους οποίους λειτουργούν οι οπτικές του στον κόσμο. Αυτές οι πολυδιάστατες οπτικές τον οδηγούν «και σαν ερπετό» να σέρνεται, «και σαν πουλί» να πετά, «και σαν ψάρι να κολυμπά». Η πολυσυλλεκτική αυτή ιδιότητα, στην οποία κάθε πλάσμα βρίσκεται κοντά στη στοιχειώδη ιδιότητά  του (το ερπετό σέρνεται, το πουλί πετά, το ψάρι κολυμπά) αναγνωρίζεται αρχικά ως κάτι «καλό». Καταργείται, ωστόσο, στην πορεία γιατί «τα κακά είναι περισσότερα». Ο αφηγητής του ποιήματος μπορεί πολύπλευρα να ακολουθήσει ισότιμα διαφορετικές και ανατρεπτικές εκδοχές της πραγματικότητας, αναλαμβάνοντας τις συνέπειες των επιλογών του και το συναισθηματικό κόστος. Η συνθετική θέαση του κόσμου και μια ταυτότητα πολύπλευρη και πολυδιάστατη συνοδεύεται από την κατάρρευση της μιας και μοναδικής αλήθειας, ακόμα και αν αυτή αφορά σε μια απλή διαπίστωση για το αν είμαστε καλά ή όχι. Έτσι, ο ποιητής προτάσσει επίσης, κατά τη γνώμη μου, την υποκειμενικότητα και τις διαφορετικές θέσεις υποκειμένων στις κατασκευές ταυτότητας. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (1/5)

Dorothea Tanning, La truite au bleu

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Ότι η ασθενής σχέση ποιήματος και μανιφέστου δεν ακυρώνει το γιατί η καροτίνη υψηλών οκτανίων συνάδει με το μπουρδέτο».
Κακναβάτος Ε. και Κανιούρας, Σ., Σφόδρα αιρετικό ημερολόγιο του 2000 τη εθελοντική συνεισφορά αντιπροσωπείας ζώων, Άγρα, 2000

«Στιλβωμένη λάμψη»[1]: τα ψάρια περιπλανώμενα λαμπυρίζουν μέσα κι έξω από το νερό. Εκπέμπουν λάμψεις στην πραγματικότητα, τη φαντασία και την τέχνη, με τους ίδιους τρόπους που στραφταλίζει η ποίηση στα ποιήματα που αγαπάμε. Ανάδυση, καταβύθιση, διαρκείς μετατοπίσεις και μετασχηματισμοί στο χωρίς σύνορα υγρό στοιχείο. Κινήσεις αυτόνομες ή πλήθη ψαριών κοπαδιαστά. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ή αλληλοφαγώματα και μεταμφιέσεις. Στη μυθολογία ο Ποσειδώνας με τις κόρες του, γοργόνες και ανθρωπόψαρα. Επόμενο είναι, λοιπόν, τα ψάρια, όπως και τα πουλιά, να χρησιμοποιούνται στις γραφές των ποιητών ποικιλοτρόπως.

Τα ψάρια και το υγρό στοιχείο σύμβολα διακειμενικά και πολιτισμικά περιέχουν σύνθετους και διαφορετικούς συμβολισμούς. Στις πολύπλοκες συνθέσεις και ερμηνείες, τα ψάρια παραμένουν αινιγματώδη[2] και πολύσημα. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς του βιβλίου Οι ιχθύες ως σύμβολο και τεχνούργημα: απόπειρες ερμηνείας, η ζωή ξεκίνησε από το νερό. Για τον άνθρωπο η ζωή εκεί κινητοποιούσε διττά αμφίρροπα συναισθήματα φόβου και γοητείας. Ποικίλες είναι και οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες των ψαριών. Συμβολίζουν την ύπαρξη στη μήτρα και το υγρό περιβάλλον, την εν εξελίξει σεξουαλικότητα, τον φαλλό, αλλά και τη ζωή και τον θάνατο.[3] Στα παραμύθια και τη λαϊκή παράδοση, τα ψάρια είναι επίσης πολλές φορές οι ήρωες μαζί με πολλά θαλάσσια τέρατα: γοργόνες, κήτη, λιμνίσια πλάσματα.

«[…] Από το μάτι έρχεται η έρευνα, απ’ την επιλογή έρχεται επίμονο κοπάδι»[4]. Είναι, λοιπόν, αναμενόμενο και προβλέψιμο τα ψάρια ως επιλογή, να εμφανίζονται συχνά στην ποίηση, τη λογοτεχνία και την τέχνη, συγκροτώντας ένα επίμονο κομμάτι δεδομένων, συμβολισμών και ιστοριών, το οποίο ανατροφοδοτείται συνεχώς. Τα ψάρια εντοπίζονται επίσης σε αφιερωματικά τεύχη περιοδικών[5] και εγχειριδίων. (περισσότερα…)

Δημήτρης Κανελλάκης, Πέντε ποιήματα

*

ΠΡΟΔΙΟΡΘΩΣΗ

«Ρηχός μελοδραματισμός
φθηνός ο καρυωτακισμός»
είπε ο Διόνυσος εξαίφνης
που το παίζει λογοτέχνης.
«Πού ’ναι τα διακείμενά σου;
Καβάφης πάλι; Για φαντάσου…»
Να το δάχτυλο στη μέση,
Διόνυσε, αν δε σ’ αρέσει!
«Λείπουν οι ψαγμένοι στίχοι
και λιγοψυχούν και σβήνουν».
Να τους δεις δεν είχες τύχη,
τώρα κάπου μπεκροπίνουν.
«Πού ’ναι οι άλλοι, η κοινωνία;»
Με το ζόρι βρε ψυχή μου
–άλλη από κει μανία–
να ’χω φίλους στη ζωή μου;
«Λείπει η σπάνια η λέξη
που ο νους έχει σμιλέψει».
Τις εξόντωσες, θυμήσου,
όλες μες στη διατριβή σου.
«Δεν υπάρχει πρόγραμμα,
τάχα ποιο το όραμα;
Αχ, σου ξέφυγε το μέτρο!»
Θα το βρεις στον Άγιο Πέτρο.

Μα προς τι η απολογία;
Ξέρεις, πάντα ο πελάτης
έχει δίκιο – κι η ειρωνεία
εν τοιαύτη περιπτώσει
να ’μαι ’γώ ο ζυγοστάτης,
ήτοι αυτός που έχει πληρώσει.

~.~ (περισσότερα…)

Νίκος Χρυσικόπουλος, Τέσσερα ποιήματα από τον «Δεκάλογο των Χρωμάτων»


*

Ερυθρός

ο Ξένος:

ανάμεσα Άρη κι Αφροδίτη
η Γη μου εγκλωβισμένη
σε μια σκιά πορφυρή

η ζωή μου εδώ
απ’ τον εωσφόρο στον έσπερο
χωρίς την ενδιάμεση μέρα,
από ράγισμα σε ράγισμα
μια αιώνια φωτιά στον ουρανό

απ’ τον πόθο στο πάθος
ένας κόκκινος ποταμός
πάει κι έρχεται
ρέει σαν να μην ρέει
ρέων στέρεος ποταμός (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Ρέκβιεμ για την Ουκρανία

*

δίπλα εκεί στου Κρεμλίνου τους πύργους
θα ουρλιάζω κι εγώ

Και κάπως έτσι
Ιούλιο μήνα –για Φεβράρη–
ακούσαμε να πέφτει
μια μεγάλη ριπή
σαν χαλασμένο φρούτο
έξω από την Ιστορία.

Ο μεγάλος χρόνος
καθήμενος στους ώμους των γερόντων
βούτηξε ξανά ολόγυμνος στη θάλασσα
ο ίδιος χρόνος
που κάθισε κάποτε
στα γόνατα της Παναγίας
στο Βόλγκογκραντ
γεννώντας ονόματα κραταιών μεγάλων πόλεων
αφήνοντας ένα γέλιο γοερό
στις καστανιές
θρόισμα
πριν απ’ το φύλλο. (περισσότερα…)

Λητώ Σεϊζάνη, Τα ποιήματα του φεγγαριού

*

1. Πανσέληνος

Πανσέληνος ξεδιάντροπη
και εκτυφλωτική
Αυτάρεσκη στην τέλεια στρογγυλάδα της
Αδιάκριτη καθώς κατασκοπεύει τους θνητούς
Ρίχνοντας φως στις πιο κρυφές τους πράξεις
Λες και τους ανακρίνει

*

Πανσέληνος
Μια αφορμή να βγούμε στο μπαλκόνι
Και των τσιμέντων το περίγραμμα να δούμε
Μ’ αυτόν τον υπερκόσμιο προβολέα
Που έχει πάντως κάτι αδιάφορο στο βλέμμα του
Τόσους αιώνες που κατασκοπεύει τους θνητούς

~.~ (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εβδομηκοστό Τέταρτο

*

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΒΔΟΜΗΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Σχεδόν Έπος

Τον είδα να ’ρχεται, σαν φλόγα
του κεριού μέσα στην νύχτα·
κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό:
ημέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή,
διάφανη μήτρα των μικρών
θεών, που αστράφτουν μεσημέρι
απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο
ύπνο των κράμων.
Προσπέρασε θαμπά
τις νεκρικές πυρές· ένα σκυλί,
τρέκλισε την αγρύπνια του·
άνοιξε το στόμα να γαυγίσει:
αιμόφυρτη σιωπή,
ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του
– σωριάστηκε, σπαρτάρησε.
Τρεμόπαιξε η φλόγα.
Δυο τρύπες σκοτεινές στην θέση των ματιών.
Στην πλάτη ένα καβούκι
χελώνας· θα μπορούσε
να ήταν καβούκι του, αν του έλειπαν
οι χορδές και τα στριφτάρια.

― Τελειώσαμε;
― Τελειώνει ο άνθρωπος με μια σφαγή; (περισσότερα…)

Προς έναν νέο τόπο με “τον άλλο” τρόπο

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μάριος Χατζηπροκοπίου,
Τοπικοί τροπικοί,
Αντίποδες, Αθήνα 2019

Πολλά είναι τα ζητήματα που προσφέρονται προς συζήτηση μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Μάριου Χατζηπροκοπίου Τοπικοί τροπικοί. Αφενός, η αξιοζήλευτη αρχιτεκτονική δόμηση αυτού του υβριδικά ποιητικού βιβλίου, σε συνάφεια με τα προσωπεία που σκαρφίζεται και ενσαρκώνει, καθώς και των ειδών που υπηρετεί/παρωδεί, κρατώντας ταυτόχρονα σε εγρήγορση την επιτελεστικότητα των κειμένων ενός συγγραφέα/περφόρμερ. Αφετέρου, ο ζωντανός και τολμηρός διάλογος με την τοπική παράδοση της δημοτικής ποίησης (σημαντική προσθήκη σε παρένθεση στο παρόν σημείο η κλισέ φράση “και όχι μόνο”, καθώς ο Χατζηπροκοπίου διαλέγεται γόνιμα και με τη νεώτερη νεοελληνική παράδοση, τον Καβάφη, τον Εμπειρίκο κ.ά.), αλλά και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό[i] (όχι μόνον και πάλι· ο Χατζηπροκοπίου με ειλικρίνεια ανασύρει τη σχέση του με το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο).

Από την άλλη, σε αυτό τον προφανή αλλά καθόλου αναμασημένο ή επιπόλαιο διάλογο άξια μελέτης είναι η επιβίωση και η πρόσληψη βαρύνουσων θεματικών, όπως

‒ του μοιρολογιού (από τον προφορικό λόγο στον γραπτό λόγο, από τη γυναικεία οπτική στην queer οπτική):[ii]

Στα σπίτια της τον μάζωξε, τον λούζει με τα μύρα
τα δασωμένα γένια του φράγκικα τα ξουρίζει
βάφει τα χείλη τοξωτά και βυσσινιά τα χείλη
πιάνει φουσκώνει τα βυζιά, τον ντύνει στα μετάξια
[iii]

‒ του έρωτα:

Ο έρως ουδέν έχει μέρος
Ο έρως, λέγω, της ιπποτικής ποιήσεως
άγνωστος
εις την γνήσιαν και δημοτικήν μας ποίησιν.
Μετωνομάσθη επί το ευαγγελικώτερο
Αγάπη
[iv]

‒ των θεσμών:

Ανοίξτε μου τα χώματα στην αγκαλιά του να ταφώ
κι αν τύχει και περνά Χριστός στο διάβολο η ανάσταση.
[v]

‒ και βεβαίως των φύλων, αντιστικτικά προς τη στερεοτυπική και πατριαρχική πρόσληψή τους. (περισσότερα…)