Day: 26.03.2026

Πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι

*

Πόσοι θα το ’θελαν σε τούτη τη ζωή
να ’ταν οι άκτορες των πιο μεγάλων ρόλων·
επιφανείς, διαπρεπείς ηθοποιοί
κι επικυρίαρχοι των πάντων και των όλων.

Άμλετ και Σκάρλετ, Δον Κιχώτης, Δον Ζουάν,
Σπάρτακος, Ληρ, Ηλέκτρα, Κρέων κι Αντιγόνη,
Σαρλώ, Οιδίπους, Τζόκερ, Λώρενς και Ταρζάν
να καθηλώνουν στο γυαλί και στο σεντόνι.

Μ’ αχ και να τόλμαγαν μια μέρα όλοι αυτοί,
οι αλλοπαρμένοι ματαιόφρονες αστοί,
μ’ αχ και να μπόραγαν μια μέρα όλες αυτές,
χαζοπαρμένες, ματαιόδοξες αστές,
να φανταστούν για μια στιγμή ποιος είν’ ο ρόλος
που όλων των ρόλων είναι η σκέπη και ο θόλος.

Είσαι παιδί, κι αυτός ο πρώτος σου ο ρόλος·
κι ίσως κι ο μόνος που θα μείνει εσαεί·
κάθε που μένεις μόνος, σκέτος κι όλος κι όλος,
ένα παιδάκι φοβισμένο, ένας σβώλος
κουλουριασμένος. Μια ολόκληρη ζωή,
θα ’σαι παιδί, θα είσ’ αδέρφι, γιος ή κόρη
φίλος, συνάδελφος, πολίτης, συγγενής
σύντροφος ή εχθρός, κορίτσι ή αγόρι
ή κάτι άλλο – κάποιος ρόλος αφανής,
πατέρας, μάνα και παππούς, γιαγιά, εγγόνι.
Μα όμως πάντα σαν ξανά μένουμε μόνοι,
ένα παιδί κουλουριασμένο στο σεντόνι
ψάχνει της μάνας του το γάλα για να πιει.

Έτσι λοιπόν κι εσύ καλέ μου ηθοποιέ,
άσε τους ρόλους τους μεγάλους για τους άλλους,
κείνους που ξέμειναν σε κάποιο φουαγιέ
ψάχνοντας χρώμα σε περσόνες παπαγάλους.

Και πιο πολύ σ’ αυτό το ισόβιο βαριετέ
είν’ να φροντίσεις πριν να πεις το «Εαυτέ»
να ’ναι ακόμα εαυτός – και ο δικός σου
κι όχι ένας ρόλος στους πολλούς στο παλμαρέ·
ηθοποιός σημαίνει φως, κι ας είν’ το φως σου.

Με δίχως πρόβα και ταλέντο και σπουδή
η ζωή μας πέταξε στο μαύρο της σανίδι,
με λίγο πυρ, λίγο λαρδί κι ένα δαδί,
να μη χαθούμε στο απέραντο σκοτίδι·
είμαστε μεις, θα το ’χεις καταλάβει ήδη,
πυγολαμπίδες π’ αργοσβήνουν στο γρασίδι.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

**

Και στο βάθος η Ταγγέρη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ήταν με τις Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης που έγινε ευρέως γνωστή η Κάρμεν Μάουρα, και κωδικοποιήθηκε ως μία από τις μούσες που κανοναρχούσαν την έμπνευση του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Θα ακολουθήσουν και άλλες ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη υπό αυτήν της την ιδιότητα, κατοχυρώνοντας τον εν λόγω τίτλο, μαζί με κάποιες άλλες συμπατριώτισσές της, βέβαια: Μαρίσα Παρέδες, Ρόζυ ντε Πάλμα, Πενέλοπε Κρουζ ‒ έστω κι αν, τελικά, η σχέση της ηθοποιού με τον σκηνοθέτη πέρασε μια μακροχρόνια, βαθιά κρίση.

Στον κινηματογράφο η αισθητική «αξία» ενός ηθοποιού δεν είναι απολύτως αμιγής: από τις απαρχές της κινηματογραφικής τέχνης ο ηθοποιός δεν ξεχώριζε μόνο για την καθαρά καλλιτεχνική του ποιότητα: το φαινόμενο των σταρ και του σταρ σύστεμ είναι ενδεικτικό από την άποψη αυτή: ο ηθοποιός με την εξωφιλμική του παρουσία, με την αύρα της εν γένει συνολικής του προσωπικότητας έπαιζε ένα εξίσου σημαντικό ρόλο με εκείνον της καθαρά υποκριτικής του ικανότητας. Ο ηθοποιός αναμιγνυόταν με τη μυθοπλαστική ουσία των ηρώων που ενσάρκωνε, ενώ αυτοί οι τελευταίοι αξιοποιούσαν τα στοιχεία της καθαρά υποκριτικής του ταυτότητας. Αυτό ήταν μοιραίο να συμβεί σε μια κατεξοχήν μυθοπλαστική τέχνη όπως η έβδομη: οι δύο ταυτότητες, η καθαρά υποκριτική και η μυθοπλαστική, αναμιγνύονταν αναπόφευκτα μέσω της ταύτισης και της προβολής: ένα ολόκληρο σύστημα στηρίχθηκε πάνω σε τούτη την όσμωση. Και πρέπει να πούμε ότι αυτή είναι ειδικά κινηματογραφική: σε άλλες αναπαραστατικές τέχνες όπως το θέατρο, όπως η όπερα, το φαινόμενο είναι ενεργό επίσης, το γεγονός όμως ότι στο θέατρο ο ηθοποιός είναι παρών με σάρκα και οστά, και όχι απλώς μια αντανάκλαση της φυσικής παρουσίας του όπως στον κινηματογράφο, το γεγονός ότι στην όπερα ο ερμηνευτής ελέγχεται προπάντων για την τεχνική και ερμηνευτική του επάρκεια, καθιστούν τους θεατρικούς ηθοποιούς και τους τραγουδιστές λιγότερο ευεπίφορους στη φαντασιακή ανάπλασή τους εκ μέρους των θεατών· τα όρια πραγματικού και φαντασιακού, στο θέατρο και στην όπερα είναι πιο αδρομερώς χαραγμένα από ό,τι στο σινεμά. Ως συνέπεια των παραπάνω ο κινηματογραφικός ηθοποιός φέρνει ετοιμοπαράδοτη μέσα στην εμφάνισή του τη φαντασιακή κληρονομιά των προηγούμενων ρόλων του, αυτήν που τον κατέστησε «μύθο», αυτήν που του χάρισε το πιστοποιητικό του σταρ.

Στην ταινία της Μαριάμ Τουζανί Οδός Μάλαγα η Κάρμεν Μάουρα έχει πια λευκά μαλλιά, απαίτηση του ρόλου αλλά και της φυσικής βιολογικής της κατάληξης. Έχει αφήσει πίσω της τους προηγούμενους ρόλους της, εκείνους του διεκδικητικού-προϋστερικού αλμοδοβαρικού θηλυκού, που όμως δεν μπορεί παρά να λειτουργούν, έστω a contrario μέσα στη μνήμη του υποψιασμένου θεατή. Είναι πλέον μια ηλικιωμένη χήρα που ζει εκ γενετής στην Ταγγέρη και έχει ζυμωθεί με τον ντόπιο πολιτισμό, που θα αναγκαστεί εκούσα άκουσα να πουλήσει το σπίτι της για να βοηθήσει οικονομικά την κόρη της και να κλειστεί η ίδια σε ένα αξιοπρεπές, ομολογουμένως, γηροκομείο. Μόνο που δεν θα είναι τόσο αμετακίνητη στην απόφασή της. Κρυφά από την κόρη της, θα προσπαθήσει να επανεγκατασταθεί στο, άδειο πλέον, προς πώληση, σπίτι της, όπου θα ανοίξει ένα είδος αυτοσχέδιου καφενείου για την παρακολούθηση ποδοσφαιρικών αγώνων. Τότε οι ιαχές των ποδοσφαιρόφιλων θα «γεμίσουν» πάλι το απογυμνωμένο από τα έπιπλά του σπίτι. Τότε είναι, επίσης, που ο έρωτας θα της ξαναχτυπήσει την πόρτα με το πρόσωπο του άραβα παλιατζή, στον οποίο είχε πουλήσει τα τιμαλφή, βάσει συναισθηματικής αξίας, έπιπλα. Η υπολογιστική ισχύς του real estate θα έρθει αντιμέτωπη με τη συναισθηματική εναπόθεση του βιωμένου χώρου εκ μέρους των ενοίκων πάνω στα αντικείμενα, με την άυλη δυναμική των αντικειμένων του υλικού πολιτισμού. (περισσότερα…)