Day: 19.03.2026

Αμνησία

 *

Επιτέλους πέθανε.

Κανείς τώρα δεν έχει να πει τίποτε περισσότερο, απ’ ό,τι του είχαν σύρει σε ολόκληρη τη ζωή του. Αν και πάντα κάποιος καλοθελητής βρίσκεται να προσθέσει κάτι. Κάτι ξεχασμένο ή ποτέ γενόμενο. Αφού πέθανε δεν θα μπορεί και να το αμφισβητήσει.

Νά, για παράδειγμα, ότι όταν ήταν μικρός ξεκοίλιαζε πουλιά. Ή ότι έδερνε όσες γυναίκες αγαπούσε, γι’ αυτό και τον παράταγαν· ή ότι μια φορά σουλάτσαρε ολόγυμνος, μέσα Γενάρη, στην πλατεία και έβγαζε άναρθρες κραυγές με ένα ερωτηματικό στο τέλος.

— Ναι, ναι, θα συμπλήρωνε ένας ακόμη εθελοντής στην ανθρώπινη υποκρισία. «Τα υπόλοιπα δεν μπορώ να τα επιβεβαιώσω, γιατί τον γνώριζα λίγο καιρό. Αυτό το περιστατικό όμως στην πλατεία· ναι, ήμουν εκεί και το θυμάμαι ολοκάθαρα. Όχι, δεν θυμάμαι το ολόγυμνος, και για το κρύο του μηνός δεν είμαι σίγουρος. Όμως την κραυγή με το ερωτηματικό, αυτό το θυμάμαι χωρίς αμφιβολία. Αφού για πολύ καιρό, όταν ήθελα να ρωτήσω κάτι, νομίζω ότι ούρλιαζα σαν κι αυτόν, τότε».

Όχι ότι είχε και πολύ μεγάλη σημασία πού πέθανε. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν άνθρωποι που εξαγοράζουν με κάθε τρόπο τη μνήμη των άλλων, ενώ άλλοι, δίχως καμμιά προσπάθεια, ευεργετούνται από την πλήρη αμνησία τους.

Ε! αυτός ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Εύκολα όλοι θα τον ξεχνούσαν. Ακόμη και ο τύπος που δανείστηκε για λίγο στα πνευμόνια του το ερωτηματικό τής κραυγής του. Δανεικά και αγύριστα. Πόσο μάλλον που ο πιστωτής την έκανε για την αιωνιότητα.

Όταν τον βρήκαν, απλά είπαν: «Ώστε πέθανε».

Κάποιος τον γύρισε ανάποδα, να κοιτάει τουλάχιστον λίγο ουρανό. Μετά τσακώθηκαν· αυτός πού ήθελε να του χαρίσει μια απατηλή στιγμή, δήθεν σαν να μην είχε πεθάνει, και ένας νεαρός που εμφανίστηκε από το πουθενά και ήθελε να του κλείσει τα μάτια.

— Γιατί, ρε, τι σε πειράζει; είπε ο πρώτος. Τί φοβάσαι; Τους ζωντανούς να φοβάσαι.

Ὁ νεαρός άρπαξε το ένα γάντι που προεξείχε από την τσέπη του πεθαμένου και άρχισε να τρέχει. Το άλλο δεν τόλμησε να το πειράξει. Πάνω στο χέρι του ήταν. Έχει και όριο η ανάγκη.

Κάποιοι πλησίασαν. Κάποιοι που μπορεί να μην ήταν δικοί τους. Ένας άρπαξε το χαρτόκουτο, άλλος τη μουλιασμένη κουβέρτα. Εξαφανίστηκαν όλοι στα ενδεχόμενα της πόλης.

ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΑΛΑ

*

*

*

 

 

«Ένας καλός Ευρωπαίος»: Δύση και Ισλάμ

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[7/12]

~.~

Τον νεοορθόδοξο στοχασμό, ως αυτός εκφράστηκε τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δεν απασχόλησε ο ισλαμικός κόσμος, καθώς μείζων αντιπολιτισμικό υπόδειγμα στην προβληματική της ελληνικής ταυτότητας, μπροστά στον εξευρωπαϊσμό και την παγκοσμιοποίηση, συνιστούσε κατ’ ουσίαν η Δύση. Με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που έδωσε γεωπολιτισμικό χώρο στην ευρωατλαντική ηγεμονία, χάρη στα άρθρα του Σάμιουελ Χάντινγκτον στο περιοδικό Foreign Affairs,[402] που επέδειξαν ως μείζονα πρόκληση στη νέα τάξη πραγμάτων τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Γιανναράς διαβλέπει προφητικά, ήδη το 1995, ως βασικότερους πόλους αντιπαράθεσης στον 21ο αιώνα τη Δύση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.[403] Σπεύδει δε να αποκαθάρει τη δυτικής κοπής σύμπτωση που το βιβλίο του Χάντινγκτον πυροδότησε ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το Ισλάμ ως εξίσου αντινεωτερικά δόγματα, εστιάζοντας μάλλον στα κοινά χαρακτηριστικά του Ισλάμ με τη Δύση.[404]  Παρότι, επιπλέον, ανησυχεί για την από τη δεκαετία του ’90 διαπιστωμένη πολιτική διείσδυση του Ισλάμ στον ευρωπαϊκό και τον βορειοαφρικανικό χώρο, ο Γιανναράς δεν θεωρεί κίνδυνο τον αραβικό ισλαμισμό, καθότι αυτός αποκλείει, κατά τον ίδιο, ιστορικοπολιτισμικά την Ελλάδα από τον προαιώνιο εχθρό του, τη Δύση.[405] Ο «οθωμανικός ισλαμισμός»,[406] ο οποίος διεκδικεί «πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους»,[407] αντιθέτως, υποδεικνύεται ως απειλή σε ζητήματα εθνικής επιβίωσης, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται πλέον με τη μεταφυσική, αλλά αντικειμενοποιείται ως η θρησκεία του έθνους.

Tον δε Ράμφο το ζήτημα του Ισλάμ θα απασχολήσει κυρίως μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στο βιβλίο του Έλληνες και Ταλιμπάν (2001).[408] Το Ισλάμ επικρίνει σποραδικά, έναντι του κεμαλικού κράτους, ως συντελεστή ανιστορισμού και χρονικής αγκύλωσης για τη νεοοθωμανική στρατηγική της σύγχρονης Τουρκίας.[409] Συναφώς, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί προκύπτει κατά τον ίδιο ως σύμπτωμα «πολιτισμικού γενιτσαρισμού» και «πνευματικής υστέρησης».[410]

Το Ισλάμ, συνεπώς, για τους δύο αυτούς στοχαστές, ειδικά στην εποχή της ακμής του νεοορθόδοξου λόγου, δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα ή απειλή per se, ωστόσο εισέρχεται σποραδικά στις παρεμβάσεις τους στη νέα χιλιετία, κυρίως σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, το Δόγμα «Νταβούτογλου» και την εν γένει απειλή της Τουρκίας για τον ελληνισμό. (περισσότερα…)