Day: 12.03.2026

Μάνος Ελευθερίου (1938-2018), O νοητός λύκος

*

Σαν σήμερα, 12 Μαρτίου 1938, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου ο Μάνος Ελευθερίου.

~.~

Το νόημα της τέχνης μου θαρρούσα
πως ήταν φεγγαριού βυζαντινού
κι αυτό που από παιδί αιμορραγούσα.
Στα μήπως και τα τίποτα πενθούσα
γιατί σαν ακροβάτης του ουρανού
στην αίρεση του κόσμου ισορροπούσα.

Φυσούσε φύλλα τράπουλας κι αφιόνι
μες στων νεκρών ερώτων τους γκρεμούς
και της πικρής μου τύχης οι δαιμόνοι
του σώματός μου γίνονταν αγχόνη.
Στον ύπνο μου διψούσαν αγιασμούς
σκυλιά της μουσικής του Αλμπινόνι.

Ζητιάνος στα ουράνια φαρμακεία
ζητούσα φάρμακα φανταστικά
γι’ αγάπη, εμπιστοσύνη κι ευσπλαχνία
και για μια τέχνη δίχως ερμηνεία.
Ζητούσα πυροσβέστη να νικά
το πυρ που κατακαίει τη μανία.

Και να ο πυροσβέστης – οπτασία
να πίνει και να τρώει τη φωτιά
καθώς οι μάγοι άγιοι στην Ασία.
Κι ωστόσο τη δική του αθανασία
την αγνοεί – κι ας ρίχνει σαϊτιά
στα πάθη που δεν έχουν εκκλησία.

(περισσότερα…)

«Ίσως κι εγώ να είχα ξεδιψάσει»: Κώστας Πασβάντης (1938-2026)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
 
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται·
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
 
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
 
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα·
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
 
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
 
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.

Τον Γενάρη που μας πέρασε, έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πασβάντης, ένας εξαιρετικός και χαμηλόφωνος ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μέσα από την ποίησή του αναδύεται με πολλούς τρόπους η αίσθηση της γενιάς αυτής ‒ πρωτίστως μέσω της μνήμης («[…] άλλη νύχτα της κατοχής ο πατέρας μπαίνει λαχανιασμένος “ξέφυγα τον μπλόκο, πιάσανε τον Πολυχρόνη” […]»), της έλλειψης («[…] όπως άδειες κονσέρβες / όπως τα χρόνια μας / όπως […]»), αλλού της διάψευσης («[…] δεν ήξερα τότε… Άλλωστε, όπως σ’ έβλεπα σκυφτή, θάρρευα πως μάζευες αγριολούλουδα, δεν ήξερα ότι μιλούσες με τον πεθαμένο αρραβωνιαστικό σου […]»), της διαμαρτυρίας και της κριτικής («Σκύβοντας κι ολοένα σκύβοντας / Γυρεύοντας τον επιούσιο / Σε σκουπιδότοπους […]»), κι αλλού («Ο τόπος γιόμισε γλείφτες»), καθώς και με τον τρόπο του απολογισμού που ξεκινά από τα του εαυτού του («Όταν κάποιος ρωτήσει ποιος είμαι, / από πού έρχομαι, του απαντώ: / Είδα Πολιτείες, είμαι μονάχος. / Βραδιάζω»), κι έπειτα ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: «Κάπου, στα χίλια εννιακόσια εξήντα / Τα πράγματα έδειχναν ευνοϊκά / Έπειτα, ο καθένας και οι ζημιές του». (περισσότερα…)