Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (4/5)

*

(Συνέχεια από το τρίτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως έρωτας

Τα ψάρια και οι κατασκευές τους συνθέτουν πολυποίκιλες εκδοχές για να περιγράψουν την ερωτική επιθυμία σε όλες τις φάσεις της.

Στο «τραγούδι της λίμνης», που μελοποιήθηκε από την Ελένη Καραΐνδρου, η Αρλέτα ως στιχουργός εκφράζει το παράπονο της ερωτικής επιθυμίας και την αίσθηση αδυναμίας του ερωτευμένου, κινητοποιώντας το δίπολο του ψαρά και του ψαριού. Η αγαπημένη παραμένει απρόσιτη και φευγάτη, ενώ αυτός που την αγαπά δεν την πιάνει στα «δίχτυα» του.

Μες στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
κι εγώ ψαράς με δίχτυ αδειανό
θάλασσα εσύ κι εγώ ο ναυαγός σου
στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω.[1]

Η Χλόη Κουτσουμπέλη επανέρχεται στην ψυχρότητα του αντρικού έρωτα, μιλώντας για τους ψυχρούς σαν ψάρια άντρες.[2]

Υπάρχουν άντρες κρύα ψάρια
Τα μάτια τους χάντρες στο κενό
μετά τον έρωτα αποσύρονται
σε μουχλιασμένα όστρακα
κοιμούνται

Ο Τάσος Λειβαδίτης[3] περιγράφει τον έρωτα ως μάχη και ματαιότητα. Στο ποίημα ο ποιητής επιδίδεται λεπτομερώς στην περιγραφή της έντονης αντιπαράθεσης που έχουν οι ταυτότητες των εραστών. Μάχη που περιλαμβάνει πάθος και παιχνίδια εξουσίας. Στο τέλος τα σώματα των εραστών ξεβράζονται σαν ψάρια στην όχθη του πρωινού.

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν από τον εαυτό τους, / δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε / σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι, / βγάλανε μια κραυγή / σα ναυαγοί που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα κάπου μακριά. / Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους, σαν δυο μεγάλα ψάρια / ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου[4] περιγράφει τα χέρια του αγαπημένου σαν «δυο μικρά τρυφερά καβούρια» και το σώμα της σαν ακρογιάλι.

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.

Στη σουρεαλιστική σύνθεσή του Μαρία Νεφέλη, ο Οδυσσέας Ελύτης υμνεί την αγαπημένη κατασκευάζοντας ισχυρές εικόνες/εκδοχές της. Σε ένα απόσπασμα από τον «Ύμνο στη Μαρία Νεφέλη»,[5] ο ποιητής γράφει:

Είσαι ωραία σαν φυσικό φαινόμενο
σ’ ό,τι μέσα σου οδηγεί στο χέλι και στον αγριόγατο·

Παρακάτω, στον «Ύμνο σε δυο διαστάσεις» ο Αντιφωνητής περιγράφει την πολυδιάστατη αγάπη του:

Τώρα σ’ αγαπώ σε δυο διαστάσεις
σαν φιγούρα ετρουσκική
σαν σημάδι του Klee που υπήρξε ψάρι
προχωρείς δωδεκαφωνική
εκνευριστική
αστραπιαία
ωραία

Ο Δημήτρης Σούκουλης[6] περιγράφει έναν ερωτευμένο που, ως τυφλωμένο ψάρι στο ενυδρείο, ξετυλίγει τις γάζες του. Η λήθη παρομοιάζεται με Σμέρνα. Για να την αποφύγει ο αφηγητής του ποιήματος αυτοκαταστρέφεται. Είναι αυτός που τραβά πάλι το αγκίστρι και μαζί με τα ξεκολλημένα βράγχια του επανέρχονται και συναισθήματα που είχε θάψει. Ο έρωτας, ως αναπόφευκτο αγκίστρι, καταλήγει στον θρήνο και την πικρή ερώτηση-διαπίστωση: «Ποιος είπε ότι τα ψάρια δεν κλαίνε;».

Ξετυλίγω τις γάζες από τα μάτια μου,
βλέπω θολά, τυφλώνομαι από το φώσφορο,
τώρα που εμφανίστηκες μετά από καιρό πάλι μπροστά μου,
ψάρι ενυδρείου,
για να μην με κατασπαράξει η σμέρνα της λήθης,
τραβώ πάλι το αγκίστρι,
και ξεκολλούν μαζί με τον ουρανίσκο
κομμάτια από τα βράγχια μου,
κι αισθήματα ταξινομημένα σε βαθεία κατάψυξη.
Θεέ μου, ποιος είπε ότι τα ψάρια δεν κλαίνε

*

*

Ο Ηλίας Λάγιος σε ένα απόσπασμα από το έργο του, «Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος»,[7] στο οποίο μιλά ο μεθυσμένος άντρας, σπαράζει όπως το πιασμένο στο δίχτυ ψάρι. Το διψασμένος παραπέμπει στην ασφυκτική ατμόσφαιρα του ποιήματος, στο ψάρι που δεν μπορεί να ανασάνει και να επιστρέψει στη θάλασσα, στην κακοφορμισμένη αγάπη. Στην αντιστραμμένη αυτή έμφυλη ερωτική ιστορία, με το γνωστό του ανατρεπτικό σαρκασμό μπολιασμένο με πίκρα και ρεαλισμό, ο Λάγιος κρατιέται από την ελπίδα να σωθούμε από την τέχνη, οικτίροντας την ερωτική ιστορία που τελειώνει.

Σ’ αυτό το διψασμένο το ξενύχτι,
σπαράζω,σαν το ψάρι μες στο δίχτυ.
Το ξέρω.Απόψε θα με σώσει η τέχνη.
Παραμιλώ.Γαμώ την ομορφιά σου.

Η αγάπη κακοφόρμισε και ζέχνει.

Ο έρωτας που πάντα κάπου σκοντάφτει και κρύβει «Κακά σημάδια»,[8] κυριαρχεί και στο επόμενο ποίημα του Λάγιου. Απέναντι στο κάλεσμα για ένα ερωτικό ραντεβού δίπλα στο ποτάμι, τα νούφαρα και τα ψόφια ψάρια που ο ερωτευμένος δεν βλέπει ή αγνοεί προμηνύουν τον φόνο από την καλή του.

ΤΑ ΚΑΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ -Έλα, καλή μου, στο ποταμάκι, το δροσερό παγανό ποταμάκι· έλα, καλή μου, δροσάτο αεράκι, στο σιταρένιο το ποταμάκι, να φιληθούμε. -Εδώ, καλέ μου, σ’ αυτό το τέλμα, γεμάτο νούφαρα και ψόφια ψάρια, έλα, καλέ μου, να σε φιλήσω· έλα να γείρης το κεφαλάκι, να σε σκοτώσω.

Στην «Ελένη», η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ[9] περιγράφει το πέος του Μενέλαου σαν «ψάρι σε μολυσμένα ύδατα». Η «κατοχή» του γυναικείου σώματος και οι άνισες έμφυλες σχέσεις εξουσίας διατρέχουν όλες τις ιστορίες για την Ελένη, αλλά και κάθε ερωτική ιστορία. Η ποιήτρια αναφέρει, ωστόσο, τη διαδικασία της σκέψης, ως μια άλλη παράλληλη βιωμένη ζωή γεμάτη εναλλακτικά ενδεχόμενα.

Το βαθύ νόημα των ονείρων είναι το σκοτάδι· οι ιδέες τους εκφράζονται με άλλα όνειρα. Η περιγραφή του ερώμενου είναι κι αυτή μια ερωτική πράξη. Σκέφτομαι = ζω μιαν άλλη ζωή παράλληλη. Ο Έζρα Πάουντ κλείνει τα μάτια σφιχτά σαν να τον σουβλίζουν. Μες στη σιωπή του τα ποιήματά του ξαναρχίζουν τη ζωή τους ανανεωμένα. Ο κόσμος που χάσκει ανοιχτός κάτω απ΄ τα πόδια σου περιμένει να του πεις, ναι, ότι τον αγαπάς, πριν σε καταβροχθίσει. Φτιάχνεις έναν έρωτα τότε για να προστατευθείς απ΄ το φαρδύ τοπίο. Ο Μενέλαος έχει ζήσει κι αυτός το δράμα της εμορφιάς ως χαμένος. Μες στα άγαρμπα, πορφυρά του παντελόνια πλέει το πέος του σαν ψάρι σε μολυσμένα ύδατα. Όχι, όχι, καλύτερα να την είχε φτιάξει αυτός την Ελένη κι ας ήταν ένα ποίημα μόνο.

Ο Γιάννης Βαρβέρης συνθέτει μια «Μη αλληγορία με ψάρι»,[10] για να καταγράψει διεξοδικά και με ζωντανή περιγραφή την ψαρίσια ερωτική επιθυμία στον θαλασσινό κόσμο.

Εδώ τα ψάρια διακατέχονται από μια ενεργή σεξουαλικότητα. Βγάζουν φωνές, γουρλώνουν τα μάτια, τρίβουν τις κοιλιές τους στο πλαίσιο μιας ασίγαστης ερωτικής επιθυμίας. Ο ποιητής, ωστόσο, “προειδοποιεί” ότι ο έρωτας χωρίς προφύλαξη και προστασία ενέχει δολώματα. Οι ψαρίσιες βλακείες οδηγούν πρώτα στην αλίευση και μετά στο τηγάνι.

Υπάρχουνε και στο βυθό δρυμοί της κάψας
που δεν τους σβήνει το νερό.
Ακούγονται κι εκεί άηχες φωνούλες
από λαυράκια, κέφαλους, σαργούς
γλαρώνουνε κι εκεί τα μάτια
όταν οι δυο κοιλιές τρίβονται η μια στην άλλη
ώστε να πληθυνθεί
το θαύμα των ιχθύων.
 
Ψαριών που για μιαν άνωθεν μπουκίτσα
δεν οσμίζονται το δόλιο προτηγάνισμα
κι όλα τα παρατάνε σύξυλα
κι αλλάζουνε σπασμό και μοίρα.
 
Βλακείες ψαρίσιες.
 
Κοιτάξετε καλά
να επιτηρείτε την αγάπη
από ένα τόσο δα
πινάκιο με σκουλήκι.

*

*

~.~

Τα ψάρια στην καθημερινότητα, τη μνήμη, τα συναισθήματα, τη φαντασία

Σε πολλές περιπτώσεις τα ψάρια στην ποίηση περιγράφουν συμβάντα της καθημερινότητας και αποτυπώνουν τις μνήμες και τα συναισθήματα των ανθρώπων. Στην ελληνική ποίηση υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου τα ψάρια γίνονται το μέσο για να κατασκευαστούν πολιτικές αλληγορίες.

Ο Κώστας Βάρναλης, στο ποίημα «Το τραγούδι του λαού»,[11] παρομοιάζει τον Άνομο με ψάρι που σπαράζει. Εδώ κάθε συμβολισμός στην άδικη τυραννία κινητοποιεί την εκδίκηση των ανθρώπων που αδικούνται, οι οποίοι απέναντι στο «φαρμάκι» που βγάζουν οι καταπιεστές του λαού καμακώνουν τους τυράννους και τους βγάζουν μάλιστα τα δόντια, ώστε να μην είναι πια επικίνδυνοι.

Σαν ψάρι, που το κάρφωσεν άξαφνα το καμάκι,
χάμου σπαράζεις, Άνομε, ξερνοβολάς φαρμάκι.
Για να μην ψάχνεις άδικα να μας δαγκώσεις ξαφνικά,
γραμμή τα ξεριζώσαμε τα δόντια σου τα παστρικά.

 Στο «Όνομα ενός ψαριού»[12], ένα ψάρι με ανθρώπινο όνομα γίνεται αφορμή για τη μνημονική αναμόχλευση του χτες και του σήμερα. Ο Τίτος Πατρίκιος θυμάται και αφιερώνει το ποίημα στον νεκρό πια φίλο του από την εξορία, Κώστα Κουλουφάκο. Η επιβεβαίωση της ύπαρξης του ψαριού με το όνομα Περικλής θυμίζει στον ποιητή τα χρόνια της εξορίας και την τότε πίστη του ότι ο φίλος του τον κορόιδευε. Η γεύση του ψητού ψαριού πολλά χρόνια μετά και σε έναν άλλον τόπο είναι παράλληλα μια πικρή υπενθύμιση για τον φίλο που έχει πεθάνει, αλλά και για την κοινή πολιτική πορεία και τη συνύπαρξη στον Άη Στράτη.

Στην εξορία ο φίλος μου ο Κώστας
μια μέρα που καθάριζε ένα ψάρι
μου είπε πως ονομαζόταν Παντελής
με ύφος τόσο περισπούδαστο
που νόμισα πως με κοροϊδεύει,
είμαστε τότε κι οι δύο πολύ νέοι
κι ας είχαμε πίσω μας δύο πολέμους.
Αυτά στο στρατόπεδο του Άη-Στράτη
μικρό νησί βόρεια της Λέσβου
πριν ξεσπάσουν οι εσωτερικές συγκρούσεις
όταν ακόμα μπορούσαμε να γελάμε.
Πολύ καιρό μετά το θάνατό του
σε παραλιακό εστιατόριο της Λέσβου
το γκαρσόνι ονόμασε ένα ψάρι Παντελή.
Αμέσως το παρήγγειλα και το έφαγα ψητό
για να βεβαιωθώ τελείως πως ο φίλος μου
έλεγε τότε την αλήθεια.

Στο ποίημά του «Εμφυλίου παθήματα»[13] ο Παναγιώτης Νούτσος, μιλώντας για τον εξόριστο στη Φολέγανδρο Νικολό, κατασκευάζει έναν τόπο μνήμης και συνδετικό ιστό ανάμεσα στον τόπο εξορίας και τον κήπο της μητέρας του εξορισμένου. Η σουρεαλιστική ανατροπή τίθεται με το ερώτημα αν τα μπαρμπούνια στη Φολέγανδρο ήταν απ’ της «μάνας τον κήπο» και όχι από τη θάλασσα. Έτσι τα ψάρια και η φυσική τους παρουσία στη θάλασσα γίνονται όχημα πολιτικού σχολιασμού για το χάσμα ανάμεσα σε έναν τόπο ελευθερίας που τον ανακαλεί ο εξόριστος, και σε αυτόν της εξορίας.

Για τον εξόριστο Νικολό
τα μπαρμούνια στη Φολέγανδρο
ήτανε από τη θάλασσα
ή απ’ της μάνας του τον κήπο;
Στα πηγαδίτσια
η γηρασμένη κουτσουπιά
κουνούσε την κορφάδα της συμπονετικά
πολλές φορές τραγούδησα μα λευτεριά δεν είδα!
τώρα κι ο ξένος βούλεται στον τόπο του να πάει…

Ο Γιάννης Κοντός στο ποίημά του «Ο γέρος»[14] σκιαγραφεί το τοπίο των ιστορικών ματαιώσεων αναφέροντας:

Μετά ένας μεγάλος πόλεμος.
Ιδεολογίες, βιομηχανίες, επαναστάσεις
και τα ψάρια ανέβηκαν στα δέντρα για να σωθούν.

 Ο Γιώργος Μπλάνας, στο «Στασιωτικό εκατοστό πρώτο»,[15] αναφέρει τα ψάρια της ιστορίας που τρομάζουν και αγριεύουν με τις ανόητες πράξεις των ανθρώπων. Το ευοίωνο μέλλον που δεν επιτυγχάνεται ποτέ παραλληλίζεται επίσης με ψάρι που όλο το περιμένουν να τσιμπήσει:

[…]
«Πάψτε επιτέλους, κολασμένοι
της γης», μισός Σκύθης διανοούμενος,
στην κορυφή ενός μικρού, κομψού Καυκάσου.
«Τρομάζετε τα ψάρια της Ιστορίας. Θ’ αγριέψουν
εκεί πάνω».
«Και λοιπόν;»
«Λοιπόν, ξέρεις πολλούς να περιμένουν
τόσους αιώνες να τσιμπήσει το μέλλον;
[…]

Οι αναφορές των ψαριών στην ποίηση μπορούν να έχουν μια διττή λειτουργία. Ενδέχεται να παραπέμπουν σε έναν κόσμο της φαντασίας με περισσότερες ελευθερίες ή αντίθετα να συμβολίζουν την ματαίωση των ονείρων εξαιτίας οδυνηρών συμβάντων του πραγματικού. Στο ποίημα «Θερινό Ηλιοστάσι Γ΄»,[16] του Γιώργου Σεφέρη, το όνειρο γίνεται εφιάλτης και χάνεται σαν ψάρι που χώνεται βαθιά στον βυθό. Η διασάλευση της δημοκρατικής πολιτείας προκαλεί αναταραχές στο πραγματικό με αντεστραμμένες εικόνες όπου όλα έχουν αντιστραφεί και ο ποιητής λοιδορείται και καλείται να «βγει από τον ύπνο». Σε τέτοιες συνθήκες το όνειρο δεν περιέχει οποιοδήποτε ονειρικό στοιχείο χαράς και ικανοποίησης. Ο ύπνος καταλήγει «μαστιγωμένο δέρμα», το όνειρο αν και αστράφτει για λίγο στον αφρό του κύματος, χάνεται στον βούρκο.

Κι όμως σ᾿ αυτὸ τον ύπνο
τ᾿ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Όπως το ψάρι που άστραψε κάτω απ᾿ τ
o κύμα
και χώθηκε στο βούρκο του βυθού
ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.
Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποὶ και πολιτικιὲς
διαλαλούν σάπια θέλγητρα·
η κυματόφερτη κόρη
φορεί το πετσὶ τής γελάδας
για να την ανεβεί το ταυρόπουλο·
ο ποιητὴς
χαμίνια του πετούν μαγαρισιὲς
καθὼς βλέπει τ᾿ αγάλματα να στάζουν αίμα.
Πρέπει να βγεις απὸ τούτο τον ύπνο·
τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.

Στο ποίημα που αφιερώνει στον Θεόφιλο Σωτηρίου, ο Μιχάλης Γκανάς[17] περιγράφει τη θλίψη και το πένθος του για τον πνιγμένο εδώ και χρόνια φίλο του. Στο ποίημα κυριαρχεί η επιθυμία του ποιητή να μπορούσε να αναιρέσει την οριστικότητα του θανάτου, ώστε ο κόσμος να τρίξει σαν μυλόπετρα. Στην αντεστραμμένη αυτή εικόνα, που μπορεί ο θάνατος να αναιρεθεί, ο ποιητής κινητοποιεί τη μεσσιανική εικόνα του καλόγερου που τηγανίζει ψάρια, τα οποία ζωντανεύουν και πετάγονται από το τηγάνι. Η επιθυμία ανάστασης του νεκρού φίλου είναι η επιθυμία επικοινωνίας με τον αγαπημένο νεκρό, ώστε να μην κλείσει η πόρτα, το όριο ζωής και θανάτου, το οποίο καταργεί τη δυνατότητα επικοινωνίας. Άλλωστε στον χριστιανισμό οι ιχθύες είναι οι ψυχές που ψαρεύονται ή σώζονται από τον Χριστό, αλλά και το μέσο με το οποίο θαυματουργικά ο Χριστός καλύπτει τις ανάγκες να σιτίσει έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων.[18]

Πνιγμένος τόσα χρόνια κ’ είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.
Στη θάλασσα, στο χώμα θα ’ταν ίδια
άσπρα τα κόκκαλα σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.
Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σαν μυλόπετρα να τρίξει,
να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.

Ο Παντελής Μπουκάλας, στο εκτενές του έργο για τον έρωτα στο δημοτικό τραγούδι,[19] παραθέτει διάφορες εκδοχές για την αγνή κόρη που θέλει να ταξιδέψει, αλλά όταν ο γέρος που δέχεται να τη μεταφέρει την «ατιμάζει» εκείνη πέφτει μόνη της στη θάλασσα. Μία από αυτές τις εκδοχές είναι η «Ζάκυνθος».[20]

Μια κόρη από τη Ζάκυνθο, μια κόρη από την Πόλη,
να ξενοϋφάνει δεν μπορεί, να ξενοράψει όχι.
Και ευθύς τελάλη έβαλε, κι ευθύς τελάλη βάζει:
«Ποιος είναι για τη Ζάκυνθο, ποιος είναι για την Πόλη,
να πάει την κόρη αφίλητη, την κόρη φυλαγμένη;»
Κανείς δεν αποκρίθηκε, κανείς δεν αποκριέται.
Παρά ένας γέρος σιμιτζής, εκείνος αποκριέται:
«Εγώ είμαι για τη Ζάκυνθο, εγώ είμαι για την Πόλη,
να πάω την κόρη αφίλητη, την κόρη φυλαγμένη».
Μεσοστρατίς, μεσοδρομίς και ο γέρος μετανιώνει.
Πιάνει την κόρη τη φιλά στα μάτια και στα χείλη.
Και η κόρη από το φόβο της και από την εντροπή της
έπεσε μες στη θάλασσα για να τη φαν τα ψάρια.
Τα ψάρια δε τη φάγανε, τα ψάρια δεν την τρώνε.
Τα κύματα τη βγάλανε σε μοριανό πηγάδι.
Παν οι Μοριάτες για νερό, παν οι Μοριατοπούλες,
βρίσκουν την κόρη κι έπλενε και μοσχοσαπουνάει.

 Στην εκδοχή αυτή, το ποίημα έχει καλό τέλος γιατί, παρόλο που η κοπέλα πέφτει στη θάλασσα για να τη φαν τα ψάρια, τελικά τα ψάρια δεν την τρώνε και η κόρη σώζεται. Βρίσκεται μάλιστα ζωντανή να πλένει σε ένα πηγάδι. Ας σημειωθεί, ωστόσο, εδώ ότι παρατίθενται και πιο σκοτεινές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, όπου η κόρη πνίγεται.

*

*

Στην «Ξαφνική ιδεοληψία σε συγγενικό σπίτι» της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου,[1] το ίδιο πιάτο ψάρια ως προσφορά της γειτόνισσας μπορεί να κινητοποιήσει, ανάλογα με την έμφαση που θα δοθεί και την ανάγνωση, διαφορετικά συναισθήματα. Αν η έμφαση δοθεί στον κόπο της γειτόνισσας να προσφέρει ένα πιάτο ψάρια στην ποιήτρια και τους οικείους της, τότε επικρατεί το συναίσθημα της χαράς. Αν αντίθετα, υπερισχύσει η εικόνα των νεκρών αλατισμένων ψαρίσιων ματιών, τότε η χαρά καταργείται. Πιθανότατα, έτσι, η ποιήτρια υπενθυμίζει όχι μόνο την αμφιθυμία των συναισθημάτων, αλλά και τη μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο.

Το πιάτο που μας έφερε η γειτόνισσα
γεμάτο ψάρια καθαρισμένα
είναι η χαρά μας.
Το πιάτο που μας έφερε η γειτόνισσα
το πιάτο.
Ψάρια αλατισμένα με πεθαμένα μάτια
μας έφερε η γειτόνισσα
πάει η χαρά μας.

Ο Νικόλας Ευαντινός, στο ποίημά του «Για όσους σπαρταριστοί κολύμπησαν»,[22] παρομοιάζει τη θλίψη με ψάρια σε δίχτυ «που δεν αξιώθηκαν ούτε να σπαρταρήσουν». Ωστόσο, όσοι άνθρωποι σαν ψάρια κολύμπησαν, αντέχοντας τις πολιτικές, κοινωνικές και προσωπικές δυσκολίες δεν σπαρταρούν μέσα σε δίχτυα και μπορούν να διαχειριστούν τη θλίψη. Όπως δηλώνεται και στο υστερόγραφο, οι ποιητές είναι αυτοί που δεν σπαρταρούν μέσα στα δίχτυα σε αντίθεση με όσους ο ποιητής θεωρεί συμβιβασμένους.

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΣΠΑΡΤΑΡΙΣΤΟΙ ΚΟΛΥΜΠΗΣΑΝ (Μνήμη Μανόλη Αναγνωστάκη)

Η θλίψη, ένα δίχτυ ψάρια που δεν αξιώθηκαν ούτε να σπαρταρήσουν.
Μα όσοι κολύμπησαν σε ανακριτικά γραφεία και κελιά, σε λέξεις δίχως κελάρια
και κρυμμένα κρασιά, σε βεγγέρες δίχως πυροτεχνήματα
όσοι κολύμπησαν σε ανθρώπινα ποτάμια με ανάσα θανατοποινίτη, σε πυρομαχικές
σιωπές και πυρίμαχους στίβους ονείρων
όσοι κολύμπησαν ανάμεσα σε όσους κάνανε τον πεθαμένο, πλάι σε θηράματα κητών
και τεράτων, πάνω από σκελετωμένα ναυάγια ιαχών, κάτω από το άγρυπνο μάτι του νεκρού Θεού
όσοι κολύμπησαν ολόκληροι σαν πεσκέσι στη μουσική της πλάσης,
ε λοιπόν αυτοί γιατί να σπαρταρήσουν;

ΥΓ: Οι ποιητές, ψάρια που δεν καταδέχονται σε δίχτυ να σπαρταρίσουν.

Για τον Ντίνο Σιώτη[23] στο ποίημα «Λίγο πριν», στην «Αυτοβιογραφία ενός στόχου», η κατάποση των ψαριών με τα λέπια τους μπορεί να μετατοπίσει τον κίνδυνο που πλησιάζει, και να λειτουργήσει ως «σωσίβιο στο μέλλον», υπόσχεση για μια καθημερινότητα που θα συνεχιστεί και μετά από μια καταστροφή.

Λίγο πριν έρθει η καταιγίδα
λίγο πριν θαμπώσει το γυαλί
λίγο πριν πέσουμε στην παγίδα
ας φάμε τα ψάρια με τα λέπια
ας ρίξουμε σωσίβιο στο μέλλον
ας στρώσουμε στην πόρτα το χαλ
ί.

Αντίθετα, ο Κωνσταντίνος Μπούρας[24] σχολιάζει την οδυνηρότητα κάθε συνειδητοποίησης με τη συνοδεία μυρουδιάς ψαριών και σημειώνει σαρκαστικά τη συνέχεια της καθημερινότητας:

Αφού κάθε συνειδητοποίηση
Ειν’ οδυνηρή
Και δεν συμφέρει με τίποτα
Ο ακριβής απολογισμός
Μιας ζωής
Δοσμένης
Στα κρεββάτια της μιας βραδιάς
Που αφήνουν γεύση μπακαλιάρου
Στο στόμα.
 
Να επιμείνεις λοιπόν
Στην καθημερινή σου γυμναστική
Σου συνιστώ,
Τι είναι διπλά άχαρη
Μια πλαδαρή
Μεγαλοσαρδέλα.

Στην «Ακτή Συτώμ»,[25] ο Θανάσης Γαλανάκης,[26] με σκωπτική διάθεση δίνει συμβουλές διαχείρισης των ματαιώσεων. Αναφερόμενος στις κατηγορίες ψαριών στις ψαροταβέρνες, ο ποιητής συμβουλεύει: αν κάποιος δεν μπορεί να φάει τσιπούρα να αρκεστεί στο πιο φτηνό λαβράκι. Το ψάρι βέβαια το ακριβό του αρχιπελάγους θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως αναφορά σε μια γυναίκα. Σε περίπτωση τέτοια τα ερωτικά παιχνίδια παραλληλίζονται με το ψάρεμα και τη σχέση ψαρά/ψαριού.

Κι άμα διψάσεις, πλάι σου είναι το πηγάδι·
εκεί μπορείς να αναπαυθείς, να ξεδιψάσεις.
Κι άμα μεγάλες νοιώθεις πλέον τις αποστάσεις
ρίξε ευθύς στην προκυμαία παραγάδι.
 
Κι αν η τσιπούρα που ποθείς δεν σου τσιμπάει,
με το λαβράκι είναι μια λύση να χορτάσεις.
Κι αν απογοήτευση είναι ως προς τις διαστάσεις,
κάτσε να φας όσο μπορείς, κι ύστερα: «Bye!»
 
Εδώ το ψάρι το ακριβό του αρχιπελάγου
ταλαιπωρεί τον αλιέα, μετά βαριέται
και προσεγγίζει τη μαρίνα να πιαστεί.
 
Αυτοκτονεί με έναν θάνατο του λάγνου,
μπαίνει βαθιά μέσα στο δίχτυ, αμολιέται,
παλινδρομεί σαν τον πρωτάρη εραστή.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

*


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Από το «Τραγούδι της λίμνης». Μελοποιημένο τραγούδι της Ελένης Καραΐνδρου (1988) σε στίχους της Αρλέτας.
[2] Χλόη Κουτσουμπέλη, «Κρύα ψάρια»: Στον αρχαίο κόσμο νυχτώνει πια νωρίς. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2012.
[3] Τάσος Λειβαδίτης, «Έρωτας»: Υάκινθοι, βιολέτες και ηλιοτρόπια, μια επιλογή ποιημάτων από τον Γιάννη Κοντό, Αθήνα, Κέδρος, 2008, σ. 63.
[4] Μάτση Χατζηλαζάρου, «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης»: Δεν άνθησαν ματαίως: ανθολογία υπερρεαλισμού, (επιμ.: Φρ. Αμπατζοπούλου), Αθήνα, Νεφέλη, 1980.
[5] Οδυσσέας Ελύτης, «Ύμνος στη Μαρία Νεφέλη»: Μαρία Νεφέλη, Αθήνα, Ίκαρος, 2008.
[6] Δ. Σούκουλης, «Ποιος είπε ότι τα ψάρια δεν κλαίνε;»:  https://nosensewords.wordpress.com/2017/05/20/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CE%AF%CF%80%CE%B5-%CF%8C%CF%84%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%88%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B5-%CF%80%CE%BF%CE%AF/ [τελ. προσπέλαση 31/03/2020].
[7] Ηλίας Λάγιος, «Όρθρου βαθέος. Μου σώνεται το ουίσκι»: “Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος”:  Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2008.
[8] Ηλίας Λάγιος, «Τα κακά σημάδια»: “Τα κατά Αλέξιον και Μαρίαν”: Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2009.
[9] Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Ελένη»: Ενάντιος έρωτας, Αθήνα, Κέδρος, 1982.
[10] Γιάννης Βαρβέρης, «Μη αλληγορία με ψάρι»: Πεταμένα λεφτά, Αθήνα, Κέδρος, 2005.
[11] Κώστας Βάρναλης, «Το τραγούδι του λαού»: Το φως που καίει, Αθήνα, Κέδρος, 2003.
[12] Τἰτος Πατρίκιος, «Το όνομα ενός ψαριού», Η Λέξη 173 (Φεβρουάριος 2003).
[13] Παναγιώτης Νούτσος, «Εμφυλίου παθήματα»: Παρατηρητήριο Περιπαδιανού, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2000.
[14] Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010), Αθήνα, Τόπος, 2013, σ. 114.
[15] Γιώργος Μπλάνας, «Στασιωτικό εκατοστό πρώτο». [τελ. προσπέλαση: 06/03/2022 στο poeticanet: https://www.poeticanet.gr/stasiwtiko-ekatosto-prwto-a-1593.html?category_id=126
[16] Γιώργος Σεφέρης, «Θερινό Ηλιοστάσι»: Τα ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 1976.
[17] Μιχάλης Γκανάς, «Πνιγμένος τόσα χρόνια»: Ποιήματα 1978-2012, Αθήνα, Μελάνι, 2013.
[18] Ε. Γκούβα, Γ. Πάσχος, και Μ. Γκούβα, Οι ιχθύες ως σύμβολο και τεχνούργημα: απόπειρες ερμηνείας, Αθήνα, Ίνδικτος, 2010.
[19] Παντελής Μπουκάλας, «Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα»: το ταξίδι του φιλιού και ο έρωτας σαν υπερβολή: Πιάνω γραφή να γράψω… Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι, τ. Γ΄, Αθήνα, Άγρα, 2019.
[20] Π. Καρώνης, Τραγούδια της Νεστάνης, (εισαγ.: Β. Μαργέλου), Πάτρα, Το Δόντι, 2013 σ. 175. Όπως αναφέρεται στον Μπουκάλα (ό.π., σ. 75).
[21] Γεωργία Τριανταφυλλίδου, «Ξαφνική ιδεοληψία σε συγγενικό σπίτι»: Μέτρα λιτότητας. Ανθολογία ποίησης, (επιμ.: Karen Van Dyck), Αθήνα, Άγρα, σ. 218.
[22] Νικόλας Ευαντινός, «Για όσους σπαρταριστοί κολύμπησαν»: Ενεός, Αθήνα, Μανδραγόρας, 2012.
[23] Ντίνος Σιώτης, «Λίγο πριν»: Αυτοβιογραφία ενός στόχου, Αθήνα, Κέδρος, 2006.
[24] Κωνσταντίνος Μπούρας, «Ιχθύς-Ιχθείς», Φαρφουλάς 13 (Σεπτέμβριος 2013), σ. 44.
[25] Θανάσης Γαλανάκης, «Ακτή Συτώμ»: Τα καναρίνια, Αθήνα, Σμίλη, 2019, σ. 14.
[26] Τον ευχαριστώ που με παρέπεμψε στο βιβλίο του Απόστολου Μαμμέλη Θαλασσινά.

*

*