Θανάσης Γαλανάκης

H κριτική της κριτικής της κριτικής της κριτικής

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Κλειδωμένο μαγαζί:
εἴσοδος μόνο γιὰ μέλη,
κι’ ἂν τεντώσω τὸ σχοινὶ
τότε πάνω μου εἶχα βέλη.
ΜΑΝΙ

Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνακυκλώνεται στὰ ἠλεκτρονικὰ καὶ ἔντυπα περιοδικὰ ἡ γνωστὴ ἱστορία τῆς κριτικῆς, τοῦ ποιός μπορεῖ ἢ δύναται νὰ τὴν ἀσκεῖ, γιατί τὴν ἀσκεῖ πολὺ ἢ λίγο, τί ἐπιδιώκει γράφοντάς την, κι’ ἄλλα παρόμοια ποὺ κρατᾶν σὲ φόρμα τοὺς ντόπιους ἑτοιμόπολεμους γραφιάδες. Μάλιστα, οἱ συζητήσεις αὐτὲς ἔρχονται στὴν ἐπιφάνεια κυρίως σὲ νεκρὲς περιόδους, λ.χ. λίγο μετὰ τὴ χριστουγεννιάτικη παύση ἢ κατὰ τὸ καλοκαίρι – πιθανότατα ἐπειδὴ ἡ ἀπουσία δράσης ἐνοχλεῖ τοὺς πάντοτε διψασμένους γιὰ κατάθεση ἀπόψεων καὶ νύξεων κριτικούς. Κάποιος κακόβουλος θὰ ἔλεγε ὅτι ἡ χρονία αὐτὴ συμπίπτει καὶ μὲ τὸν προκυφθέντα ἐλεύθερο χρόνο τῶν γραφόντων, οἱ ὁποῖοι –ἐλλείψει αὐτῶν τῶν ἴδιων περιστάσεων ποὺ στηλιτεύουν– αὐξάνουν τοὺς βαθμοὺς πρεσβυωπίας τους καὶ βλέπουν καλύτερα τὴν καμπούρα τοῦ ἄλλου. Παίρνω ἀποστάσεις ἀπὸ τὶς κακόβουλες Κασσάνδρες, ἂν καὶ ὁ μύθος τὶς δικαιώνει. Ὁπωσδήποτε, αὐτὸ θὰ ἦταν μιὰ σκέψη ἐκ τοῦ πονηροῦ, λίαν κακόβουλη καὶ διαβλητική. Μακριὰ ἀπὸ μένα αὐτά.

Στὸ κέντρο τῆς συζήτησης, λοιπόν, τίθεται μέσες-ἄκρες τὸ ἐρώτημα «ποιός ἀσκεῖ τὴν κριτική», τὸ ὁποῖο καλλωπίζεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ «πῶς ὀφείλει κανεὶς νὰ ἀσκεῖ τὴν κριτική», ἄσχετα ἂν τελικὰ τίποτα ἀπ’ τὰ δύο δὲν ἰσχύει  – ἀλλ’ αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω. Προσωπικά, ἂν καὶ δὲν βρῆκα διαθέσιμο εἰσιτήριο γιὰ τὴ συζήτηση, σκέφτηκα νὰ γράψω δυὸ-τρεῖς σκέψεις, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα διευκρινίσω τὴ θέση μου – τὸ πλέον ἀναγκαῖο γιὰ τοὺς new age γραφιάδες «positionality». Ἂν λάβω ὐπόψιν τὸ πῶς ὁρίζεται ἡ κριτικὴ ἀπὸ τοὺς περισσότερους ποὺ τὴν ἀσκοῦν, τότε ἐπουδενὶ λόγῳ εἶμαι κριτικός. «Κρίνω» τείνει νὰ σημαίνει «διακρίνω», ἐντούτοις πέρα ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Jauss καὶ τοῦ Iser δὲν ξανάδα κάποιο πρόγραμμα σπουδῶν ποὺ νὰ βγάζει «κριτικούς» σκέτα· ὅσον ἀφορᾶ τὴν κριτικὴ τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ, ἀπ’ αὐτὰ ὑπάρχουν νὰ φᾶν κι’ οἱ κότες. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἰδιότητα αὐτὴ φαίνεται νὰ λαμβάνει διαστάσεις ἐπαγγελματικές, ἤτοι προκύπτει κατόπιν σπουδῆς, μαθητείας, τριβῆς καὶ ἐν γένει μὴ-ἐρασιτεχνικῆς ἐνασχόλησης. Κατ’ ἄλλους, οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἑπομένως ἡ ἰδιότητα τοῦ κριτικοῦ πρόκειται περὶ ἑνὸς beneficium. Δὲν πληρῶ προϋποθέσεις γι’ αὐτὴ τὴ δωρεά, οὔτε οἱ σπουδές μου μ’ ἔβγαλαν κριτικό, ἀλλὰ κάτι ἄλλο, ἑπομένως πάει αὐτό…  Ἐπιπλέον, βάσει τῶν πρόσφατων γραφομένων, ἰδίως ἡ «κριτικὴ τῆς κριτικῆς» ἀσκεῖται ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπαΐοντες, τοὺς διαπιστευμένους, τοὺς ἔχοντες εἰσιτήριο βρὲ ἀδερφέ. Ὅπως ἔγραψα σαφῶς παραπάνω, δὲν βρῆκα εἰσιτήριο. Σὺν τοῖς ἄλλοις, δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κρίνω οὔτε τὴν «κριτικὴ τῆς κριτικῆς», διότι αὐτὸ θὰ μὲ ἐπέστρεφε στὴ θέση τοῦ κριτικοῦ βάσει ἁπλῶν μαθηματικῶν ἀποκλεισμῶν. Ἔχοντας, ὡστόσο, τὴ βαθιὰ πίστη ὅτι ἡ κριτικὴ συνιστᾶ τεκμηριωμένη ἀρέσκεια/ἀπαρέσκεια μὲ τὴν παράλληλη –προαιρετικὴ ἐνίοτε– ἐπικουρικὴ χρήση ἐπιστημονικῶν μεθόδων –ἐὰν κι’ ἐφόσον μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πλήρης ἐπαληθευσιμότητα–, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναγκαία συνθήκη τῆς τριβῆς μὲ τὸ κρινόμενο προϊὸν ὡς προϊόν-και-μόνον (εἴτε εἶναι φαγητό, γλυκό, βιβλίο ἢ κριτικὸ κείμενο), θὰ ζητοῦσα τὴν ἄδεια νὰ ἐκφραστῶ παρακάτω ὡς κριτικὸς τῆς κριτικῆς τῆς Κριτικῆς τῆς κριτικῆς.

Κύρια ἀφορμὴ στάθηκε τὸ οἰκεῖο κείμενο τῆς Ἄννας Ἀφεντουλίδου στὸν Ἀναγνώστη. Λιγότερο δὲ ἐκεῖνο τῆς Βαρβάρας Ρούσσου, κυρίως λόγω τῆς μορφῆς του, μιᾶς καὶ τὰ εἴκοσι-ἐννέα εὔλογα ἐρωτηματικά του περισσότερο θέτουν ἐρωτήματα παρὰ ἀποφάνσεις πρὸς συζήτηση. (περισσότερα…)

Παιδιά στα καλαμπόκια

*

Φωνὴ ἐν Ραμᾷ(λα) ἠκούσθη, θρῆνος
καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Παιδιὰ στὰ καλαμπόκια συναντιοῦνται
κάθε αὐγή, στῆς προσευχῆς τὴν ὥρα
καὶ σὲ καινὰ εὐαγγέλια μυοῦνται
καπνίζοντας λουλούδια ὑπνοφόρα.

Ἀλλάζοντας φορὰ στὴν ἐξουσία
μὲ τὰ δρεπάνια καὶ πυρσοὺς στὰ χέρια
μοιράζουνε ξανὰ τὴν περιουσία
τοῦ γένους τους μὲ δίκαια μαχαίρια.

Κι’ ὁρμοῦνε στοῦ ναοῦ τὸν ἀχυρώνα
τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς σοδειὰ γυρεύει
μὲ δέηση στοῦ Κύριου τὴν κορώνα.

Τὸ αἷμα τῶν μεγάλων πλέον ὑδρεύει
τὰ καλαμπόκια ἐκτὸς θερμοκηπίων·
μιὰ ἐκδίκηση σφαγῆς ἀθώων νηπίων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

*

*

 

Χαντίθ (απόσπασμα)

*

Η ΒΟΥΣ

Τῶν πιστευόντων εἰς τὰ ἀποκαλυφθέντα σοι
καὶ εἰς τὰ πρὸ σοῦ γενόμενα·
τῶν
πιστευόντων εἰς τὴν ἡμέραν τὴν ἐσχάτη
(K, B΄ 3)

I.

Ἐκσφενδονίζει πύρινες τὶς λέξεις
στὰ μάτια σου ἀνάμεσα σὰν ξίφος,
ἀφοῦ θαρρεῖς κακὸ πὼς βάζει ὁ νοῦς του
μονάχα, καὶ καλὸ πολὺ σπανίως.
Τὶς λέξεις ἢ τὴ λέξη· ναί, σὰν βέλος
ποὺ τρίτο ἀνοίγει μάτι στὸ κρανίο
μὲ φλόγες καθὼς σβήνει ἀπιστίες
ἀπίστων καὶ πιστῶν ποὺ ἀμφιβάλλουν.
Μὰ αὐτὸς τὰ τρίχινά του τὰ σαλβάρια
τὰ πέταξε καὶ τώρα τὸ μετάξι
χαϊδεύει τὸ ἱδρωμένο του σαρκίο.
Καρφάκι δὲν τοῦ καίγεται ‒ κοιτάει
τὸν ἥλιο, τὶς καμῆλες, τὰ τουρμπάνια
ποὺ πάνω στὰ εὐτελῆ χρυσαφικά του
(κάθε ἕναν, δηλαδή, κόκκο ἐρήμου)
τρέχουν νὰ ἐκτελέσουν τὶς βουλές του
ποὺ μὲ ἀναγκαιότητα μεγάλη
ξεπρόβαλαν σὰν νύχτα μὲ δρεπάνι.
Δὲν θέλει καὶ πολλά: μονάχα λόγια.
Μιὰν ἄρνηση καὶ μιὰ μικρὴ ἐλπίδα,
ἁπλά, πολὺ ἁπλά,
σὰν ἀγελάδα. (περισσότερα…)

Μια χώρα που τη λένε Χιροσίμα

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Μπερδευόμαστε καμιὰ φορὰ ὅσοι σπουδάσαμε φιλολογία ὅταν πιάνουμε ἕνα βιβλίο στὰ χέρια μας, ἐπειδὴ ἐθιστήκαμε νὰ ψάχνουμε τί ἐνδεχομένως εἶναι ἀξιερεύνητο κι’ ὄχι τί εἶναι ἀξιανάγνωστο σ’ αὐτό. Ἀλλιῶς, θὰ τὸ ἔλεγα ὡς ἑξῆς: ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν τελικὰ σὲ μιὰ κρίση ἢ σ’ ἕνα κείμενο βασισμένο πιθανότατα σὲ ἕνα θεωρητικὸ/ἑρμηνευτικὸ κοστουμάκι, κι’ ὄχι στὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ —ἢ δὲν μπορεῖ— νὰ μᾶς δώσει τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ποὺ πιάσαμε νὰ διαβάσουμε. Τελικά, καταλήγουμε σὲ μιὰν ἀξιολόγηση ποὺ συχνὰ εἶναι παραπλανητικὴ τόσο γιὰ ἐμᾶς ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀναγνώστη, διότι ἑδράζεται σὲ ἐπισφαλῆ κριτήρια. Ὅταν παρουσιάζουμε ἕνα βιβλίο καλούμαστε νὰ κάνουμε δύο πράγματα: κατὰ πρῶτον νὰ κρίνουμε τὸ βιβλίο σιωπηρά, μιᾶς καὶ ἡ ἀποδοχή μας νὰ συμμετέχουμε στὴν παρουσίασή του δηλώνει κάτι ἐξ’ ὑπαρχῆς (ἐκτὸς κι’ ἂν κάνουμε 20 παρουσιάσεις τὸν χρόνο, ἄρα ἐκεῖ μιλᾶμε γιὰ παροχὴ ὑπηρεσιῶν)· κατὰ δεύτερον νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο αὐτὸ κατὰ τὸν ἑλκυστικότερο δυνατὸ τρόπο ὥστε ὁ κόσμος ποὺ ἔχει ἔρθει, νὰ βρεῖ κάτι σ’ αὐτὸ ποὺ τελικὰ θὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ τὸ ἀγοράσει ‒ διότι, κάπου-κάπου ἂς τὸ λέμε, πέρα ἀπὸ πολιτιστικὴ συμβολὴ κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ σωστὰ πλὴν γλυκερά, τὸ βιβλίο εἶναι κι’ ἕνα προϊὸν ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὅταν τὸ κοινὸ τὸ ἀγκαλιάζει ‒ κι’ ὅταν λέω «τὸ ἀγκαλιάζει» ἐννοῶ «τὸ ἀγοράζει». Αὐτὰ γιὰ ἀρχή, ὥστε νὰ διευκρινίσω ἐκ προοιμίου ὅτι ὅλα ὅσα καταλογίστηκαν παραπάνω στὸ μετιέ μου, θὰ τὰ κάνω κι’ ἐγὼ δίχως φόβο καὶ πάθος, ἐλπίζω ὡστόσο κάπως πιὸ συγκρατημένα. (περισσότερα…)

Γιὰ τοὺς «Κολοφῶνες» τοῦ Γιάννη Μαμάη

 

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Πραγματοποιήθηκαν χτὲς τὰ ἐγκαίνια τῆς ἔκθεσης «Κολοφῶνες, ἡ μνήμη τῆς τελευταίας σελίδας», στὴν ὁποία ἐκτίθενται 102 κολοφῶνες, σχεδιασμένοι ἀπὸ τὸν ἀρχιμαστρο-Γιάννη Μαμάη, διευθυντὴ τοῦ ἐκδοτικοῦ/σχεδιαστικοῦ τμήματος τῶν ἐκδόσεων Gutenberg. Ἡ ἔκθεση λαμβάνει χώρα στὸ Μουσεῖο Σύγχρονης Τέχνης ‒ Ἵδρυμα Βασίλη καὶ Ἐλίζας Γουλανδρῆ στὸ Παγκράτι καὶ θὰ διαρκέσει ἕως τὶς 20 Ἰουνίου 2024. Τὴν ἔκθεση προλόγισαν οἱ (κατὰ σειρὰ ἐμφάνισης) Παντελῆς Μπουκάλας, Στάντης Ἀποστολίδης, Θανάσης Τριαρίδης καὶ Ἀ. Κ. Χριστοδούλου, ὁ τελευταῖος διὰ χειλέων τοῦ ἠθοποιοῦ Στέλιου Μάινα. Ἡ ἐκδήλωση ἔκλεισε μὲ τὸν Γιάννη Μαμάη, ποὺ μὲ γνήσια συγκίνηση κατέθεσε κάποιες σκέψεις του γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀγαθὸ καὶ συνάμα προϊὸν ποὺ λέγεται βιβλίο. Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι ἡ ἔκθεση πραγματοποιεῖται ἑορταστικὰ στὸ πλαίσιο τῆς ἐπετείου τῶν 60 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου τοῦ Γιώργου Δαρδανοῦ καὶ τῶν τέκνων του, Δανάης καὶ Κώστα Δαρδανοῦ.

Θὰ ἦταν περιττὸ νὰ μιλήσει κανεὶς γιὰ τὴν ποιότητα τῶν βιβλίων ποὺ σχεδιάζονται ἀπὸ τὸν Μαμάη. Κι’ αὐτὸ ἐπειδὴ ἀκόμα κι’ ἂν μιλήσουμε γι’ αὐτὰ ἀποφεύγοντας τὶς εἰδικὲς τεχνικὲς λεπτομέρειες, λίγοι —τί λίγοι, δηλαδη; μιὰ χούφτα!— θἆναι οἱ εὑρισκόμενοι σὲ θέση νὰ κατανοήσουν τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἐλάχιστου ποὺ ἀπαιτεῖται, ὥστε ἕνα μάτσο λέξεις ἀπὸ τὸ Μs Word ἑνὸς συγγραφέα νὰ καταλήξει συντεταγμένο κατὰ τρόπο εὔτακτο καὶ αἰσθητικὰ ἀρτιωμένο στὸ σαλόνι μιᾶς ἔκδοσης. Κι’ ὅταν ἀναφέρομαι στὸ «μεγαλεῖο τοῦ ἐλάχιστου» ἐννοῶ τὸ αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ὑποταγὴ —ναί, αὐτὴ εἶναι ἡ λέξη— στοὺς κανόνες τῆς παραδοσιακῆς τυπογραφίας· τῆς τυπογραφίας, δηλαδή, ποὺ χωρὶς φιοριτοῦρες καὶ ἠχηρὰ πυροτεχνήματα παραδίδει στὸ μάτι τοῦ ἀναγνώστη τὸν ἐνυδατικὸ φυσιολογικὸ ὁρὸ ποὺ ὁ τελευταῖος χρειάζεται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀνάγνωσης. Μ’ ἄλλα λόγια, κι’ ὅπως λέει κι’ ὁ Μαμάης, τὸ αἰσθητικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ γεννᾶ «βιβλία ποὺ δὲν πληγώνουν τὸ μάτι». Σταματῶ ὅμως ἐδῶ, διότι μιὰ μεγαλύτερη διαπραγμάτευση σχετικὰ μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς καλῆς τυπογραφίας καὶ τὶς διαφορές της ἀπὸ τὴν ἐντυπωσιοθηρία αὐτῶν ποὺ —κατὰ τὴν ἄποψή τους— προωθοῦν τὸ τυπογραφικὸ γίγνεσθαι κατὰ τρόπο καινοτόμο, πρωτότυπο μοντέρνο, θὰ προκαλοῦσε μιὰ συζήτηση ποὺ καλὸ θἆταν κάποτε νὰ γίνει, ὡστόσο τὴν ἴδια στιγμὴ λείπουν δύο βασικὲς προϋποθέσεις: (α) ἡ γνώση καὶ ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴν παλιὰ τέχνη καὶ (β) τὰ εὐήκοα ὦτα· κι’ ἂν τὸ πρῶτο εἶναι δύσκολο γιὰ τὴ γενιὰ ἡμῶν τῶν νέων σχεδιαστῶν/σελιδοποιῶν, μιᾶς καὶ δὲν προλάβαμε ἢ δὲν μᾶς δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἐργαστοῦμε στὴ μονοτυπία, τὂ δεύτερο εἶναι ἐξίσου σπάνιο ἕως ἀνύπαρκτο, καθὼς οἱ ἰμπρεσιονιστικὲς ἀπόψεις δίνουν καὶ παίρνουν, ὥσπου κάποια στιγμὴ φτάνουν νὰ γίνονται νόρμες ποὺ ἐθίζουν τοὺς ἀναγνῶστες στὸ δόγμα τὸ βιβλίο εἶναι μόνο τὸ κείμενο ποὺ τυπώνεται στὶς σελίδες του. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ τὸ βιβλίο εἶναι βιβλίο· ἂν μᾶς νοιάζουν μόνο τὰ κείμενα, τότε μποροῦμε νὰ ἀγοράζουμε στικάκια USB. Εἶναι φτηνότερα καὶ πιάνουν καὶ λιγότερο χῶρο. (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλάντα γιορτινή

*

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΟΡΤΙΝΗ

Μακριὰ ἀπὸ τραπέζια καὶ μαζώξεις,
παρέες γιορτινές, χαρὲς καὶ δῶρα·
ἀδύνατο γι’ αὐτοὺς νὰ τοὺς στριμώξεις
στὰ ἐντός, ἐκτὸς κι’ ἐπὶ τ’ αὐτά, στὴ χώρα
ποὺ οἱ παραδόσεις —ζόμπι ἁιμοβόρα—
τὸ αἷμα τῆς ζωῆς ἀργὰ ρουφᾶνε,
κι’ ἔτσι γράφω μπαλάντα ἐλπιδοφόρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Ὅλη ἡ χρονιὰ γεμάτη καταδιώξεις
κι’ ἀγκομαχάει, συνέχεια ἀνηφόρα·
μήνυση ἡ ἀργία κι’ οἱ Κυριακὲς διώξεις,
ἐξώδικα οἱ Δευτέρες καὶ πληθώρα
οἱ ἀγωγὲς τῶν 5€ τὴν ὥρα,
καὶ σκέφτονται ὀρθῶς «ποῦ μὲ τραβᾶνε;»
ἐνῶ χαρίζω αὐτὴν τὴν ἐργατοώρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Ξυπνοῦν μὲ ἀτελεῖς τὶς ὀνειρώξεις
κι’ ἀκοῦν μόνο γιὰ τὴν κιλοβατώρα
πεδίον ἀπολέσει ἔχοντας δόξης
γιὰ μιὰ μικρὴ ἀπόκλιση ὁπληφόρα
ποὺ θὰ τοὺς δώσει ἐδεμικὴ όπώρα,
ἀφοῦ ὅλοι μαζὶ πρέπει νὰ φᾶνε·
μιὰ χειραψία σὰν προστασία στὴν μπόρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Μιὰ μαύρη τρύπα ὁ κόσμος, μὲ  λοιμώξεις,
ἀναρωτιοῦνται ὅλοι ποῦ νὰ πᾶνε.
Θὰ πρότεινα, ἀναγνώστη, νὰ ἐπιδιώξεις:
μ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

Ραδιοαρβύλες και Σκούπες

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα θέματα τῆς τρέχουσας ἐπικαιρότητας ἦταν καὶ ἡ διένεξη ποὺ δημιουργήθηκε μεταξὺ τῆς σατιρικῆς/σχολιαστικῆς/κωμικῆς τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς “Ράδιο Ἀρβύλα” καὶ τοῦ ποιητῆ/ἐκδότη Γιώργου Ἀλισάνογλου, ἔπειτα ἀπὸ τὴ διακωμώδηση ποιήματος ποὺ ἀπήγγειλε ὁ τελευταῖος στὴν ΔΕΒΘ. Ὁ Ἀλισάνογλου κατήγγειλε μέσω μαίηλ ποὺ κοινοποίησε διὰ τοῦ προσωπικοῦ του λογαριασμοῦ στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ τῆς ἐκπομπῆς, ζητῶντας τὴν ὑποστήριξη τοῦ εὐρύτερου χώρου τοῦ βιβλίου καὶ τῶν παραγόντων του. Ὣς ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι κατανοητὰ καὶ ἔχουν καλῶς. Κι’ ἔχουν καλῶς διότι δὲν χρειάζεται κανεὶς κάποια ἰδιαίτερη καλλιέργεια (λογοτεχνικὴ ἢ ἄλλη), παρὰ ἐπιστράτευση τῆς κοινῆς λογικῆς, γιὰ νὰ καταλάβει ὅτι οἱ συντελεστὲς τῆς τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς ποὺ κάποτε χάριζαν στιγμὲς γέλιου (τουλάχιστον στὸν γράφοντα) κάνοντας σάτιρα καταστάσεων καὶ κακοδαιμονιῶν τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας (ὡς ΑΜΑΝ τότε), πλέον ἔχουν μετατραπεῖ σὲ ἕναν πολτὸ σαχλῆς ἀναπαραγωγῆς εἰδήσεων καὶ γεγονότων μὲ φαιδρὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποτελέσματα, παράγοντας στὴν οὐσία μιὰ μαζικῆς στόχευσης ψευδοσάτιρα, ποὺ περισσότερο ἑδραιώνει τὰ στρεβλά (ἂν δὲν τὰ κανονικοποιεῖ κιόλας), παρὰ τὰ ἐξορθολογίζει ἢ/καὶ τὰ κατεδαφίζει, ὡς εἴθισται ‒ ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω· κι’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἔχει σημασία γιὰ ἐπίδοξους σατιριστές, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ θέση ἰσχύος βάλλουν πρὸς τοὺς ἀδύναμους ποὺ ἀνήμποροι ν’ ἀπαντήσουν βυθίζονται στὸ ὄνειδος τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα κύρους τοῦ ἰσχυροῦ σατιρογράφου τρῶνε ἀμάσητη τὴ βολὴ στὸν σατιριζόμενο. Μεγάλο θέμα, ὡστόσο, ποὺ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θίγεται. (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Πέντε ποιήματα

*

CAFÉ ΧΑΟΣ

I.

Πλεισίστιος στὸ ἐκδοτήριο φτάνω
κρατῶντας στὸ δεξὶ τὸν ὀβολό μου.
Σαλπάρω στὸ Papaver τῆς Somniferum
‒ τῶν VIP ἐπιβάτης, πρώτη θέση,
σ’ ἕνα ντουγροὺ ταξίδι, δίχως στάσεις.
Ἑπόμενος σταθμός μου: ἡ Ὑπνολάνδη.

II.

Ἡ ὑπνόκολλα σφαλίζει τὰ ματόκλαδα.
Ξυράφια θὲς γιὰ νὰ μοῦ τὰ χωρίσεις,
μὰ σὰν μεγάλωσα ἄλλαξαν τὰ χόμπι
κι’ ἀπ’ ὅλα τοῦ ἔρωτα τὰ παρὰ φύσιν
μοῦ ἔλαχε νὰ γίνω ὑπνοβάτης. (περισσότερα…)

Ντρόγκα

*

Ντρόγκα

στὸν Θανάση Γαλανάκη
ψηφιακὸ ἀντίδωρο *

Ἂν μὲ ρωτήσεις τί ’ναι πιό ἀληθινό
δυὸ τόνοι ντρόγκας ποὺ ψαρέψαν στὴν Κατάνια
ἢ τ’ ‘ἅγιο φῶς’ ποὺ μὲ φτυσιὰ ἀπ’ τὰ ‘ἐπουράνια’
Ἀρχηγὸς Κράτους φτάνει ὣς τὸν Κολωνὸ

καὶ πλέον ζαμπὸν* σὲ ξαναπᾶν στὸν οὐρανὸ
τρώγωντας πάλι μαγειρίτσα ἀντὶς λαζάνια
ἔτσι ὡς εἴθισται στὰ ὀρθόδοξα Μπαλκάνια
ποὺ τῆς Γραφῆς οἱ μάγκες φτύνουν τὸ σανό

Ἐγὼ τὴν Ντρόγκα σου τὴν θέλω ἀπὸ Χαρτὶ
τὸ φτιάξιμό μου ἀκριβὰ νὰ τὸ πληρώσω
Στὶς δωρεὰν κι ἀλάργα τὶς e-περηφάνιες

ποὺ ἀντὶς ρακὲς κερνοῦν ληγμένες τὶς σαμπάνιες
ποσὶ ἀβρόχοις νὰ μὲ δεῖς δὲν θὰ ἐνδώσω
μὲ τὸ Χαρτὶ ἂν δὲ σὲ πάρω ἀσορτί

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
Ἀπὸ τὴ σειρὰ Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας II

* Θανάσης Γαλανάκης, Ντρόγκα, ποιήματα, Ψηφιακὲς Ἐκδόσεις Βίργκω, Ἀθήνα 2023.
* ζαμπὸν [μπορεῖ καὶ ζόμπυ] (ἀργκό): λειῶμα ἀπὸ τὴν ἡρωΐνη.
*

*

*

ڤنتون → pantoum → παντούμ: Οι μεταμορφώσεις ενός είδους [2/2]

*

Μικρή εισαγωγή στο μαλαϊκό, ευρωπαϊκό και ελληνικό παντούμ,
μεταφραστική περιήγηση στους σημαντικούς του σταθμούς
και πρώτη χαρτογράφηση της διαδρομής του στην Ελλάδα  [ 2/2 ]

~.~

του ΣΤΑΘΗ Α. ΚΙΣΣΑΜΙΤΗ

Για την γενική εισαγωγή στο παντούμ/παντούν, βλ. το πρώτο μέρος της παρούσας μελέτης. Όπως προσημειώνεται εκεί, η καταγραφή των ελληνικών παντούμ που ακολουθεί σε αυτό το δεύτερο μέρος δεν είναι εξαντλητική, περιλαμβάνει δε 28 εν συνόλω ποιήματα. Σε κάθε παντούμ υποσημειώνεται η πρώτη δημοσίευση εφόσον έγινε δυνατόν να εντοπιστεί· όπου υπάρχει νεώτερη έκδοση, χρησιμοποιείται αυτή ως πηγή. — Σ.Α.Κ.

~.~

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Η Λάμια

Τ’ όνομά μου Λαμπετώ η Γελούσα,
είμαι η Λάμια του ξολοθρεμού,
τρέφω το τραγούδι σαν τη Μούσα,
λάμπω σαν τον άγγελο του Θεού.

Είμαι η Λάμια του ξολοθρεμού,
βάι στα γερατειά κι οϊμέ στα νιάτα!
Λάμπω σαν τον άγγελο του Θεού,
κλάφτε όποιον μ’ απάντησε στη στράτα.

Βάι στα γερατειά κι οϊμέ στα νιάτα!
Τα χρυσά μου ανήσυχα μαλλιά
—κλάφτε όποιον μ’ απάντησε στη στράτα—
χάιδιο ονείρου και πνιμού θηλιά.

Τα χρυσά μου ανήσυχα μαλλιά
τα χτενίζω νύχτα, φως και φίδια,
χάιδιο ονείρου και πνιμού θηλιά
και μια τρίχα από τ’ αποχτενίδια.

Τα χτενίζω νύχτα, φως και φίδια,
στους αγαπημένους τί κακό!
Και μια τρίχα από τ’ αποχτενίδια
σπέρνει θέρμη και θανατικό. (περισσότερα…)

Τὸ τέλος ἀργεῖ

*

ΠANTOYM

Τὸ τέλος ἀργεῖ καὶ δὲν λέει νὰ φτάσει.
Ἀπὸ τὸν λαιμό μὲ κρατᾶ, δὲν μ’ ἀφήνει.
Φωτιὰ ποὺ μ’ ἀέρα σαρώνει τὰ δάση,
πλημμύρα ἀπὸ λάσπη ὅλα τὰ καταπίνει.

Ἀπὸ τὸν λαιμὸ μὲ κρατᾶ, δὲν μ’ ἀφήνει
σὰν χέρι μὲ διακριτικὸ δαχτυλίδι·
πλημμύρα ἀπὸ λάσπη ὅλα τὰ καταπίνει,
στὸ κέντρο τῆς δίνης της πνίγομαι ἤδη.

Σὰν χέρι μὲ διακριτικὸ δαχτυλίδι,
ρουμπίνι ἐρυθρὸ σ’ ἕνα κάδρο ἀπ’ ἀσήμι·
στὸ κέντρο τῆς δίνης της πνίγομαι ἤδη
δὲν φταίει ἡ φυγόκεντρος, ὅμως ἡ μνήμη

ρουμπίνι ἐρυθρὸ σ’ ἕνα κάδρο ἀπ’ ἀσήμι
μοῦ δείχνει τὸ αἷμα ποὺ πρέπει νὰ χύσω·
δὲν φταίει ἡ φυγόκεντρος, ὅμως ἡ μνήμη
σὰν ἄγριο σκυλὶ ποὺ μὲ πῆρε ἀπὸ πίσω.

Μοῦ δείχνει τὸ αἷμα ποὺ πρέπει νὰ χύσω,
στὶς φλέβες μου μέσα γιὰ νὰ τὸ ἀντέξω,
σὰν ἄγριο σκυλὶ ποὺ μὲ πῆρε ἀπὸ πίσω
μὲς στ’ ὄνειρο κι’ ἐγὼ τὸ κλείδωσα ἀπ’ ἔξω.

Στὶς φλέβες μου μέσα γιὰ νὰ τὸ ἀντέξω
νὰ βάλω ἀντιστήλι θὰ ἔπρεπε· βρῆκα
μὲς στ’ ὄνειρο κι’ ἐγὼ τὸ κλείδωσα ἀπ’ ἔξω
γιὰ νὰ καμαρώνω τοῦ πόνου τὴν προίκα.

Νὰ βάλω ἀντιστήλι θὰ ἔπρεπε· βρῆκα
τὸ σύνθετο μὲ τὴ βιτρίνα ποὺ τό ’χα
γιὰ νὰ καμαρώνω τοῦ πόνου τὴν προίκα
καὶ ν’ ἀποθηκεύω τὴν πράσινη τσόχα.

Τὸ σύνθετο μὲ τὴ βιτρίνα ποὺ τό ’χα
γιὰ νὰ κρύβω μέσα ἐκεῖ τὸν Θανάση
καὶ ν’ ἀποθηκεύω τὴν πράσινη τσόχα…
Τὸ τέλος ἀργεῖ καὶ δὲν λέει νὰ φτάσει.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

Για να μην κλαίμε πάνω απ’ το χυμένο γάλα, πρέπει πρώτα-πρώτα να μην το χύνουμε

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Μετὰ τὰ πρόσφατα ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα στὴν Ἰταλία, ἐπανῆλθε στὴν ἐπικαιρότητα ἡ δημοσιογραφικῆς καταγωγῆς μανία γιὰ «σόκ», «ἀνατροπὲς» καὶ «φαντάσματα ποὺ ξυπνήσανε» στὸν μείζονα εὐρωπαϊκὸ χῶρο. Μία συνήθεια ποὺ ἂν καὶ ὑπακούει στὶς ἀνάγκες μιᾶς fast-track κατανάλωσης εἰδήσεων (μὲ κάθε πρακτικὴ clickbait νὰ εἶναι εὐνόητη ἕως κατανοητὴ κι’ ἀναμενόμενη γιὰ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον· ὄχι ἡμῶν), ἀναδεικνύει ἕνα βαθύτερο πρόβλημα τῆς σύγχρονης πολιτικῆς ἀνάλυσης καὶ πιὸ συγκεκριμένα τοῦ πεδίου τῆς ἐκλογικῆς ἑρμηνευτικῆς· ἕνα πρόβλημα ποὺ ἔγκειται σὲ μεγάλο βαθμὸ στὴν ἀπεμπλοκή τους ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ πεδίου (καὶ πιὸ συγκεκριμένα τῆς βάσης) καὶ τὴ στροφὴ σὲ συστήματα καὶ προβλεπτικὰ μοντέλα μπετόν-ἀρμέ, ποὺ βασίζονται σὲ δημοσκοπικὲς παρακεταμόλες μὲ ἀμφισβητήσιμα στατιστικὰ δείγματα. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι ἡ ρίζα αὐτῆς τῆς ἀναντιστοιχίας προβλέψεων ἔγκειται στὸ ἑξῆς παράδοξο: ἡ πολιτικὴ ἀνάλυση εἶναι περισσότερο “πολιτικὴ” παρὰ “κοινωνιολογική”, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξαρτᾶται ἡ ὁρατότητά της ἀπὸ τὴ δημοσιογραφικὴ διάσταση τοῦ “πολιτικοῦ” μὲ τὴν εὐρεία του πλέον σημασία. Ἔτσι, φτάνουμε πλέον ὅλο καὶ συχνότερα σὲ διατυπώσεις ὅπως «παγκόσμιο σόκ» ἢ/καὶ σὲ «ἔκτακτες ἐπικαιρότητες», γιὰ τὶς ὁποῖες πρέπει κατόπιν ἑορτῆς νὰ χύνονται τόνοι μελάνης σχολιάζοντας μιὰ ἤδη συμβεβηκυῖα κατάσταση. (περισσότερα…)