Η αθανασία ως κατάρα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Α.

Ο Μπαρούχ Σπινόζα (Ηθική) σημειώνει ότι «ο ελεύθερος άνθρωπος άλλο δεν σκέφτεται παρά τον θάνατο, και η σοφία του είναι ένας στοχασμός όχι του θανάτου αλλά της ζωής». Στην παραπάνω φράση συμπυκνώνεται το διαυγές συμπέρασμα: τα πάντα στην ανθρώπινη ζωή έχουν σημασία επειδή ακριβώς οι άνθρωποι είναι θνητοί, και το γνωρίζουν. Όσα κάνουν οι θνητοί άνθρωποι έχουν νόημα εξαιτίας αυτής της επίγνωσης. Αυτό που καθιστά κάθε άνθρωπο πολύτιμο και αναντικατάστατο, είναι ο θάνατος, ή η ιδέα του θανάτου. Οι άνθρωποι ωθούνται στην πράξη απ’ την επίγνωση ότι είναι φάσματα. Κάθε πράξη που επιτελούν, μπορεί να είναι η τελευταία τους. Τα πάντα, στους θνητούς, έχουν την αξία του φθαρτού και ανεπανόρθωτου.

Αν νικιόταν κάποτε ο θάνατος, δεν θα είχαν πια νόημα όλα αυτά που με τόσο μόχθο συνέθεσαν οι άνθρωποι προκειμένου να ενσταλάξουν κάποιο σκοπό στην τόσο σύντομη ζωή τους. Όμως, όπως γράφει ο Μπάουμαν (Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της), σε συνέχεια των προηγουμένων, η ουσία του ζητήματος είναι ότι η γνώση της θνητότητας του ανθρώπου σημαίνει συνάμα και γνώση της δυνατότητας της αθανασίας του. Το να έχει επίγνωση της θνητότητας σημαίνει ότι μπορεί να φαντάζεται την αθανασία, να εργάζεται για την αθανασία του.

Είναι γενικά γνωστό, αλλά αποτελεί εξαιρετικά σπάνια πεποίθηση στο ανθρώπινο γένος, ότι στη Φύση η αθανασία είναι κάτι το κοινότοπο. Αν εξαιρέσεις τον άνθρωπο, όλα τ’ άλλα πλάσματα είναι αθάνατα, αφού αγνοούν το θάνατο. Αυτό που είναι θείο, τρομερό, αδιανόητο, είναι η επίγνωση της αθανασίας υποστηρίζει ο Μπόρχες (Ο Αθάνατος). Η άτεγκτη πραγματικότητα του θανάτου κάνει την αθανασία μια γοητευτική πρόταση, αλλά η ίδια η πραγματικότητα κάνει συνάμα το όνειρο της αιωνιότητας μια δραστική δύναμη, ένα κίνητρο για δράση. Η αθανασία είναι εντέλει ένα καθήκον.

Όμως, συνεχίζει ο Μπόρχες, μονάχα το όνειρο της αθανασίας δίνει νόημα στη ζωή, ενώ η αθάνατη ζωή, αν ποτέ την κατορθώναμε, δεν θα έφερνε παρά τον θάνατο του νοήματος, ακριβώς όπως συμβαίνει στα πρόσωπα στο προαναφερθέν διήγημα. Εκεί τα πρόσωπα που κέρδισαν την Αθανασία, άρα ήταν προηγουμένως θνητοί, δεν είναι τίποτε άλλο παρά «τρωγλοδύτες, που δεν μιλούσαν και καταβρόχθιζαν φίδια». Βρίσκονταν στην κατάσταση «του απροσδιόριστου, του αποτρόπαιου, του ουδόλως νοητού».

Β.

 «Είδα τότε με τα μάτια μου τη Σίβυλλα στην Κύμη να κρέμεται μέσα σε κλουβί, κι όταν τ’ αγόρια τη ρωτούσανε: Σίβυλλα τι θέλεις; Απαντούσε εκείνη: αποθανείν θέλω». (Πετρώνιος, Σατυρικόν, 48.8.)

«Σύμφωνα μ’ έναν μύθο, η Σίβυλλα της Κύμης (αιολικής αποικίας στην Καμπανία της Ιταλίας, πολύ κοντά στη σημερινή Νάπολη) υπήρξε ερωμένη του Απόλλωνα. Του ζήτησε να της χαρίσει την αθανασία (ή, κατ’ άλλους, τόσα χρόνια ζωής όσα και οι κόκκοι της άμμου που κρατούσε στη χούφτα της), ξέχασε όμως να ζητήσει και την αιώνια νεότητα. Έτσι, γερνώντας, ζάρωσε τόσο πολύ, που έγινε μικρή σαν ένα τζιτζίκι. Και το τραγικότερο είναι πως ήταν υποχρεωμένη να παραμείνει ζωντανή». (Από τις σημειώσεις του μεταφραστή Κλείτου Κύρου στη Ρημαγμένη Γη του Τ. Σ. ΈλιοτT, ύψιλον/βιβλία, σ. 58).

Γ.

Η λεπίδα του Αθάνατου είναι ο ελληνικός τίτλος μιας ιαπωνικής ταινίας (πρωτότυπος τίτλος: Mugen no Junin, διεθνής τίτλος: Blade of the Immortal) του 2017 σε σκηνοθεσία Τακάσι Μιίκε, που με τη σειρά της βασίζεται σε μάνγκα του Χιροάκι Σαμούρα.

O νεαρός σαμουράι Μάντζι εξολοθρεύει τους 100 μισθοφόρους που ευθύνονται για τνο θάνατο της μικρής του αδερφής. Όταν κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης τραυματιστεί θανάσιμα, μια υπεραιωνόβια μοναχή και μάγισσα, η Γιαομπικούνι, θα τον σώσει από τον βέβαιο θάνατο, αλλά ταυτόχρονα θα τον καταδικάσει στην αθανασία, τοποθετώντας μέσα στο σώμα του τα ιερά σκουλήκια του αίματος, τα οποία θα γιατρεύουν στο εξής κάθε πληγή του και θα επανενώνουν τα ακρωτηριασμένα του μέλη.

Πενήντα χρόνια μετά, κι ενώ ο Μάντζι έχει ήδη πάρει μια γεύση από το τίμημα της αθανασίας, ο σαμουράι που ζει με το βάρος και την κατάρα του θρύλου του υπόσχεται να βοηθήσει ένα κορίτσι, τη Ριν, που μοιάζει συγκλονιστικά στη νεκρή του αδερφή και να εκδικηθεί μία ομάδα ικανότατων ξιφομάχων με επικεφαλής τον ερμαφρόδιτο κι αδίστακτο πολεμιστή Ανότσου, που ευθύνεται για τη δολοφονία των γονιών της.

«Ο θάνατος είναι ανελέητος, αλλά η αθανασία είναι ακόμα περισσότερο», θα πει σε κάποια σκηνή της ταινίας ο Μάντζι, λίγο πριν το εκπληκτικό φινάλε της τελικής μάχης με τους 300 (!) αντιπάλους.

///

Βλ. σχετικά:

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, «Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

*

*