ψυχιατρική

Η πραγματικότητα των δημόσιων ψυχιατρικών κλινικών στην Ελλάδα: Μια μαρτυρία

 

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

~.~

Συνηθίζω να γράφω δοκίμια. Το παρόν κείμενο, όμως, είναι μια μαρτυρία. Και θα προσπαθήσω να κρατήσω το ύφος άμεσο, απλό, σχεδόν προφορικό, όπως όταν ομολογείς κάτι σ’ έναν φίλο. Η εποχή μας φλυαρεί με υπερηφάνεια για τη συμπερίληψη, τις κατακτήσεις στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την προοδευτικότητα, τη χειραφέτηση της σεξουαλικότητας, την ελευθερία του λόγου, τις κοινωνικές της ανησυχίες. Ωστόσο, βιώνοντας το σήμερα και μελετώντας την Ιστορία, διαπιστώνω με θλίψη ότι το άτομο ποτέ ξανά δεν υπήρξε τόσο απομονωμένο. Απελπισμένο, κενό, έρημο αξιών και ιερότητας, δίχως ταυτότητα, αγωνιώντας απ’ την απουσία του ανήκειν. Όσον αφορά στα καθ’ ημάς, όλοι γνωρίζουμε την πραγματικότητα της ζωής στην Ελλάδα. Τη διαφθορά, την ακρίβεια, την αναξιοκρατία, την οικονομική δυσχέρεια, το άγχος και την απαισιοδοξία μας για το μέλλον, την υποστελέχωση των σημαντικότερων θεσμών, την κρίση των αξιών, τον μακρύ κατάλογο των προβλημάτων που μας κατατρύχουν. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν την πραγματικότητα του περιθωρίου. Και λίγοι ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Σας υποσχέθηκα μια μαρτυρία. Κ’ εδώ θα μιλήσω για τη ζωή στη δημόσια ψυχιατρική κλινική.

Από κάπου θα πρέπει να ξεκινήσω. Έχω εμπειρίες από αρκετά ψυχιατρεία και οι ασθενείς με τους οποίους νοσηλεύτηκα μου μετέφεραν τα δικά τους βιώματα από άλλες κλινικές. Θα κάνω, λοιπόν, την αρχή εξηγώντας το ποινικό σύστημα που υπάρχει μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική. Αρκετοί ασθενείς είχαν φυλακιστεί, πριν καταλήξουν σε μια μονάδα ψυχικής υγείας. Συνήθιζαν να λένε ότι όσοι βρίσκονται στη φυλακή, φοβούνται τα ψυχιατρεία, και το αντίστροφο. Γιατί η φυλακή κ’ η δημόσια ψυχιατρική κλινική δεν διαφέρουν πολύ. Το προφανές είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις χάνεις την ελευθερία σου. Όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Μέσα σ’ ένα ψυχιατρείο επικρατεί ένα σύστημα ποινών. Αρχικά, οι «συνεργάσιμοι» ασθενείς παίρνουν εξιτήριο πιο γρήγορα, ενώ οι «αντιδραστικοί» τιμωρούνται με την αύξηση της διαμονής τους εκεί. Η πρώτη κατηγορία ασθενών αποκτά προνόμια που δεν έχουν οι άλλοι, όπως η πρόσβαση στο κινητό τους τηλέφωνο, οι μεγαλύτερες μερίδες φαγητού, που ποτέ δεν είναι αρκετό, κ.ά. Αν ο ασθενής επιμένει να προβάλει αντίσταση, τον δένουν σ’ ένα κρεβάτι για 24-48 ώρες, δεν του επιτρέπουν να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, συχνά μάλιστα δεν τον καθαρίζουν καν. Είδα ασθενείς με μώλωπες απ’ τα σφιχτά δεμένα δεσμά, που φώναζαν για ώρες να τους τα χαλαρώσουν. Το επόμενο βήμα είναι η απομόνωση: ένα κυριολεκτικό κελί με μεταλλική πόρτα κ’ ένα παραθυράκι που μένει σχεδόν πάντα κλειστό. Κι όλ’ αυτά τα μέτρα εφαρμόζονται σε άτομα που η συμπεριφορά τους οφείλεται σε μία νόσο, δεν είναι επιλογή. Θυμάμαι ακόμα ένα βράδυ που ο Θ., ναρκομανής με σύνδρομο στέρησης, ζητούσε επιτακτικά τη «βιταμίνη» του: έτσι ονόμαζε το φάρμακο που του χορηγούσαν. Ο Θ. ήταν επίσης άρρωστος από λοίμωξη του αναπνευστικού. Οι νοσηλευτές δεν απαντούσαν στις εκκλήσεις του. Όπως καταλαβαίνετε, ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε στερητικό σύνδρομο και παράλληλα νοσεί ψυχικά μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτος. Κ’ έτσι συνέβησαν τα πράγματα: ο Θ. άρχισε να χτυπά τα τζάμια του φαρμακείου και να φωνάζει. Ο νοσηλευτής που είχε βάρδια, βγήκε έξω έξαλλος, τον άρπαξε απ’ την μπλούζα κ’ ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει, τον προκαλούσε, «Έλα, έλα, αν σου βαστάει», τού ’λεγε, λες κ’ επρόκειτο για κανέναν αλήτη του δρόμου που του επιτέθηκε σε στενό ή για καβγά σε μπαρ. Ο Θ. φοβήθηκε κι ο νοσηλευτής φώναξε «Ε, βέβαια, όλοι κότες είστε τελικά».

Ο φόβος. Γεννιέται απ’ αυτές ακριβώς τις ποινές. Ειδικά για όσους έχουν κάνει εισαγωγή με εισαγγελική. Φοβούνται τους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Είδα πολλούς να φέρονται σχεδόν δουλικά απέναντί τους, να τους κολακεύουν, να χάνουν την αξιοπρέπειά τους, μόνο και μόνο για ν’ αφεθούν ελεύθεροι. Ο φόβος, όμως, σε μια ψυχιατρική κλινική προκαλείται κι απ’ τους ίδιους τους νοσηλευόμενους: λόγω έλλειψης κλινών, συγχρωτίζονται άτομα που η βαρύτητα της ψυχοπαθολογίας τους είναι εντελώς δυσανάλογη. Έτσι, νοσηλευόμενοι που είχαν εισαχθεί λόγω ηπιότερης παθολογίας, όπως π.χ. η πολυήμερη αϋπνία, συγκατοικούσαν με ψυχωτικούς. Νοσηλευόμουν μαζί μ’ εμπόρους όπλων, ναρκέμπορους κ’ έναν δολοφόνο. Μια νοσηλεύτρια με πλησίασε τη δεύτερη μέρα και μού ’πε «Αγόρι μου, τι κάνεις εδώ; Δεν ανήκεις εδώ. Σήκω φύγε». (περισσότερα…)

Άλασνταιρ Μακιντάιρ: οι μάνατζερ, οι ψυχοθεραπευτές και η ριζική ηθική «τομή» του Διαφωτισμού

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Alasdair Macintyre, Μετά την αρετή
Μετάφραση Δημήτρης Δημακόπουλος,
Νίκος Μανωλόπουλος, Μιχάλης Πάγκαλος
Εκδόσεις Άρτος Ζωής, Αθήνα 2021
Έξω απ’ τες αίθουσες, χλωμές και κακοεντυμένες
με φορεσιές ενός παλιού καιρού,
οι Αρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε
την εορτή που κάμνουνε οι εταίρες μεθυσμένες.
Κ. Π. Καβάφης, «Στο σπίτι της Ψυχής»

Στην εποχή μας, γίνεται πολύς λόγος για «ηθική». Παρότι όμως αυτή παραμένει θέμα συζήτησης, συχνά η ίδια η λέξη απουσιάζει, καθώς σε πολλούς φέρνει στο μυαλό εικόνες από παλιότερες εποχές πουριτανισμού και υπερβολικής αυστηρότητας των ηθών, με αποτέλεσμα το περιεχόμενο της έννοιας να «μεταγγίζεται» μέσα από τις διόδους της επιστημονικής πληροφόρησης. Αυτό συμβαίνει περισσότερο στις επιστήμες του management και της ψυχολογίας/ψυχοθεραπείας, το λεξιλόγιο των οποίων εκλαϊκεύεται (ίσως και με παρανοήσεις) και πραγματοποιεί τη συνέχιση της ηθικής με άλλα μέσα: μιλάμε π.χ. για «στοχοθεσία», «διαρκή εξέλιξη»  και «προσαρμογή», όπως επίσης και για «αναζήτηση εαυτού», «δουλειά με τον εαυτό μας», «εσωτερικό ψάξιμο» και άλλα ηχηρά παρόμοια, όπως θα έλεγε και ο ποιητής. Πάντως, στις καθημερινές μας συζητήσεις, στον ακαδημαϊκό χώρο αλλά και στην απόδοση της δικαιοσύνης, ο λόγος περί ηθικής κατέχει κύρια σημασία. Όταν όμως προσπαθήσει κανείς να προσδιορίσει τι είναι «ηθικό» και τι όχι, τα πράγματα μάλλον δυσκολεύουν απότομα. Παρατηρώντας τον περί ηθικής λόγο σε μια σύγχρονη κοινωνία, το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κανείς είναι ότι υπάρχει ένας γενικός πλουραλισμός, ο οποίος στηρίζεται στο γεγονός της πληθώρας των διαθέσιμων απόψεων, οι οποίες όμως τείνουν να συγκρούονται μεταξύ τους δίχως σταματημό ακόμη για τα πιο στοιχειώδη ζητήματα, καθώς η καθεμιά εκκινεί από θεμελιωδώς διαφορετικά θεμέλια. Σύμφωνα με τον Σκώτο φιλόσοφο και ακαδημαϊκό Άλασνταιρ Μακιντάιρ (1929), η κουλτούρα της σύγχρονης Δύσης, όσον αφορά την ηθική, θα μπορούσε να συνοψιστεί περιεκτικά σε μία μονάχα λέξη: συγκινησιοκρατία. Ο σύγχρονος ηθικός λόγος χαρακτηρίζεται από τρία βασικά γνωρίσματα: δογματισμό, ορθολογικότητα και πλουραλισμό. Αυτή η ιδέα αναλύεται διεξοδικά στο κορυφαίο έργο του, το Μετά την αρετή (After virtue, 1981), ανάγνωσμα ογκώδες και απαιτητικό, καθώς εκεί ο Μακιντάιρ συνδυάζει δεδομένα από διαφορετικά γνωστικούς κλάδους (ηθική/πολιτική φιλοσοφία, επιστημολογία, φιλολογία, ιστορία, κοινωνιολογία και ψυχολογία), προσεγγίζοντας περιμετρικά το πρόβλημα που επιθυμεί να αναδείξει, πεπεισμένος πως μόνο με μια τέτοια συνδυαστική εξέταση μπορούν να αναδειχθούν οι βαθύτερες συνάφειες πίσω από τις σταδιακές ανεπίγνωστες ιστορικές μεταβολές. Τι σημαίνει όμως συγκινησιοκρατία; Ας πάρουμε ως παράδειγμα τις αμβλώσεις. Στον δημόσιο διάλογο σχετικά με αυτές, βλέπουμε την ηθική αξία της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος να αντιπαρατίθεται με το στοιχειώδες ηθικό αξίωμα του «χρυσού κανόνα» (δηλ. το να μην κάνουμε στους άλλους οτιδήποτε δε θα θέλαμε να μας κάνουν), ενώ και τα δύο συγκρούονται με την άποψη που αναγνωρίζει το έμβρυο ως ανθρώπινο πρόσωπο, οπότε θεωρεί φόνο την άμβλωση και την απαγορεύει. Καθένα από αυτά τα ιδανικά έχει τους θιασώτες του. Το ίδιο συμβαίνει και στους φιλοσόφους: ο Μακιντάιρ παρουσιάζει τις αλληλοσυγκρουόμενες πολιτικές φιλοσοφίες των Τζον Ρωλς και Ρόμπερτ Νόζικ, υποστηρίζοντας πως αμφότερες είναι λογικά συνεκτικές, ωστόσο είναι ασύμμετρες και αδύνατο να συμβιβαστούν, διότι ξεκινούν από διαφορετικά θεμελιώδη ιδανικά. (περισσότερα…)

Η ψυχίατρος Κιούμπλερ-Ρος, οι ετοιμοθάνατοι και τα «πέντε στάδια του πένθους»

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Η πρόσφατη και ακόμη παρούσα πανδημία μετέβαλε σοβαρά την καθημερινή μας ζωή, κλονίζοντας τις έως τότε ακλόνητες βεβαιότητές μας, δίνοντας την ευκαιρία συζητήσεων για τον θάνατο και την απειλή του σε εμάς. Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Κατά την ψυχροπολεμική εποχή, όπου η Αμερική εμφανιζόταν με υπερηφάνεια ως μια “κοινωνία της χαράς” και η οποιαδήποτε αναφορά στον θάνατο ήταν γενικά κρυμμένη στη σιωπή, σαν να αποτελεί αυτό το γεγονός ένα είδος ταμπού. Το περίφημο βιβλίο Πλησιάζοντας τον θάνατο (On death and dying [1969], εκδόθηκε στα ελληνικά για πρώτη φορά μόλις το 2019*, από τις εκδόσεις Ίκαρος), της Ελβετίδας ψυχιάτρου και ψυχαναλύτριας Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος (1926-2004), προϊόν δυόμισι ετών έρευνας και προσωπικών συνεντεύξεων με παραπάνω από διακόσιους νοσοκομειακούς ασθενείς, υπήρξε ορόσημο στη διάλυση αυτού του ταμπού, καθώς ανέδειξε την έως τότε αδιάφορη, αν όχι απάνθρωπη, αντιμετώπιση των ανίατα ασθενών στα νοσοκομεία του δυτικού κόσμου, δίνοντας στους τελευταίους τη δυνατότητα να μιλήσουν στην κοινωνία οι ίδιοι για την κατάστασή τους. Οι συνεντεύξεις της, στις οποίες συμμετείχαν (αν και αρχικά με μεγάλη δυσπιστία) γιατροί, ιερείς, καθώς και πλήθος φοιτητών πανεπιστημίου, έμοιαζαν με συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο ασθενής έκανε διάλογο με τους συμμετέχοντες και ηχογραφούνταν, με στόχο να βοηθηθούν και άλλοι. Η Κιούμπλερ-Ρος ήταν λοιπόν η πρώτη που επεδίωξε την επικοινωνία με τους ανίατα ασθενείς και αναδείχθηκε ως πρωτοπόρος στον νέο ερευνητικό κλάδο της θανατολογίας, καθώς και στα άσυλα ανιάτων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το περιοδικό Time τη συμπεριέλαβε στους 100 μεγαλύτερους διανοητές του εικοστού αιώνα. (περισσότερα…)