Ειρήνη Καραγιαννίδου

«Τρανή ζωή του τραγουδιού σε αδράχνω»: Σπήλιος Πασαγιάννης (1874-1909)

Σκίτσο που απεικονίζει τον ποιητή από το εξώφυλλο της Ελληνικής Δημιουργίας (τχ. 86, «Η Μάνη και οι λογοτέχνες της – Πασαγιάννηδες»).

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Διαβάζοντας τις Λυρικές παραλλαγές του Νίκου Γρυπάρη, δημοσιογράφου, ποιητή και εκδότη («είμαι ποιητής / δεν γράφω στίχους, μα σφιχτοδένω το φεγγάρι / με των αντίλαλων τους ήχους»), το αντάμωμα με ένα άλλο βιβλίο του, τα Νεοελληνικά φιλολογικά παραλειπόμενα, με οδήγησαν σε έναν ομόσταβλό του, τον Σπήλιο Πασαγιάννη, του οποίου η ζωή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως επίσης κι όσα ακολούθησαν μετά τον θάνατό του.

Πλανεμένη φωνή, που με ποτίζεις ήλιο,
εσένα ακούω μονάχα στον αιθέρα.
Τάμα πανέμορφο κρατούν
παρθένες στο κεφάλι,
με το υπερούσιο το κρασί
γιομάτες ωραιοσκάλιστες λαγήνες·
διάπλατα οι θύρες ανοιχτές
με τις θλιμμένες Μάνες,
που άσπρα ντυμένες καρτερούν
να με γαμπροστολίσουν.

Πρωτοπαρουσιάζεται στη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών, στην εφημερίδα Μούσαι της Ζακύνθου, την οποία εκδίδει ο Λεωνίδας Ζώης, με την «Πρωτομαγιά της Χτικιασμένης», ενώ στη Φιλολογική Ηχώ της Κωνσταντινούπολης δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα.

Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες.
Έλα να σμίξουμε γλυκά. Θυμήσου με και μένα,
που τόσα χρόνια ρέβουμαι στης ερημιάς τους πόνους.
Διάβηκαν χρόνια και καιροί οπού σου τρώει τα νιάτα
η άσπλαχνη η ξενιτιά με το τυράγνισμά της.
Το έρμο το κορμάκι σου στα ξένα παραδέρνει,
και στα πικρά τους βάσανα, και στις ανεμοζάλες,
θα μαραζώσει, θα καεί, θα σβήσει κολασμένο.
Τα ξένα δε σε γέρασαν; δε σ’ έφαγαν τα ξένα;
Φεύγα τα ξένα, κι είν’ οχιές, φίδια φαρμακωμένα,
και φαρμακώνουν και ρουφούν το αίμα σου καλέ μου.
Έλα, γιατί βαλάντωσα και ρέψε την καρδιά μου
αφ’ όντας ξενιτεύτηκες και πήγες σ’ άλλους τόπους.
Έλα να ιδείς το γιόκα μας λεβέντη, παλικάρι
από μωρό που τ’ άφησες και μίσεψες καλέ μου.
Έλα να ιδείς την όμορφη και λυγερή μας κόρη
που μ’ άφησες μικρή μικρή και τώρα θα την εύρεις
με τις πλεξούδες σαν οχιές, παρθένα βυζωμένη.
Έλα να ζήσουμε μαζί μες το νοικοκυριό μας
να ’χουμε τα χωράφια μας, να σπέρνουμε τα στάρια,
που άσκαφτα κι ανόργωτα είν’ τόσα χρόνια τώρα,
Να ’ρχετ’ ο θέρος με καλό, που ’ναι ξανθά τα στάχυα,
μαζί να τα θερίζουμε, μ’ ολόγλυκα τραγούδια,
Και να το τρώμε το ψωμί χωρίς πικρά φαρμάκια.
Να ’ρχετ’ ο τρύγος εύτυχος τ’ αμπέλι να τρυγάμε,
τα ζουμερά σταφύλια του κρασί να τα πατάμε;
Να ’χουμε στο κατώγι μας ολοχρονίς για πιόμα.
Να ’χουμε το λεβέντη μας, και τη χρυσή μας κόρη,
να τραγουδούν στο πλάι μας της νιότης τα τραγούδια,
να μας θυμίζουν τους καιρούς που διάβηκαν για πάντα,
να μας γλυκαίνουν την καρδιά με το χαμόγελό τους,
να μας χαρίζουνε ζωή, παρηγοριά κι ανάσα,
κι έτσι τα χρόνια να περνούν για μας ευτυχισμένα.
Χωρίς καημούς και βάσανα και πόνους και φαρμάκια.
Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες. (περισσότερα…)

«Τη λευτεριά μου ορίζω με το θάνατό μου»: Κώστας Θρακιώτης (1909-1994)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Με τα λουλούδια
και με τους βατράχους;
 
Τι έρχεστε εσείς με τις ανόητες Γραφές
Και τα χρεόγραφα του Σίτυ
Να δώσετε μια καινούργια ενέργεια στους πεθαμένους;
 
Στ’ ολογάλαζο κενό
Μια καινούργια στολή και πανοπλία
Όταν,
 
Η ντροπή κυλάει στις φλέβες σας
Κι ο αγέρας μας
Είναι μολεμένος και βαρύς
Απ’ την αναπνοή σας μονάχα
Όπου σκοτώνει τα λεύτερα πουλιά;

Ο Κώστας Θρακιώτης –ψευδώνυμο του Θαλή Προδρόμου–, ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, λαογράφος και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1909 και έζησε για λίγο στην Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας, αφού ο πατέρας του Θεοδόσιος ήταν διευθυντής στην Λεονταρίδειο Σχολή, και η μητέρα του επίσης δασκάλα, ενώ τις γυμνασιακές του σπουδές τις περάτωσε στο Σουφλί, όπου μαζί με συμμαθητές του, εξέδιδε το μαθητικό περιοδικό Έβρος.

Ω, φέρτε μου τις παιδικές φωλιές των τζιτζικιών
Κι ένα γαρούφαλλο ματωμένο
απ’ το ματόκλαδο της αυγής
Φορτωμένο είναι τ’ όνομά σου από πέτρα κι όνειρα
Και το ποτήρι σου ξέχειλο απ’ το Θρακιώτικο κρασί…

Αφότου πέθανε ο πατέρας του, στα δέκα του χρόνια, το 1919, αποβιβάστηκε στον Πειραιά με τη μητέρα του και αργότερα τελείωσε τις σπουδές του στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διετέλεσε καθηγητής στην Μέση Εκπαίδευση καθώς και σε Δραματικές Σχολές. (περισσότερα…)

Τα προικοσύμφωνα

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Συ, ποῦ ἔχεις κάλλη γιὰ προικιὰ καὶ χάρες γι’ ἀντιπροίκια
γιὰ νὰ πατῇς νἀνθίζουνε καὶ τἄδροσα χαλίκια,
μὰ ποῦ γιὰ μὲ μονάχα
ἥσκιο βαρὺν ἐσκόρπισε θανάτου ἡ ἐμορφιά σου,
ἄκουσε κάτι ποῦ θὰ πῶ γερτὸς στὰ γόνατά σου
σὰν παραμύθι τάχα.
Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Γύρω στα 1900, το πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ αναθέτει στον Βρετανό συγγραφέα και πολεμικό ανταποκριτή Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποττ (1874-1947) ερευνητική αποστολή στην υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία με στόχο τη συλλογή εθνογραφικού υλικού. Ο ίδιος είχε τελειώσει τις σπουδές του στο Εμμάνουελ Κόλλετζ. Ο Άμποττ μετά από ένα διάστημα παραμονής σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες και Δράμα, πριν πάρει τον δρόμο για το Άγιον Όρος, διέμεινε για λίγο και στην Καβάλα. Στο βιβλίο του The tale of a tour in Macedonia –είχαν προηγηθεί άλλοι δύο τόμοι λαογραφικού περιεχομένου: το Songs of Modern Greece (1900) και το Μacedonian Folk-Lore (1903)–, ανάμεσα στις λοιπές πληροφορίες αναφέρεται και η νοσταλγία των Θασίων καπνεργατών της Καβάλας για τον τόπο τους, μιας και ο Άμποττ επισκέπτεται την πόλη την εποχή που οι Θάσιοι καπνεργάτες επιστρέφουν στο νησί.

Όσο ετοιμάζονται για το δεκάωρο ταξίδι του γυρισμού με τα καΐκια –ο χρόνος σήμερα είναι περίπου μιάμιση ώρα με το πλοίο της γραμμής–, γράφει ο συγγραφέας, το λιμάνι αντηχεί από τα τραγούδια τους. Αυτοί οι ταπεινοί εργάτες γιορτάζουν την ημέρα της επιστροφής τους στις εστίες τους. Μερικές από τις συνθέσεις αυτές είναι εξαιρετικά παθητικές όσον αφορά το ύφος τους και είναι γεμάτες από παράδοξα ευφυολογήματα. Οι τελευταίες περιγράφουν τα δεινά του ξενιτεμού, την αφιλόξενη ξενιτιά και την αδιαφορία των ξένων για τον ξενιτεμένο που νοσταλγεί την πατρίδα του, κι οι Θασιώτες νιώθουν την κοινή φρίκη που εκφράζεται εμφατικά στο λαϊκό δίστιχο  που λέει ότι η τύχη του ζητιάνου κι η κακή του μοίρα δεν είναι τόσο πικρές όσο η ξενιτιά. (περισσότερα…)

«Η γλώσσα μου εις ουδεμίαν τάξιν ανήκει»: Ο ποιητής Ηλίας Κατσόγιαννης (1887-1970)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Ας αποθέσουμε σε μια άκρη τη σοδειά
του πόνου, της πνιγμένης οιμωγής,
κι οι δυο μας γέροι,
κι έλα και πάλι, μόνοι μας, καρδιά
να πάρουμε το δρόμο της φυγής
χέρι με χέρι

Παράξενες γεωγραφίες κάνει το μυαλό σαν βγαίνεις από φαρμακείο, και ο ήλιος χάνεται κάπως σήμερα κι ίσως βρέξει, και αυτό το ίσως φέρνει μιαν εικόνα από παλιά, το φαρμακείο-εντευκτήριο του ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη (στο τετράγωνο Βενιζέλου και Ρογκότη, δίπλα από το επίσης ιστορικό βιβλιοπωλείο “Μόλχο”), πρυτανείο λογοτεχνικών μαζώξεων, αντίστοιχο μ’ εκείνο του Πεντζίκη. Ένα φαρμακείο-πρακτορείο διακίνησης πνευματικού υλικού, αφού στο συγκεκριμένο έστελναν βιβλία οι λογοτέχνες από όλη την Ελλάδα για να τα παραλάβουν οι Θεσσαλονικείς. Εκεί επίσης στεγαζόταν άτυπα και τα γραφεία του παραρτήματος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών, κι από το εν λόγω φαρμακείο του Κατσόγιαννη ξεκίνησε και το περιοδικό Μορφές που έβγαζε ο Βασίλης Δεδούσης ‒ το φαρμακείο του Μπαρμπαλιά όπως τον αποκαλούσαν, που αν και Πελοποννήσιος, συνταγογραφήθηκε Σαλονικιός.

Ο Ηλίας Κατσόγιαννης γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου του 1887 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας και ήταν γιος του ιεροδιδάσκαλου Πανάγου και της Ασπασίας Οικονομοπούλου. Τελείωσε το γυμνάσιο της Δημητσάνας και το 1911 αποφοίτησε από την Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών του συμμετείχε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς με το ψευδώνυμο Ηλίας Θερινός, στους οποίους κέρδιζε με τη μορφή του δημοψηφίσματος δίχως τη μεσολάβηση κριτικών επιτροπών. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και απολύθηκε το 1922 με τον βαθμό του Λοχαγού. Το πρώτο του φαρμακείο το άνοιξε στον Πύργο Ηλείας, κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ενώ από το 1920 έζησε και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στην Θεσσαλονίκη, αρχικά επί της οδού Βουλγαροκτόνου κοντά στην πλατεία Ελευθερίας. Ως φαρμακοποιός έγινε γνωστός όταν ανακάλυψε το φάρμακο αιθερμόλη, το οποίο και παρείχε δωρεάν σε όσους θερίζονταν από την ελονοσία. (περισσότερα…)

«Θεέ μου! Λυπήσου τούτη τη γενιά μας!» Ο ποιητής Χρήστος Ντάλιας (1907-1998)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Απ’ της αυγής το ρόδισμα ως της νυχτιάς το σκότος,
σκλάβοι βουβοί καιγόμαστε στου πόνου το καμίνι.
Στα πυκνά δίχτυα μιας βαριάς κατάρας τυλιγμένοι
αγκομαχώντας νιώθουμε τη νιότη μας που σβήνει.

Καημός πικρός… ορθάνοιχτος ο τάφος μάς προσμένει.
Μονάχοι πάμε στ’ άγνωστο. Κι ανήμποροι της μοίρας
ακολουθάμε σιωπηλοί τα μαύρα μονοπάτια.
Καμιά λαχτάρα. Πουθενά δε λάμπει κάποιο φως,
λες και θολώσαν της ψυχής κι αυτά τ’ άγρυπνα μάτια.

Λυπήσου, Θεέ μου, τη γενιά μας κι έλα,
σα λυτρωτής για μια στιγμή, σαν Πάναγνος Θεός,
της πολυστέναχτης ζωής Συ ν’ άρεις το σταυρό.
Χρόνια σκυφτοί βαδίζουμε πάντα στους ίδιους δρόμους
κι αγκαλιασμένοι σέρνουμε του πόνου το χορό.

Ο Χρήστος Ντάλιας, κατά κόσμον Χρήστος Μαλάκης, γεννήθηκε στις 21 Γενάρη του 1907. Μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη όπου και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ελληνογαλλικό Λύκειο Χατζηχρήστου. Είλκυε την καταγωγή του από την Βλάστη της Δυτικής Μακεδονίας. Ο ίδιος στα «Εργοβιογραφικά» του προτάσσει: «ο πατέρας μου ήταν κτίστης που εξελίχθηκε αργότερα σε εργολάβο οικοδομών και η μητέρα μου, το γένος Κεραμοπούλου, ήταν αδελφή του ακαδημαϊκού Αντώνη Κεραμόπουλου».

Ύστερα το πρωί
άκουγα τα βήματά της
στην πατρική σκάλα…
Το βράδυ, η ίδια ιστορία.
Γέμιζε το σπίτι
καρπούς, φύλλα, αποξεραμένα
κλαδιά
τάβαζε στις κούπες,
τα κρέμαγε απ’ το ταβάνι
και κοιμόταν ήσυχη

Σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός στο Βερολίνο και στη Γάνδη του Βελγίου. (περισσότερα…)

«ο ενθουσιώδης ψάλτης, ο ηλεκτρίζων τας ψυχάς»: Αιμίλιος Ριάδης (1880-1935)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

κι έπειτα το κεφάλι μου σφιχτόδεσα
με το λαδί της μοίρας μου τουλπάνι

«Ο Αιμίλιος Ριάδης φαίνεται πως είχεν ενοχληθεί από εκείνην την εγκάρδια υποδοχή που μου είχε κάνει ο Παλαμάς», γράφει στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Γεώργιος Βαφόπουλος, αναφερόμενος στην τελευταία επίσκεψη του Παλαμά στην Θεσσαλονίκη. Ο Ριάδης ήταν ένας από τους πρώτους που δρομολόγησαν το κάλεσμα για τα πενηντάχρονα του ποιητή, καθώς διατηρούσε φιλική σχέση και αλληλογραφία μαζί του.

Σε γράμμα που του απευθύνει έξι μήνες νωρίτερα από την ανάβασή του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς, την 19η Οκτωβρίου του 1927, κι ενώ εξακολουθούσαν οι συνεννοήσεις για τον επικείμενο ερχομό του, του γράφει υποδηλώνοντας και την αγαπητική τους σχέση.

«Αγαπητέ μου Ριάδη,

Κρίμα. Μια φορά που τα σημεία έδειχναν πως η διαφημισμένη γιορτή πήγαινε να πραγματοποιηθή, στις ημέρες μάλιστα που θα πανηγύριζε η χώρα το Μυροβλήτη ποιητικώτατο Άγιο της, βρέθηκ’ έξαφνα πως λείπουν οι παράδες. Είμαι της ιδέας πως η υπόθεση αυτή στεναχωρεί κι εσένα και σε υποβάλλει, από την αρχή μάλιστα που έγινε αντικείμενο και δημοσιογραφικών συζητήσεων, σε ενοχλήσεις… Σ’ ευχαριστώ και σ’ ευγνωμονώ για τον μουσικό σου ενθουσιασμό προς εμένα, που ελπίζω πως θα μείνει απαρασάλευτος.

Πάντα με τη σκέψη του για σένα και την αγάπη του, ο ποιητής

Κωστής Παλαμάς».

Ο Αιμίλιος Ριάδης ήταν συνθέτης, πιανίστας, ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά του 1880. Το όνομα Ριάδης προέρχεται από το Ελευθεριάδης, οικογενειακό επώνυμο της μητέρας του της Αναστασίας Γρηγοριάδου-Νίνη με καταγωγή από το χωριό Λιβάδι Ολύμπου, ενώ ο πατέρας του ήταν ο χημικός-φαρμακοποιός Χάινριχ Κου από το Teschen της Σιλεσίας, που η οικογένεια του είχε απώτατη ελληνική καταγωγή από τις Σέρρες. Ο Ριάδης διέμενε στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου 4 σε μια μονοκατοικία κοντά στη θάλασσα μαζί με τη μητέρα του.

«Την αγαπούσα τη θάλασσα με παιδιάστικον ενθουσιασμό, ίσως όχι όλως διόλου απηλλαγμένον κάποιας λαιμαργίας για τα ωραία της μύδια, στρείδια και, ίσως πολὺ περισσότερο για τα καβούρια, τα χτενάκια, τις δυσπερίγραπτες πίνες και, πρι πάντων, για τους αχινούς της… Θεέ μου! τους αχινούς. Χώρια όμως απὸ δαύτα, τρελλαινόμουν να ξαπλώνουμαι ολόγυμνος πάνω στην ήσυχη ακρογιαλιά, με τον κοσκινισμένο απ’ τις μανίες του Κυρίου χλιαρό άμμο…». (περισσότερα…)

Φυγη, μη-φυγή, φυγή προς τα εμπρός

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
Χρήστος Κολτσίδας
Η καρδιά του Σαμουράι
Θράκα, 2024

Πέμπτη συλλογή για τον Χρήστο Κολτσίδα που διαθέτει μεν ένα πνευματικό και ποιητικό ένστικτο, πλην όμως του αρέσει —απ’ τα Ορεινά του ακόμη— να εμμένει σε γνωστά εμπειρικά μονοπάτια, αρέσκεται στην καταγραφή των ηττημένων της ζωής, έχοντας πάνω του μια μαχόμενη ειλικρίνεια, έστω και ηττημένη κατά καιρούς.

Η έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός, βασικό χαρακτηριστικό του ιμπρεσιονισμού, είναι συνώνυμη με το ιαπωνικό komorebi. Ο τρόπος που το φως του ήλιου περνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων είναι για τους Ιάπωνες ένα παιχνίδι ανάμεσα στη σκιά και το φως —το είδαμε (κάποιοι από εμάς) φέτος στην ταινία του Βιμ Βέντερς Υπέροχες μέρες— κι έτσι όπως στην ταινία ο πρωταγωνιστής το αποτυπώνει αυτό και το εμφανίζει από το φιλμ της παλιάς του φωτογραφικής μηχανής, έτσι κάπως και ο Κολτσίδας προσπαθεί να απαθανατίσει μια εσωτερική συνθήκη, με 16 ασκήσεις ηρεμίας, σαν φωτογραφικά, καλά σκηνοθετημένα, στιγμιότυπα με μια παλιά Zenit. Αυτή η αναφορά στις φωτοσκιάσεις υπάρχει και στο προηγούμενο βιβλίο του, τους Νεροφόρους (2021): «Κάτω απ’ τα πόδια μας χτυπά η όμορφη αρτηρία της αιωνιότητας… / Κι εμείς, / μ’ ένα καθήκον φωτοσκιάσεων, / αναδεύουμε το νερό / στο μεγάλο πηγάδι του κόσμου».

Τι κι αν όλα στην τέχνη γίνονται χάριν του φωτός, —ακόμη και του προσωρινού— για να μοιράζεται ισάξια «λίγο η απειρία της Ζωής, λίγο η πείρα του Θανάτου», σε όλη τη συλλογή του υπάρχει αυτό το δίπολο φως/σκοτάδι —σαν να είναι στα δυο κομμένη· όποιο μισό νικά ή τον διαολίζει και τον αλλάζει σε δηλητήριο ή γλυκαίνει την ψυχή του—, δίπολο που μεταφράζεται στο αντίστοιχο θανάτου/ζωης. «Κάθε πρωί πεθαίνουνε, πλήρη κι εύθραυστα, / τ’ άνθη της κερασιάς… / Κάθε νύχτα, της κερασιάς τα άνθη / σαν φαναράκια ανάβουνε…», του φόβου και του θάρρους, της τόλμης και της ατολμίας, «ο Σαμουράι έχει ένα ξίφος βρόχινο / καλά ακονισμένο /. Το τραβάει απ’ τη θήκη, κόβει με μιαν ανάσα το κενό, / ξαναθηκώνει…».

Ο Βαγγέλης Μπριάνας, συντοπίτης και ομόσταυλος, αφιερώνει το προοιμιακής λειτουργίας ποίημα «Ντελάλης» στον Χρήστο Κολτσίδα: «με βήματα πάντοτε κοφτά / προχωρά μπροστά η γκλίτσα / να το βλέμμα της στραμμένο προς τα πίσω / κοιτάζει τη σκιά / τόσο τη φοβάται / που το χέρι μας ζητά να γίνει προσωπίδα». Και ο Κολτσίδας γράφει στην «Κραυγή» του: «Για να τρομάξει τους εχθρούς του / ο Σαμουράι βγάζει μια κραυγή. / Αλλά απ’ την κραυγή / τρομάζει κι ο εαυτός του». (περισσότερα…)

«Αχ! Χρόνε-Κρόνε-δολοφόνε»: Θωμάς Π. Λαλαπάνος (1903-1989)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Κι ο μύθος δεν τελειώνει.
Μια θάλασσα μας νανουρίζει τ’ όνειρο
και μια στεριά την περιπέτεια.
ΘΩΜΑΣ Π. ΛΑΛΑΠΑΝΟΣ
«Αργώ», Χρυσά κύπελλα, 1967

Ένας χρόνος πέρασε από το πολύνεκρο ναυάγιο του προσφυγικού σκάφος ανοιχτά της Πύλου και διαβάζω για ένα άλλο: αυτό του πλοίου «Χειμάρρα», επιβατηγού με την αρχική ονομασία “Hertha”, το οποίο δόθηκε στην Ελλάδα από την βρετανική κυβέρνηση στο πλαίσιο των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων, μιαν άλλην εποχή με κρύο, ημέρα Κυριακή 19 Γενάρη του 1947, και όπου πνίγηκαν 383 άνθρωποι, γεγονός που επικυρώνει το ψευδές της εισαγωγής του ποιητή «βγάζει ασημί η θάλασσα κι ο έρωτας χρυσάφι».

Το πρωί της προηγούμενης μέρας, στις 8.30 π.μ., το 42 ετών σκαρί, απέπλευσε από τη Θεσσαλονίκη για τον Πειραιά. Ο πλοίαρχος Σπύρος Π. Μπιλίνης εξαιτίας της κακοκαιρίας, αποφάσισε να μην ανοιχτεί στο Αιγαίο αλλά να πλεύσει δυτικά της Ευβοίας, περνώντας από την Χαλκίδα και τον Ευβοϊκό κόλπο, εκεί όπου το συγκλόνισε τρομερή έκρηξη. Η πρώτη υποψία ήταν ότι έπεσε πάνω σε νάρκη, σύνηθες φαινόμενο εκείνον τον –μετά τον Πόλεμο– καιρό.

Ο Τύπος, επηρεασμένος από το εμφυλιακό κλίμα, την επομένη του ναυαγίου επικαλέστηκε σαμποτάζ αναρχικών και κομμουνιστών –στο πλοίο επέβαιναν 34 εξόριστοι πολιτικοί κρατούμενοι–, η εφημερίδα Εστία έγραψε ότι «οι κομμουνισταί είχαν κάθε λόγον να εξαφανίσουν μεταφερομένους συμμορίτας διά να λείψουν αι αναμφισβήτητοι αποδείξεις περί της αναρχοκομμουνιστικής δράσεως», οι γνώμες έδιναν κι έπαιρναν. Τελικά το πόρισμα από τις ανακρίσεις που διενήργησε η Ανακριτική Επιτροπή Ελέγχου Ναυτικών Ατυχημάτων, κατέληξε πως το πλοίο δεν κινούνταν επί της ορθής πορείας, με αποτέλεσμα να προσκρούσει στη βραχονησίδα Γάιδαρο και να προκληθεί ρήγμα. (περισσότερα…)

«Πια τυμβωρύχος έγινα του τάφου μου»: Γεράσιμος Σπαταλάς (1877-1971), ο ποιητής και ο αγωνιστής

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Του κάκου σχήμα στο νερό θα προσπαθείς να δώσεις
Άλλο απ’ τ’ αγγειό που θα το κλειεί, ξένη δανείζεται μορφή.
Μάταια την πέτρα θα χτυπάς σα σίδερο να λυγιστεί,
Σε στιά κι’ αν την πυρώσεις.

Ενώ κι’ ο ταπεινός πηλός φέρνει στο φως συχνά ομορφιές,
Και το πεντελικό αν το κρους με τα ικανά εργαλεία,
Π’ από τη γη στον Όλυμπο σ’ υψώνουνε πολλές φορές,
Γιατί στην όψη την ψυχή του πλάστη έχουν θεία.

Όμως ποιός έδωσε ποτέ το κρυσταλλένιο σχήμα
Στον ήλιο τον αδάμαντα βιασμένο απ’ άλλο σώμα;
Σιγά-σιγά θα τρίβεται ανυπόταχτος,
Δεν υπακούει παρ’ αν τριφτεί με το δικό του τρίμμα.

Και της ουσίας η λάμψη του, που τόσο μάς μαγεύει εδώ,
Τέχνη, χωρίς αντίποινα περιφρονάει και σένα,
Τι όχι το σχήμα, μα η ψυχή κρατεί έναν ουρανό,
Και δε φοβάται χαλασμό σ’ αυτό που κλειεί κανένα.

Υπερασπιστής του έργου του Διονύσιου Σολωμού κι ο πρώτος ίσως που πίστεψε στην ποιητική αξία τού κατά επτά χρόνια μικρότερού του Κώστα Βάρναλη, συναγωνιστής του Κωνσταντίνου Θεοτόκη στην Κέρκυρα και υποστηρικτής μιας σοσιαλιστικής κοινωνικής επανάστασης, πολυγραφότατος με ποιητικές συλλογές, δράματα, μεταφράσεις, μελέτες για τη στιχουργική, μα αδικημένος αφού για το τεράστιο έργο του λίγα μόνο έχουν γραφτεί, ο Γεράσιμος Σπαταλάς γεννήθηκε στους Σιναράδες της Κέρκυρας το 1877.

Πώς το θυμάμαι το χωριό την ώρα που νυχτώνει!
Μακριά χανόταν το βουνό σ’ αχνοϋφασμένα θάμπη
Κ’ ενώ η μονότονη φωνή γρικιώτανε του γκιώνη
να σμίγουν έβλεπα μαζί κ’ η θάλασσα κ’ οι κάμποι) (περισσότερα…)

Μια χώρα που τη λένε Χιροσίμα

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Μπερδευόμαστε καμιὰ φορὰ ὅσοι σπουδάσαμε φιλολογία ὅταν πιάνουμε ἕνα βιβλίο στὰ χέρια μας, ἐπειδὴ ἐθιστήκαμε νὰ ψάχνουμε τί ἐνδεχομένως εἶναι ἀξιερεύνητο κι’ ὄχι τί εἶναι ἀξιανάγνωστο σ’ αὐτό. Ἀλλιῶς, θὰ τὸ ἔλεγα ὡς ἑξῆς: ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν τελικὰ σὲ μιὰ κρίση ἢ σ’ ἕνα κείμενο βασισμένο πιθανότατα σὲ ἕνα θεωρητικὸ/ἑρμηνευτικὸ κοστουμάκι, κι’ ὄχι στὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ —ἢ δὲν μπορεῖ— νὰ μᾶς δώσει τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ποὺ πιάσαμε νὰ διαβάσουμε. Τελικά, καταλήγουμε σὲ μιὰν ἀξιολόγηση ποὺ συχνὰ εἶναι παραπλανητικὴ τόσο γιὰ ἐμᾶς ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀναγνώστη, διότι ἑδράζεται σὲ ἐπισφαλῆ κριτήρια. Ὅταν παρουσιάζουμε ἕνα βιβλίο καλούμαστε νὰ κάνουμε δύο πράγματα: κατὰ πρῶτον νὰ κρίνουμε τὸ βιβλίο σιωπηρά, μιᾶς καὶ ἡ ἀποδοχή μας νὰ συμμετέχουμε στὴν παρουσίασή του δηλώνει κάτι ἐξ’ ὑπαρχῆς (ἐκτὸς κι’ ἂν κάνουμε 20 παρουσιάσεις τὸν χρόνο, ἄρα ἐκεῖ μιλᾶμε γιὰ παροχὴ ὑπηρεσιῶν)· κατὰ δεύτερον νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο αὐτὸ κατὰ τὸν ἑλκυστικότερο δυνατὸ τρόπο ὥστε ὁ κόσμος ποὺ ἔχει ἔρθει, νὰ βρεῖ κάτι σ’ αὐτὸ ποὺ τελικὰ θὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ τὸ ἀγοράσει ‒ διότι, κάπου-κάπου ἂς τὸ λέμε, πέρα ἀπὸ πολιτιστικὴ συμβολὴ κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ σωστὰ πλὴν γλυκερά, τὸ βιβλίο εἶναι κι’ ἕνα προϊὸν ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὅταν τὸ κοινὸ τὸ ἀγκαλιάζει ‒ κι’ ὅταν λέω «τὸ ἀγκαλιάζει» ἐννοῶ «τὸ ἀγοράζει». Αὐτὰ γιὰ ἀρχή, ὥστε νὰ διευκρινίσω ἐκ προοιμίου ὅτι ὅλα ὅσα καταλογίστηκαν παραπάνω στὸ μετιέ μου, θὰ τὰ κάνω κι’ ἐγὼ δίχως φόβο καὶ πάθος, ἐλπίζω ὡστόσο κάπως πιὸ συγκρατημένα. (περισσότερα…)

Χορεύοντας το κίτρινο του φόβου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΩΜΑΤΗΝΟΥ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Όταν πριν από κάμποσα χρόνια είχα διαβάσει για πρώτη φορά τη δεύτερη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Καραγιαννίδου, Παραθαλάσσιο οικόπεδο (Πανοπτικόν, 2017), μου είχε έρθει στον νου ένα απόσπασμα από τους Δακτύλιους του Κρόνου του Μαξ Ζέμπαλντ· ένα απόσπασμα που εκκινεί από την απλή παρατήρηση ότι οι ψαράδες σπάνια πιάνουν κουβέντα με τον διπλανό τους. Στα μάτια του Ζέμπαλντ, παρόλο που έχουν όλοι τους το βλέμμα στυλωμένο στην Ανατολή και κοιτάζουν τον ορίζοντα να ροδίζει στο φως του δειλινού και της αυγής, μοιάζουν να είναι ολομόναχοι και να μην εμπιστεύονται παρά μόνο τον εαυτό τους.

«Αμφιβάλλω», γράφει, «κατά πόσο όλοι αυτοί οι άνδρες κάθονται μέρες και νύχτες ατέλειωτες στην ακτή μόνο και μόνο προσμένοντας, όπως ισχυρίζονται, να δουν τους μέρλαγκες να περνούν στα ανοιχτά, τα καλκάνια να γλιστρούν προς την επιφάνεια ή τους μπακαλιάρους να βγαίνουν στα ρηχά. Μάλλον μού φαίνεται ότι απλώς προτιμούν να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου έχουν πίσω τους τον κόσμο και μπροστά τους την απόλυτη απεραντοσύνη».1 (περισσότερα…)

«Καὶ ὁ θάνατός του εἶνε ἀπολύτρωσις…» – Μιχαήλ Μητσάκης (5.8.1868 – 6.6.1916)

*

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

*

Στις 6 Ιουνίου του 1916, ο Μιχαήλ Μητσάκης πεθαίνει από περιπνευμονία στο Δρομοκαΐτειο. Από διετίας εξάλλου, «είχεν εξαφανισθή από τα κέντρα και ιδίως από τα γραφεία των πρωινών εφημερίδων των οποίων ήτο το στοιχειό όπου εκεί έγραφεν αλλόκοτους ελληνογαλλικούς στίχους».

Οι εφημερίδες της εποχής αντιμετωπίζουν το γεγονός του θανάτου του σαν αυτούς στα ποιήματά του «που φτιάχνουν τα κλειδιά, κόβουνε τα καπίκια».

Η χθεσινή μελαγχολική πομπή δεν ήτο αναμφιβόλως η κηδεία του, μολονότι μας ωδήγησεν εις το νεκροταφείον. Ειπέτε καλύτερα ότι ήτο μια επιμνημόσυνος δέησις, εις την οποίαν συνέβη τούτο το περίεργον, να έχωμεν μαζί μας και τον νεκρόν.

γράφει ο συνονόματός του Περάνθης στον τόμο για το έργο του.

Ο Μητσάκης γεννήθηκε το 1868 στα Μέγαρα και πήγε σχολείο στην Σπάρτη όπου και εξέδωσε την χειρόγραφη βραχύβια εφημερίδα Ταΰγετος. «Τρελλούτσικος, μύωψ και αδύνατος, πολλά υπέφερε μικρός από τους συνομηλίκους του», έγραφε ο ίδιος, «ο αργός περιπατητής, πλάνης αδιάφορος που έσερνε το βήμα του το άσκοπον, ξένος προς την πέριξ κίνησιν ακολουθών των φευγαλέων σκέψεών του τον ειρμόν ή βυθισμένος εις τα σκότη των κενών του». Αν και φοίτησε για δύο έτη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στην δημοσιογραφία με αρκετές αποστολές, ταξιδεύοντας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και αποτυπώνοντας τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες.

Ακάθιστος και πολυπράγμων, συμμετέχει αρχικά στη σύνταξη της σατιρικού περιεχομένου εφημερίδας Ασμοδαίος, δημοσιεύει άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά των Αθηνών, εκδίδει τις ευθυμογραφικές εφημερίδες Θόρυβος και Πρωτεύουσα, υπογράφοντας με ψευδώνυμα μεταξύ των οποίων Ιξίων, Καιροσκόπος, Πλανόδιος, Κόθορνος, Κρακ, υπήρξε διευθυντής του Ελληνικού Ημερολογίου του Π. Δ. Σακελλαρίου, συνίδρυσε το σατιρικό Άστυ μαζί με τους Θέμο και Μπάμπη Άννινο. (περισσότερα…)