Γιώργος Σεφέρης

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [3/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Των εισηγήσεων της Ι. Τσιβάκου και του Κ. Ανδρουλιδάκη, που προηγήθηκαν, έπεται σήμερα η ανάρτηση της ομιλίας του Σ. Γουνελά.   —  ΝΠ

~.~

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Αρχίζω με ένα απόσπασμα του Σεφέρη από τον Πρόλογο στην Έρημη χώρα του Έλιοτ:

«Το δίλημμα είναι αμείλικτο: είτε θ’ αντικρύσουμε τον δυτικό πολιτισμό, που είναι κατά μέγα μέρος και δικός μας, μελετώντας με λογισμό και με νηφάλιο θάρρος τις ζωντανές πηγές του –κι αυτό δεν βλέπω πως μπορεί να γίνει αν δεν αντλήσουμε τη δύναμη από τις δικές μας ρίζες και χωρίς ένα συστηματικό μόχθο για τη δική μας παράδοση– είτε θα του γυρίσουμε τις πλάτες και θα τον αγνοήσουμε, αφήνοντας τον να μας υπερφαλαγγίσει με κάποιο τρόπο από τα κάτω, με τη βιομηχανοποιημένη, την αγοραία, τη χειρότερη μορφή της επίδρασής του».

Και σε σημείωση πρόσθετε: «Αυτού του είδους το υπερφαλάγγισμα έχει προχωρήσει απελπιστικά και ανεμπόδιστα».

Αυτός που ασχολήθηκε με την προτροπή του Σεφέρη ήταν ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα, στο βιβλίο του Δύο κείμενα παραλληλίζει τον Σωκράτη με τον Πασκάλ. Ο Σωκράτης έλεγε πως όταν ήταν νέος, ασχολήθηκε με την «περί φύσεως ιστορίαν», αλλά όταν κατάλαβε ότι δεν ξέρει ποιος είναι, κατέφυγε στους λόγους για να μάθει την αλήθεια. Ο Πασκάλ από την άλλη, η μεγάλη αυτή διάνοια της φυσικομαθηματικής επιστήμης, δήλωσε ότι οι επιστήμες αυτές δεν είναι κατάλληλες για τον άνθρωπο και κλείστηκε σε ένα παλιό γυναικομονάστηρο όπου μελετούσε και έγραφε για τις χριστιανικές αλήθειες. Ο Πασκάλ προέβη και στην παρακάτω διατύπωση: «Υπάρχει μια λογική της καρδιάς που η άλλη λογική δεν την γνωρίζει». (περισσότερα…)

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο;

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο; Όταν το παραδίδεις στον εκδότη, άψογο όπως νομίζεις, έχεις για λίγο την ψευδαίσθηση ότι ξεμπέρδεψες μαζί του. Φτάνουν όμως οι πρώτες διορθώσεις και συνέρχεσαι. Ακολουθεί πάλη κανονική με τις λέξεις, τα μολύβια βγαίνουν από το συρτάρι, οι κόκκινες πένες πιάνουν δουλειἀ, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα, μέχρι το τυπωθήτω. Ο διορθωτής και ο επιμελητής (τι φιλάνθρωπα επαγγέλματα – έπρεπε να έρθει το ίντερνετ για να το κατανοήσουμε πλήρως!), οι τροχονόμοι της γραφής λοιπόν σου ανοίγουν τα μάτια: το άψογο δεν είναι τόσο άψογο όσο το νόμιζες, υπάρχουν ακόμη ασάφειες, ανακολουθίες, σημεία θολά.

Αλλά και μετά το τύπωμα, οι φορές που πέφτεις πάνω σ’ ένα λάθος, σ’ ένα στίχο, σ’ ένα χωρίο προβληματικό είναι κάμποσες. Και τότε λυπάσαι που δεν πρόλαβες να το τσιμπήσεις όταν έπρεπε. Και ευελπιστείς ότι, σε μια ξανακοιταγμένη ανατύπωση ή εντελώς νέα έκδοση, θα σου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να επανορθώσεις. Και όταν φτάνει επιτέλους αυτή η ευκαιρία (όχι τόσο συχνά όσο θα το ήθελες…), ώ του θαύματος, όλα ξεκινούν και πάλι απ’ την αρχή. Και πάλι διορθώσεις, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα. Και πάλι ανακολουθίες. Και πάλι λάθη και ασάφειες και σημεία θολά! Μα πού κρύβονταν τόσο καιρό, αναρωτιέσαι. Πώς δεν τα είδα, πώς δεν τα είχαμε δει;

Τελειώνουν λοιπόν ποτέ όλα αυτά; «Τα ποιήματα δεν τελειώνουν – εγκαταλείπονται», απαντά βαρύθυμα από τον αιώνα του ο Πωλ Βαλερύ. (περισσότερα…)

Τζακαράντες

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ο Γιώργος Σεφέρης φαίνεται πως έκθαμβος πρωταντίκρισε σε πλήρη ανθοφορία τις τζακαράντες τον Οκτώβριο του 1941, στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής. Γράφει στο ημερολόγιό του (Μέρες Δ΄) την Τρίτη [14] Οκτώβρη 1941: «Η τζακαράντα, το δέντρο με τα μενεξεδένια μάτια, που κρατά καστανιέτες». Και συμπληρώνει δέκα μέρες σχεδόν μετά (Σάββατο, 25 Οκτώβρη):

«Οι τζακαράντες αρχίζουν τώρα να πρασινίζουν. Σε λίγο η μενεξεδένια χάρη τους θα έχει χαθεί. Μοιάζουν σαν τα όμορφα παιδιά που ασκημίζουν μεγαλώνοντας».

Το μενεξεδένιο χρώμα της κι οι καρποί της που μοιάζουν στις ισπανικές καστανιέτες υποβάλλουν ακαριαία στον ποιητή την αίσθηση της χορευτικής κίνησης. Κι έτσι χορεύοντας τις παρουσιάζει στο ποίημα που γράφει πάλι εκεί στην Πρετόρια, μάλλον προς το τέλος του ίδιου μήνα, όπως φανερώνει κι η αναφορά στον Ευπλόκαμο Νυχθήμερο, που απάντησε στον Ζωολογικό κήπο (26 Οκτώβρη. Την ίδια αυτή χειρόγραφη ένδειξη του ποιητή φέρει εξάλλου κι ο φάκελος που περιέχει το αυτόγραφο, στο Αρχείο του: «Της Μαρώς KERK STR. OOST 1941 τ’ άη Δημήτρη»).

KERK STR. OOST, PRETORIA, TRANSVAAL

Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας
ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.
Αδιάφορα όλα τ’ άλλα, κι αυτό
το Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς
του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια
ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.
Και τρέχαν τ’ αυτοκίνητα δείχνοντας
γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.
Στο τέλος του δρόμου μάς περίμενε
δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του
ο ασημένιος φασιανός της Κίνας
ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε. (περισσότερα…)

Γιώργος Σεφέρης, Λαμπρή, 6 Μάη 1945

*

Στην πλαϊνή ταβέρνα τραγουδούν, μαζί με άλλα τραγούδια, το Χριστός Ανέστη. Όλος ο κόσμος διψασμένος για τούτη την Ανάσταση.

Σα να άραξα σήμερα στο λιμάνι που άφησα, εδώ και τέσσερα χρόνια, τη Μεγάλη Παρασκευή, σ’ ένα παραθαλάσσιο εκκλησάκι στον Ωρωπό.

Ένα ξαλάφρωμα, και κάπως –αρκετά ίσως– χαμένος· όπως ο ναύτης που γυρίζει στο σπίτι του.

*

*

*

*

 

Μια σημείωση από αφορμή τη χτεσινή μέρα

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Τρίτη 30 Μάρτη του 1943, από το Κάϊρο, έγραφε ο Σεφέρης στο ημερολόγιό του:

«Ιωάννου συγγραφέως της Κλίμακος, λέει το εορτολόγιο. Τί να ήταν άραγε αυτός  ο άγνωστός μου συγγραφέας; Ίσως η χάρη του μ’ έκανε να ξαναδιαβάσω σήμερα τον “Βασιλιά της Ασίνης”».

Μέρες Δ΄, Ίκαρος, Αθήνα 1977

Όταν είχα πρωτοδιαβάσει αυτό το απόσπασμα από το ημερολόγιο του Σεφέρη, ομολογώ ότι είχα εντυπωσιαστεί από την εκθαμβωτική άγνοια (του Ιωάννη της Κλίμακος) και την ανερυθρίαστη αλαζονεία του ποιητή (να γράφει πως η χάρη του άγνωστου Ιωάννη τον οδήγησε να ξαναδιαβάσει τον δικό του «Βασιλιά της Ασίνης»). Έτσι νόμιζα για καιρό πολύ, κι όχι απολύτως αβάσιμα. Στην πορεία όμως είδα πως τα πράγματα και οι περιπλανήσεις των ιδεών μπορεί να ακολουθούν τελείως διαφορετικά, κι εν πολλοίς ασύνειδα, μονοπάτια από όσα είτε εμείς οι αναγνώστες είτε πολύ περισσότερο οι ίδιοι οι δημιουργοί είμαστε διατεθειμένοι ή μπορούμε να καταλάβουμε.

Και πρώτα απ’ όλα, μάλλον είχε κάθε δίκιο εκείνη την εποχή ο Σεφέρης να μιλά για τον Ιωάννη της Κλίμακος και το έργο του ως άγνωστο, καθώς είτε θα έπρεπε να στραφεί στην Πατρολογία του Migne (και με ποιαν αφορμή, παραπομπή ή εντυχούσα μνεία άλλωστε;) ή να ανατρέξει παλαιότερες ελληνικές αποδόσεις του 17ου ή και του 19ου αιώνα, που κινούνταν όμως εντός ενός εκκλησιαστικού και μοναστικού περιβάλλοντος. Ή πάλι να στραφεί σε γαλλικές μεταφράσεις (μία μάλιστα εξ αυτών καμωμένη από τους γιανσενιστές που εξόχως εκτίμησαν την Κλίμακα του Σιναΐτη Ιωάννη). Και πάλι όμως, έλειπαν οι εξωτερικές αφορμήσεις, θες ντόπιες θες αλλοδαπές. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #3 Γιώργος Σεφέρης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
1900-1971

-> Από πού να ξεκινήσω;

Κατά τη δεκαετία του 1930, ο Γιώργος Σεφέρης αποκρυσταλλώνει ένα λόγο μοντέρνο που ανοίγει στο σώμα της νεοελληνικής ποίησης τομές κομβικές και πρωτόγνωρες. Κι αυτή η μεταβολή δεν λαμβάνει χώρα τόσο με την περιβόητη (και σε κάθε περίπτωση πολύ αξιόλογη) παρθενική ποιητική συλλογή του, Στροφή, στην οποία ακόμα κυοφορείται αυτό που πάει να γεννηθεί, όσο με το Μυθιστόρημα και το Τετράδιο Γυμνασμάτων, συλλογές που αποτελούν ενδεχομένως και το αντιπροσωπευτικότερο κατώφλι στο ευρύτερο ποιητικό του σύμπαν. Εκεί ο αναγνώστης θα μπορέσει να ανιχνεύσει μοτίβα από την αρχαιότητα και τη μυθολογία αποτυπωμένα μ’ ένα λόγο καθημερινό και με μια ποιητική φωνή που μετέρχεται τη γλώσσα του μοντέρνου κόσμου, ενώ, παράλληλα, θα είναι σε θέση να παρακολουθήσει το διάλογο περί του τι σημαίνει Ελλάδα και πώς μπορεί αυτή να συνομιλήσει με μια ζωή που αλλάζει πλέον στην παγκοσμιότητα σε ραγδαίο βαθμό. Από αυτά τα έργα, μάλιστα, προέρχονται και αρκετές (αν όχι οι περισσότερες) φράσεις του Σεφέρη που έχουν αποκοπεί από τα αρχικά τους συμφραζόμενα και λειτουργούν έκτοτε ως γνωμικά αυτόνομα και υπερχρονικά.

(περισσότερα…)

Θρύλοι μιας άλλοτε ζωής

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γεώργιος Σεφεριάδης και Μαρία Καλογεροπούλου, θρύλοι μιας άλλοτε ζωής. Λονδίνο, Royal Albert Hall, 27 Φεβρουαρίου 1962.* Ο πρώτος υπηρετούσε τους τελευταίους μήνες της πρεσβευτικής θητείας του στην αγγλική πρωτεύουσα, η δεύτερη έχει έρθει για μια εμφάνιση στο φημισμένο συναυλιακό θέατρο. Τη συνάντησή τους μετά την παράσταση, ο ποιητής δεν τη μνημονεύει στις Μέρες, ίσως δεν ειπώθηκε και τίποτε αξιομνημόνευτο αναμεταξύ τους. «Τραγούδησε, μικρή Αφροδίτη, τραγούδησε…»

(Σημειώσεις, ίσως, για ένα ποίημα.)

*Για την ακριβή χρονολόγηση της φωτογραφίας, ευχαριστώ τον Αλέξανδρο Δαμίγο.

~.~

Η αδιάλειπτη ακτινοβολία του Κωστή Παλαμά (σαν σήμερα πέθανε, στις 27.2.1943) για κάποιο δυσπροσδιόριστο λόγο φαίνεται να ενοχλεί κάμποσους στο ποιητικό μας σινάφι.
«Ποιοι διαβάζουν σήμερα Παλαμά;» ρωτούν και ξαναρωτούν. Στο ερώτημα αυτό προσωπικά έχω επανειλημμένα απαντήσει, αλλά δεν πειράζει, επανάληψις μήτηρ μαθήσεως. Ας (ξανα)δούμε λίγο τα νούμερα.

Η ανθολογία Κασίνη βγήκε τον Δεκέμβρη του 2004. Ώς το 2011 είχαν κυκλοφορήσει άλλες έξι ανατυπώσεις της (έχω την 7η εκτύπωση) και ακολούθησαν κι άλλες (ώς το 2017 τουλάχιστον, κατά τα αναγραφόμενα στην ιστοσελίδα του Πατάκη). Η κλασσική ανθολογία Κατσίμπαλη-Καραντώνη (πρώτη έκδοση 1973), μόνο από το 1994 και εντεύθεν έχει ανατυπωθεί τουλάχιστον 10 φορές από την Εστία. Η ίδια ανθολογία (σε επιτομή) κυκλοφόρησε το 2014 από την Καθημερινή – οι προσφορές της εφημερίδας συνήθως τυπώνονται σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα.

Σε αυτές πρέπει να προστεθούν: η Ανθολογία Λάγιου (Ερμής, 2001), η Ανθολογία του Κ. Χατζηαντωνίου (Κέδρος, 2018), οι έντεκα τόμοι των παλαμικών ποιημάτων στη σειρά των νέων Απάντων (Ίδρυμα Παλαμά, 2018-2021), η ερωτική ανθολογία Βουτουρή (Μελάνι, 2018), τουλάχιστον άλλες δύο ανθολογίες (ΑΛΔΕ 2017, Ενάλιος 2013) και καμιά 15αριά νέες εκδόσεις μεμονωμένων συλλογών του ποιητή.

Τα Σατιρικά γυμνάσματα και μόνον κυκλοφόρησαν σε 2 (εξαντλητικά σχολιασμένες!) εκδόσεις την τελευταία δεκαετία (Μερακλή και Κοκόλη), ο Δωδεκάλογος κυκλοφόρησε σε 5 διαφορετικές αυτοτελείς νέες εκδόσεις μετά το 2014, κ.ο.κ., κ.ο.κ. Ιδίως μετά την απελευθέρωση των δικαιωμάτων του έργου του το 2013, ο Παλαμάς ζει κανονική εκδοτική αναγέννηση: κοντά 50 διαφορετικές εκδόσεις μετράει η Βιβλιονέτ, σχεδόν 5 νέες τον χρόνο, χώρια οι ανατυπώσεις! Για πόσους άλλους Έλληνες συγγραφείς μπορούμε να πούμε κάτι παρόμοιο;

Ώστε ότι διαβάζουν σήμερα κάποιοι (πολλοί!) τον Παλαμά είναι εντελώς αδιαμφισβήτητο. Το μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο του το δείχνουν άλλωστε και οι νέες μελοποιήσεις, οι κριτικές μελέτες, οι σκηνικές παραστάσεις, τα επιστημονικά συνέδρια, οι νέες μεταφράσεις.

Εξίσου αδιαμφισβήτητο είναι όμως και το γεγονός ότι η πλειονότητα των σημερινών ποιητών τον Παλαμά ΔΕΝ τον διαβάζει. (Τονίζω το «πλειονότητα», αρκετοί και διαρκώς αυξανόμενοι είναι τα τελευταία χρόνια οι ποιητές μας, ιδίως οι νεώτεροι, που εμπράκτως έχουν δείξει το ενδιαφέρον τους γι’ αυτόν). Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με δύο διακριτούς κόσμους.

Μήπως να αναδιατυπώναμε τότε το ερώτημα; Αυτούς τους πρώτους, τους ποιητές που ΔΕΝ διαβάζουν Παλαμά, ποιοί τους διαβάζουν σήμερα; Τι σημασία έχει τέλος πάντων, ποιον μπορεί να αφορά η όποια γνώμη τους;

~.~ (περισσότερα…)

«Κάτι ανίδεοι τύποι…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τέσσερις φίλοι, ένας οινοποιός, ένας γευσιγνώστης, ένας ιστορικός της αμπελουργίας κι ένας απλός εραστής του κρασιού, τα πίνουν.

– «Δοκιμάστε αυτό, φίλοι μου, δεν θα βρείτε καλύτερο. Δική μου παραγωγή!» λέει ο οινοποιός γεμίζοντάς τους με υπερηφάνεια τα ποτήρια. «Και ξέρετε τι λένε: Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος!»

– «Δεν θέλω να σου πάω κόντρα, αγαπητέ», του απαντάει εύθυμα ο γευσιγνώστης μετά την πρώτη γουλιά. «Το κρασί σου είναι θεσπέσιο πράγματι, όμως ξέρεις τι άλλο λένε: “Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει!” Εμείς στη δική μας τη δουλειά είμαστε πιο αντικειμενικοί επειδή συγκρίνουμε. Άρα πιο αρμόδιοι να κρίνουμε».

– «Φίλτατοι, φίλτατοι, πόσο έξω πέφτετε και οι δύο!», πετάγεται ο ιστορικός. «Επειδή ζείτε κι οι δυο με πάθος το παρόν του επαγγέλματός σας, βασίζεστε στη γνώμη σας, που την θεωρείτε προσωπική και κατακτημένη με άσκηση και με κόπο. Όμως αιώνες πολλοί και αμέτρητες γενιές ανθρώπων εργάστηκαν για να φτιάξουν τις ποικιλίες και τις κράσεις των οποίων αυτήν την έξοχα εκλεπτυσμένη και εξευγενισμένη παραλλαγή έχουμε σήμερα τη χαρά να απολαμβάνουμε. Είναι η παράδοση που αποφασίζει πριν από μας για μας τι μας αρέσει!»

– «Δεν ξέρω τι ’ναι αυτά που τσαμπουνάτε εσείς οι επαγγελματίες», τον διακόπτει ο τέταρτος της παρέας. «Αυτό που ξέρω είναι ότι δίχως εμάς τους απλούς κρασοπότες, όλοι σας τώρα θα ψάχνατε για δουλειά. Έλα!» λέει στον οινοποιό, «ξανακέρνα μας! Τι είναι καλό το αποφασίζουν πάντα κάτι ανίδεοι τύποι σαν κι εμένα. Κι αυτό εδώ, σας δίνω τον λόγο μου, είναι αληθινό νέκταρ!»

~.~ (περισσότερα…)

Προκαταλήψεις των ειδημόνων

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Φαινομενικά παράδοξο. Όσο γερνάει και καταπέφτει η Δύση, τόσο περισσότερο θρασομανούν στο εσωτερικό της ο φανατισμός και οι πούρες ιδεολογίες. Πώς να εξηγηθεί αυτός ο αγέραστος ιεραποστολισμός λ.χ., που ως άλλοι Σταυροφόροι οπτασιάζεται ότι τα οχτώ δέκατα της ανθρωπότητας δεν μπορεί, αργά ή γρήγορα θα πέσουν να τον προσκυνήσουν; Που σε όλα τα ζητήματα, από το σεξ ώς την οικονομία, κουνάει διαρκώς το δάχτυλό του στον πλανήτη, ωσάν να είχε βρει τη μία και μοναδική από αιώνων αλήθεια και τώρα την πρακτορεύει κατ’ αποκλειστικότητα;

Το παράδοξο παύει όμως να είναι τέτοιο, όταν αναλογιστεί κανείς τι είναι η Δύση, τι ήταν εξ υπαρχής: ανηλεής, δογματικός μεσσιανισμός. Η ιδέα της Προόδου δεν είναι λιγότερο ολοκληρωτική από την ιδέα της Σωτηρίας, την οποία διαδέχτηκε.

Για τον συνειδητό αρνητή της δεύτερης έχασκε αναπόφευκτη πάντα η Κόλαση. Μέση λύση δεν υπήρχε. Για τον αρνητή της πρώτης, για όποιον τολμάει καν να αναρωτηθεί δημοσίως γι’ αυτή την αυθαίρετη, όλως διόλου παλαβή εξίσωση ότι τεχνολογία + δικαιώματα = ευδαιμονία, καραδοκεί η κατακεραυνωτική μομφή ότι είναι οπαδός της βαρβαρότητας… Λες και υπήρξαν ποτέ καιροί βαρβαρότεροι, αιματηρότεροι, βαναυσότεροι από αυτούς που διαδέχθηκαν τον οδοντοφόρο, κορυθαίολο Διαφωτισμό…

Όπως στους κακογερασμένους ο φυσικός μαρασμός του σώματος φέρνει πολλές φορές στην επιφάνεια γυμνές και αμετρίαστες πλέον τις βαθύτερες έξεις του χαρακτήρα, έτσι κι εδώ η πολιτική και κοινωνική παρακμή της Δύσης πάει χέρι χέρι με την έκρηξη του μεσσιανικού φανατισμού, με το ξεγύμνωμα του αρχικού ψυχικού πυρήνα της. Ο κλασσικός ουμανισμός, η σωκρατική αμφιβολία και η στωική εποχή, η χριστιανική καρτερία, η κληρονομημένη σοφία των τοπικών παραδόσεων, η γαλήνη του στοχασμού και η ομορφιά των τεχνών, όλα όσα κρατούσαν το χαλινάρι στο ατίθασο άλογο, όλα πια τώρα έχουν ξοδευτεί. Κι έχει απομείνει ο έσω δαίμων, το ανεκρίζωτο χούι να οδηγεί το άρμα κατά κρημνών. (περισσότερα…)

24.10.1963: Η ώρα του Βραβείου Νομπέλ

Τηλεφωτογραφία εποχής: Η Κλειώ Λιννέρ, σύζυγος του Sture Linnér, Σουηδού ελληνιστή, προσφέρει στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη ένα μπουκέτο με κλαδιά ελιάς σύμφωνα με τα αρχαία ελληνικά έθιμα. 24/10/1963, Μουσείο Τηλεπικοινωνιών Ομίλου ΟΤΕ

*

Στις 24 Οκτωβρίου 1963 ανακοινώνει η σουηδική Ακαδημία τη βράβευση του Γιώργου Σεφέρη με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ο Σεφέρης «επελέγη δια το υπέροχον λυρικόν ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από εν βαθύ αίσθημα δια το ελληνικόν πολιτιστικόν ιδεώδες», ανακοίνωσε η Σουηδική Ακαδημία, σύμφωνα με το δημοσίευμα της Καθημερινής. Ο Σεφέρης επελέγη παμψηφεί ανάμεσα στους τρεις υποψηφίους· οι άλλοι δύο ήταν ο Ώντεν και ο Νερούδα.

Σχετικά με τον αντίκτυπο της βράβευσης του Γιώργου Σεφέρη στην Ελλάδα, όλα αυτά τα χρόνια έχουν γραφεί και δημοσιευτεί πολλά. Εν προκειμένω δε  η μαρτυρία του Σαββίδη παραμένει ενδεικτική και καταλυτική:

«[…] Ας ξαναθυμηθούμε μια φράση του Πιραντέλο, την οποία αγαπούσε να επαναλαμβάνει ο Σεφέρης: Υπάρχει ένα ύφος πραγμάτων και ένα ύφος λέξεων· και αυτός είναι ο λόγος που ο Δάντης πέθανε στην εξορία, και αυτός είναι ο λόγος που στεφάνωσαν τον Πετράρχη στο Καπιτώλιο.

Την φράση αυτή την συλλογίστηκα πολύ, τον Δεκέμβριο 1963, στο αεροπλάνο που έφερνε στην Αθήνα τον Σεφέρη με το πρώτο μας Βραβείο Νομπέλ. Τι θα έλεγε τώρα στους συμπολίτες του ο στεφανωμένος ποιητής που μια ζωή είχε κάνει σύμβολό του τον εξόριστον Οδυσσέα;

Μια πρώτη απάντηση δόθηκε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, από τα ίδια τα πράγματα: ούτε ένας φωτορεπόρτερ, ούτε ένας δημοσιογράφος, ούτε ένας επίσημος να τον υποδεχτούν. Ούτε καν ένας συνάδελφος ή ένας φίλος· μονάχα η αδελφή του και, αν θυμάμαι καλά, οι προγονές του, τα ανίψια του και η μάνα μου…» (Το Βήμα, 2 Φεβρουαρίου 1974).

~·~

Με την ευκαιρία αυτή, σε δυο-τρία πράγματα, δηλωτικά ανθρώπινων στιγμών και συναισθημάτων, θα ήθελα να σταθώ μοναχά.

Ο Σεφέρης βέβαια έλαβε αρκετά συγχαρητήρια τηλεφωνήματα και τηλεγραφήματα, που εκδήλωναν τις αντιδράσεις γνωστών ,φίλων και ομότεχνων. Τα περισσότερα από αυτά τα τηλεγραφήματα φυλάσσονται σε συγκεκριμένο φάκελο στο αρχείο του. Νομίζω πως δύο από τις ενέργειες που διαγράφουν μια κλίμακα του εύρους όλων αυτών των αντιδράσεων είναι οι ακόλουθες.

Πρώτον το ολιγόλεκτο (4 όλες κι όλες λέξεις!) τηλεγράφημα του Τίμου Μαλάνου και η μονολεκτική απάντηση του Σεφέρη. Χωρίς να επεκταθώ περαιτέρω, θυμίζω απλώς πως η σχέση τους είχε διακοπεί απότομα και βιαίως δεκατρία χρόνια πριν («δεν στέκει να κάθεσαι ν’ ασχολείσαι με τον κάθε καθοίκη που θα του ’ρχεται ν’ αραδιάζει ό,τι του καπνίσει για σένα. Είναι αναξιοπρεπές», γράφει Σεφέρης στον Κατσίμπαλη). Αντιγράφω από την Αλληλογραφία τους σε επιμέλεια Δημ. Δασκαλόπουλου.

[Αλεξάνδρεια, Οκτώβριος (;) 1963

Σου σφίγγω το χέρι.

Τ. Μαλάνος]

Σημειώνει  ο επιμελητής: Συγχαρητήριο τηλεγράφημα για τη βράβευση του Σεφέρη με το Νόμπελ. Το σώμα του τηλεγραφήματος δεν βρέθηκε στον οικείο φακέλου του Αρχείου Σεφέρη στη Γεννάδειο. Το κείμενο του τηλεγραφήματος, όπως το παραθέτω εδώ μέσα σε αγκύλες προέρχεται από την ειδησεογραφία της αλεξανδρινής εφημερίδας «Ταχυδρόμος», 3 Νοεμβρίου 1963.

Και η απάντηση Σεφέρη:

Αθήνα 2.11.63

Timos Malanos BP 623 Alexandria

Merci.

Seferis

Πάλι σημειώνει ο επιμελητής: Ο Μαλάνος σχολιάζει ειρωνικά στο σώμα του τηλεγραφήματος: «Η απάντηση του Σεφέρη στο τηλεγράφημα που του είχα στείλει όταν πήρε το Νόμπελ».

Και περνάω στη δεύτερη αντίδραση για την απονομή του Νομπέλ στον Σεφέρη το 1963, που προέρχεται από μια μαρτυρία του γιατρού και στενού φίλου του Νίκου Καββαδία και του Μ. Καραγάτση, Νίκου Τουτουντζάκη, όπως καταγράφεται στο βιβλίο του Ο Καραγάτσης.

«Όταν κάποτε αναγγέλθηκε η απονομή του βραβείου Nobel στον Σεφέρη, ο Mαραμπού που έπιασε την είδηση με τον ασύρματο, σημαιοστόλισε το καράβι, που ο καπετάνιος ήταν ο ανιψιός του, και τα σφυρίγματα του καραβιού κάλυπταν τον εκπωματισμό της σαμπάνιας που γενναιόδωρα ο Μαραμπού κερνούσε επιβάτες και πλήρωμα […]».

Ο καπετάνιος ήταν ο Σπύρος Βανδώρος, φίλος του Καββαδία κι όχι ανιψιός του, και με τους οποίους ταξίδεψε στο πλοίο τους το ζεύγος Σεφέρη.

~·~

Ας κλείσω αυτή την αφιερωματική μνεία, με μια άλλη αντίδραση του Σεφέρη, από τον προτελευταίο τόμο των ημερολογίων του (Μέρες Η΄), όπως την περιγράφει και την εξηγεί η επιμελήτρια του τόμου Κατερίνα Κρίκου-Davis. Στην παρατιθέμενη ημερολογιακή καταγραφή της Παρασκευής, 8 Νοέμβρη 1963, όπου ο Σεφέρης σημειώνει με βιαστικές σημειώσεις στιγμές από μια συνέντευξη του Έλιοτ, ακολουθεί το εξής σχόλιο της επιμελήτριας:

«[…] Κατά τη γυναίκα του, η μάλλον κρύα αυτή στάση του Έλιοτ είχε πληγώσει τον Έλληνα ποιητή. Όχι μόνο η απογοήτευσή του θα μετριαζόταν, μα και ο ίδιος θα κολακευόταν πολύ αν γνώριζε πως ο Έλιοτ πρέπει να έπαιξε θετικό ρόλο στην εκλογή του (κάτι που πιθανόν προσπαθούσε να αποκρύψει με αυτή τη συνέντευξη). Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής για τα Νομπέλ Λογοτεχνίας που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο 2 Ιανουαρίου 2014 (η διαδικασία της εκλογής παραμένει απόρρητη για 50 χρόνια), ο Έλιοτ τον είχε προτείνει ως υποψήφιο το 1955 και ξανά το 1961. Η ίδια ανακοίνωση επιβεβαιώνει την πληροφορία της Μαρώς Σεφέρη ότι εξελέγη παμψηφεί […]».

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

*

«Η μοναδική λέξη που ξεστόμισε ο Πάουντ»

*

Γεύση μικρή από την εν προόδω έρευνα του Ηλία Μαλεβίτη για την επίσκεψη του Πάουντ στην Ελλάδα το 1965, το εκτενές πρώτο μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε στο ΝΠ7 που μόλις κυκλοφορήθηκε, στο πλαίσιο του Αφιερώματος στον Αμερικανό ποιητή. Ο συγγραφέας και ο Κώστας Κουτσουρέλης συζητούν για τον Πάουντ μεθαύριο βράδυ στις 9.00, στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου που φιλοξενούνται όπως πάντα στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων, Υψηλαντών 12.

*

«Στα 1933, ο Σεφέρης ήταν κάπως σοφότερος…
“Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά.||
Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά”.
Μόνο πως αγαπούσε τα σκυλιά.
Ενώ ο Pound που δεν τ’ αγαπούσε,
“ὡραῖα τωόντι πρόκοψε”».
Γ. Π. Σαββίδης, «Μια περιδιάβαση», Για τον Σεφέρη

Σε μια από τις παιγνιώδεις συζητήσεις που κάναμε για τον Σεφέρη, μου είχε πει ο φίλος Ηλίας Λάγιος πως, όταν είχε έρθει στην Αθήνα ο Έζρα Πάουντ, και δεν έβγαζε μιλιά, δεν άνοιξε το στόμα του παρά μονάχα μια φορά, για να διορθώσει ένα υποτιθέμενο λάθος του Σεφέρη σχετικά με το όνομα της ράτσας ενός σκύλου. Συγκράτησα αυτή την ανεκδοτολογική κουβέντα, δεν ρώτησα όμως από πού την είχε ακούσει.

Έτσι κι αλλιώς η σιωπή η απροσπέλαστη που είχε θεληματικά επιβάλλει αυτός ο άνθρωπος στον εαυτό του με είχε κι εμένα σαγηνέψει. Εκείνη την περίοδο πάνω-κάτω (Αύγουστος του ’87), διάβασα και το δοκίμιο του Λορεντζάτου για τον Πάουντ που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Αργότερα βέβαια βρήκα και το άρθρο του Σαββίδη για εκείνη τη συνάντηση (Νοέμβριος του ’72), η δε πρόσφατη έκδοση και του τελευταίου τόμου (Μέρες Η΄) των ημερολογιακών καταγραφών του Σεφέρη συμπλήρωσε το πλήρες φάσμα των ελληνικών πηγών για εκείνη τη συνάντηση. Εκεί λοιπόν μαθαίνουμε πως ο Σεφέρης πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο όπου διέμενε Ο Πάουντ με την Ρατζ, την Παρασκευή 5 Νοέμβρη, και τους μετέφερε στο σπίτι του στην οδό Άγρας για πρόγευμα. Διαβάζουμε:

«Πρόγευμα με τον Ezra Pound και την Olga Rudge, εδώ. Του τηλεφώνησα την περασμένη Τετάρτη πρωί· πήγα και τους πήρα από το ξενοδοχείο Πλάκα όπου μένουν κατά τη 1½. Φύγαν κατά τις τέσσερις. Όμορφη λιόλουστη μέρα.

Στο ξενοδοχείο κατέβηκε με τα πόδια από το πάτωμά του. Πρώτη φορά που τον αντίκριζα από κοντά· τον αγκάλιασα· πολύ θερμός. Αλλά συμβαίνει τούτο το εκπληκτικό· δε λέει λέξη. Όχι πως δε θέλει να μιλήσει, απεναντίας πολύ συχνά βλέπεις την προσπάθεια να ζωγραφίζεται στο συγκλονιστικά εκφραστικό πρόσωπό του. Αλλά είναι σα να πέφτει απάνω του ένα δίχτυ που τον σταματά. Ωστόσο η O. R. μου λέει ότι μιλά πολύ εύκολα από χειρόγραφο, δημόσια. Η ίδια μου λέει ότι σήμερα ήταν από τις πιο σιωπηλές μέρες του και ότι του συμβαίνει αυτό, όταν είναι πολύ συγκινημένος.

Είναι ευκίνητος ανέβηκε τη σκάλα του σπιτιού μου με πολλή ευκολία. Αύριο πάνε στους Δελφούς και όταν φύγαν από το σπίτι θέλησαν να πάνε στη biennale της γλυπτικής στο Φιλόπαππο. Τον πήγαν οι Σαββίδη. Πάτησε τα ογδόντα του […] Αυτή η άναρθρη συνομιλία ήταν από τα συγκινητικά πράγματα που έζησα. Ενώ δεν είπε σχεδόν τίποτε, έφυγε αφήνοντας ένα κενό. «Sibylwise» (Personae, «Scriptor Ignotus»)».

Και συνεχίζει ο Σεφέρης, στην τελευταία του καταγραφή για την αναχώρηση του ζεύγους Πάουντ-Ρατζ, την Πέμπτη, 11 Νοέμβρη:

«Ευτυχώς όλες αυτές τις μέρες που πέρασαν κρατήσαμε κάποιαν επαφή μαζί τους, με το τηλέφωνο ή δια του Ζήσιμου. Όταν γύρισαν την Παρασκευή από την έκθεση της γλυπτικής του Φιλοπάππου ― έπεσε στο κρεβάτι με 38½ πυρετό. Ο Ζήσιμος που έτυχε εκεί φρόντισε να τους βρει γιατρό».

Πριν ξεκινήσει το ζεύγος των φιλοξενουμένων να πάρει τον δρόμο για την έκθεση στου Φιλοπάππου, ο Σεφέρης –πιθανότατα παρακινημένος και από την αναμενόμενη επίσκεψή τους στους Δελφούς– πρόσφερε στον Πάουντ ενθύμιο δώρο ένα βιβλίο του στα αγγλικά: το κείμενό του για τους Δελφούς, που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: «For Ezra Pound with my devotion George Seferis. Athens 5.10.65».

[Μόλις και μετά βίας συγκρατώ ένα ειρωνικό χαμόγελο εδώ, καθώς ο δαίμων της ανακρίβειας και της παραπλάνησης παραποιεί πάλι περιπαιχτικά τις αφηγήσεις για ετούτο το ταξίδι].

Ο Σεφέρης, ως γνωστόν, πέρα από τις συγκεκριμένες ημερολογιακές καταγραφές, αποτύπωσε και φωτογραφικά εκείνη τη συνάντηση (για την ακρίβεια η Μάρω στέκεται πίσω από τον φακό), με τον ίδιο πλάι στον Έζρα Πάουντ στην αυλή του σπιτιού της οδού Άγρας. Ιδιαίτερα εύγλωττες φωτογραφικές στιγμές –στιγμές ίσως μόνον– αλλά τόσο ενδεικτικές της «άναρθρης συνομιλίας» την οποία μνημονεύει ο Σεφέρης, που αξίζουν ένα σύντομο σχολιασμό. Στην μια ο οικοδεσπότης όρθιος κρατώντας μια διακριτική απόσταση πίσω από τον καθιστό Πάουντ, με μια έκφραση διερωτητικής έγνοιας και φροντίδας για τη φιλοξενία και τους φιλοξενούμενους· ο Πάουντ γυρτός προς τα εμπρός, σαν κουλουριασμένος στον εαυτό του, με το βλέμμα στυλωμένο χαμηλά. Στην άλλη φωτογραφία, ο Πάουντ ορθός κι ευθυτενής, με το μάλλον αμήχανο βλέμμα του σταθερά καρφωμένο στον φακό, αλλά με τα χέρια στις τσέπες και τον Σεφέρη, περιχαρή και χαλαρωμένο, σταθερά όμως στηριγμένο στα πόδια του, να τον στηρίζει με τον ώμο του και το διακριτικό –σχεδόν αόρατο– δεξί του χέρι περασμένο στο αριστερό χέρι του Πάουντ. Ευθυτενής, ‘ευκίνητος’ μα κι εύθραυστος συνάμα δείχνει ο γερο-Έζρα πλάι στον στιβαρό Σεφέρη. Μόνο σημείο δύναμης ακατάβλητης η καίουσα φλόγα της επίμονης ματιάς του. (περισσότερα…)

Γιώργος Σεφέρης, Το απομεσήμερο ενός φαύλου

*

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΛΟΥ

Τράβα ἀγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα νὰ φτάσουμε γοργὰ στὴν Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
νὰ ᾿ρθοῦμε πρῶτοι ἐμεῖς! – οἱ στερνοί.

Τὰ στερνοπαίδια καὶ τ᾿ ἀποσπόρια
καὶ τ᾿ ἀποβράσματα καὶ τ᾿ ἀποφόρια
μιᾶς μάχης ποὺ ἤτανε γι᾿ ἄλλα κορμιὰ
γιὰ μάτια ἀλλιώτικα κι ἄλλη καρδιά.

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζῆδες, κολλυβιστάδες,
μοῦργοι, μουνοῦχοι καὶ θηλυκά –
τράβα ἀγωγιάτη! βάρα ἁμαξά!

Φτωχὴ Πατρίδα, στὰ μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε τὸ γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ὀρφανή,
κοίτα ἂν ἀντέχεις τέτοια πομπή:

τὸ ματσαράγκα, τὸ φαταούλα
μὲ μπογαλάκια καὶ μὲ μπαοῦλα·
τὴ χύτρα ποὺ ἔβραζε κάθε βρωμιὰ
λὲς καὶ τὴν ἄδειασαν ὅλη μεμιὰ

σ᾿ αὐτοὺς ἀνάμεσα τοὺς ἤπιους λόφους
ὅπου μᾶς κλείσανε σὰν ὑποτρόφους
ἑνὸς ἀδιάντροπου φρενοβλαβῆ
ποὺ στὸ βραχνά του παραμιλεῖ.

Δὲς τὸ σελέμη, δὲς καὶ τὸ φάντη
πῶς θυμιατίζουνε τὸν ἱεροφάντη
ποὺ ρητορεύεται λειτουργικὰ
μπρὸς στὰ πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες ἀπὸ τὰ Νάφια
τῆς προσφυγιᾶς μας ἄθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι ἁρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πὼς πᾶνε ἐκεῖ

στὰ χώματά σου τὰ λαβωμένα
γιατὶ μαράζωσαν, τάχα, στὰ ξένα
καὶ δὲν μποροῦνε χωρὶς ἐσέ –
οἱ φαῦλοι: τρέχουνε γιὰ τὸ λουφέ.

Cava dei Tirreni, 7. 10. 1944

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

*