Πάσχα

Κωστής Παλαμάς, Λαμπρή

*

Δράμα και θάμα του Απριλιού γιορτή και του Κυρίου,
Λαμπρή,
μυστικό ρόδο που οι σκληροί γεννούν του μαρτυρίου
Σταυροί.
Χαρά των άδολων καρδιών και των ολόασπρων κρίνων,
Λαμπρή,
βόηθα, τη δόξα του ξανά το Γένος των Ελλήνων
να βρει.
Γίνε Ελεούσα Παναγιά ή με το δόρυ η Κόρη,
Λαμπρή,
μεσουρανίς κάμε να πάνε ως πρώτα οι δαφνοφόροι
καιροί.
Στο στόμα ως έχουν το φιλί του Πάσχα όλοι, μεγάλοι,
μικροί,
δείξε φιλί αναστάσιμο και την Ελλάδα πάλι,
Λαμπρή.
Πρόσταξε του όκνου οι δαίμονες να πέσουν και του μίσους
νεκροί.
Στήσε μας της θυσίας βωμούς και της αγάπης Κροίσους,
Λαμπρή.
Από λατρείες παλιές και νέες άναψε Υμέναιον ένα,
Λαμπρή,
για μιαν απίστευτη στο θάμα των Ελλήνων γέννα,
μπορεί.

*

*

*

Άγγελος Σικελιανός, Ο Χριστός λυόμενος

*

Σωπάστε, αδέρφια. Το τραπέζι είναι στρωμένο.
Και δεν θα το ξεστρώσουμε πριν πάρει τέλος.
Να πιείτε σεις, να πιουν κι αυτοί, να πιω κι εγώ, συντρόφοι,
πασχαλινό είν’ το τραπέζι και μεγάλο
κι οχτρούς και φίλους τούς χωράει η ίδια τάβλα.
Καθένας το ποτήρι του να πιεί. Καθένας να μεθύσει
με το δικό του το μυαλό κι όποιο του πάει τραγούδι
να τραγουδήσει πάνω στα κεράσματα.
Τι εδώ είναι Πάσχα. Και το θέλουμε ως το τέλος Πάσχα.
Πάσχα πλατύ, Πάσχα τρανό σαν την καρδιά μας,
Πάσχα για οχτρούς, Πάσχα για φίλους, Πάσχα για όλους.
Τι ένα σφαχτό μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες
σαν οι καρδιές μονιάσουν όλες στην αλήθεια.
Όρκο μεγάλο ομόσωμεν, αδέλφια, αλήθεια.
Το νιόν αυτό παράδεισο που μας αντάμωσε όλους
με τους αγώνες στην αρχή, με το ψωμί κατόπι,
με τις δροσιές του, με τα λουλούδια, με τα πουλιά του
να τον απλώσουμε στη γην αγάλι-αγάλι
κι οι Ανατολίτες λαοί κι από τη Δύση να το σπρώξουν.
Ακούραστοι μπροστά κι αντάμα πάντα
το ζωντανό νερό της πίστης μας, αδέλφια,
απ’ τους φραγμούς να το λυτρώσουμε, τον κόσμο να ποτίσει.

*

*

*

Ανάσταση χωρίς (Άγιο) Φως

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το δικαστήριο δεν βρήκε το παραμικρό ψεύδος στην έρευνά μου-βιβλίο «Λύτρωση, Περί του Αγίου Φωτός», που κατέληξε στο τεκμηριωμένο συμπέρασμα ότι το Άγιο Φως ανάβει κάθε χρόνο με αναπτήρα. Στη δίκη, την οποία δεν κάλυψε κανένα μέσο ενημέρωσης, τέθηκε επιτέλους για πρώτη φορά σε εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, σε κοσμικό δικαστήριο, το ερώτημα των ερωτημάτων: «Μπορείτε να βεβαιώσετε με το χέρι στο Ευαγγέλιο ότι πρόκειται για θαύμα;» Απάντησε: «Το θαύμα το βλέπω στις χιλιάδες του κόσμου που συνωστίζονται εκεί, στις χιλιάδες του κόσμου που αναμένουν με προσμονή και με πίστη και με χαρά στην ελπίδα την οποία τους δίνει η παραλαβή του Αγίου Φωτός…» Άρα αρνήθηκε την εκ θαύματος κάθοδο της φλόγας στα κεριά του Πατριάρχη μέσα στον Πανάγιο Τάφο. Ήταν μια ιστορική στιγμή. Επίσης, ο εκπρόσωπος τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος κ. Τιμόθεος, στην ερώτησή μου αν μπορεί η Ελλαδική Εκκλησία να πάρει θέση για το θέμα απάντησε: «Είναι πολύ δύσκολο να ειπωθεί η αλήθεια στους πιστούς».
Απ’ τον ιστοχώρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΛΙΚΑΚΟΥ
Αν ο Θεός άναβε το Φως σε αυτούς, τότε είναι που δεν θα πίστευα!
@salonikios2012
Το ενδεχόμενο να μην καταστεί εφικτή η μεταφορά του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα το φετινό Πάσχα, εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, άφησε ανοιχτό ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος.
https://orthodoxia.info

///

Έδιναν κι έπαιρναν οι συζητήσεις στο καφενείο περί αφίξεως ή όχι του Αγίου Φωτός απ’ τα Ιεροσόλυμα πριν την Ανάσταση. Οι παλαιότεροι δεν ανησυχούσαν καθόλου. Θυμόνταν απ’ τα μικράτα τους τον παπά ν’ ανάβει το τρικέρι στην Άγια Τράπεζα με τα σπίρτα. Πίσω απ’ την κουρτίνα ήταν κι αυτοί, στο Ιερό μέσα, παπαδοπαίδια τότε – τα σαΐνια του δασκάλου και οι φωστήρες του κατηχητικού. Οι νεώτεροι έφτιαχναν σενάρια για τους Σιωνιστές και τους Μασόνους, τον πόλεμο που δέχεται πανταχόθεν η Ορθοδοξία.

Κι η ώρα περνούσε…

Λίγο πριν την Ανάσταση έφτασε κι ο παπάς. Σταμάτησε στο καφενείο να πει μια καλησπέρα και να πιει ένα ποτήρι νερό.

Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή:

«Ήρθε το Άγιο Φως;»

«Θα έχουμε Άγιο Φως φέτος;»

«Γίνεται Ανάσταση χωρίς Φως;»

Εκείνος έκατσε στην καρέκλα και ξεφύσαγε, όπως ο Καϊάφας προτού σκίσει τα ιμάτιά του. Γέρασε πια, του έπεσαν πολλά τα τρία σκαλιά του καφενείου που ανέβηκε, Γολγοθάς σωστός. Έβγαλε το καλυμμαύχι, λες κι αφαιρούσε τον ακάνθινο στέφανο. Ο ιδρώτας έτρεχε απ’ το μέτωπό του σαν του Ιησού πριν το Τετέλεσται. Τον σκούπισε μ’ ένα μαντήλι, που το πέρασε κι απ’ τα χείλη του, σαν σπόγγο βουτηγμένο στο ξίδι – έτσι που μόρφασε…

Είχε μπει πια η Άνοιξη. Ζεστή βραδιά, σαν φτερούγα κοιμισμένου πουλιού σκέπαζε το χωριό. Χύμαγαν απ’ το παράθυρο τ’ αρώματα. Η ευωδιά της αλιφασκιάς έφτανε ζαλιστική, σαν επιτάφιο μύρο, ανακατωμένο με την αψάδα του θυμαριού και της θρούμπας. Άνοιγαν το στόμα οι κρίνοι κι έπιναν την ανάσα του δεντρολίβανου στα βελουδένια ποτήρια τους· ανάδευαν τις κίτρινες γλώσσες και νανούριζαν τ’ αποκαρωμένα έντομα που φώλιασαν εκεί, πασπαλισμένα απ’ την απαλότατη πούδρα τους.

Ο παπάς μισόκλεισε ναρκωμένος τα βλέφαρα και εισέπνευσε τις μυρωδιές· τρεμόπαιξαν τα ρουθούνια του από αόρατους κόκκους γύρης και υγράνθηκαν τα μάτια του.

Ύστερα ξερόβηξε, να καθαρίσει την φωνή του.

«Δεν ήρθε το Φως!» είπε απλά, λες κι έλεγε για τον καιρό: «θα βρέξει» ή «δεν θα βρέξει». (περισσότερα…)

Αουρέλιο Μπραντολίνι, Ομιλία για το Πάθος του Κυρίου μας

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Η ανατίμηση της επιδεικτικής ρητορικής συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ανθρωπιστών ήδη από τον 14ο αιώνα. Χαρακτηριστικά, στην «Ομιλία της Στέψης» (1341), ο Πετράρχης αναλαμβάνει να εγκωμιάσει την ποίηση και τον ποιητικό βίο, προκειμένου να του αποδοθεί δημόσια καταξίωση από την πόλη της Ρώμης. Ο λόγος του τηρεί την παράδοση της σχολαστικής «θεματικής» ομιλίας (sermo modernus), κατά την οποία ο ομιλητής αντλεί έμπνευση από ένα βιβλικό χωρίο («θέμα», «ύλη»), προχωρώντας στη διαίρεση και την ερμηνευτική/θεολογική του ανάπτυξη. Ο Πετράρχης πρωτοτυπεί επιλέγοντας ως «θέμα», όχι ένα χωρίο της Γραφής, αλλά στίχους του Βιργιλίου, σηματοδοτώντας τη στροφή σε κλασικά πρότυπα. Από τις αρχές του 15ου αιώνα, η στροφή αυτή δεν εξαντλείται στο περιεχόμενο, αλλά επεκτείνεται πια και στην ίδια τη μορφή και τη δομή του επιδεικτικού λόγου. Στη σχολαστική «διαίρεση» αντιτείνονται η ομορφιά και η δύναμη της ενότητας, της συνοχής και του φορτίου πειθούς του λόγου. Οι ρήτορες της Αναγέννησης αναζητούν, και μιμούνται συνειδητά, αρχαία εγκώμια και επαίνους, ενίοτε υπερβαίνοντάς τα αισθητά. Ωστόσο, η κυριαρχία του παραδείγματος της «θεματικής» ομιλίας, καθιστούσε πολύ πιο δύσκολη την επικράτηση κλασικών προτύπων στον έπαινο θρησκευτικών προσώπων. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Aurelio «Lippo» Brandolini στο εγχειρίδιο Ρητορικής του, De ratione scribendi (περ. 1485). Ειρωνεύεται όσους εκφωνούν λόγους ωσάν να μην απευθύνονται στον λαό, λησμονώντας, δηλαδή, ότι, σκοπός ενός θρησκευτικού εγκωμίου είναι η πρόκληση θαυμασμού και αναστοχασμού, και όχι η διδασκαλία. Ο θρησκευτικός ρήτορας δεν πρέπει να είναι στραμμένος στο να αναλύσει διεξοδικά, μα στο να επαινέσει κατάλληλα το θρησκευτικό πρόσωπο, ούτως ώστε να προτρέψει ετερόκλητους ακροατές να το μιμηθούν.

Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η παπική αυλή πρωτοστατεί στην υποδοχή ρητόρων που υιοθέτησαν τη στροφή στον αρχαίο επιδεικτικό λόγο. Στο πλαίσιο ενός πολύπλοκου ημερολογίου θρησκευτικών τελετών και εκδηλώσεων, δίνεται η ευκαιρία σε φιλόδοξους ομιλητές να σταθούν μπροστά στον ποντίφικα, στους καρδιναλίους, και σε άλλους αξιωματούχους της πόλης και της Κουρίας, για όχι παραπάνω από τριάντα λεπτά της ώρας, και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σε μια περίσταση που μπορούσε να φανεί καθοριστική για τη μετέπειτα καριέρα τους. Τον ομορφότερο, ίσως, θρησκευτικό έπαινο που εκφωνήθηκε σε αυτό το πλαίσιο, τον εκφώνησε ο ίδιος ο Μπραντολίνι (1454-1497). Πρόκειται για την ομιλία Για το Πάθος του Κυρίου, η οποία εκφωνήθηκε την 1η Απριλίου 1496, τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώπιον του πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ’, στην Καπέλα Σιστίνα. Ο λόγος επαινέθηκε από όλους τους παρισταμένους και αποτέλεσε υπόδειγμα λατινικής πρόζας ανά τους αιώνες. Η δημοτικότητά του μαρτυρείται από το γεγονός ότι εκδίδεται από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, εντός και εκτός της Ιταλικής χερσονήσου (ενδεικτικά: Ρώμη, Κρακοβία, Βενετία, Κολωνία, Στάργκαρντ, Βαρκελώνη, Μάιντς, Σάλτσμπουργκ) και μεταφράζεται και στα ιταλικά.

Καταγόμενος από τη Φλωρεντία,  με ιδιαίτερα ελαττωματική όραση εκ γενετής (εξού και το προσωνύμιο «Lippo»), ο Μπραντολίνι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους αρχαιογνώστες και στοχαστές της εποχής του. Η καριέρα του τον οδήγησε στη Νάπολη, τη Ρώμη και τη Βουδαπέστη, ενώ το 1491 εντάχθηκε στο Τάγμα του Αγίου Αυγουστίνου, διαμένοντας μεν στη Φλωρεντία, κηρύττοντας, δε, σε όλη την Ιταλία. Στην περίπτωσή του, θεωρία και πράξη βρίσκονται σε θαυμαστή αρμονία. Στο θεωρητικό του έργο αναγνωρίζει ότι, όταν αντικείμενο εγκωμίου είναι ο ίδιος ο Θεός, η επιδεικτική ρητορική αγγίζει το όριό της: δεν μπορεί να εξυμνηθεί ο ίδιος ο Θεός, καθώς τούτο υπερβαίνει τη δυνατότητα του ανθρώπινου λόγου. Το εγκώμιο πρέπει να προσανατολίζεται σε «τόπους» που συνδέονται με μεμονωμένες πράξεις ή λόγια του Ιησού. Το ύφος και η σύνταξη, τονίζει επίσης, πρέπει να είναι απλά, το δε λεξιλόγιο δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να είναι περίτεχνο ή εξεζητημένο. Τις αρχές αυτές τις τηρεί υποδειγματικά στην ομιλία του Για το πάθος του Κυρίου. Το θύρωμα του εγκωμίου (και, κατά συνέπεια, την ενότητα στο έργο) χαρίζει η ανάδειξη των πράξεων ή λόγων του Ιησού κατά το Πάθος ως εκδηλώσεων τεσσάρων αρετών: της δικαιοσύνης, της αγάπης, της ταπεινοφροσύνης και της καρτερίας.

Η παρούσα Δοκιμή αποτελεί την πρώτη απόδοση του έργου σε γλώσσα πέραν της Ιταλικής (Ρώμη, 1767). Ταυτόχρονα, αποτελεί την πρώτη παρουσίαση του κειμένου με φιλολογικό υπομνηματισμό, διεθνώς. Η μετάφραση ακολουθεί την έκδοση του Heinrich Bone. Ιδ. Lippi Aurelii Brandolini, Oratio de Passione Domini ad Alexandrum VI Pont. Max. habita, Μάιντς, 1869, 1-28. Στην αρίθμηση των παραγράφων ακολουθώ την έκδοση του Mariotti (Ρώμη, 1767).

(περισσότερα…)

Νίκος Καζαντζάκης, Χριστός

*

τοῦ Γιώργου Παπανδρέου

Σὰν τὴ γλυκιά κατέβηκε ἁμαρτία
σιγὰ στὴ γῆς ἡ νύχτα ἀλαφροπόδα,
κι ἡ βραδινή σηκώθη μελωδία.
Κάπου σὲ κήπους μακρινοὺς δυὸ ρόδα
τρεμόπαιξαν καὶ μύρισε τὸ ἀγέρι·
κι αγάλια ἡ ἀσημοκάρφω οὐράνια ρόδα
μὲ τοῦ Θεοῦ κουνήθη τὸ ἅγιο χέρι·
τὰ σύμπαντα σαλέψα ὑποταγμένα
καὶ γελαστό τὸ πρῶτο ἐφάνη ἀστέρι.
Ἡ γῆς ἡ μάνα ἀχνογελάει παρθένα
στοῦ νυχταρσενικοῦ Θεοῦ τὸ χάδι
κι ἀνατριχιάζουν τὰ χλωρὰ σπαρμένα.
Καὶ κάθεται ὁ Χριστὸς μπρὸς στὸ πηγάδι
τῆς ἐρημιᾶς, σκυφτός, καὶ συλλογᾶται·
τὴ γυμνοστήθα νιὰ μὲς στὸ σκοτάδι
ἀκόμα τὴ γρικάει νὰ τοῦ δηγᾶται
γιὰ τοὺς πολλούς της ἄντρες, καὶ μὲ τρόμο
τὰ στήθια της, τὰ χείλια της θυμᾶται.
«Ἄχ, θὰ χαθεῖ στῆς ἀτιμιᾶς τὸ δρόμο!
Ὅλους νὰ μπόρουν, Θέ μου, τοὺς περάτες
ν ἀνοίξω τῆς Παράδεισος, τὸ νόμο
νὰ τὸν γλυκάνω πιά, κι ἀπὸ τὶς στράτες
ὅλες, καλές, κακές, νὰ ̓ρθοῦν, Πατέρα,
νὰ μποῦν στὸ ἀρχοντικό σου ὅλοι οἱ διαβάτες!» (περισσότερα…)

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Τετάρτη

*

Τα πόδια ή το κεφάλι – τί να πρωτοαλείψω
με της αγάπης-μου το ατίμητο το μύρο;
Σ’ όλο τον κόσμο θα το πώ, δέ θα το κρύψω
πόσο με κούρασε το ανώφελο, το στείρο

το μπλά-μπλά-μπλά που αποκοιμίζει τα γερόντια
και συγκινεί τις μειξοπάρθενες. Μια αλήθεια
γυρεύω με κορμί, με νύχια και με δόντια,
με κρέας και κόκαλα και μια φωνή στα στήθια

που να ξυπνάει και πεθαμένο. Και τη βρήκα!
Να σου τη δείξω; Μόλις μπήκε να δειπνήσει
στο σπίτι του λεπρού. Τί βάσανο, τί γλύκα
την ευωδιά-της ν’ αναπνέω – θείο μεθύσι…

Αυτή είν’ η αλήθεια-μου. Ακριβή κι αγαπημένη.
– Κι όταν τη δείς στον Γολγοθά-της ν’ ανεβαίνει;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Κατόπιν εορτής

*

Χρόνια πολλά! (Πόσα κιλά
στις ζυγαριές αθροίσατε;)
Πώς τα περάσατε, καλά;
Σουβλίσατε; Σουβλίσατε;

Πέρασε το Πάσχα, και οι χριστιανοί
γύρισαν με κέφι στις δουλειές τους.
Φάγαν του σκασμού, χωνέψανε τ’ αρνί
και τριπλασιάσαν τις διπλοκοιλιές τους.

Πέρασε το Πάσχα, τόσο ειρηνικά,
μέσα σε φωνές κι αυγομαχίες.
Θύματα δυο-τρεις απ’ τα βεγγαλικά
κι απ’ τη μάσα κάτι οδοντοστοιχίες.

Πέρασε το Πάσχα, και με τον Χριστό
νεκραναστηθήκαν κι οι εμπόροι,
που το θρήσκο πλήθος έτρεξε πιστό
στους ναούς του Shopping, φέτος με το ζόρι.

Πέρασε το Πάσχα κι εν τω μεταξύ
έφτασε του Μάιου η χάρη.
Πιάνουν το μαγιόξυλο με το δεξί
τώρα ή ζευγαρώνουν όπως οι γαϊδάροι.

Αχ, τι κόσμος, Θέ μου, σε χαρές φτωχός·
πλούσιος σε φόβο και σε πάθος.
Τόσο που έχει γίνει αβάσταχτα ρηχός,
μια φτυσιά τού πρέπει – ν’ αποχτήσει βάθος!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

Από το βιβλίο Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

*

*

*

Γιώργος Σεφέρης, Λαμπρή, 6 Μάη 1945

*

Στην πλαϊνή ταβέρνα τραγουδούν, μαζί με άλλα τραγούδια, το Χριστός Ανέστη. Όλος ο κόσμος διψασμένος για τούτη την Ανάσταση.

Σα να άραξα σήμερα στο λιμάνι που άφησα, εδώ και τέσσερα χρόνια, τη Μεγάλη Παρασκευή, σ’ ένα παραθαλάσσιο εκκλησάκι στον Ωρωπό.

Ένα ξαλάφρωμα, και κάπως –αρκετά ίσως– χαμένος· όπως ο ναύτης που γυρίζει στο σπίτι του.

*

*

*

*

 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Λαμπριάτικος ψάλτης

*

Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων, τότε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε μᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σημασίαν. Διότι, ναὶ μέν, εὐδοκίᾳ τῆς θείας Προνοίας, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυμίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου μου κὺρ Γιάννη Πεντελιώτου, ἀξιοῦμαι σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἀνελλιπῶς, κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡμέρας, νὰ συμψάλλω ἐναμίλλως μετ᾽ αὐτοῦ, ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του, ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος, παρατείνοντος ἐπ᾽ ἄπειρον τὰ μουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του, εἰς τὸν μικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ. ὅπου μυροβολεῖ ἑλισσόμενον εἰς κυανοῦς στεφάνους τὸ μοσχολίβανον, περιβάλλον ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεμνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων, καὶ ὅπου μὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θημωνίας ὅλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον, μὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας. Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαμὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν, κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα, οἵτινες φιλοτιμοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώμια, καταστρέφοντες διὰ κωμικῶν σφαλμάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, ὅσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωμέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα.

Χωρὶς νὰ εἶμαι κύριον μέρος τοῦ αὐτοσχεδίου τούτου χοροῦ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι προσπαθῶν νὰ συμψάλλω ὑποφερτὰ κάπως μὲ τὸν ἀρχοντικὸν καὶ πρόθυμον φίλον μου, οὐχ ἧττον ὑστερῶ αὐτοῦ κατὰ πολλά, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην ἐν ἀρχῇ, ὡς ἐπιείκειαν ἐκ μέρους τοῦ ἀναγνώστου, τὴν τροπικὴν τοῦ τίτλου ἐκδοχήν, καθ᾽ ὃν δηλ. τρόπον εἰς ὅλους τοὺς ναούς, παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι, μουσόληπτοι ἐκ τοῦ παραχρῆμα, λαμπριάτικοι ψάλται, οὕτω καὶ ὁ γράφων, ἐνῷ καθ᾽ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον σιωπᾷ, παρουσιάζεται, δὶς τοῦ ἔτους οὗτος, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα, κατ᾽ ἀποκοπὴν διηγηματογράφος. Τὸ πρᾶγμα ἤρχισε νὰ γίνεται κάπως φορτικόν, καὶ πολλοὶ μὲν ἐσκανδαλίσθησαν, τινὲς δὲ καὶ τὸ ἀπεδοκίμασαν. Ἀρκοῦσι τόσαι ἄλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἄγγλοι οὔτε Ἀμερικάνοι. Μὴ μᾶς σκοτίζῃς καὶ σύ. Πόθεν ἔλαβες ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃς ὅτι τὸ κοινὸν θέλγεται ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις σου ἢ συγκινεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήματά σου; Τὸ ἔκαμες μίαν φορὰν ἢ δύο. Ἀρκεῖ. Παῦσε πλέον. Δὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέμα σου ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθῇς βίᾳ νὰ παρουσιάσῃς ἁπλῆν παραλλαγὴν κατ᾽ ἔτος;

Ἐν πρώτοις, καλὸν θὰ ἦτο νὰ διακρίνωμεν ὅ,τι εἶναι πράγματι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Λόγου χάριν, τὸ νὰ ἐκδίδωνται τὰ περιοδικὰ κατὰ Σάββατον ἢ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Τὸ νὰ δημοσιεύουν αἱ πολιτικαὶ ἐφημερίδες φιλολογικωτέραν ὕλην κατὰ Κυριακήν, εἶναι ξενισμός; Ἑνὶ λόγῳ, τὸ νὰ σχολάζῃ τις κατὰ τὰς ἑορτὰς ἀπὸ τῆς τύρβης τοῦ κόσμου, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄρθρων πολιτικῶν, καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀκοπωτέρας ἀναγνώσεως εἶναι ξενισμός; Ἔστω, ἀλλὰ δύνασαι νὰ δημοσιεύῃς ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφάς, χωρὶς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα.

(περισσότερα…)

Διονύσιος Σολωμός, Η Ημέρα της Λαμπρής

*

Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙
και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε·
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε·
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε·
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός Ανέστη  εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες·
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι
οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

*

*

*

Ευχές!

*

~.~

*

*

*

Το φως που (δεν) καίει

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Ο πατριάρχης ανάβει την λαμπάδα του από την ακοίμητη κανδήλα, που βρίσκεται πάνω στον Πανάγιο Τάφο.»
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΕΤΣΗΣ,
Μέγας πρωτοπρεσβύτερος Οικουμενικού Πατριαρχείου,
ΤΟ ΒΗΜΑ, 21.4.2006
Το Πατριαρχείο Iεροσολύμων είναι ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στο Iσραήλ, μετά το ίδιο το κράτος του Iσραήλ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 20% έως 30% των ακινήτων στην Παλαιά Πόλη της Iερουσαλήμ ανήκει στο Πατριαρχείο. Aνάμεσά τους τα τρία πιο σημαντικά μνημεία των Aγίων Tόπων αλλά και τα πιο σημαντικά κτήρια του Iσραήλ: η ίδια η Bουλή (Kνεσέτ), η Mεγάλη Συναγωγή και η κατοικία του πρωθυπουργού. Σύνολο αξίας, δεκάδες δισεκατομμύρια δολαρίων.
EΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 27.2.2005

Στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «Παναγία η Βοήθεια» κατέληξα κατόπιν μικροατυχήματος με την μηχανή μου. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις και για λόγους προληπτικούς νοσηλεύτηκα για μια μέρα.

Νωρίς το απόγευμα εισήλθαν στον θάλαμο δύο καλόγριες και μοίραζαν φυλλάδια. Η μία γριά και κακάσχημη και η άλλη νεαρή και πανέμορφη. Για χάρη της νεαρής πήρα τα φυλλάδια και προσφέρθηκα ν’ αγοράσω κι ένα βιβλίο προς ενίσχυσιν του φιλανθρωπικού τους έργου.

Την μεγάλη την έλεγαν Μεθοδία και την μικρή Θεονύμφη.

«Θεονύμφη!» θαύμασα. «Ωραίο όνομα και… αρχαιοελληνικό!»

Η γριά καλόγρια ζάρωσε με δυσθυμία το μούτρο της μόλις άκουσε την λέξη «αρχαιοελληνικό» και με κοίταξε σχεδόν με αποστροφή, λες κι έβλεπε μπροστά της κανέναν σάτυρο με κέρατα στο κεφάλι, που αυτή θα προτιμούσε να τον ονομάσει δαίμονα ή εξαποδώ.

«Και πότε υψώνεται τ’ όνομά σου;» ρώτησα την νεαρή, επιστρατεύοντας ό,τι θυμόμουν από την εκκλησιαστική φρασεολογία κι αποφεύγοντας το «πότε γιορτάζει», σε μια προσπάθεια να εξευμενίσω τον κέρβερο που λέγονταν Μεθοδία.

«Την πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου», ακούστηκε η αργυρόεσσα καμπανούλα της φωνής της.

«Μα πρώτη Σεπτεμβρίου έχει αύριο!» έκανα θριαμβευτικά.

«Ναι, αύριο…» απάντησε χαμηλόφωνα.

Η Μεθοδία την επιτίμησε για την… φλυαρία της μ’ ένα βλέμμα.

Εγώ ανασηκώθηκα και της έτεινα το χέρι.

«Χρόνια Πολλά, λοιπόν, για αύριο!» (περισσότερα…)