Γκυγιώμ Απολλιναίρ

Τα παιδιά του χάους παίζουν με τις λέξεις

*

του ΚΙΜΩΝΑ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗ

~.~

Ο Ραλφ Γουίντερτον ήταν ένας νέος μαθηματικός που έπασχε από αϋπνίες και μελαγχολία. Τον βασάνιζαν ιδιαίτερα, ίσως να είχε διαγνωστεί ως διπολικός σήμερα. Οι συμφοιτητές και συνάδελφοί του τον περιέγραφαν ως δύσκολο άνθρωπο και “somewhat disoriented in his senses”. Αναζήτησε μια διέξοδο στην μελέτη της ιατρικής, όμως ο υποτιθέμενος δύσκολος χαρακτήρας του και ορισμένες ομιχλώδεις θεολογικές διαφορές στάθηκαν εμπόδιο στο να λάβει το πτυχίο του από το King’s College του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ. Χρειάστηκε η μεσολάβηση του αρχιεπισκόπου της Καντερβουρίας, Ουίλλιαμ Λωντ, ο οποίος υπήρξε θαυμαστής του έργου του Γουίντερτον για να ξεπεραστεί αυτός ο τυπικός σκόπελος.

Ας σημειωθεί παρενθετικώς πως ο Λωντ ήταν από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην πολυετή θρησκευτική και πολιτική σύγκρουση που ιστορικά αποκαλούμε Αγγλικό Εμφύλιο. Καρατομήθηκε από τους πουριτανούς κοινοβουλευτικούς το 1645, τέσσερα περίπου χρόνια πριν από τον αποκεφαλισμό του βασιλιά Καρόλου Α΄. Δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι ο Λωντ υπήρξε επίσης ο κινητήριος μοχλός στην σύντομη σύγκλιση της αγγλικανικής με την ελληνορθόδοξη εκκλησία. Υπήρξε συνομιλητής των πατριαρχών Αλεξάνδρειας, Μητροφάνη Κριτόπουλου, και Κωνσταντινούπολης, Κύριλλου Λούκαρι, οι οποίοι διέβλεπαν στην συνεργασία των δυο εκκλησιών μια ισχυρoποίηση της αντικαθολικής τους συμμαχίας, αλλά και μια ευκαιρία για μεταρρύθμιση της ορθόδοξης εκκλησίας σε καλβινιστικά πρότυπα, εγγύτερα στις πεποιθήσεις του ίδιου του Λούκαρι. Πέρα από τις έντονες θεολογικές διαφωνίες, η προσέγγιση του Λούκαρι προκάλεσε την αντίδραση των πρεσβευτών της Γαλλίας και της Ρωσίας στον οθωμανικό θρόνο, οι οποίοι επ’ ουδενί δεν ήθελαν την ενίσχυση της αγγλικής επιρροής. Έτσι, διέδωσαν πληροφορίες περί δήθεν υποκίνησης από τον πατριάρχη επαναστατικών ζυμώσεων των Ελλήνων και ο Λούκαρις συνελλήφθη και στραγγαλίστηκε το 1638, προοικονομώντας –τρόπον τινά– το τέλος του Άγγλου ομολόγου του.

Το σύντομο αυτό επεισόδιο της αγγλοελληνικής θεολογικής σύμπλευσης παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον, όμως ας μου επιτραπεί να επιστρέψω στον Γουίντερτον. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, είχε ολοκληρώσει την κριτική έκδοση και μετάφραση στα λατινικά των Αφορισμών του Ιπποκράτη (με το περίφημο εναρκτήριο «Ὁ βίος βραχὺς, ἡ δὲ τέχνη μακρὴ»). Το βιβλίο αυτό αναγνωρίστηκε ως μνημειώδες έργο και οδήγησε στην εκλογή του ως καθηγητή της ιατρικής, στην έδρα Regius του Καίμπριτζ, το 1635.

Δυστυχώς, ο Γουίντερτον επιβεβαίωσε με τραγικό τρόπο το αρχαίο απόφθεγμα, καθώς έφυγε από την ζωή έναν χρόνο αργότερα, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Κατέλιπε, όμως, διόλου ευκαταφρόνητο έργο, υπηρετώντας την επίστημη και την τέχνη του. Θα σταθώ εδώ σε μια άλλη δουλειά του ως ελληνιστή, στην έκδοση του των Ελλασόνων Ελλήνων ποιητών, μια ανθολόγηση ποιητών με παράλληλη λατινική μετάφραση. Οι ποιητές, βέβαια, δεν είναι πάντοτε ελλάσονες, ο Γουίντερτον λ.χ. ανθολογεί εκτενώς Ησίοδο, με δικά του, ενδιαφέροντα σχόλια. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Καίμπριτζ τo 1635. Βρέθηκε στα χέρια μου σε μία ανατύπωση του 1677, από όπου αντλώ και τις φωτογραφίες. (περισσότερα…)

Guillaume Apollinaire, Λατρεμένο μου μικρό μου Λου

*

Λατρεμένο μου μικρό μου Λου σ’ αγαπώ
Άστρο μου μικρό που τρεμοφέγγεις σ’ αγαπώ
Σώμα ηδονικά ελαστικό σ’ αγαπώ
Αιδοίο που σφίγγεις σαν καρυοθραύστης σ’ αγαπώ
Στήθος ζερβό τόσο ρόδινο κι αυθάδικο σ’ αγαπώ
Στήθος δεξιό τόσο απαλά ροδαλό σ’ αγαπώ
Θηλή δεξιά στο χρώμα της σαμπάνιας προτού να βγάλει αφρό σ’ αγαπώ
Θηλή αριστερή που μοιάζεις με εξόγκωμα στο μέτωπο νεογέννητου δαμαλιού σ’ αγαπώ

Νύμφες υπερτροφικές απ’ τα συχνά σου αγγίγματα σας αγαπώ
Γλουτοί ευκίνητοι που πίσω τινάζονται με χάρη σάς αγαπώ
Ομφαλέ που μοιάζεις με σελήνη βαθουλή και σκοτεινή σ’ αγαπώ
Λόχμη καστανόξανθη σαν δάσος τον χειμώνα σ’ αγαπώ
Μασχάλες με χνούδι σαν κύκνος νεογέννητος σας αγαπώ
Καμπύλη των ώμων που σαγηνευτικά διαγράφεσαι σ’ αγαπώ
Μηρέ με την αρμονική καμπύλη σου σαν κίονας αρχαίου ναού σ’ αγαπώ
Αυτιά καλοραμμένα σαν μικρά μεξικάνικα κοσμήματα σας αγαπώ
Κόμη βουτηγμένη στο αίμα των ερώτων σ’ αγαπώ
Πόδια έμπειρα πόδια ορθωμένα σας αγαπώ
Λαγόνες που ιππεύουνε λαγόνες δυνατές σας αγαπώ
Μέση που δεν γνώρισε ποτέ κορσέ μέση ευλύγιστη σ’ αγαπώ
Πλάτη θαυμαστά πλασμένη που λύγισε για μένα σ’ αγαπώ
Στόμα, ω απόλαυσή μου, ω νέκταρ μου σ’ αγαπώ
Βλέμμα μοναδικό, βλέμμα σπιθοβόλο σ’ αγαπώ
Χέρια που λατρεύω την κίνησή τους σας αγαπώ
Μύτη μοναδικά αριστοκρατική σ’ αγαπώ
Περπατησιά κυματιστή και χοροπηδητή σ’ αγαπώ
Ω Λου μικρό μου σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ.

Κουρμελουά, 8 Απριλίου 1915

Μετάφραση Καλλιόπη Μανδηλαρά

*

*

Guillaume Apollinaire, Η αποχώρηση της σκιάς

*

Μετάφραση Καλλιόπη Μανδηλαρά

~.~

Πάνε πάνω από δέκα χρόνια κι όμως τίποτε απ’ αυτά δεν έχει παρέλθει καθώς, όποτε το θελήσω, βλέπω ξανά τα γεγονότα και τους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Αισθάνομαι το βάρος τους και ακούω τους θορύβους και τις φωνές τους. Οι αναμνήσεις αυτές με ενοχλούν σαν τις μύγες που τις διώχνουμε και την ίδια στιγμή ξανακάθονται πάνω στο πρόσωπο ή στα χέρια.

«Όταν η Λουίζ Ανσελέτ πέθανε, δεν την αγαπούσα πια. Εδώ και ένα χρόνο η τρυφερότητά της κυλούσε πάνω μου όπως το νερό της βροχής πάνω σε ένα αδιάβροχο. Το ξεψύχισμα του έρωτα, που ήθελα να κρύψω από τους φίλους μας, φανερωνόταν άξαφνα εμπρός τους, σαν έρπης στα χείλη. Οι σκέψεις που με απασχολούσαν τους έδιναν σίγουρα τροφή για θέμα συζήτησης. Ήταν κάτι που μάντευα δίχως να το ακούω, όπως μαντεύουμε, δίχως να τη βλέπουμε, τη σορό μιας νέας κοπέλας περνώντας μπροστά από ένα σπίτι που έχει πένθος, με λευκές κορδέλες να στολίζουν την πόρτα του.

Το έλεγα από τότε, ένα μήνα σχεδόν πριν το θάνατο της Λουίζ· το έλεγα ότι θα πεθάνει, ότι δεν έχει πάνω από τρεις εβδομάδες ζωή, πάνω από δεκαπέντε μέρες, ότι θα φύγει την επόμενη Τετάρτη, ότι θα πεθάνει την επομένη. Οι άλλοι το είχαν πάρει για αστείο, καθώς η Λουίζ ήταν υγιέστατη, γεμάτη νιάτα και χαρά. Ο χασάπης όμως γνωρίζει τη μέρα που θα σφαγιαστεί η κάθε δαμάλα. Το μίσος μου αποδείχτηκε σοφό, μιας και γνώριζα καλά τη μέρα που θα πέθαινε η Λουίζ, και εκείνη πέθανε τη μέρα που είχα υποδείξει.

Πέθανε ξαφνικά και ο θάνατός της δεν αποτέλεσε κανένα αίνιγμα για τους γιατρούς. Δεν μπόρεσα όμως να αποτρέψω τις υποψίες των φίλων μου για την ενοχή μου. Οι ερωτήσεις τους με τύλιγαν σαν φίδια συριστικά που αδυνατούσα να γητέψω. Αλλοτινά μου βάσανα, έχω ακόμη την αίσθησή σας…» (περισσότερα…)