Στάχεις | Αναδρομές

Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

Κώστας Βάρναλης, Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

*

Από τον ιστότοπο του Νίκου Σαραντάκου. Αντιγράφουμε από εκεί το σημείωμα του επιμελητή: «Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα εις ύφος Παπαδιαμάντη, αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου Πεζός Λόγος. Αγνοώ αν το Καλοκαιρής (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη.» Με αυτό το ξεχωριστό αφήγημα, το ΝΠ εύχεται στους αναγνώστες και τις αναγνώστριές του Καλά Χριστούγεννα.

~ . ~

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την «Ακρόπολιν» και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!

Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.

Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:

– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται. (περισσότερα…)

Τ. Κ. Παπατσώνης, Απόψεις της θαλάσσης

*
Απόψεις της θαλάσσης. Απόψεις ομαλές,
Όσο τρικυμισμένη, σε σύγκριση Βουνού,
σε σύγκριση της Πέτρας, η θάλασσα ομαλή.
Και όσο για τους κινδύνους, η θάλασσα είναι ωραία.
Μόνωση. Αοριστία. Ξένου στοιχείου οι έλξεις
και του Μεμακρυσμένου γύρος πλατύς ώς πέρα.
Ενώνει τα διεστώτα. Και τα ογκωμένα λειαίνει.
Τους όγκους γονατίζει πολύ σκληρών Βουνών.
Φθάνει στις απαλότητες μεγάλων αμμουδιών.
Ορμίσκους δημιουργεί πλήρους καταφυγής.
Εισδύει και αρμυραίνει μυχούς απροσδιορίστους.
Σε αχάρακτες οδούς της, αλλ’ ακριβείς, εκεί
«πλοία διαπορεύεται» και την εμπαίζει Δράκος
πλασμένος απ’ ευθείας από Βουλή Θεού.
Και ύστερα οι Υδρατμοί και ο Ήλιος της αλλάζουν
διαθέσεις και θεωρία. (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Η φτώχεια

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

 

H ΦΤΩΧΕΙΑ

Η φτώχεια με τραβάει προς τη λύτρωση.

«Σου φτάνει» λέει «ένα μικρό καλύβι στο βουνό
ή πιο σωστά να κατοικείς σε μια κουφάλα δέντρου.

Από βιβλία σου φτάνουνε ποιήματα
και παραμύθια.

Κ’ ίσως ούτε κι αυτά.

Σου πάει πιο καλά μια εντελώς
άδεια βιβλιοθήκη.

Αν και το τέλειο θα ήτανε τα ξύλα της
να επιστρέψουν το ταχύτερο στο δάσος».

Πηγή: Οι μεταμορφώσεις του μηδενός, Οδός Πανός, 2022

*

Μιχαήλ Μητσάκης, Αφορισμοί

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

Απόφασις μετά σκέψιν ― ένστικτον βραδυπορούν.

~.~

Το Όνειρον, μήπως τυχόν δεν είναι παρά η Πραγματικότης εν εμβρύω;…

~.~

Οι παλαιοί οίνοι, ωριμάζοντες πολύ, σπάζουν ενίοτε την μποτίλλιαν. Αι παλαιαί ιδέαι, παραμένουσαι επί πολύ εντός αυτού και ανακινούμεναι ανεκτέλεστοι, σπάζουν ενίοτε το κεφάλι.

~.~

Θεέ μου, φύλαττέ με από τους ανθρώπους και ξεύρω πώς να φυλαχθώ από τα θηρία.

~.~

Οι επαίται κλέπτουν τους πτωχούς.

~.~

Α! διατί ο έρως να μην είναι αιώνιος… και διατί να παρατείνεται περισσότερον από ένα μήνα;

~.~

Πρακτικότης: το συνηθέστερον ψευδώνυμον του ανανδρία και του αχρειότης.

*

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

*

Γιάννης Μπεράτης, «Ξύπνησα το πρωί…»

*

Ξύπνησα το πρωί μ’ ένα περίεργο συναίσθημα πως κάτι παράξενο με ξύπνησε. Κάτι ακουγόταν σαν όλο ν’ ανεβαίνει από κάτω, απ’ το βάθος της χαράδρας, κι όλο το δωμάτιο ήταν έρημο κι όπως-όπως τακτοποιημένο, το τζάκι ήταν σβυστό, κι ούτε κι αυτός ακόμη ο Νώντας ήταν εδώ. Τα σκούρα των παραθυριών ήτανε κλειστά, αλλά χάσκανε και κάποιο φως έμπαινε. Πέταξα τις κουβέρτες μου, φόρεσα γρήγορα τα παπούτσια μου και καθώς καθόμουν ακόμη έτσι μες στο έρημο σιωπηλό σπίτι, όλο προσπαθούσα να συνέλθω, να θυμηθώ και ν’ ακούσω καλύτερα. – Μα, ναι!

Ορισμένως ήταν τραγούδι από πολλές φωνές αυτό που ακουγόταν βαθιά κι όλο ανέβαινε. Μα βέβαια! Ο Εθνικός μας Ύμνος! – Άνοιξα γρήγορα το παράθυρο και κοίταξα κάτω.

Ήταν πολύ πρωί ακόμη και το τοπίο τ’ αντίκρυζα για πρώτη φορά. Κι εκεί στο βάθος της χαράδρας, κοντά σ’ ένα μακρόστενο σπίτι και σ’ ένα ίσιωμα που απλωνόταν μπροστά του, είδα, από ψηλά, παραταγμένους όλους τους στρατιώτες, έτσι, σαν ένα μεγάλο ευθύγραμμο Π, ακίνητους και σε προσοχή, να τραγουδάνε ακόμη μ’ όλη τη δύναμη του στήθους τους:

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα αντρειωμένη
χαίρε! ω! χαίρε! Ελευθεριά!

Δεν ξέρω γιατί ακούμπησα τους αγκώνες μου πάνω στο πρεβάζι του παραθυριού, έχωσα το κεφάλι μου μες στα δυο μου χέρια κι άρχισα να κλαίω σαν μικρό παιδί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ
Το πλατύ ποτάμι (απόσπασμα)

*

Γιάννης Βαρβέρης, Γράμμα πριν απ’ την κούρσα στον Μπεν Χουρ

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

«Μπεν Χουρ
τώρα που πια η πληβεία σου ρώμη
σηκώθηκε να μετρηθεί μαζί μας
κι απόψε έχουν για μας τους δυο
κάτω στο Δέλτα όλα τα φώτα ανάψει
εμένα μ’ εμψυχώνει εκεί στο πάντοκ
μια κουρασμένη από ηδονές ακολουθία
μ’ αρώματα με ραίνει και μ’ ευχές
εκ των προτέρων βέβαιη για τη νίκη.
Μπεν Χουρ
οι μύες του αλόγου σου κι οι φλέβες
που τώρα μου ραβδίζουνε το νου
μου αρκούν για τιμωρία.
Τώρα που εσύ με τους λαϊκούς μέσα στους στάβλους
χτενίζετε τις δροσερές σας χαίτες
πώς θα ‘θελα κι εγώ οπαδός σου να ‘μαι
μαζί να μοιραστούμε τη δική σου νίκη
κι αν ίσως μας χρειαζόταν ραδιουργία
εγώ πρώτος εγώ
βαρύ νερό τ’ άλογα του Μεσσάλα να ποτίσω
εγώ και να δωροδοκήσω το σταβλίτη
εγώ να εξαγοράσω τους ελλανοδίκες.
Όμως Μπεν Χουρ
οι δυο μας πριν βρεθούμε στην εκκίνηση
ισότιμοι για το ηλίθιο πλήθος που αλαλάζει
μόνον αυτός ο λίγος χρόνος μένει που σου γράφω
για να σου πω για τη γενναία ψυχή σου
για να σου πω πως ίσως θα μπορούσες
αν όχι να νικήσεις μ’ ένα φίνις
βιτσίζοντας τρελά μπρος απ’ το νήμα
αν όχι να βραδυνεις στην αρχή
χαρίζοντάς μου μια πλαστή πρωτοπορία
τουλάχιστον δήθεν τυχαία
να τρίψεις μια στιγμή
επάνω στον τροχό μου
τον τροχό σου
το άρμα να κουτσαθεί ν’ ανατραπώ
να τσακιστώ στο χώμα.
Ικέτης σου λοιπόν τί σου ζητώ
μια σύμπτωση αναπότρεπτη μια ευπρόσωπη ήττα
μέσα στη δόξα που ήδη πια σε στεφανώνει
λυπήσου Μπεν έναν πατρίκιο, εσύ
εσύ που μόνο το μπορείς
σ’ ευχαριστώ
πιστός στη βέβαιη νίκη σου, Μεσσάλας».

Ο θάνατος το στρώνει, 1986

*

 

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν ἔσκυψε καί τῆς χτύπησε διακριτικά τό τζάμι, ὅτι ἔπιανε νά σουρουπώνει καί θόλωνε ἔξω ἡ πάροδος…

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν!

Ἔτσι πού καθόταν λίγο παραμέσα ἀπ’ τό παράθυρο, τό κρέμ κουρτινάκι τραβηγμένο καί σμιχτά σμιχτά στή σειρά τά χαλκαδάκια του, πίσω της τό ἄσπρο της κεφάλι ἀντιφέγγιζε στόν μεγάλο καθρέφτη τῆς παλιᾶς ξύλινης ντουλάπας καί δέν καλόβλεπε – ἄλλωστε τί νά καλοδεῖ; Πενήντα χρόνια ριζωμένη ὅλα τά ἀπογεύματα τοῦ Κυρίου στήν ἴδια θέση, ποιός περαστικός ἦταν πού νά μήν τόν ξέρει, ποιά κίνηση στή γειτονιά πού νά μήν τήν περιμένει στήν ὥρα της, ποιοί ὄγκοι, ποιές σκιές πού νά μήν τίς μέτρησε καί τίς ξαναμέτρησε ἄπειρες φορές, ποιός ἦχος πού νά μήν  εἶναι γνώριμος, σφυγμός της πές, ποιά βήματα πού νά μήν ἀναγνωρίζει ὅλα τους τά πατήματα: ἐδῶ λίγο ἀργά, ἐκεῖ θά σκοντάψει, τώρα θ’ ἀποφύγει σάν χορευτά την ἀκακία… Κι ἔπειτα οἱ ἀλλαγές πού ἦρθαν μέσα σέ πενήντα χρόνια, οὔτε μοιάζαν πιά μέ ἀλλαγές. Τά καινούργια σπίτια ἀπέναντι πῆραν γρήγορα τό ρυθμό τους στίς εἰσόδους, στίς ἐξόδους, οἱ γείτονες πού φύγανε ἀντικατασταθήκανε ἀπ’ ἄλλους μέ πολύ λίγο διαφορετικές συνήθειες κι ὡράρια…Πενήντα χρόνια…πέντε ὧρες πές! Πέντε ἀπογευματινές ὧρες. Ἀπό τίς τέσσερις πού τραβοῦσε τό κουρτινάκι τό χειμώνα ὥς τίς ὀκτώ πού ᾿κλεινε τίς γρίλλιες μέ θόρυβο – ἤ λίγο πιό ἀργά τά καλοκαίρια, ὅταν τσιτσίριζε ὁ ἥλιος στά κανάτια της, κι ἔπειτα ὥς ἀργά εἶχε σβηστό τό φῶς γιά τά κουνούπια, ὅπως κι ὅλοι ἄλλωστε στή γειτονιά. Πέντε ὧρες! Πέντε μακριές, χειμωνιάτικες τό πιό πολύ, ὧρες, μ’ἕναν γλυκό ἥλιο κατά τίς τέσσερις, μέ τίς δεητικές ἑσπερινές καμπάνες, μέ τίς φωνές τῶν παιδιῶν στίς ἑξήμισυ πού σχολοῦσαν – κι ὕστερα ἡσυχία… Μόνον ἁρμαθιές φῶτα ἀπ’ τόν κεντρικό νά χτυπᾶνε στό τζάμι της – κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο, καί ξανά κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο!.. «Καί νά, τούς μιλάω!» μοῦ ᾿λεγε κάποτε, «τούς μιλάω… Ὁ ἕνας σκύβει ἀπ’ τό πολύφωτο, ὁ ἄλλος διαλέγει τό μπουφεδάκι καί διπλώνεται ἀνάμεσα στό μεγάλο ρολόι, τή φαρφουρένια φοντανιέρα καί τή φωτογραφία του, τό παιδί μου ἔρχεται πάντα ἀθόρυβα, σά σταγόνα ἀπ’ τά κλαδιά τῆς ἀγριοπιπεριᾶς, καί κρεμιέται ἀπ’ τό μεγάλο κάντρο ἀπέναντί μου, ὠχρό κι ἀνάλαφρο…- μά δε μοῦ ἀπαντᾶνε ποτέ! Τούς χάνω ὅταν πέφτουν οἱ προβολεῖς. Μετά, στό σκοτάδι, τούς ξαναβρίσκω. Ἐκεῖνος ἔχει ὅλες τίς λίρες ἀκόμα πάνω του. Τό βλέπω καλά πού φουσκώνει τό πορτοφόλι του στό στῆθος. «Σοῦ χρησιμέψανε τουλάχιστο;» τόν ρωτάω. «Ἄχ, ἄν δέν τά ’παιρνες ὅλα μαζί σου ἐκεῖνο τό πρωί! Νά, γιά τό παιδί…» Ὁ ἄλλος προτιμάει τίς πιό σκοτεινές γωνιές, πίσω ἀπ’ τό κρεββάτι μου νά ποῦμε, στό παλιό μπαουλάκι ἐπάνω – κι ὅλο λέω ν’ ἀλλάξω τό γκρίζο κουβερτάκι πού γρατζουνάει, κι ὅλο τό ξεχνῶ… «Πολύκαρπε» τοῦ λέω, «Πολύκαρπε, σέ βασανίσανε; Περπάτησες ἔτσι μίλια με τά πόδια, γιά Κάρς, Μπουργκάρ Μήχ, γιά μαντέμι, χαλκό, ἄργυρο… ἄχ, μέ τά πόδια σου, μίλια Πολύκαρπε! Κι ὁ Βύρωνας; Τί ἀπόγινε ὁ Βύρωνας;… Φαντάσου, τό μωρό μου- πού πῶς τό ᾽χα! Τί κολώνιες καί τί παστρικά ὅλα, καί νά τ’ ἀνοίξω τήν κουβέρτα του μόλις πατήσαμε Πειραιᾶ, καί νά! – μιά τέτοια ψείρα στό κεφαλάκι του!  ἔτσι πού μᾶς στοιβιάξανε στό πλοῖο… Κι ὕστερα οἱ σφῆκες, τά κεντριά! Ἄ, δέν ξέρεις ἐσύ, δέν ξέρεις τί φαρμάκι ὥς τό μεδούλι!..» (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

*

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος. (περισσότερα…)

Μιχαήλ Άγγελος, Eπιστολές στην οικογένεια

*

Στον πατέρα του, Λοντοβίκο

Ρώμη, 27 Ιανουαρίου 1509

Πολυαγαπημένε μου πατέρα – έλαβα σήμερα το γράμμα σου και μόλις ξεδιάλυνα το νόημά του ταράχτηκα σφόδρα. Δεν αμφιβάλλω στιγμή ότι ανησυχείς και τρομάζεις περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Θα χαρώ αν μου πεις τι νομίζεις ότι μπορεί να σας κάνει η γυναίκα εκείνη*, ποιο είναι το χειρότερο δηλαδή που μπορεί να πετύχει, αν κινήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της. Τίποτα άλλο δεν μπορώ να σου πω. Με αναστατώνει ν’ ακούω πως είσαι σε τέτοια κατάσταση φόβου. Γι’ αυτό, σου συνιστώ να προετοιμάσεις καλά την άμυνά σου, ζητώντας την κατάλληλη συμβουλή, κι ύστερα να πάψεις πια να το σκέφτεσαι. Γιατί και στην περίπτωση που εκείνη σου έπαιρνε ό,τι έχεις και δεν έχεις, δεν θα σου έλειπαν οι πόροι να ζήσεις, μήτε οι ανέσεις, ακόμη κι αν δεν είχες άλλο στον κόσμο από μένα. Ώστε αναθάρρησε.

Εγώ ζω πάντα σε μεγάλη αβεβαιότητα, γιατί είναι χρόνος τώρα που δεν έχω δει δεκάρα τσακιστή απ’ αυτόν τον πάπα**, κι ούτε του ζητάω και τίποτα, επειδή η δουλειά μού φαίνεται να μην προχωράει έτσι όπως θά ’θελα. Κι οφείλεται αυτό στη δυσκολία του έργου αλλά και στο ότι δεν είναι το επάγγελμά μου. Έτσι χάνω τον χρόνο μου άπραγος. Είθε ο Θεός να με βοηθήσει. Αν έχεις ανάγκη από χρήματα, πήγαινε στον έφορο, βάλ’ τον να σου μετρήσει δεκαπέντε δουκάτα και πες μου τι απομένει. (περισσότερα…)

Τ. Κ. Παπατσώνης, Εν ώρα θερινή (απόσπασμα)

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

Έχω αντικρύ μου τις δήθεν δροσιές αυτού του κήπου.
Πότε πια θα περάσει ο μπερδεμένος κόμπος των ζεστών ημερών.
Πότε πια θα περάσουμε τον κατάξερο κάβο των ζεστών ημερών.
Πιέζομαι να καταλάβω αυτό που λένε Θαύμα του Ήλιου.
Αυτό που λένε φως της Ελλάδας ή Απολλώνιαν Αίγλη,
ο μισός εαυτός μου μονάχα το νιώθει, ο άλλος μισός
το απωθεί. Άλλωστε με το να παρατραβά
ο κόμπος των ζεστών ημερών, έγινε μια σκονισμένη
μουντάδα όλος ο ουρανός· και τα βουνά
με τις γαλήνιες γραμμές, Πεντέλες, Υμηττοί,
είναι σαν είδη για ξεσκόνισμα, τόσο βουτημένα
στις ανταύγειες της δύσπνοιας. Έφυγε και ο Απόλλωνας,
εφύγαν κι οι Δρυάδες, πάνε μακριά από την αναμμένη πέτρα

[…]

Τι να γίνει· και καλύτερες ώρες θαρθούνε.
Χειμώνες με τα ωραία λευκά και της Βροχής
οι υγρές συμφωνίες οι ραβδωτές. Άλλα δέντρα
θα φυλλορροήσουν και άλλα θα επιζήσουν κατά το νόμο.
Θαρθεί των ξερών κορμών και κλώνων η κόκκινη βασιλεία.
Θα γυαλίσει η πλάκα τ’ ουρανού, θα ξαναστιλβωθεί,
θ’ αναλάμψουνε τ’ άστρα πλυμένα στο κρύο και στη βροχή.
Θα ξαναστράψει το μυαλό της ζωής σε γρήγορη δουλειά.

[…]
Πηγή: Από την ποιητική συλλογή Εκλογή Α’ (1934).

*

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, Τα παραμιλητά του Τιθωνού

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

ΜΟΛΟΝΟΤΙ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗ σ’ έναν Κορνάρο και σ’ έναν Χορτάτση, στα αριστουργήματα ενός Ερωτόκριτου και μιας Ερωφίλης δηλαδή, ερωτικά ποιήματα εκτενή συνθετικά, η νεώτερη ελληνική λογοτεχνία έχει λίγα μεγάλης αξίας.

Αφήνω απ’ έξω τον «Στερνό λόγο – Σε μια γυναίκα» του Παλαμά, τον δέκατο τρίτο λόγο δηλαδή του Δωδεκάλογου, που είναι ποίημα συνθετικό από μόνος του αλλά και απόσπασμα άλλης, εκτενέστερης σύνθεσης, και ως τέτοιο όχι αποκλειστικά ερωτικό.

Αφήνω απ’ έξω και τον «Ύμνο δοξαστικό για τις γυναίκες που αγαπούμε» του Εγγονόπουλου που είναι μεν ποίημα εκτενές, ουχί δε και συνθετικό.

Στη λίστα μου απομένουν τρία. Ο «Ερωτικός λόγος» του Σεφέρη, απ’ τη «Στροφή» του 1931. Το Μονόγραμμα του Ελύτη, γραμμένο σαράντα χρόνια αργότερα, το 1971. Και τα «Παραμιλητά του Τιθωνού» του Δ. Π. Παπαδίτσα, ένα αληθινό κομψοτέχνημα, δημοσιευμένο το 1986 στη συλλογή του ποιητή Το Προεόρτιον.

Και τα τρία, και αυτό είναι το κοινό τους στοιχείο, ακροβατούν στο μεταίχμιο παράδοσης και νεωτερικότητας. Ο «Ερωτικός λόγος» του Σεφέρη είναι πλάι στη «Φοινικιά» και τη Μητέρα Θεού ό,τι πλησιέστερο έχουμε στην καθαρή ποίηση στην Ελλάδα.

Το Μονόγραμμα είναι ένα ποίημα εκπληκτικής αρχιτεκτονικής, ένα tour de force ιλιγγιώδους δεξιοτεχνίας, όπου κάθε ρίμα, κάθε στροφή, κάθε στίχος υπακούει σ’ ένα μαθηματικό πλάνο ασύλληπτης αυστηρότητας.

Τα «Παραμιλητά του Τιθωνού» πάλι πατούν κι αυτά με τη σειρά τους τεχνοτροπικά στον Παλαμά και τον Σικελιανό, φέρνουν όμως στα γράμματά μας ένα θέμα ζόρικο και δύσκολο να το πιάσει κανείς ακόμη και σήμερα, τον ερωτισμό της τρίτης ηλικίας.

Ο Τιθωνός είναι ο μυθικός σύντροφος της Ηούς, της Αυγής δηλαδή, που οι θεοί του χάρισαν την αθανασία, όχι όμως και την αιώνια νεότητα, και καταδικάστηκε ες αεί να ζαρώνει σαν το τζιτζίκι πλάι στην αγέραστη ερωμένη του, να δύει ατελεύτητα πλάι στην ανέσπερη Ανατολή:

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Ένα υπέροχο ποίημα που δεν είναι όσο του πρέπει γνωστό:

Καμπύλο είναι το βλέμμα μου τ’ άστρο με τ’ άστρο ως δένει
και τ’ όνειρό μου μαγνητίζει φωτεινές τροχιές
είναι η φωνή μου με το ηλιόκαμα ζευγαρωμένη
κι ό,τι μου δίνει η κάψα μού το παίρνουν οι βροχές.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

ΤΑ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΑ ΤΟΥ ΤΙΘΩΝΟΥ

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941)

1.

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά. (περισσότερα…)

Hans Freyer, Κατασκευάζοντας τον κόσμο απ’ την αρχή

  *

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Δες τον γεωργό που οργώνει· δες τον πώς μαζεύει τη σοδειά. Η δουλειά του είναι σκληρή, και σήμερα ακόμα, που η σύγχρονη τεχνική, με τις καθημερινές της εφαρμογές, του στέκεται αρωγός. Παρ’ όλ’ αυτά, συγγενεύει πάντα στενότερα με την αναζήτηση και την συλλογή τροφής, εκείνες τις αρχαιότερες μορφές πρόνοιας του ανθρώπου, παρά με οποιαδήποτε τέχνη που επεξεργάζεται ένα υλικό και κατασκευάζει ένα αντικείμενο. Ο γεωργός δεν κατασκευάζει κάτι και η εργασία του δεν είναι δημιουργική. Οι ασχολίες του απ’ το πρωί ώς το βράδυ, από το όργωμα ώς το νέο όργωμα, δεν σχηματίζουν μια αναγκαία διαδοχή, στην αρχή της οποίας βρίσκεται μια πρώτη ύλη, στο μέσο της ένα ημιτελές παρασκεύασμα και στο πέρας της ένα έτοιμο προϊόν. Οι ασχολίες του προσαρμόζονται, καρτερικά κι όμως έγκαιρα, στο κύλισμα των ημερών και του έτους, και η κάθε μια τους έχει την ώρα της στον κύκλο της ανάπτυξης των φυτών. Η αντίληψη ότι η επίσπευση της δουλειάς θα μπορούσε να επιταχύνει τους ρυθμούς, δεν έχει εδώ νόημα. Ανάμεσα στις εκάστοτε εργασίες παρεμβαίνει πάντοτε, σχεδόν σαν το καλύτερό τους μέρος, η αναμονή: όχι η αναμονή για το μεταφορικό μέσο μέσα στην εκμηχανισμένη κυκλοφορία με το ρολόι ανά χείρας, αλλά η προσμονή όσων πρόκειται να έρθουν σύμφωνα με τη φύση και την εμπειρία, η καρτερία ώσπου να φτάσουν, με όλες τις ελπίδες, τις αγωνίες και τα χτυποκάρδια που χαρακτηρίζουν την γνήσια αναμονή. Και πόσα δεν μπορούν να μεσολαβήσουν: χαλάζι, ξηρασία, παγετός, οι ακρίδες, ο πόλεμος! Όμως ο χωρικός μπορεί να επαφεθεί στην φυσική ορμή του σπόρου και, γενικά, στον χρόνο. Πέρα απ’ τον χειμώνα, μες απ’ όλες τις διαθέσεις του καιρού, ακόμα κι όταν κανείς δεν τον βλέπει: βλασταίνει. Κι αν το χιόνι μείνει μια-δυο βδομάδες περισσότερο, τότε εκείνος μεγαλώνει μετά ακόμα γοργότερα. Ο άνθρωπος, είναι εύλογο, δεν μπορεί παρά να περιμένει, αφού είναι αδύνατο να κάνει τους σπόρους να φυτρώσουν. (περισσότερα…)