Στάχεις | Αναδρομές

Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

Κορφολογώντας τις μεταφράσεις του Αλέξη Πάρνη από τη ρώσικη ποίηση

*

Προλόγισμα-Ανθολόγηση ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Παρά κάτι μήνες εκατόχρονος, εκμέτρησε το ζην προχθές ο Αλέξης Πάρνης (συγγραφικό ψευδώνυμο του Σωτήρη Λεωνιδάκη, 24 Μαΐου 1924 – 10 Μαρτίου 2023). Ιστορικός μάρτυς μιας εποχής βαριάς, δύσκολης μα και κοσμοϊστορικής, έδωσε με τη στάση, τη ζωή και το συγγραφικό του έργο το ιδιαίτερο πολιτικό και κοινωνικό μαχητικό παρών ― και πλήρωσε και το τίμημα. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό της εκτίμησης και της ανιδιοτελούς φιλίας και γενναιοδωρίας προς το πρόσωπό του από τον Τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ μεταφέρει ο Στέλιος Ελληνιάδης:

«Στη Μόσχα, ο Χικμέτ τον είχε φέρει σε επαφή με μία φίλη που μπορούσε να του παραχωρήσει ένα δωμάτιο στο μεγάλο της διαμέρισμα για να μένει σε καλές συνθήκες, κοντά στη σχολή του, χωρίς να πληρώνει ενοίκιο. Μόνο όταν ξαναβρέθηκε στη Μόσχα το 1989, έμαθε ο Πάρνης την αλήθεια: ο Χικμέτ πλήρωνε 200 ρούβλια ενοίκιο έχοντας συμφωνήσει με την οικοδέσποινα να το κρατήσει μυστικό από τον Πάρνη».

Από τις εξαιρετικές μεταφράσεις της ρώσικης ποίησης που μέχρι σήμερα μας επιδαψίλευσε (Ρωσικός Παρνασσός: Ανθολογία ρωσικής ποίησης, Καστανιώτης, Αθήνα 2016), κορφολογούμε το μικρό τούτο απάνθισμα.

Γαίαν έχοι ελαφράν!

~.~

ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΟΥΡΕΒΙΤΣ ΛΕΡΜΟΝΤΟΦ

Βγήκα μόνος στου γκρεμού τα μονοπάτια,
μες στην πάχνη της νυχτιάς φέγγουν θολά…
Στο Θεό γυρίζει η έρημος τα μάτια,
άστρο μ’ άστρο κουβεντιάζει εκεί ψηλά.

Ουρανός θριαμβικός και μαγεμένος!
Στο γαλάζιο το βαθύ κοιμάται η γη…
Γιατί νιώθω τάχα τόσο πικραμένος;
Τι μου πήραν, τι προσμένω απ’ τη ζωή;

Δε ζητάω πια τίποτ’ από κείνη,
για το χτες δεν έχω λύπη και καημό.
Λευτεριά θέλω μονάχα και γαλήνη,
ύπνο μόνο λησμονιάς κι αναπαμό.

Όχι αυτόν μέσα σε τάφο παγωμένο…
Θα ’θελα ν’ αναπαυθώ παντοτινά,
όμως στη ζωή κοντά να μένω
με το στήθος ν’ ανασαίνει ζωντανά.

Για ν’ ακούω στο βαθύ μου καταφύγι
της αγάπης τη φωνή να τραγουδά,
κι από πάνω μου ολοπράσινη να σκύβει
μια βαθύσκια θαλερή βελανιδιά.

1841

~•~

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Χτύπησε τέσσερις.
Βαριές σαν βαριά.
«Του Θεού στο Θεό – τα Καίσαρος τω Καίσαρι».
Όμως ένας όπως εγώ
Σε ποια ν’ απαγκειάσει μεριά
μια κρυψώνα βρίσκοντας εύκαιρη;

Αν ήμουν μικρός
όσο κι ο Μεγάλος Ωκεανός,
στις μύτες θα στεκόμουν των κυμάτων,
θ’ άλλαζα χάδια στην παλίρροια με τη σελήνη.
Πού να βρω μια γυναίκα
στα μέτρα μου εδώ κάτω;
Δυστυχώς
στον ουρανό μας το μικρό δε θα χωρούσε εκείνη. (περισσότερα…)

Λάκης Παπαστάθης (1943-2023), Η Ήσυχη

*

Ο επιλοχίας, ανεβασμένος στα σκαλιά του λόχου, μοίραζε τα γράμματα φωνάζοντας το όνομα. Τα πετούσε με δύναμη στον ουρανό κι αυτά προσγειώνονταν με τσαλίμια μέσα στο τσούρμο των φαντάρων. Ο παραλήπτης σπάνια έπιανε το γράμμα στον αέρα, συνήθως το έψαχνε ανάμεσα στις αρβύλες των άλλων φαντάρων που περίμεναν κι αυτοί το δικό τους. Όταν τα γράμματα τέλειωναν ο λοχίας φώναζε χαιρέκακα «οι υπόλοιποι έχετε χαιρετίσματα από τη Βουγιουκλάκη… και φιλιά!».

«Και σήμερα δεν ήρθε γράμμα της. Ας μου ’γραφε δυο γραμμές που να λένε πως μ’ αγαπάει και πως με σκέπτεται κι εγώ ας καθόμουν τρεις μέρες συνέχεια σκοπιά. Θ’ άντεχα τα πάντα!»

Η έξοδος των φαντάρων στην Κόρινθο κρατούσε από τις τρεις το απόγευμα μέχρι τις εννιά το βράδυ. Όλη η πόλη ντυνόταν στο χακί. Γέμιζαν τα ζαχαροπλαστεία και οι ταβέρνες. Οι πιο τυχεροί, που τους επισκέπτονταν τα κορίτσια ή οι γυναίκες τους, κλείνονταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου κι έβγαιναν στο παρά πέντε τρέχοντας να προλάβουν να χωθούν στο στρατόπεδο πριν από τις 9. Η αγαπημένη του ήρθε μόνο μία φορά. Ήταν βιαστική και αγχωμένη. Σχεδόν δεν πρόλαβε να τη φιλήσει, να την αγκαλιάσει λίγο πριν μπει στο λεωφορείο για την Αθήνα. Όμως το βράδυ στη σκοπιά τη σκεφτόταν με την άνεσή του. Αναπαριστούσε στο μυαλό του τις πιο έντονες ερωτικές σκηνές τους και φανταζόταν πως όταν θα πήγαινε με άδεια στο σπίτι της στην Αθήνα θα πετούσε τα φανταρίστικα από την είσοδο, θα γδυνόταν για να την αγκαλιάσει. Την ποθούσε τόσο πολύ που δεν είχε καθαρό μυαλό να δει πως το κορίτσι τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο απομακρυνόταν απ’ αυτόν. (περισσότερα…)

Γιάννης Ρίτσος, Στο μπουζουξίδικο του Θύμιου

*

Προλογικά-Επιμέλεια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ρίτσος εξέδωσε το Ίσως να ’ναι κι έτσι ως το τέταρτο εξομολογητικό πεζογράφημα (από τα συνολικά εννέα που είχε γράψει), προσπαθώντας να ιστορήσει μια ψυχική τοιχογραφία συναπαρτισμένη από παραμελημένες και παραθεωρημένες συλλογικές μα και βαθύτατα προσωπικές στιγμές, με διάσπαρτα στοιχεία και σπαράγματα αυτοβιογραφικής κατάθεσης, την οποία κι ενδεικτικά ονομάτισε «Εικονοστάσιο των ανωνύμων αγίων». Μιλούσε για πράγματα δηλαδή εκεί μέσα που η αριστερή του στράτευση επί χρόνια του επέβαλε να βάζει στην άκρη και να χώνει παράμερα, να αυτολογοκρίνει και να φιμώνει το δημόσιο ξεστόμισμά τους, παρότι είχαν χαραχτεί αξεδιάλυτα στην ψυχή και το σώμα, τόσο το δικό του όσο κι αρκετών της γενιάς του. Είναι ενδιαφέρον πως ο Ρίτσος όλα εκείνα τα γραπτά τα είχε στο συρτάρι του για δεκαετίες, μέχρι τη στιγμή που πήραν την οδό της δημοσίευσης.

Η έκδοση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην αριστερά και η συζήτηση κι η υποδοχή τού κειμένου περιστράφηκε κυρίως –αν όχι αποκλειστικά– γύρω από την εμφανή και διάχυτη παρουσία της σεξουαλικότητας, μα και μιας ομοφυλοφιλικής ερωτικής έκφρασης που ευδιάκριτα στίζει ορισμένα από τα πεζά αφηγήματα στο συγκεκριμένο έργο του ποιητή.

Ο ίδιος, έχοντας ήδη υποψιαστεί τις επερχόμενες αντιδράσεις, έγραφε, οιονεί προ-απολογούμενος, στο τελευταίο διήγημα της συλλογής:

«άστε με το λοιπόν να μιλήσω όπως μου ’ρχεται για πράματα που δεν τα γράφει ποτέ καμιά Ιστορία, πράματα σιωπηλά, βαθιά, αμελημένα, αθώα, περιπαιχτικά, σημαδιακά, ερωτικά, παιδιάστικα, πονηρούτσικα, παμπόνηρα, βουλιαγμένα σαν Ατλαντίδες, τοιχογραφίες της Θήρας, παράξενα “πράματα” που μιλάνε για όλα, για όλους, για πάντα, όπως ένα παπούτσι μονάχο στο ποτάμι, ένα κέρατο βοδιού σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο, ένα πιάτο παντζάρια στο έρημο πανδοχείο, το κέρας του κυνηγού στο φαράγγι, μια άδεια καπότα στο χορτάρι του Δημοτικού Κήπου, ο καθρέφτης του ασανσέρ μ’ ένα τριαντάφυλλο, ο Ορέστης χωρίς τον Πυλάδη μέσα στο μισοφώτιστο ναυτικό μπαρ χτυπώντας τα πλήκτρα του πιάνου με το ’να του δάχτυλο, οι δυο Άγγελοι που μπαίνουν στο μπαρμπέρικο του Μεταξουργείου ναν τους κουρέψουν λίγο τα φτερά τους που παραμεγαλώσανε κι ο μπαρμπέρης τα χάνει και του πέφτει το μεγάλο κύπελλο με τη σαπουνάδα και πιτσιλιέται ο χρυσοβαμμένος μυγοφτυσμένος καθρέφτης κι οι δυο Άγγελοι που κοιτιούνται στον καθρέφτη βλέπουν το πρόσωπό τους διάστικτο με αφρούς σα να χιονίζει, και πράγματι χιονίζει στο Σανατόριο της Πάρνηθος κι απλώνεται παντού μια ευλογημένη ασπράδα, μια ζεστή όμως ασπράδα, ως πέρα πέρα, μια συγγνώμη τόσο διάφανη που βλέπεις απ’ την άλλη της μεριά τα τέσσερα πλοία που φεύγουν και μένει μόνη μια βαλίτσα στην προκυμαία κι ο τελωνοφύλακας κοιτάει τ’ αντικρινό μπαλκόνι – πράγματα ασήμαντα δικά σου, δικά μας, ναι, ασήμαντα που ωστόσο σε βεβαιώνουν τρυφερά πως υπήρχες, υ π ά ρ χ ε ι ς,  θ α  υ π ά ρ χ ε ι ς  κι είσαι όμορφος κι αγαπημένος κι όλα είναι όμορφα κι αγαπημένα κι είναι κατορθωτό το ακατόρθωτο, τόσο που ξύνεις το κεφάλι σου και κλαις σα βλάκας, γιατί είμαι βλάκας βρε Πέτρο και σ’ αγαπάω για όλα»

(«Θύμησες, πράγματα, λόγια»)

Από αυτόν τον τόμο ξεδιάλεξα την παραπάνω αφήγηση που περιστρέφεται γύρω από ένα ζεϊμπέκικο χορό και την τελετουργία του, που σήμερα, μόλις σαράντα χρόνια μετά, μοιάζει τόσο αλλόκοτος και μακρινός, σχεδόν μυθικός, γέννημα της φαντασίας. Στους γύρους του χορευτή σ’ αυτόν τον ζεϊμπέκικο στροβιλίζονται και χορεύουν μνήμες ζωής αλλοτινής, εμπειρίες κοινές, συνυπαρκτικές, κινήσεις και χειρονομίες απλές και μυστικές, τελετουργίες ανέκφραστες, σιωπές εύγλωττες, θραύσματα και θρύψαλα από ένα ενιαίο κάποτε μωσαϊκό ζωής, που έχει πια φθαρεί αμετάκλητα κι έχει παραμεριστεί απολησμονημένο, όταν δεν προβάλλεται πλέον σε διαστροφικά μεταλλαγμένο καταναλωτικό ευδαιμονικό απείκασμά του. Λείψανα μοναχά, σποραδικές επιβιώσεις, σπαράγματα ελάχιστα ανιχνεύονται κι αναδύονται πού και πού, εδώ κι εκεί. Πού εκκλησίασμα πια, πού δισκοπότηρα και που μετάληψη τελετουργιών μυστηριακών, κοινών, συλλογικών και ζωογόνων. Διόλου τυχαία δα δεν κλείνει κι η αφήγηση μνημονεύοντας τον σικελιανικό Διθύραμβο του Ρόδου;

(περισσότερα…)

Αργύρης Χιόνης, Οι εμβάδες

*
Στον Κωστή Παπαγιώργη

Οι εμβάδες ουδεμία σχέση έχουν με τις αμοιβάδες. Ζώα είναι κι αυτές, αλλά πολύ πιο εξελιγμένα. Είναι ένα είδος οικόσιτων υποζυγίων και, ως προς αυτό, διαφέρουν επίσης από τα υποδήματα που είναι υποζύγια ανοικτού εδάφους. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι εμβάδες κινούνται στο περιορισμένο εμβαδόν ενός σπιτιού, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι διανύουν μικρότερες αποστάσεις από τα υπο­δήματα, ιδίως όταν πρόκειται για εμβάδες που μεταφέρουν εξαιρετικά δραστήριες οικοκυρές, οπλι­σμένες με σφουγγαρόπανα, σκούπες και ξεσκονίστρες, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από μπάνιο σε κουζίνα κι από κουζίνα σε βεράντα και σε σκάλα και σε πεζοδρόμιο και πάλι πίσω, από δωμάτιο σε δωμάτιο… Χιλιόμετρα ολόκληρα διανύουν, κάθε μέρα, αυτά τα υπομονετικά υποζύγια, περιφε­ρόμενα μέσα στα περιορισμένα τετραγωνικά μιας κατοικίας.

Παρά την καθημερινή, σκληρή ταλαιπωρία τους, αυτά τα αγαθά ζωντανά ουδέποτε διεμαρτυρήθη­σαν ή εξέφρασαν το παραμικρό παράπονο. Αντίθετα, τα υποδήματα, όντα εκδικητικά από τη φύση τους, πρήζουν ή γεμίζουν με φλύκταινες και κάλους τα πόδια των αφεντικών τους.

Ένα άλλο αξιέπαινο χαρακτηριστικό των εμβάδων είναι η ολιγάρκειά τους. Εν αντιθέσει προς τα δήθεν κοινωνικά, αλλά στην ουσία, φαντασμένα υποδήματα, δεν χρειάζονται ούτε ξεσκονίσματα ούτε γυαλίσματα. Το μόνο που ελπίζουν (όχι απαιτούν) είναι τα πόδια που χώνονται μέσα τους να έχουν, προηγουμένως, πλυθεί, να έχουν αποκαθαρθεί από τη χυδαία υποδηματίλα ή ποδαρίλα, όπως συνήθως ονομάζεται.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι εμβάδες έχουν γίνει σύμβολο της τεμπελιάς, της απραξίας, της απόσυρσης από τη δράση. Οι επιβήτορές τους, όταν πρόκειται για άντρες και όχι για δραστήριες οι­κοκυρές, θεωρούνται κάτι σαν παραιτημένοι απ’ τη ζωή ή, απλώς, τεμπέληδες. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ψευδές από αυτό. Ως απόδειξη περί του αντιθέτου, αρκεί να αναφέρω την περίπτωση των κυρίων Μπαλζάκ και Προυστ που, επιβαίνοντες των παντουφλών τους, διήνυσαν τεράστιες αποστάσεις μέσα στην αχανή στέπα της ανθρώπινης ψυχής. Χωρίς να έχω δει τις σχετικές πληροφορίες, φαντάζομαι ότι το ίδιο έπραξε και ο κύριος Ντοστογιέβσκη.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Όντα και μη όντα, 2006

*

*

Αλέξανδρος Σχινάς, Τέσσερα λεττριστικά ποιήματα

*

Τα τέσσερα λεττριστικά ποιήματα του Αλέξανδρου Σχινά που ακολουθούν, δημοσιεύτηκαν το 1964, στο τχ. 2-3 του περιοδικού Πάλι. Ο Σχινάς αποδίδει τα ποιήματα αυτά στον Ελευθέριο Δούγια, επινοημένη περσόνα του ιδίου, τα περιέλαβε δε στο μανιφέστο του «Περί υπερλεξισμού, κειμενοκολλήσεως και αθανασίας».

Ο Αλέξανδρος Σχινάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Φοίτησε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο και σπούδασε στο χημικό τμήμα της φυσικομαθηματικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας (1947-1949) άρχισε να ταξιδεύει, κυρίως σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης ώς το 1959, οπότε εγκαταστάθηκε οριστικά στην τότε Ομοσπονδιακή Γερμανία. Από εκεί συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (1963-1965), την ΕΡΤ (μετά το 1974), και τον σταθμό της Deutsche Welle στην Κολωνία. Από την τελευταία θέση του ανέπτυξε αντικαθεστωτική δράση κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας στην Ελλάδα.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε έφηβος το 1938 στο περιοδικό Μαθητική Ζωή με το διήγημα «Ο κατήφορος» και, πιο επίσημα, το 1951 με τη δημοσίευση του διηγήματος «Η επιστολή» στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Πάλι (από τους βασικούς του συνεργάτες), Η Λέξη, Συντέλεια κ.ά. Κείμενά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.

Δημοσίευσε: Αναφορά περιπτώσεων (1966, συμπληρωμένη έκδοση 1989, διηγήματα), Η παρτίδα (1990, νουβέλα). Επίσης, το δοκίμιο Για την υπεράσπιση της ελληνικής εγκεφαλοκρηπίδας. Εναντίον του σκοταδιστικού ψευτοδημοτικισμού (1977). Μια σειρά άρθρων του συγκεντρώθηκε στον τόμο Σ’ έναν χάρτινο δρυμό. Το ελληνικό βιβλίο έξω από το θερμοκήπιο (1996).

«Η έντονη αίσθηση του καινούργιου και νεοτερικού που είχε δημιουργήσει στο κοινό της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας η αφηγηματική μορφή της Αναφοράς περιπτώσεων (περιλαμβάνει πέντε πεζά μοντέρνας τεχνικής, με χαρακτηριστικότερο το Ενώπιον πολυβολητού), έμεινε για αρκετά χρόνια δραστική. Αν και τα πεζά του Α.Σ. επιδέχονται πολλές ερμηνείες και αναγνώσεις, καθώς είναι αποσυνδεδεμένα από τις δεσμεύσεις του ρεαλισμού και τών ιστορικών αναφορών,προκάλεσαν στη δεκαετία του ’60 ιδιαίτερη εντύπωση και θεωρήθηκαν από την κριτική ως παρεμβάσεις μιας νέας ηθικής του λογοτεχνικού λόγου. Στην Αναφορά, όπως και στην μεταγενέστερη Παρτίδα, ο Σ. κατευθύνει με ανεξάντλητα παιγνιώδη και ανίερη διάθεση έναν μηχανισμό παρωδίας που υπονομεύει κάθε βεβαιότητα και σχέση αιτίου-αιτιατού. Είναι από τους πρώτους της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που χρησιμοποίησε στα πεζά του μεγάλες μάζες συνειρμικού λόγου, χωρίς να ακολουθεί τους συνήθεις συντακτικούς κανόνες, συγχέοντας επίτηδες το δοκίμιο, την αυτοβιογραφία και την ποίηση. Ωστόσο, η ειρωνική και ενίοτε σατιρική του διάθεση δεν ακυρώνει τη συναισθηματική ένταση και τον υποκειμενικό τόνο, ούτε ο αιχμηρός σαρκασμός του υποσκάπτει το ηθικό πολιτικό νόημα για τα φαινόμενα της δημόσιας ζωής.» (Αλέξης Ζήρας)

Πηγές: ekebi.gr, dedalus.gr

~.~

ΘΡΑΠΑ

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν :
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν. (περισσότερα…)

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος [αναθεωρημένη εκδοχή, 2002]

*

Στις 15 Ιανουαρίου αναρτήσαμε στη στήλη «Αναδρομές» του ΝΠ το ποίημα «Νίκος Καρούζος (1926-1990)» του Ευγένιου Αρανίτση, από το βιβλίο του Ποιήματα και πράξεις (1980-1993), Ίκαρος 1993. Ο ποιητής μάς πληροφόρησε ότι υπάρχει εν τω μεταξύ μια νεώτερη, αναθεωρημένη εκδοχή, δημοσιευμένη στην ανθολογία του Θ. Νιάρχου, Ποιητές για ποιητές. Χειραψία πάνω από την άβυσσο, Καστανιώτης 2002 (β’ έκδοση 2004).

Η αντιβολή των δύο εκδοχών έδειξε ότι σε μεγάλο βαθμό έχουμε να κάνουμε με ένα καινούργιο ποίημα, συγγενικό ασφαλώς σε πολλά με το αρχικό, αλλά και ουσιωδώς αποκλίνον σε άλλα. Με την άδεια του Ευγένιου Αρανίτση, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά, αλλά και με την πεποίθηση ότι μια συγκριτική ανάγνωση παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, παραθέτουμε σήμερα και τη δεύτερη αναθεωρημένη εκδοχή.

~ . ~

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  

Οι ώρες είναι σκιές στα σκαλοπάτια
που κατεβαίνουν ως τους πεθαμένους
μας ποιητές. «Της άβυσσος τα μάτια»,
είπε ο Νίκος, «βλέπουν μαγεμένους
γκρεμούς όπου περπάτησε η Venus
Obscura. Μα, στης τρέλας το κρεβάτι, Α-
φροδίτη και Παρθένος γίνοντ’ ένα.
Το έμαθ’ απ’ τη μάνα μου. Απένα-

ντι σ’ ένα τέτοιο δράμα θα ορίσει
ο ποιητής το έργο, στην οθόνη
της μνήμης προσπαθώντας να κρατήσει
όχι αυτό που τρέμει και τελειώνει,
αλλά την όψη ’κείνου που ακόμη
κι ο θάνατος αρνείται ν’ αντικρίσει:
το Βλέμμα Του Πατέρα, την ερκάνη
μιας γλώσσας που αδιάκοπα θα φτάνει

»στην άκρα σιωπή… Ούτε που ξέρω
αν σώπασα στη σκέψη ή στην πράξη»,
προσέθεσε. «…Εφόσον ο Αχέρο-
ντας θα μας έχει δέσμιους στην τάξη
του θανάτου, να λες “Θεός φυλάξοι”
όταν βρεθείς απέναντι σε γέρο
γιατί τελειών’ η βάρδια του σε λίγο».
«Και η δική σου;» «Σίγουρα… Θα φύγω

για κεί όπου ο νους –η συμμετρία
ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι–
γιατρεύει την παλιά μοιρολατρία.»
Σωστά μιλούσε έτσι για τον Άδη
αλλά –του είπα– μένει το ψεγάδι
της σκέψης πως υπήρξε η πορεία
του χρόνου γραμμική. «Σιγά μην ήταν!
Εμένα μου θυμίζει τη σαΐτα (περισσότερα…)

Χρήστος Βακαλόπουλος, Παραμύθι

*

Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Kυψέλη, η Eλλάδα και ο πλανήτης Γη. Tώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Aυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη όπως συνέβαινε με την Έρση. Aν ήσουνα η ωραιότερη στην Eλλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Yφήλιο και να σε παντρέψουν μ’ ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ήταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη γιατί υπήρχε μια μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Aνάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, κάτι πάθαινε η επιτροπή και ενθουσιαζόταν με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. Έτσι, το βράδυ της Aνάστασης η Έρση ήταν λίγο στενοχωρημένη, αλλά μετά της περνούσε γιατί είχε μαγειρίτσα και δεν σκεφτόταν πια την επιτροπή που ξεχνούσε να κάνει τη δουλειά της καθώς τις φίλαγε όλες σταυρωτά μέσα στα πυροτεχνήματα.

Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Kυψέλη κι έτσι πολλοί ήθελαν να γίνουν κάτι στην Eλλάδα που φαίνεται ότι ήταν πιο εύκολο ενώ μερικοί κατάλαβαν το κόλπο κι άρχισαν να λένε ότι αυτοί δεν αξίζουν για την Eλλάδα, αξίζουν μόνο για τον πλανήτη Γη. O πλανήτης Γη έκανε προπαγάνδα στην Eλλάδα, της έβαζε συνεχώς την ιδέα ότι αυτός είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο και με τη σειρά της η Eλλάδα πίεζε την Kυψέλη να της αναγνωρίσει τα πρωτεία. Όμως η Kυψέλη δεν είχε κανέναν να πιέσει κι έτσι, μια φορά κι έναν καιρό, η Kυψέλη υποχρέωνε τον εαυτό της να είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο και η Έρση ήταν υποχρεωμένη να είναι η ωραιότερη χωρίς να χρησιμοποιεί τη φωτογένεια. Aργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Kυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Έρση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν. (περισσότερα…)

«σκορδαλιάν χωρίς σκόροδον…» Μια επιστολή του Ροΐδη προς τον Βαλαωρίτη περί μεταφράσεως

*

Φίλτατε ποιητά

Γνωρίζων ότι είσθε πολυάσχολος και δεν έχετε την πολυτέλειαν της σπατάλης χρόνου, επιτρέψατέ μοι εντούτοις, καταχρώμενος την υπομονήν σας, να ζητήσω την πολύτιμον συμβουλήν σας επί ενός ζητήματος το οποίον εσχάτως με κρατά ξάγρυπνον. Προ ολίγων μηνών ο Κος Παναγιώτης Βεργωτής, από το Αργοστόλιον, μου εζήτησε δι’ επιστολής την άδειαν να «σιάξει» εις την δημώδην τον «Πέτρον Β΄ της Βρασιλίας», πάρεργον εμόν, δημοσιευθέν εις την «Εστίαν» το παρελθόν έτος και αποσταλέν εις υμάς ως αυτοτελές φυλλάδιον. Παρά τας επιφυλάξεις μου και διά λόγους φιλοφρονήσεως συγκατετέθην εις το εγχείρημα αρχικώς, φρονών ότι τοιουτοτρόπως υπηρετώ και την υπόθεσιν της γλώσσης. Αλλοίμονον, πρέπει να ομολογήσω ότι ηπατήθην σφόδρα. Η απόδοσις του Βεργωτή, η οποία μου παρεδόθη προ ολίγων ημερών, είναι επιεικώς απαράδεκτος. Ουδεμίαν σχέσιν έχει το άνευρον της εκφράσεως και το χάος της γλώσσης με την ιδικήν μου επιδίωξιν του style […].

Γνωρίζετε καλώς ότι, μολονότι γράφων εις την λεγομένην καθαρεύουσαν, είμαι θερμός υποστηρικτής της δημώδους, εντούτοις έχω πλέον καταλήξη εις το συμπέρασμα ότι η μετάφρασις κειμένων εντός της ιδίας γλώσσης κρύπτει πολλούς κινδύνους, ων, έως εσχάτως, δεν είχον συλλάβει το μέγεθος. Το εξάμβλωμα του Βεργωτή προσφέρει εις το κοινόν σκορδαλιάν χωρίς σκόροδον […]. (περισσότερα…)

Κώστας Ζαφειρόπουλος, Ο έμμεσος τρόπος

*

Ο ΕΜΜΕΣΟΣ ΤΡΟΠΟΣ

Μου ήταν αντιπαθής
Αλλά η γυναίκα του ήταν πανέμορφη

Το βράδυ ξαπλωμένος την σκεφτόμουν
Απαλή να περιφέρεται μέσα στο σπίτι
Έπρεπε να του επιτεθώ

Μιλούσε για τον πρόσφατο πόλεμο
Και κατέληγε αυτό δεν ήταν πόλεμος
Αυτό έγινε με οθόνες και πλήκτρα

Το ότι ήτανε πόλεμος ούτε λόγος
Από τα είκοσι επίθετα
Κανένα δεν αστοχεί

Το θέμα που ασυνείδητα έθετε
Ήταν αυτό του έμμεσου τρόπου

Φεύγοντας είχε πιει
Και οδήγησε η γυναίκα του

Με τα λευκά χεράκια της στο τιμόνι
Χειριζόταν το γρήγορο όχημα
Με τρόπο που ο Αυτομέδων θα τρόμαζε

ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ

Επίθετα του πολέμου στην Ιλιάδαάγριος Ρ 737, αιματόεις Ι 650, Τ 313, αλίαστος Β 797, Υ 31, αργαλέος Η 87, δακρυόεις Ε 737, Θ 388, Π 512, δήιος Δ 281, Ε 117, Η 119, 174, Ρ 189, Τ 73, δυσηλεγής Υ 154, δυσηχής Β 686, Η 376, 395, Λ 524, 590, Ν 535, Σ 307, θρασύς Ζ 254, Κ 28, κακός Α 284, Δ 15, 82, Ν 225, Π 494, λευγαλέος Ν 97, οϊζυρός Γ 112, οκρυόεις Ι 64, ολοός Γ 133, ομοίιος Ι 440, Ν 358, 635, Ο 670, Σ 242, Φ 294, πευκεδανός Κ 8, πολυάιξ Α 165, Υ 328, πολύδακρυς Γ 165, στυγερός Β 385, Δ 240, Ζ 330, Τα 230, φθισήνωρ Β 833, Ι 604, Κ 78, Λ 331
Αυτομέδων: ηνίοχος του Αχιλλέως
περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1723, Μάιος 2000

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος (1926-1990)

*

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ 

( 1926-1990 )

ο φ ε ι λ ή

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

η μέρα που ο τάφος μου θ’ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν

το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.

Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα έν’ άλλο βράδυ
και του ’πα: — Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.

(περισσότερα…)

Immanuel Kant, Ομορφιά και τέχνη

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η νύχτα είναι υψηλή, η μέρα ωραία.

~.~

Ο νους είναι υψηλός, η ευστροφία ωραία. Η τόλμη είναι υψηλή και μεγάλη, η πονηρία μικρή αλλά ωραία. Η προσοχή, είπε ο Κρόμγουελ, είναι η αρετή του ηγέτη. Η φιλαλήθεια και η ειλικρίνεια είναι απλοϊκή και ευγενής, ο αστεϊσμός και το ευγενικό κομπλιμέντο είναι λεπτά και ωραία. Η ευπρέπεια είναι η ομορφιά της αρετής. Ο ανιδιοτελής ζήλος στην υπηρεσία είναι ευγενής, η ευταξία και η ευγένεια είναι ωραίες. Οι υψηλές ιδιότητες εμπνέουν σεβασμό αλλά οι ωραίες αγάπη. Οι άνθρωποι που το αίσθημά τους στρέφεται κυρίως προς το κάλλος, αναζητούν τους ειλικρινείς, σταθερούς και σοβαρούς φίλους τους, μόνο στην ανάγκη· αλλά για την παρέα διαλέγουν εκείνον τον αστείο, ευπρεπή και ευγενικό που είναι κατάλληλος για τη συντροφιά. Κάποιους τους εκτιμούμε τόσο πολύ, ώστε μόλις που μπορούμε να τους αγαπήσομε. Εμπνέουν θαυμασμό αλλά είναι τόσο πολύ ανώτεροί μας, ώστε να μην τολμούμε να τους προσεγγίσομε με την οικειότητα της αγάπης.

~.~

Τα υψηλά αισθήματα στα οποία αίρεται καμιά φορά η συνομιλία σε μια συντροφιά υψηλού επιπέδου, πρέπει να διαλύονται ενδιάμεσα σε εύθυμα αστεία, και οι χαρές και τα γέλια πρέπει να σχηματίζουν με τη συγκινημένη και σοβαρή έκφραση μιαν ωραία αντίθεση που εναλλάσσει αβίαστα τα δύο αυτά είδη των αισθημάτων. Η φιλία χαρακτηρίζεται κυρίως από το γνώρισμα του υψηλού, ενώ ο γενετήσιος έρωτας από εκείνο του ωραίου. Ωστόσο, η τρυφερότητα και ο βαθύς σεβασμός προσδίδουν στον έρωτα μιαν ορισμένη αξιοπρέπεια και ένα ύψος, ενώ τα γοητευτικά αστεία και η οικειότητα εξυψώνουν στο αίσθημα τούτο το χρώμα του ωραίου. Η τραγωδία διακρίνεται από την κωμωδία ιδίως κατά τούτο: στην τραγωδία συγκινείται το αίσθημα για το υψηλό, στην κωμωδία για το ωραίο. Στην πρώτη φανερώνονται η μεγαλόψυχη θυσία για το καλό των άλλων, η τολμηρή αποφασιστικότητα στους κινδύνους και η δοκιμασμένη πίστη. Εδώ η αγάπη είναι μελαγχολική, τρυφερή και γεμάτη σεβασμό· η δυστυχία των άλλων προκαλεί αισθήματα συμπάθειας στο στήθος του θεατή και κάνει τη μεγαλόψυχη καρδιά του να χτυπά για τη δυστυχία του ξένου. Συγκινείται τρυφερά και συναισθάνεται την αξιοπρέπεια της δικής του φύσης. Αντιθέτως, η κωμωδία παρουσιάζει λεπτές μηχανορραφίες, παράξενες περιπλοκές και επιτήδειους που καταφέρνουν να ξεγλιστρήσουν, χαζούς που εξαπατώνται, ανέκδοτα και γελοίους χαρακτήρες. Εδώ η αγάπη δεν είναι τόσο κατηφής, αλλά εύθυμη και οικεία. Εν τούτοις, όπως σε άλλες περιπτώσεις έτσι και σε αυτές, μπορεί το ευγενές να συνδυασθεί σε κάποιο βαθμό με το ωραίο.

~.~

Ευχάριστο ονομάζει κανείς ό,τι τον ικανοποιεί· ωραίο ό,τι απλώς του αρέσει· καλό ό,τι εκτιμάται, εγκρίνεται, δηλαδή σε ό,τι θέτομε μιαν αντικειμενική αξία.

~.~

Καλαισθησία είναι η ικανότητα κρίσεως ενός αντικειμένου βάσει μιας αρέσκειας ή απαρέσκειας χωρίς κανένα συμφέρον. Το αντικείμενο μιας τέτοιας αρέσκειας λέγεται ωραίο.

~.~

Ωραίο είναι εκείνο που αρέσει κατά την αποτίμησή του και μόνο (άρα όχι μέσω της εντυπώσεως των αισθήσεων σύμφωνα με μιαν έννοια της διάνοιας). Από τούτα συνάγεται αφ’ εαυτού ότι θα πρέπει να αρέσει χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον. (περισσότερα…)

Έλλη Αλεξίου, Μετά τις γιορτές

*

Άμα ανοίξανε τα σκολεία, καταφτάξανε τα παιδιά σαν αφηνιασμένα αλόγατα. Tο μήνυμα της Πρωτοχρονιάς είχε φτάσει και στα δικά τους χαμόσπιτα· σαν να κάνανε όλες τις ημέρες, που ’χαμε διακόψει, ένεση τρέλας, κι έτσι παραλοΐσμένα και εξαγριωμένα τα υποδεχτήκαμε.

Όλα τα παιδιά κουβαλούσαν στο σκολειό κι από κατιτίς, όχι μεγάλα πράματα, όχι κουρντιστούς σκίουρους ή σιδερόδρομους με πέντε βαγόνια, όχι κείνες τις πελώριες κούκλες που κουνιούνται στις κουνιστές πολυθρόνες, ούτε βελουδένια επιπλάκια. Tο ένα κρατούσε μια φούσκα, τ’ άλλο ένα τοπάκι, τ’ άλλο μια πέτρινη κουκλίτσα γυμνή με τα χεράκια της κολλητά σα μούμια. Kαι λεφτά! O κόσμος γεμάτος. Όλες οι φουχτίτσες σφιγγόντανε ξέχειλες από πενταροδεκάρες. Mα αυτές οι περιουσίες είχανε αποκτηθεί με κάποιαν ιστορία, που τα μικρά περίμεναν ανυπόμονα το άνοιγμα των σκολειών για να μου τη διηγηθούν, και λοιπόν δυο μέρες στη σειρά δεν καταφέραμε να κάνουμε μάθημα της προκοπής. Θέλανε αυτές να μιλούνε, όχι εγώ.

«…Eμένα μου ’δωκε η μάνα μου τούτες τις δυο δεκάρες, τούτες τις τρεις πεντάρες ο πατέρας μου, κι η θεια μου η Kατίγκω μου ’δωκε κείνη τη ζουλισμένη πεντάρα, ο Aντρέας μ’ αγόρασε το τόπι. Tη φούσκα τη πήρα με τα λεφτά που βγάλαμε από τα κάλαντα…»

«…Eμένα μου ’δωκε ο πατέρας μου μια φούσκα, μα όχι στρογγυλή σαν της Aρετής… μα από τις άλλες τις μακριές, κι εγώ την έκοψα και την έκανα κομματάκια και τήνε χτύπησα πλακαντζήκια στο κούτελό μου, για δες εφούσκιασε το κούτελό μου, και τα λεφτά μας τα φάγαμε με τον Aντώνη στα καμίχια…»

«Eγώ έχω μόνο το τόπι μου. Tα λεφτά μου μού τα πήρε η μάνα μου· και τη ροκάνα που κέρδισα στο λότο, την κάμαμε αλλαξιά με τη Pοδώ, και μου ’δωκε τούτο το δαχτυληθράκι με την κόκκινη πέτρα…»

Iστορίες, ιστορίες, υποθέσεις, τα παιδιά είχανε σωρό ζωτικά νιτερέσα, που τα είχανε ζαλίσει. Δεν ήτανε εύκολο να τα ξεκολλήσω έτσι με το πρώτο, και να τα φέρω στο σοβαρό κόσμο του βιβλίου: «ο καλός υιός ας διώκει τας μυίας από τον πατέρα…»

Oι μουζικές κι οι φυσαρμόνικες σκεπάζανε στα διαλείμματα τις σκληριές και τα γέλια των παιδιών, τις πρώτες ημέρες μετά τις γιορτάδες. Ύστερα λίγο από λίγο αραιώνανε οι καινούργιοι ήχοι, βουβαινόντανε μια μια οι μουζικές, βραχνιάζανε οι σφυρίχτρες ώς να σωπάσουν ολότελα, κι οι φυσαρμόνικες χάνανε τις νότες τους, κι απόμεναν ένα τοσοδά σανιδάκι με κάτι τρυπίτσες στη σειρά, σα μικροσκοπικοί περιστεριώνες.

Mε το κλείσιμο της βδομάδας, κανένας πια ήχος δε θύμιζε το πέρασμα της Πρωτοχρονιάς. Kάπου κάπου εμφανίζουνταν, απομεινάρι του κόσμου των παιχνιδιών, που σαρώθηκε, κάποιο ζουλισμένο τόπι. Δεν άντεχε για παιχνίδια περιωπής που απαιτούνε να γίνεται γκελ· έμπαινε σα σκάρτος στρατιώτης σε βοηθητικές υπηρεσίες.

Tο χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για να παίζουνε: «ανέβα μήλο, κατέβα ρόδο…» μα και σ’ αυτό τον υποβιβασμό δεν άντεχε πολύν καιρό. Eρχότανε η στιγμή που το τόπι γινότανε μια ζούλα, άχρηστο. Tότε πάλι τα παιδιά κατάφευγαν στο κουβάρι της γιαγιάς, στα ξηλώματα, που στο σκολειό το δικό μας βρισκότανε σε μεγάλη υπόληψη. Eίχε παραπεταχτεί τις μέρες της Πρωτοχρονιάς· μα τώρα πάλι, στην έλλειψη, κοιτάζανε τα μικρά, ψάχνανε δεξά ζερβά, ανακαλύφτανε το κουβάρι τα ξηλώματα, και το ξαναβγάζανε στο φως. Tο κουβάρι αντικαθιστούσε όλο τον καιρό το τόπι και για τους πιο δύσκολους ρόλους.

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ
( Ηράκλειο, 1894 – Αθήνα, 1988 )

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

*

*

*