Hans Freyer, Κατασκευάζοντας τον κόσμο απ’ την αρχή

  *

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Δες τον γεωργό που οργώνει· δες τον πώς μαζεύει τη σοδειά. Η δουλειά του είναι σκληρή, και σήμερα ακόμα, που η σύγχρονη τεχνική, με τις καθημερινές της εφαρμογές, του στέκεται αρωγός. Παρ’ όλ’ αυτά, συγγενεύει πάντα στενότερα με την αναζήτηση και την συλλογή τροφής, εκείνες τις αρχαιότερες μορφές πρόνοιας του ανθρώπου, παρά με οποιαδήποτε τέχνη που επεξεργάζεται ένα υλικό και κατασκευάζει ένα αντικείμενο. Ο γεωργός δεν κατασκευάζει κάτι και η εργασία του δεν είναι δημιουργική. Οι ασχολίες του απ’ το πρωί ώς το βράδυ, από το όργωμα ώς το νέο όργωμα, δεν σχηματίζουν μια αναγκαία διαδοχή, στην αρχή της οποίας βρίσκεται μια πρώτη ύλη, στο μέσο της ένα ημιτελές παρασκεύασμα και στο πέρας της ένα έτοιμο προϊόν. Οι ασχολίες του προσαρμόζονται, καρτερικά κι όμως έγκαιρα, στο κύλισμα των ημερών και του έτους, και η κάθε μια τους έχει την ώρα της στον κύκλο της ανάπτυξης των φυτών. Η αντίληψη ότι η επίσπευση της δουλειάς θα μπορούσε να επιταχύνει τους ρυθμούς, δεν έχει εδώ νόημα. Ανάμεσα στις εκάστοτε εργασίες παρεμβαίνει πάντοτε, σχεδόν σαν το καλύτερό τους μέρος, η αναμονή: όχι η αναμονή για το μεταφορικό μέσο μέσα στην εκμηχανισμένη κυκλοφορία με το ρολόι ανά χείρας, αλλά η προσμονή όσων πρόκειται να έρθουν σύμφωνα με τη φύση και την εμπειρία, η καρτερία ώσπου να φτάσουν, με όλες τις ελπίδες, τις αγωνίες και τα χτυποκάρδια που χαρακτηρίζουν την γνήσια αναμονή. Και πόσα δεν μπορούν να μεσολαβήσουν: χαλάζι, ξηρασία, παγετός, οι ακρίδες, ο πόλεμος! Όμως ο χωρικός μπορεί να επαφεθεί στην φυσική ορμή του σπόρου και, γενικά, στον χρόνο. Πέρα απ’ τον χειμώνα, μες απ’ όλες τις διαθέσεις του καιρού, ακόμα κι όταν κανείς δεν τον βλέπει: βλασταίνει. Κι αν το χιόνι μείνει μια-δυο βδομάδες περισσότερο, τότε εκείνος μεγαλώνει μετά ακόμα γοργότερα. Ο άνθρωπος, είναι εύλογο, δεν μπορεί παρά να περιμένει, αφού είναι αδύνατο να κάνει τους σπόρους να φυτρώσουν.

Βέβαια, όλο και κάτι μένει στον άνθρωπο να κάνει, και αυτός είναι όλος ο μόχθος όσων τρώνε το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους, αυτή είναι όλη η «οικονομία» τους. Μπορεί να σκάψει το έδαφος και να του δώσει τη σωστή κλίση, μπορεί να το ποτίσει ή να το αποξηράνει, μπορεί να το λιπάνει με κοπριά ή ασβέστιο. Μπορεί να καταπολεμήσει τα ζιζάνια και να σκιάξει τα πουλιά. Μπορεί να επιλέξει τα είδη και να αραιώσει τα φυτά. Κ όλ’ αυτά, είτε σύμφωνα με την παλιά πρακτική κι εμπειρία, είτε δρώντας ορθολογικά με ανάλυση του εδάφους, βελτίωση του σπόρου και τυποποιημένα καλλιεργητικά μηχανήματα. Ωστόσο στο μεταξύ μεσολαβεί πάντα η αναμονή. ο χρόνος αναμονής μπορεί απλώς να συντομευθεί, η ανάπτυξη απλώς να επιβοηθηθεί. Και έτσι θα έχουν τα πράγματα, όσο το νόημα της εργασίας δεν βρίσκεται στο παρασκεύασμα αλλά στη μεγαλωμένη και μεστωμένη σοδειά. Η πράξη και το αντικείμενό της είναι εδώ απόλυτα ομοειδείς. Διότι ανάπτυξη και ωρίμανση είναι και οι ίδιες αναμονή κατά βάση. Κανένα ον δεν μπορεί να θέλει να αναπτυχθεί ή να ωριμάσει. Μπορεί μονάχα να αποδεχθεί καρτερικά το γεγονός ότι αμφότερα συμβαίνουν. και η μόνη εύλογη δραστηριότητα είναι η σοδειά.

Έτσι και ο βοσκός. Και αυτός συγγενεύει στενότερα με τον τροφοσυλλέκτη, πόσο μάλλον με το ανδρικό του αντείδωλο, τον κυνηγό, παρά με τον όποιο τεχνίτη. Όπως η γεωργία και η κηπουρική διδάχτηκαν την υπομονή, τη σύνεση και, τέλος, την τέχνη τους μες από παράδοξες λοξοδρομήσεις – ίσως τα σιτηρά που φύτρωναν στους τύμβους από τις νεκρικές προσφορές να ήταν οι πρώτες ακούσιες φυτείες και το πρότυπο όλων των καλλιεργειών-, έτσι και η προϊστορία του ποιμένα ανατρέχει ώς βαθιά πίσω στην κυνηγετική. Ενδιάμεσες μορφές που οδηγούν από την θήρα στην ζωοκομία συναντώνται ακόμα και σήμερα σε ορισμένα σημεία της γης. Όταν η ορδή των κυνηγών ακολούθησε για πρώτη φορά τις αγέλες των άγριων ζώων στις εποχικές τους μετακινήσεις, διαμορφώθηκε μια συμβίωση ανάμεσά τους. Όμως εκεί δεν ήταν στην αρχή το ζώο φιλοξενούμενος του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος του ζώου. Πού είναι τα περάσματα, από ποια μονοπάτια και σε ποια εποχή περνά κανείς ένα βουνό, πού υπάρχει νερό στα χρόνια της ξηρασίας, όλ’ αυτά και χίλια ακόμα πράγματα δεν τα έμαθε βέβαια το ζώο από τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος από το ζώο. Έτσι όμως η αγέλη των άγριων ζώων δίδαξε τον άνθρωπο και τα στοιχεία του δικού της βίου και τον έκανε σχεδόν από μόνη της βοσκό. Παρακολουθώντας τις μέρες και τις νύχτες της, την γνώρισε ώς το τελευταίο της μέλος, σαν να ήταν κιόλας ποιμένας τους. Ότι οι μάνες θηλυκές είχαν ανάγκη προστασίας, το κατανόησε νωρίς, ότι από τους μπροστάρηδες ταύρους κρέμεται η μοίρα όλου του κοπαδιού, του το δίδαξαν οι καταστάσεις πανικού. Στον αγώνα κατά των αρπακτικών η συμβίωση των κυνηγών με τα αγρίμια μετατράπηκε σε συμμαχία. Έτσι δεν έμενε παρά η απόφαση να οδηγήσουν τα κοπάδια αντί να τα ακολουθούν. Όλα όσα άφησαν εποχή στην ανθρώπινη ιστορία, χρειάστηκαν τελικά, ή μάλλον αρχικά, μια τέτοια απόφαση. Τι άλμα, τι θάρρος περιέκλειε το γεγονός ότι ο άνθρωπος αποτόλμησε να βάλει στη θέση του αγελαίου ενστίκτου την δική του επιφυλακή και να επωμιστεί την ευθύνη εκεί όπου ώς τότε δεν έπαιζε παρά τον ρόλο του εξαρτημένου και βολεμένου ακόλουθου! Όμως αυτό ακριβώς τον έκανε περιπλανώμενο βοσκό και γνώστη της στέπας, αυτό τον έκανε να προνοεί και να σκέπτεται σε ευρείς χώρους, αυτό του παρέδωσε στο χέρι την αγέλη ως βασιλική περιουσία. Οι απαρχές αυτές περιβάλλονται από μύθους και πατριαρχικούς θρύλους και αφήνουν να διαφανεί η πράξη από την οποία αφορμήθηκαν. Υπήρξαν χειραφέτηση, θρίαμβος πάνω στη φύση και κατά κάποιον τρόπο καταλήστευσή της, όχι αλλιώτικη από την κλοπή της φωτιάς ή τον πρώτο θαλάσσιο διάπλου.

Το έργο του βοσκού έμεινε τόσο κοντινό και τόσο υποταγμένο στους νόμους της αναπαραγωγής, της γέννας και της ανάπτυξης, των εποχών του χρόνου και της κακοκαιρίας όσο ακριβώς και οι ανήλικες και ενδεείς συνθήκες απ’ όπου ο ίδιος προήλθε. Τα κοπάδια είναι καρπερά σαν τους αγρούς, αλλά μόνο μακροπρόθεσμα. Η ζωή των ζώων αναπαράγεται και πληθύνεται, όπως και τα μεστωμένα στάχια αντιπροσωπεύουν το πολλαπλάσιο του πρώτου σπόρου. Και εδώ η διαίσθηση, η εμπειρία και η παράδοση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο ικανό να επέμβει ενεργότατα στις φυσικές διαδικασίες. Μπορεί να εκθρέψει τις ράτσες και μάλιστα για συγκεκριμένους σκοπούς: για την παραγωγή κρέατος ή γάλακτος, για την ελκτική τους δύναμη, για να αντέχουν σ’ όλους τους καιρούς, για την ομορφιά τους. Η ορθολογική δραστηριότητα δεν γνωρίζει όρια, φτάνοντας ώς την ιπποτροφία με τεχνητή γονιμοποίηση και ώς τις μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες με τεχνητό επωασμό. Αλλά κι εδώ μεσολαβεί πάντοτε η αναμονή. Όχι μόνο η αναμονή του ζευγαρώματος, της εγκυμοσύνης και της γέννας, της ανατροφής των νεαρών ζώων και της επιτυχίας των πειραματικών διασταυρώσεων, αλλά και η αναμονή που ερευνά τον ορίζοντα για τυχόν επερχόμενους κινδύνους καταγράφοντας και το παραμικρό σημάδι ασθένειας και επιδημίας. Ακόμα και η επιμελέστερη μέριμνα και η επιδεξιότερη διαχείρηση συνιστούν εδώ παρακολούθηση και ανησυχία πιο πολύ, παρά θετική επίδραση, και στον βαθμό αυτό παραμένει ώς προς την ουσία τους αναμονή. «Ο οφθαλμός του Κυρίου παχαίνει το ζωντανό».

Και οι δυο, γεωργός και βοσκός, δεν έχουν να κάνουν με πράγματα αλλά με όντα. Δεν φτιάχνουν κάτι αλλά καλλιεργούν και φυλάσσουν. Η γερμανική λέξη bauen [καλλιεργώ] έχει πέσει εν τω μεταξύ θύμα σφετερισμού της άλλης πλευράς και με την έννοια «χτίζω», «οικοδομώ» σημαίνει τώρα τα θαυμαστότερα πράγματα που ο άνθρωπος μπορεί να κατασκευάσει: πανύψηλα κτίρια, υπερμήκεις οδούς και φράγματα, αψιδωτούς θόλους και τανυόμενες γέφυρες. Όμως στο στόμα και στο όνομα του Bauer, του αγρότη δηλ., bauen σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό: όχι aedificare ή construere ή condere, αλλά colere. Ένα αντικείμενο δημιουργείται μόνο με την παρασκευή του, προηγουμένως δεν ήταν παρά υλικό. Τότε η δημιουργία είναι μια ακτίνα διαχεόμενη προς μία μόνο κατεύθυνση – στη σημαντικότερη περίπτωση μια πιστή εικόνα του πλαστουργού θεού. Στις σημαντικότερες αυτές περιπτώσεις είναι σχεδόν το υλικό που μοιάζει να περιμένει, και συγκεκριμένα για το τι θα βγει από μέσα του. Όμως το bauen στην γλώσσα των αγροτών και το hüten [φυλάσσω, προστατεύω] σ’ εκείνη των βοσκών είναι ένα πάρε-δώσε μεταξύ του ανθρώπου που καλλιεργεί και της ζωής που ευδοκιμεί κάτω από τις φροντίδες του. Το γεγονός ότι ευδοκιμεί είναι η δική του αυθόρμητη συνεισφορά σε τούτη την θαυμαστά ισόρροπη σχέση, όπου συναντώνται δύο διαρκή έργα και δύο διαρκείς προσδοκίες, και όπου θεμελιώνεται σε αμοιβαία βάση μια χειροπιαστή, νηφάλια και ευδιάκριτη ηθική: σου δίνω την τροφή σου, μου δίνεις το γάλα σου. Τόσο στην γεωργία, όσο και στην κτηνοτροφία κερδισμένος είναι ο άνθρωπος, αφ’ ότου από τροφοσυλλέκτης και παράσιτος έγινε οικοδεσπότης. Αυτός είναι πλέον που οικονομεί. «Πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτήν» διαβάζουμε στην Γεν. Α΄, 28 σε σαφή συσχέτιση με το καρποφόρο χώμα και τα ωφέλιμα ζώα. Απ’ όπου πρέπει μάλλον να συμπεράνουμε ότι ανέκαθεν οι λαοί αισθάνθηκαν την κυριαρχία αυτού του είδους ως νόμιμη, την ηγεμονία αυτού του είδους, μέριμνα μαζί και φροντίδα, ως απαρχή της εκλέπτυνσης των ηθών και την επικράτησή της ως αφετηρία του πολιτισμού, αφ’ ότου έκλεισαν οι πύλες του Παράδεισου.

Όμως υπάρχει και ο «τεχνίτης», είναι μάλιστα αρχαιότερος του γεωργού και του ποιμένα. Κορυφαία μορφή του είναι ο σιδηρουργός. Ωστόσο πριν απ’ αυτόν προηγήθηκαν πολλά επιτηδεύματα του homo faber, αφού πριν από το μέταλλο ήταν διαθέσιμα πολλά υλικά που περίμεναν την κατεργασία τους: το ξύλο, το κόκαλο, η πέτρα, το όστρακο, οι φυτικές ίνες, ο άργιλος. Πολλά επινοήθηκαν από γυναίκες: η ψάθα, το καλάθι και αρκετά ακόμη εργαλεία. Άλλα από άντρες: η βάρκα, τα όπλα, τα είδωλα, τα κοσμήματα. Όχι βέβαια πως ο άνθρωπος είχε μονίμως κατά νου τις εφευρέσεις. Προ πάντων οι ευτυχείς επινοήσεις του δεν έγιναν με την έννοια ότι είχε προϋπολογίσει το αποτέλεσμα και προσχεδιάσει το αντικείμενο κατ’ εικόνα της ιδέας του. Και εδώ πρέπει να λογαριάζουμε με πολλές λοξοδρομήσεις, συμπτώσεις και ετερογονίες. Και ασφαλώς υπάρχει και η δημιουργική φαντασία. Επιπλέον ο άνθρωπος έκανε σίγουρα δοκιμές. Άλλωστε και το παιδί δοκιμάζει. Και ορισμένα υλικά που προϋπήρχαν μισοδιαμορφωμένα ή διαμορφώσιμα, δεν αποτέλεσαν μόνο μια δυνατότητα γι’ αυτόν, αλλά ένα ερώτημα και σχεδόν μια κλήση.

Όταν ο σιδηρουργός συδαυλίζει την υποχθόνια φωτιά του κι αρχίζει να σφυρηλατεί τα σκοτεινά μέταλλα, τότε το κατασκευάζειν γίνεται σοβαρή υπόθεση. Τότε φτιάχνονται πράγματα που δεν διαπλάθουν μόνο την πρώτη ύλη αλλά την μεταμορφώνουν λιώνοντάς την, και που κατά κάποιον τρόπο στρέφουν τις δυνατότητές της ενάντια στην ίδια: κυρτώματα, στιλβώσεις, αιχμηρώσεις, σύντομα και η χρυσαργυροτεχνία. Ανέκαθεν η τέχνη του σιδηρουργού απολάμβανε μεγάλης εκτίμησης. Πολύ περισσότερο, τα προϊόντα της. Όμως το έργο του ήταν πάντοτε αποτρόπαιο, την τέχνη του βάραινε κάτι το απαγορευμένο, ο κόσμος τον απόφευγε, κάποτε και τον περιφρονούσε. Η σιδηρουργία βρίσκονταν συχνά στα χέρια ξενόφερτων ομάδων. Θρύλοι για νανόμορφους και αδέσποτους λαούς που χάθηκαν μες στα βουνά και ασκούν εκεί την τέχνη τους, για ανθρωπάκια που, ανάμεσα στον κόσμο μα στα κρυφά, παρασκευάζουν χρήσιμα και πολύτιμα αντικείμενα, όταν δεν τους ενοχλεί κανείς, δείχνουν καθαρά πόσο ξένα είναι τέτοια έργα για όσους έχουν συνηθίσει να καταγίνονται με το χωράφι και το ζώο, με τον άνεμο και τον ήλιο. Ακόμα και ανάμεσα στους Ολύμπιους θεούς δεν λείπει ο μαυρισμένος από την καπνιά Ήφαιστος από την Καρία. Στους θεούς δεν είναι αγαπητός κι ούτε τον παίρνουν καν στα σοβαρά. Όμως ο θρίαμβός του είναι ότι όσα φτιάχνει τους αρέσουν. Και τι θα ήταν οι ήρωες δίχως τις ασπίδες του εργαστηρίου του!

Όταν θέλεις να φτιάξεις κάτι, πρέπει να μελετήσεις τον κόσμο των υλικών σαν βιβλίο. Υπάρχουν εκεί πολλά να μάθεις και κάθε νέα γνώση δημιουργεί μια νέα ικανότητα. Σε τούτο τον κόσμο δεν κυριαρχούν οι νόμοι της ανάπτυξης, των οποίων τις επιδράσεις πρέπει να περιμένουμε υπομονετικά, αλλά οι νόμοι των πραγμάτων, τους οποίους μπορούμε να ανιχνεύσουμε ανυπόμονα. Ο νεαρός βοσκός μεγαλώνει μαζί με το κοπάδι του, μα ο νεαρός σιδεράς πρέπει να πρώτα να μαθητεύσει. Πώς κόβουν το ξύλο, πώς λυγίζουν το καλάμι, πόσο σκληρό και οξύ πρέπει να είναι το εργαλείο για να κόψουμε, να λιμάρουμε, να τρυπήσουμε ένα υλικό, ότι η ζέστη μαλακώνει το κερί και η φωτιά σκληραίνει τον άργιλο, ότι η ρητίνη στεγανοποιεί, ότι μια τεντωμένη χορδή επιστρέφει γρήγορα στην αρχική της θέση, ότι ένας ναυτικός κόμπος πιάνει γερά: όλη αυτή η φυσική έχει δοκιμαστεί στα εργαστήρια των τεχνιτών, για να εφαρμοστεί και αξιοποιηθεί κατόπιν. Ο μοχλός, η σφήνα, ο τρόχιλος, ο τροχός, ο ιμάντας – όλες αυτές οι βασικές μορφές της μηχανικής μελετήθηκαν μέσω της χρήσης τους. Εδώ ισχύει πράγματι η ρήση ότι γνωρίζουμε μόνο ό,τι παράγουμε. Ανωτάτη σχολή αυτής της πρακτικής φυσικής υπήρξε αφ’ ενός η μεταλλουργία, πάνω στην οποία στηρίζεται η σιδηρουργική, αφ’ ετέρου η αρχιτεκτονική, η οποία χτίζει σπίτια και γέφυρες από υποστυλώματα και δοκάρια, από αντιστηρίγματα, αντηρίδες και παραστάτες.

Στην συναναστροφή με τα πράγματα ισχύει μια νηφαλιότατη ηθική. Η ύλη δεν μας κοιτά με τα μάτια όπως το ζώο, δεν δελεάζεται από χάδια, δεν σπαρταρά όταν την τυραννούν. Ακολουθεί τους δικούς της νόμους. Η πράξη οφείλει να προσαρμοστεί σε τούτη την αναλλοίωτη λογική. Μα τίποτα δεν μας εμποδίζει να στρέψουμε τους νόμους της ύλης εναντίον της. Οι τελευταίοι όταν ανατρέπονται σκόπιμα, λειτουργούν τόσο στρωτά όσο και στην φυσική τους διαδρομή. Δεν αγαπούμε το υλικό, το πολύ-πολύ να το εκτιμούμε λόγω της αξίας του. Κατά τα λοιπά καταπιανόμαστε μαζί του ωφελιμιστικά. Μια κατηγορική προστακτική, ότι κάτι, οτιδήποτε, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέσο, δεν έχει εδώ νόημα. Όμως κάθε λάθος, κάθε έλλειψη ειδικών γνώσεων και κάθε προχειροδουλειά εκδικείται ανυπερθέτως: το αντικείμενο δεν λειτουργεί και το υλικό έχει πάει χαμένο.

Ως αρκούντως μακρινή αναλογία στην μέριμνα και την φροντίδα που απαιτούνται απέναντι στα ζωντανά όντα έχουμε απέναντι στο υλικό τη φειδώ (εφ’ όσον είναι λιγοστό) και τη προσήκουσα αποθήκευσή του (εφ’ όσον είναι φθαρτό). Όμως, όπως δείχνει η εμπειρία, ο άνθρωπος αγνοεί πολύ εύκολα αυτές τις προφυλάξεις. Ακόμα κι όταν έχει υπολογίσει ότι αποθήκες και αποθέματα θα εξαντληθούν σύντομα, εξακολουθεί το έργο του. Επαφίεται στην πίστη ότι θα σκαρφιστεί κάτι καινούργιο την κατάλληλη στιγμή. Πράγματι, το ένα υλικό μπορεί να υποκαταστήσει το άλλο. Ως υλικά μένουν τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όσο ανέκαθεν, όμως η πράξη ανοίγει νέες οδούς και παρόδους και έτσι από πολύ διαφορετικές αφετηρίες δημιουργούνται τελικά προϊόντα, τα οποία συγγενεύουν στις πρακτικές τους ιδιότητες. Συχνά τη θέση του ακριβότερου αντικειμένου καταλαμβάνει ένα χειρότερο αλλά φθηνότερο: πεπιεσμένο χαρτί αντί για ξύλο, συνθετική πέτρα αντί για μάρμαρο. Αλλού, πάλι, το πιο μακρόβιο και αποδοτικότερο αντικαθιστά το πρωτόγονο: χαλύβδινοι δοκοί αντί για κορμούς δέντρων, χαλύβδινοι δετήρες αντί για σκοινιά. Στη νέα διαδικασία το κατασκευασμένο μέρος είναι πάντοτε μεγαλύτερο από πριν. Η έννοια «υποκατάστατο» γειτνιάζει πολύ με εκείνην του «κατασκευάζειν» και σηματοδοτεί πάντοτε νέα βήματα προς τον δρόμο της εντατικοποίησής της.

Στην ίδια σειρά ανήκουν οι μεταφορές. Μέχρι πριν από 120 χρόνια ήταν κάτι το αυτονόητο ότι ο άνθρωπος και τα κατοικίδιά του ζούσαν με τα όσα φύτρωναν στη γη τους, ότι η πόλη έτρωγε το ψωμί που καλλιεργούσε ο χωρικός προ των πυλών της. Μόνο το αλάτι, όπου αυτό έλειπε, τα μπαχαρικά και τα διεγερτικά σκευάσματα εισάγονταν μακρόθεν, και μόνο για τις λιγοστές μητροπόλεις τις παγκόσμιας ιστορίας ετίθετο ζήτημα σιτηρών. Όμως οι πρώτες ύλες που χρειάζεται ο χειροτέχνης, ιδιαίτερα οι πολύτιμες και τα κατασκευασμένα από αυτές αντικείμενα, αποτελούσαν ανέκαθεν το φορτίο των καραβανιών και των εμπορικών πλοίων: μετάξι και γουναρικά, χρυσός, μολύβι και κασσίτερος, κεχριμπάρι και πολύτιμη ξυλεία. Ενώ η καλλιεργητική εργασία είναι δεμένη με τη γη, ριζώνει στο πάτριο χώμα και αντλεί απ’ αυτό, ο χειροτέχνης αναζητά τα υλικά του με κριτήριο τις ανάγκες του και τα παίρνει όπου τα βρει. Είναι παντού πιο πολύ φιλοξενούμενος παρά οικοδεσπότης. Γιατί να μη βρίσκονται οι πηγές του και εκείθεν των συνόρων;

Όποιος θέλει να φτιάξει κάτι, δεν έχει διάθεση να περιμένει. Ούτε έχει λόγο γι’ αυτό, αφού το έργο του δεν είναι αμοιβαίο αλλά μονομερές, δεν αποτελεί πάρε-δώσε αλλά εξατομικευμένη δράση. Η πρώτη ύλη υποτάσσεται, παίρνει μορφή, δουλεύεται ή κατανικάται. ο άνθρωπος της δίνει τη μορφή, ο σκοπός βρίσκεται στα δικά του χέρια και μαζί του και ο ρυθμός. Το κατασκευάζειν είναι μια ανυπομονησία που έγινε εθισμός.

Στο μεταξύ μεσολαβεί και εδώ πάντοτε η αναμονή: ώσπου να κρυώσει το μέταλλο, να στεγνώσει το ξύλο, να πιάσει η κόλλα. Όμως τούτες οι αναμονές ανήκουν στις ενδιάθετες ιδιότητες της ύλης, στο πεδίο της οποίας κινείται γενικά ο τεχνίτης και με τις οποίες πρέπει μονίμως να υπολογίζει. Επιπλέον υπάρχουν πολλά μέσα για να συντομευθούν. Όσο ο χωρικός περιμένει την ωρίμανση των καρπών, ο τεχνίτης όλο και κάτι μαστορεύει ανυπόμονα και εξοικονομεί χρόνο προετοιμάζοντας, επισπεύδοντας, επιμερίζοντας και επανασυνθέτοντας τις εργασίες του. Η μόνη επιταγή που διέπει τους ρυθμούς της δουλειάς του είναι η επιμέλεια. Όμως η τελευταία αποτελεί εμμενή ποιότητα του ίδιου του κατασκευάζειν, και έτσι τίθεται ανά πάσα στιγμή το διπλό αίτημα για μια εργασία επιμελή και συνάμα γρήγορη. Η μηχανή το κατορθώνει αυτό μέσω ακριβούς ρύθμισης και μέσω ταχύτερης λειτουργίας.

Τα δύο αυτά είδη του κατασκευάζειν συνυπήρχαν εξ αρχής και όλος ο πολιτισμός ερείδεται στην διαπλοκή τους. Όμως αποκλίνουν μεταξύ τους. Η μια τάση κατευθύνεται από την μέριμνα και την φροντίδα προς την μανιφατούρα και το εργοστάσιο. Ο άνθρωπος μεγάλωσε ανάμεσα στα ζώα και τα φυτά, ως «κύριός» τους, και διδάχθηκε εκεί την αναμονή. Όμως είναι από τη φύση του ανυπόμονος και όπου μπορεί να αντικαταστήσει με έργο των χεριών του μια παροχή της φύσης, που του προσφέρεται μεν, αλλά για την οποία θα έπρεπε να περιμένει, τότε δεν του αρέσει να περιμένει και προτιμά να αναλάβει δράση. Γνωρίζει ότι μπορεί να υποκαταστήσει ή τουλάχιστον να αλλάξει τη φύση σε πολλά σημεία με τα δικά του κατασκευάσματα, και κάθε βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ένα βήμα προς την ελευθερία ή φαντάζει έτσι. Τούτη η έννοια της ελευθερίας προέρχεται όλως διόλου από τον κόσμο του homo faber. Θα μπορούσαμε να σπεύσουμε να την καθίσουμε στο εδώλιο, και μάλιστα κοντόφθαλμα και αστόχαστα. Όμως δεν έχει νόημα να ερίζουμε, διότι σ’ όλη την ιστορία της ανθρωπότητας η έννοια αυτή της ελευθερίας επέδρασε ως κρυφό ορμέμφυτο. Κέρδιζε ολοένα έδαφος και ο σημερινός πολιτισμός μπορεί να μας δώσει κιόλας μια εικόνα για το τι θα συνέβαινε, εάν επρόκειτο ποτέ να μείνει μόνη κυρίαρχος. Βέβαια κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Ένας πέρα για πέρα τεχνητός κόσμος, όπου στις φλέβες των βιομηχανικά παρηγμένων κατοίκων του θα έρρεε συνθετικό αίμα και του οποίου ο καιρός θα ρυθμιζόταν από μεγάλες κλιματιστικές εγκαταστάσεις, δεν αποτελεί σοβαρό ιστορικό ενδεχόμενο. Ωστόσο το κατασκευάζειν εξακολουθεί να προελαύνει και να εξαπλώνεται. Πολλά συνεπικουρούν αυτήν την τάση, μεταξύ άλλων η ακόλουθη αληλουχία που λειτουργεί σαν νόμος: όσο πιο πίσω τοποθετήσω την αρχή της κατασκευής, όσο εφευρετικότερα ως προς τα υποκατάστατα μάθω να σκέφτομαι, τόσο περισσότερες και οι δυνατότητές μου να ξεκινήσω με πρώτες ύλες που μου διατίθενται σε απεριόριστες ποσότητες. Έτσι γίνομαι σταδιακά ανεξάρτητος από όλα όσα πρέπει να αναζητήσω και να βρω, όσα απαντώνται στη φύση ή αναπτύσσονται μετά τη σπορά. Ιδανικές πρώτες ύλες είναι οι πανταχού παρούσες, ο αέρας, για παράδειγμα, ως πηγή  για την παρασκευή αζώτου, το θαλασσινό νερό για την παρασκευή μαγνησίου. Οι φυτικές βαφές είναι σπάνιες και η επιτυχία τους εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες. Όμως από την λιθανθρακόπισσα μπορούμε να εξάγουμε όσα βαρέλια χρώματος θέλουμε, η εντατική παραγωγή δεν γνωρίζει περιορισμούς. Μεταξύ των πρώτων υλών υπάρχουν «παιδιά για όλες τις δουλειές»: οι σπόροι της σόγιας, η κυτταρίνη και προ παντός οι άνθρακες. Σαν από ακαθόριστο κέντρο εκπορεύονται από εδώ οι πιο ποικίλες εφαρμογές. Και κάθε μία τους συνιστά πρόοδο του homo faber και σημαίνει διεύρυνση της περιοχής που εξουσιάζει.

Γενικά είναι εξαιρετικά δυσχερές να προσδιορίσουμε τα όρια της κατασκευασιμότητας. Αφού ο άνθρωπος επεμβαίνει και στην πορεία της ανάπτυξης, όχι μόνο με την μέριμνα και την φροντίδα του αλλά και επικουρώντας, ξεδιαλέγοντας, γεωπονώντας, ενίοτε και καταναγκάζοντας. Εδώ θα έπρεπε να προσέξουμε την άλλη όψη της παραδοσιακής γεωργίας και κτηνοτροφίας, όχι στον βαθμό που εξακολουθεί να παραμένει υπάκουη και υπόχρεη στη φύση, αλλά στον βαθμό που καλλιεργεί καρπούς οι οποίοι δεν θα ωρίμαζαν ποτέ από μόνοι τους. Στο Σπέσσαρτ φυτεύουν οξυές κοντά στους κορμούς των δρυών, γιατί αναπτύσσονται γρήγορα και αναγκάζουν έτσι τις νεαρές βελανιδιές να ψηλώσουν άκλαδες κατακόρυφα. Ω, οι άνθρωποι έχουν μεγάλη υπομονή, περιμένουν τριακόσια, ακόμα και πεντακόσια χρόνια, τι άλλο τους μένει να κάνουν; Όμως η αναμονή είναι συνάμα καθοδήγηση, διάπλαση ή και δημιουργία σχεδόν. Η βελανιδιά δεν πρέπει να βγάλει κλαδιά όπως θα ήθελε. έτσι την «κάνουν» κατάλληλη για καπλαμά. Άλλα πράγματα πάλι πρέπει να αποθηκευτούν, να μεστώσουν, να ζυμωθούν, προτού χρησιμοποιηθούν, ή πρέπει να παλιώσουν για να αποκτήσουν γλύκα και άρωμα. Όλα αυτά, καθώς φαίνεται, πρέπει να γίνουν από μόνα τους. Θέλουν τον χρόνο τους και δεν γίνεται να τα κάνουμε εμείς. Όμως ο άνθρωπος περνά το ένα υλικό από ακραίες θερμοκρασίες, εμβολιάζει το άλλο, κατεργάζεται το τρίτο με αργυροκολλήσεις ή υπερήχους. Αυτό επισπεύδει την οργανική εξέλιξη, την συντομεύει ή την υποκαθιστά. Ούτε καν η ροή του χρόνου δεν μένει πλέον εντελώς άθικτη από τις επεμβάσεις του κατασκευάζειν.

Όμως επικράτεια του κατασκευάζειν είναι και παραμένει η χειροτεχνία μαζί με όλα της τα βιομηχανικά παράγωγα, και από τον σιδηρουργό κατάγονται σε ευθεία γραμμή όλοι οι καθαρόαιμοι homines fabri: ο κλειδαράς, ο φανοποιός, ο συναρμολογητής, ο μηχανικός. Όπου το χέρι ή το εργαλείο που εκείνο οδηγεί πέσει πάνω στο υλικό και συναντήσει αντίσταση, εκεί είναι ο τόπος του κατασκευάζειν. Το χέρι του γεωργού ή του κτηνοτρόφου προετοιμάζει πάντοτε μόνο τις συνθήκες, το έδαφος για παράδειγμα, τη ζωοτροφή, τον σταύλο. Περιτριγυρίζει κατά κάποιο τρόπο το αντικείμενο της μέριμνάς της, συμβολό του έχει το αυλάκι. Το χέρι όμως του τεχνίτη αγγίζει το ίδιο το υλικό. Το αναπλάθει απομακρύνοντας τις σχίζες: πλανίζοντας, λιμάροντας, πριονίζοντας, τρυπώντας, σμιλεύοντας, χαράζοντας και τροχίζοντάς το. Ή το αναπλάθει δίχως να το τεμαχίζει: ζυμώνοντας, συμπιέζοντας, τυπώνοντας, λυγίζοντας ή διπλώνοντάς το. Όταν φτάσει κάπου την δημιουργούμενη επιφάνεια του δημιουργούμενου αντικειμένου, κάνει πίσω. Και αναπαύεται όταν το αντικείμενο έχει ολοκληρωθεί. Δεν πρόκειται εδώ για επιφυλακτικότητα και αυτοσυγκράτηση, ώστε να προστατευθεί ένα ζωντανό ον. Το χέρι αντιδρά, πολύ περισσότερο, σ’ ό,τι σκοπεύει να φτιάξει και δημιουργείται από εκείνο. Η ύλη δεν στενάζει ούτε πεισμώνει όταν της τεμαχίζουν τη σάρκα. Διότι η τεμαχιζόμενη σάρκα δεν είναι δική της αλλά της μορφής που είναι να βγει από μέσα της. Γι’ αυτό και κάθε κατασκευή είναι ψηλαφητή αναζήτηση της μορφής του έργου και παύση της αναζήτησης τη σωστή στιγμή. Το κατασκευάζειν αυτοελέγχεται συνεχώς, αναστοχάζεται τον ίδιο του τον εαυτό, και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο κάτω από τους χειρισμούς του το νέο αντικείμενο παίρνει την τελική του μορφή. Αυτή είναι η εργασία για την οποία ο Hegel είχε πει στην Πρακτική φιλοσοφία της Ιένας ότι «μεσολαβεί» μεταξύ των ανθρώπων και του κόσμου τους. και, στην Φαινομενολογία του πνεύματος, ότι «παράγει κάτι το αυτόνομο, κάτι το οποίο στηρίζεται στα δικά του πόδια». Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λ.χ. στην τέχνη, ένα τέτοιο έργο παρίσταται στο τέλος σαν θαύμα, και κάνει να ξεχαστούν όλοι οι κόποι και οι έγνοιες της δημιουργίας του.

Η μηχανή, θέλω να πω: η μηχανή-εργαλείο, δεν επιφέρει σ’ όλα αυτά κάποια θεμελιώδη αλλαγή. Το εργαλείο ενεργοποιείται μόνο ως πλάγια οδός. Αντί να χειριστεί αυτοπροσώπως και να θέσει σε κίνηση τον μηχανισμό που το ενεργοποιεί, ο εργάτης τον λύνει και τον δένει, τον σταματά, τον διευθύνει, τον ελέγχει. Όμως η ευθεία επέμβαση στο υλικό, η ψηλαφητή αναζήτηση και επεξεργασία του νέου περιγράμματος παραμένει. Οι ακίδες, τα δόντια και οι λαβίδες, με τις οποίες η μηχανή καταβάλλει το υλικό, μπορεί να έρχονται από πολύ μακριά και με τη μεσολάβηση πολυάριθμων ιμάντων, μηχανισμών και διαύλων: αδιάφορο, ο εργαζόμενος άνθρωπος φθάνει ώς αυτούς. Αποτελούν το μακρύτερο, ανθεκτικότερο και επιδεξιότερο χέρι του, και ο χώρος του κατασκευάζειν βρίσκεται όπως και πριν, εκεί όπου υπάρχουν και δρουν τα εργαλεία. Όσο τελειότερη η μηχανή, τόσο περισσότερο απομακρύνεται αυτό το «εκεί» από το χέρι. Ο άνθρωπος κατεβάζει έναν μοχλό: ενεργοποιεί έτσι μια ολόκληρη αλυσίδα εργασιακών σταδίων, σαν να έθετε σε κίνηση με το ζωντανό του δάχτυλο χιλιάδες άλλα, σιδερένια. Πολύ μακριά, στην άλλη άκρη, σωρεύονται τότε σειρές τελικών προϊόντων. Όλα όσα μεσολαβούν, όλη τη δημιουργική εργασία, τα αναλαμβάνει η μηχανή. Η τελευταία μάλιστα αυτοδιευθύνεται, και συγκεκριμένα διαμέσου αυτόματων αισθητήρων που ψαύουν το παρασκεύασμα και μόλις πάρει την προσήκουσα μορφή ξεκινούν το επόμενο στάδιο. Στον μηχανισμό δεν εξαντικειμενικεύεται τότε μονάχα το χέρι αλλά και το μάτι και ο εγκέφαλος του ανθρώπου και μπορούν έτσι να επιτύχουν υπεράνθρωπη ακρίβεια και ταχύτητα.

Ως επόμενο βήμα ο άνθρωπος δεν έδωσε πλέον στο υλικό μόνο νέα μορφή, αλλά και το μετάλλαξε στην ουσία του. Και αυτές οι τέχνες είναι παλαιότατες. Κάτω από ποικίλες θεωρίες ασκήθηκαν με θαυμαστό τρόπο από τους αλχημιστές. Το ένα εγχείρημά τους ήταν αφιερωμένο στη μελέτη και τη χρήση των δραστικών ιδιοτήτων των φυσικών υλών. Το άλλο ήταν η μετατροπή τού ενός στοιχείου σε άλλο, π.χ. η δημιουργία χρυσού από κοινά υλικά καθώς και η παραγωγή υλών που δεν συναντώνται στη φύση ή δεν συναντώνται σε καθαρή μορφή – του παντοδιαλύτη, της λυδίας λίθου, του μεγάλου ελιξίριου. Η σύγχρονη χημεία άντλησε από τούτα τα φαντάσματα μια πραγματικότητα αρκούντως θαυματουργή. Τα ηλεκτρόνια των εξωτερικών στοιβάδων του ατόμου συνδέονται άλλωστε τόσο χαλαρά με τον πυρήνα! Απρόβλεπτοι συνδυασμοί θα ήταν δυνατοί, αν οι ηλεκτροστατικές και αντιμεταθετικές δυνάμεις που δρουν ανάμεσά τους ενεργοποιούνταν, έτσι ώστε τα άτομα να συνενώνονταν σε μόρια.

Η ελευθερία του κατασκευάζειν επαυξάνεται έτσι ανήκουστα. Γίνεται δυνατό να εκβιάσουμε μέσω ραγδαίων παραγωγικών διαδικασιών την δημιουργία συνδέσεων που από μόνες τους απαιτούν πολύ χρόνο για να σχηματισθούν, να προσπορισθούμε άλλες σπανιότατες σε μεγάλη ποσότητα, να εμπλουτίσουμε και να σταθεροποιήσουμε άλλες των οποίων τα φυσικά αποθέματα βρίσκονται σε κατάσταση ακάθαρτη ή ευμετάβλητη, να ενεργοποιήσουμε, τέλος, άλλες υπό τεχνητές συνθήκες που η φύση δεν θα μας παρείχε ποτέ – όπως ακριβώς το ήθελαν οι αλχημιστές. Και πλέον μπορούμε να παρασκευάσουμε στους αποστακτήρες μας πολύ πιο εύκολα, ό,τι η φύση γεννά μες από πολλές οδούς και παρόδους, λ.χ. διαμέσου ενός ζωντανού οργανισμού. Η πρόληψη ότι ανθρακικές ενώσεις μπορούν να δημιουργηθούν μόνο υπό συνθήκες ζωής έχει καταρριφθεί, αφότου ο Wöhler παρήγαγε στα 1828 συνθετική ουρία. Σε επιτυχή άμιλλα με τη φύση έγινε δυνατή η δημιουργία τεράστιων μορίων μέσω πολυσυνδυασμού, πολυμερισμού και πολυάθροισης: τα τελευταία «οικοδομούνται» από χιλιάδες ή εκατομμύρια άτομα.

Σκοπός του κατασκευάζειν δεν είναι πια η πρόσφορη ή ωραία μορφή, αλλά μια ύλη με ιδιότητες συγκεκριμένες και επιθυμητές για κάποιον λόγο. Όπως ο τεχνίτης έλεγε: με υλικό το ξύλο που έχω στη διάθεσή μου θέλω να φτιάξω μια ρόδα πολύ ελαφριά και παρ’ όλ’ αυτά πολύ ανθεκτική, ο χημικός λέει: θέλω να φτιάξω ένα υλικό που να είναι στην αρχή διαπλάσιμο αλλά έπειτα να σκληραίνει από μόνο του. Ένα άλλο που να μένει εύπλαστο σ’ όλες τις θερμοκρασίες. Ένα τρίτο, κλωστοποιήσιμο στο μέγιστο βαθμό. Ανέκαθεν ο άνθρωπος αναζητούσε στη γη πρώτες ύλες με ξεχωριστές ιδιότητες, και με το εμπόριο τις έφερνε από πολύ μακριά. Η άλλη οδός είναι η κατασκευή υλικών τέτοιων ώστε να συγκεντρώνουν τις επιθυμητές ιδιότητες. Ίσως αυτό να μη μας απελευθερώνει απ’ την ανάγκη να προμηθευόμαστε τις απαραίτητες πρώτες ύλες, ωστόσο καθιστά δυνατή εκείνη την επάνοδο στο συνηθέστερο, αφθονότερο, πολύπλευρα χρησιμοποιήσιμο υλικό, για την οποία κάναμε ήδη λόγο. Φυσική ξυλεία ψιλοκομμένη και πολτοποιημένη, καθαρισμένη, λευκασμένη και αποστραγγισμένη μέχρι να μείνει καθαρή κυτταρίνη – το διάλυμα της τελευταίας στην πρέσα μάς δίνει ένα νήμα ισάξιο μ’ εκείνο του μεταξοσκώληκα. Έτσι φτιάχνουμε μετάξι και δεν χρειαζόμαστε να περιμένουμε την διαδικασία αναπαραγωγής του μεταξοσκώληκα. Μπορούμε να φτιάξουμε σ’ ένα εργοστάσιο ένα δισεκατομμύριο χιλιόμετρα νήματος, ή και παραπάνω αν το θελήσουμε. Το μόνο ερώτημα είναι ώς ποιο σημείο θα «αρμέξουμε» το δάσος.

Γενικά η γη «αρμέγεται» στις μέρες μας από παντού, με στοές, λατομεία και ορυχές: σε αναζήτηση εκμεταλλεύσιμων πρώτων υλών και διαδόσιμων πηγών ενεργείας. Το πόσο βαθιά την «αρμέγουμε» και το σημείο απ’ όπου ξεκινά η διαδικασία μεταλλαγής των υλών εξαρτάται από τις τεχνικές δυνατότητες και τους οικονομικούς υπολογισμούς, και το παρόν σκέφτεται απ’ αυτήν την άποψη πολύ μακροπρόθεσμα και φιλεπενδυτικά.

Σήμερα διαθέτουμε κατ’ αρχήν τη δυνατότητα να οδηγήσουμε τη χημεία ένα ακόμα βήμα μπροστά: προς την πυρηνική χημεία – ώστε να επεμβαίνουμε πλέον όχι μόνο στις εξωτερικές στοιβάδες του ατόμου αλλά και σ’ αυτά τα συστατικά μέρη και τα στοιχειώδη σωματίδια του πυρήνα του. Το πρότυπο μάς το παρέχουν οι απλανείς αστέρες στο εσωτερικό των οποίων η πυρηνική χημεία παίρνει και δίνει. Από εκεί αντλούν οι τελευταίοι την λάμψη τους, μπορούμε να υπολογίσουμε τους κύκλους ορισμένων αντιδράσεών τους. Επειδή οι ποσότητες θερμότητας που είναι απαραίτητες για την πρόκληση αυτών των αντιδράσεων δεν είναι νοητές στη γη, βομβαρδίζουμε τους ατομικούς πυρήνες με σωματίδια πολύ υψηλής επιτάχυνσης ή χρησιμοποιούμε την διάσπαση του ουρανίου για να προκαλέσουμε άλλες πυρηνικοχημικές αντιδράσεις. Τo μέλλον θα δείξει αν η εκμετάλλευση της γης θα φτάσει ποτέ πρακτικά σ’ αυτό το έσχατο σημείο, στον πυρήνα του ατόμου δηλ., όσο έχουμε στη διάθεσή μας πιο εύχρηστα αποθέματα πρώτων υλών και ενέργειας. Όμως και σήμερα κιόλας, η μετάλλαξη των στοιχειωδών σωματιδίων ανήκει στην σφαίρα του πραγματώσιμου.

O Hegel έβρισκε ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, επειδή ζει σ’ έναν κόσμο οικοδομημένο ή διευθετημένο από τον ίδιο. έτσι αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως φύση όχι ξένη αλλά προδιαμορφωμένη από την ανθρώπινη εργασία. Ως πνεύμα εκ του πνεύματός του. Και αυτό είναι ακριβώς η ελευθερία: να καθορίζεσαι από το οικείο.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η ανθρωπότητα στάθηκε επί χιλιετίες πολύ ήπια και εφεκτική στην άσκηση αυτής της βουλητικής ελευθερίας, πολύ φειδωλή στην παραχώρηση του πνεύματός της προς το περιβάλλον. Άφησε τους πολιτισμούς της να πλέουν σαν τα καράβια πάνω στα κύματα της φύσης, σαν τους παγοκρυστάλλους πάνω στη μητρική παλίρροια. Εγκατέστησε τα έργα της μέσα στην δαψίλεια της ανάπτυξης, σαν κήπο μές στο φυσικό περιβάλλον. Οι αυτοκαθοριζόμενοι κόσμοι της ήταν σαν το σπίτι ενός ακρίτα: μέσα η ηθελημένη τάξη, έξω η αγριότητα, και, εκτός αυτού, η πρώτη ήταν χτισμένη από ένα πλήθος πέτρες, κορμούς, φλοιούς και καλάμια προερχόμενα από τη δεύτερη. Μέσα σ’ αυτό το μόρφωμα ήταν εμφανές το φυσικό υλικό. Ακόμα και τα έργα τέχνης το εκδίπλωναν πιο πολύ παρά το επικάλυπταν, το μάγευαν πιο πολύ, παρά το κατέστρεφαν.

Όμως ιστορία γράφει πλέον εκείνη η τάση που πορεύεται από το αναμένειν στο κατασκευάζειν. Ήδη, και μόνο με βάση το κριτήριο της καλυπτόμενης επιφάνειας, τα κατασκευάσματα του ανθρώπου επεκτάθηκαν εντυπωσιακά και τα κάθε λογής άγρια είδη συρρικνώθηκαν. Σε πολλά σημεία η φύση σχεδόν εξαφανίστηκε πίσω από τα τεχνητά έργα. Τα 775 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Νέας Υόρκης δεν είναι μεν παρά μια μικροσκοπική πάντα νησίδα πάνω στην φυσική υφήλιο, ενώ ακόμα και οι μεγάλες βιομηχανικές ζώνες και metropolitan areas είναι μικρές σε σύγκριση με τις χώρες που διαφυλάσσουν τον αγροτικό τους χαρακτήρα. Αλλά τέτοια, πέρα για πέρα τεχνητά, νησιά κερδίζουν έδαφος, επεκτείνονται σε ολόκληρες περιοχές και οι εναπομείνασες ή εκ των υστέρων φυτευμένες επιφάνειες πρασίνου μοιάζουν ανάμεσά τους με λεπτοκαμωμένα στολίδια. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο άνθρωπος μεταμόρφωσε τόσο πολύ την επιφάνεια του πλανήτη μας όσο καμιά άλλη δύναμη πέραν των όσων ύψωσαν τις οροσειρές και βάθυναν τις θάλασσες. Και τα εννέα δέκατα αυτών των αλλαγών συνέπεσαν με τις τελευταίες έξι-επτά γενεές. Ίσως οι τερμίτες με τα σκληρά σαν πέτρα οικοδομήματά τους από χωνευμένη κυτταρίνη να είχαν επιφέρει εξίσου μεγάλη αλλαγή, αν είχαν κερδίσει τον αγώνα για την κατάκτηση της γης που εμείς κερδίσαμε, και θα τον είχαν κερδίσει ως όντα ικανά να φτιάξουν τον κόσμο όπου ζουν. Η προϊούσα επίταση του κατασκευάζειν δεν γνωρίζει κρατικά σύνορα: εκείνη η υπερφαλάγγιση της φύσης όχι μόνο ώς προς την παραγωγή νέων μορφών αλλά και ως προς την συνθετική παρασκευή νέων υλων. Εκατομμύρια κάτοικοι μεγαλουπόλεων δεν πατούν ούτε μια φορά την εβδομάδα πραγματική γη, παρά μονάχα άφθονη άσφαλτο, λινόλεουμ, τεχνητή πέτρα και άθραυστο γυαλί. Ένα λιβάδι, ένας βράχος ή κι ένα λιθόστρωτο κάτω απ’ τα πόδια είναι ήδη γι’ αυτούς «εκδρομή». Τι συγκινητικό να σκεφτούμε ότι δραπετεύουμε απ’ αυτόν τον κόσμο πίνοντας Κόκα-Κόλα κάτω από σκονισμένες ακακίες!

Όμως δεν είναι επιτρεπτό να υποκύπτουμε για πολύ στην γυμνή «δυσαρέσκεια» που τόσο εύκολα επικρατεί σ’ έναν τέτοιο βιοτικό κόσμο. Εν τούτοις έχει σημασία να συνειδητοποιήσουμε ότι η ηθική σχέση μας προς το κατασκευασμένο, πόσο μάλλον προς το κατασκευάσιμο, διαφέρει εκ βάθρων από εκείνην προς το ζωντανό. Η ηθική μας έχει διαπλασθεί με μέτρο τα συνόντα και τους συνανθρώπους μας. Προϋποθέτει τις ερωτήσεις (καίτοι βουβές) που αυτοί θέτουν και λογαριάζει με τις απαντήσεις (καίτοι βουβές) που δίνουν. Το κατασκευάζειν όμως δεν είναι ένα παιχνίδι ερωταποκρίσεων και αποτελεί συνάντηση μόνο με την μεταφορική έννοια του όρου. Το υλικό είναι για τον homo faber κατά κάποιον τρόπο ό,τι και για τον ιδεαλιστή φιλόσοφο στη θεωρία: το μη ον, το όχι ακόμα υφιστάμενο. Θεωρείται ως μήτρα, από την οποία μπορεί και πρέπει κάτι τι να δημιουργηθεί, και δη (και εδώ έγκειται η πρακτική σημασία όλων αυτών) όχι από μόνο του αλλά μέσω της ανθρώπινης σκοποθεσίας και εργασίας. Η κυριότητά μας πάνω στις ύλες, από τις οποίες μπορούμε να φτιάξουμε κάτι, έχει εντελώς διάφορο νόημα από την κυριότητά μας πάνω στα ζώα που μας ανήκουν, ακόμα και χωρίς ίχνος συναισθηματισμού. Το ίδιο ισχύει και για τα πράγματα που φτιάξαμε απ’ αυτές.

Έχουμε ήδη εν παρόδω αρκετές φορές παρατηρήσει ότι και στον κόσμο του κατασκευάζειν υπάρχουν υψηλές και ύψιστες μορφές και ότι ο homo faber δεν είναι ο απολωλός υιός αλλά ο αντάξιος αδελφός του ανθρώπου καλλιεργητή. Τούτες οι υψηλές μορφές συναντώνται όπου η χειροτεχνία γίνεται τέχνη ή η τέχνη εξακολουθεί να περιέχεται ακέραια μέσα της. Όμως η ευγένειά τους έγκειται στο ότι δεν χρησιμοποιούν απλώς το υλικό αλλά το δεξιώνονται και το ξαναγεννούν. Είτε μες από το παιγνίδι, είτε μες από αγώνα δημιουργούν κάτι απ’ αυτό. Το υλικό διατηρεί τα δικαιώματά του και η μορφή επιβεβαιώνει τούτα τα δικαιώματα και μάλιστα τα επαυξάνει. Ότι η μίμηση του πλαστουργού θεού και η δημιουργία πραγμάτων που «ρίχνουν τον ίσκιο τους» θα μπορούσε παρ’ όλ’ αυτά να αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο, ίσως μάλιστα και ανοσιούργημα εκ μέρους του, δεν το διαισθάνθηκαν μονάχα εκεί όπου εικόνες και είδωλα ήταν απαγορευμένα, αλλά ενίοτε κι εκείνοι ακριβώς που το διέπρατταν με το μεγαλοφυές τους χέρι.

Η τάση για την οποία κάνουμε λόγο δεν αφορμάται από αυτές τις υψηλές τέχνες και τεχνικές. Αυτές αποτελούν νησίδα που μάλλον φθίνει παρά αυξάνει και που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, απλώς επιβιώνει ξαναβγαίνοντας στην επιφάνεια μετά τις πλημμύρες. Η τάση αυτή εκκινεί πιο πολύ από τα κακοτεχνήματα που με επιμονή και διάρκεια τερμίτη μεταβάλλουν το περιβάλλον της καθημερινότητας. Στις υπηρεσίες τους έχουν ζέψει συλλήβδην σχεδόν την σύγχρονη τεχνική και το πνεύμα του κατασκευάζειν γίνεται μέσα τους δεσποτικό. Ούτε παίζουν, ούτε παλεύουν με το υλικό. Το χρησιμοποιούν ορθολογικά και, πρωτίστως, το παρασκευάζουν. Τα χρηστικά αντικείμενα που παράγουν ενσαρκώνουν έναν σκοπό, σε σαφείς περιπτώσεις έναν μοναδικό και συγκεκριμένο σκοπό. Μια ευθεία γραμμή οδηγεί από τις ανάγκες στον σχεδιασμό και το έτοιμο προϊόν και μέσω αυτού στη χρήση του, ενώ σ’ όλη αυτήν την διαδικασία το υλικό απλώς καταναλώνεται. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτή η ψυχρή και νηφάλια ηθική ισχύει τόσο πιο ατόφυα όσο περισσότερο προχωρεί το κατασκευάζειν στους δρόμους που περιγράψαμε. Ένας περσικός τάπητας παλιώνει, αλλά ζει πολύ περισσότερο από μια ανθρώπινη γενιά. Ένα επίστρωμα από λινόλεουμ όμως φθείρεται. Δεν του ταιριάζει αίσθημα ευγνωμοσύνης. Όπου ωστόσο η πορεία του κατασκευάζειν φτάνει ώς το πέρας, πολλώ μάλλον ώς την αρχή, και η συνθετική παραγωγή πορίζεται τα συστατικά της από τα στοιχεία της ύλης, κάθε άλλη στάση πέραν της τεχνικής χάνει το νόημά της και το ερώτημα: τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ όλα αυτά και με ποιο τρόπο, επικρατεί καθ’ ολοκληρίαν. Οι βωξίτες δεν ξέρουν από ανοσιουργήματα όπως ξέρουν τα δέντρα. Τα μόρια δεν υποφέρουν και πονούν όπως υποφέρουν και πονούν τα ζώα. Έχοντας απελευθερώσει το κατασκευάσιμο των πραγμάτων από τους ασκούς του Αιόλου, ο άνθρωπος έχει εισέλθει (ή βρεθεί) σ’ έναν κόσμο όπου οφείλει να σκέφτεται καθαρά τεχνικά, διότι έχει να κάνει μόνο με πρώτες ύλες, πάνω στις οποίες εντυπώνει τους σκοπούς του, και όχι με συντρόφους ζωής. Αυτό συνεπάγεται κατ’ ανάγκην συνέπειες, ακόμα και για τον ίδιο.

Ο Θεός είπε: «πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτήν». Θα πρέπει να δεχθούμε ότι αυτή η εξουσιοδότηση εμπεριέχει πάρα πολλές ελευθερίες ώς προς την χρησιμοθηρική αναμόρφωση της φύσης. Τουλάχιστον έτσι την εξέλαβε ο άνθρωπος. Παρ’ όλ’ αυτά, ο θεός δίνοντας τη γη στους ανθρώπους δεν τους είπε: κάντε με δαύτη ό,τι καταλαβαίνετε.

ΧΑΝΣ ΦΡΑΓΙΕΡ

Theorie des gegenwärtigen Zeitalters, 1953
Πηγή: Χανς Φράγιερ, Τεχνοκρατια και ουτοπία. Θεωρία της σύγχρονης εποχής, Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, Διεύθυνση σειράς Παναγιώτης Κονδύλης, Νεφέλη 1997.

*