ΝΠ | Ταξιδιωτικά – Μαρτυρίες

Μια ιδιαίτερη «αυθαιρεσία»

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

~.~

Τον Ιούλιο του 1974, μπαρουτοκαπνισμένος Υποπλοίαρχος, έχοντας ήδη επιστρέψει στο Πολεμικό Ναυτικό, τοποθετήθηκα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Τέτοια εποχή κάθε χρόνο πραγματοποιείται ο, συνήθως δίμηνος, ετήσιος εκπαιδευτικός πλους των Ναυτικών Δοκίμων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Ειδικά το 1974 και με πρόσφατα τα γεγονότα της πτώσης της Χούντας, την απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο και την αλλαγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, το Αρχηγείο Ναυτικού αποφάσισε ο περί ου ο λόγος εκπαιδευτικός πλους να πραγματοποιηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων. Επί πλέον στο ταξίδι αυτό δεν θα συμμετείχαν οι τελειόφοιτοι της Σχολής λόγω της κρίσης που είχε ήδη δημιουργηθεί με την Τουρκία και του πιθανού ενδεχόμενου συμπληρωματικής στελέχωσης των μεγάλων μας αντιτορπιλικών. Εγώ είχα την ευθύνη παρακολούθησης της εκπαίδευσης των Δοκίμων οι οποίοι έχουν επιβιβαστεί σε δύο από τα φημισμένα αντιτορπιλικά «θηρία» του Πολεμικού Ναυτικού, τον «Ιέρακα» και τον «Αετό».

Είχαμε καταπλεύσει στην Καλαμάτα και κάπου εκεί μου προέκυψε η έμπνευση! Ζήτησα από τους δευτεροετείς Δοκίμους Υπηρεσίας να ενημερώσουν όλους τους Δοκίμους να παραταχθούν με στολές εξόδου στα πρυμναία καταστρώματα των πλοίων και στη συνέχεια όσοι απ’ αυτούς ήθελαν να αφαιρέσουν από τα πηλήκιά τους το απεχθές χουντικό εθνόσημο – το περίφημο «πουλί» με τον αναδυόμενο από τον καιγόμενο φοίνικα φαντάρο – και να το πετάξουν στη θάλασσα! Το έπραξαν όλοι, μηδενός εξαιρουμένου… Ο εκπαιδευτικός πλους συνεχίστηκε κανονικά επισκεπτόμενοι διάφορα ελληνικά λιμάνια μέχρι τον κατάπλου μας στην Κέρκυρα.

Εκεί ο εμπνεόμενος από εθνικά συναισθήματα Στρατιωτικός Διοικητής μη μπορώντας να δικαιολογήσει την απαράδεκτη και αντεθνική συμπεριφορά των έτσι κι αλλιώς άτακτων ναυταίων, με κατεπείγον σήμα του, ενημέρωσε το ΓΕΕΘΑ και τα Επιτελεία των Ενόπλων μας Δυνάμεων για την ανήκουστη πρωτοβουλία μας, ότι δηλαδή οι Ναυτικοί μας Δόκιμοι κυκλοφορούν στην πόλη του χωρίς το εθνικό μας «πουλί». Εμείς οι άτακτοι και ο κύριος υπαίτιος της αδιανόητης αταξίας, ουδέν αντελήφθημεν και συνεχίσαμε αμέριμνοι και ευτυχείς τον εκπαιδευτικόν μας πλουν καταπλέοντες αισίως, περί τα τέλη Αυγούστου, στον Πειραιά. Αποβιβαστήκαμε όλοι από τα πλοία μας και οδηγηθήκαμε με ασφάλεια στη Σχολή μας.

Δεν είχα προφτάσει να τακτοποιήσω τα πράγματά μου όταν ένας Υπαξιωματικός με ενημέρωσε ότι ο κύριος Διοικητής με αναμένει στο γραφείο του. Πήγα αμέσως. Εισέρχομαι, χαιρετώ στρατιωτικά και… «Διατάξτε, κύριε Διοικητά»! (περισσότερα…)

«Πώς είναι δυνατόν ο ήλιος να είναι τόσο εκθαμβωτικός;» Ένας Φινλανδός μοντερνιστής στην Ελλάδα

*

της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΤΖΟΥΚΟΥ

~.~

Ο Όλαβι Πάαβολάινεν (Olavi Paavolainen, 1903-1964) ήταν Φινλανδός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος και επηρέασε ποικιλοτρόπως τον πολιτισμό της χώρας του. Στη δεκαετία του 1920, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς που ασπάστηκαν το κίνημα του μοντερνισμού, σημαντικό μέλος της ομάδας των Λαμπαδηφόρων (Tulenkantajat), όπως και ο γνωστός στη χώρα μας συγγραφέας Μίκα Βάλταρι. Με τα κείμενά του, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, ο Πάαβολάινεν γνώρισε στους Φινλανδούς τα πιο συναρπαστικά και συγχρόνως αμφιλεγόμενα νέα κινήματα της εποχής του, από τον σουρεαλισμό έως τον εθνικοσοσιαλισμό. Το πιο γνωστό του έργο από τη δεκαετία του 1940 είναι το Synkkä yksinpuhelu [Ζοφερός μονόλογος], 1946, ένα αφήγημα ημερολογιακής μορφής σχετικά με τις εμπειρίες του κατά τον Συνεχιζόμενο πόλεμο, δηλαδή τον δεύτερο πόλεμο της Φινλανδίας με τη Σοβιετική Ένωση (jatkosota, 1941-1944).[1] Πρόκειται για ένα από τα πιο ιδιαίτερα και πολυσυζητημένα έργα της φινλανδικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Η αφήγηση του Ζοφερού μονολόγου ξεκινά με την επιστροφή του συγγραφέα στη Φινλανδία, τέλος Σεπτεμβρίου 1939, από το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχε πάει με σκοπό να γράψει ένα βιβλίο για την κοινωνία και την πολιτική σ’ αυτή τη χώρα.[2] Από την Οδησσό, τελευταίο σταθμό του ταξιδιού του στη Σοβιετική Ένωση, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί ήρθε στην Ελλάδα. Δεν γνωρίζουμε πόσο σκόπευε να μείνει, γνωρίζουμε όμως ότι από την Αθήνα θα πήγαινε στη Ρώμη. Η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία τον ανάγκασε να εγκαταλείψει βιαστικά την Ελλάδα για τη Μασσαλία και από εκεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η απογοήτευση και η αβεβαιότητα διαπερνούν τις σκέψεις του, καθώς σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής βιώνει μια Ευρώπη στα πρόθυρα του πολέμου: «Η σιωπή της αχανούς Ρωσίας μοιάζει να κρύβει μυστικά που δεν θέλουν να φανερωθούν. Τον ορίζοντα τον βαραίνει η αίσθηση μιας σκοτεινής σκιάς», γράφει. Κατά τη διάρκεια του Συνεχιζόμενου πολέμου, ο συγγραφέας υπηρέτησε σε θέσεις ενημέρωσης του Γενικού Επιτελείου και είχε άμεση επαφή με την πολιτική και στρατιωτική ελίτ, αλλά και τον διεθνή Tύπο, πριν αυτός περιέλθει σε καθεστώς λογοκρισίας. Παράλληλα, κρατούσε αποστάσεις από τον εθνικιστικό ενθουσιασμό της εποχής, γεγονός που προσδίδει στο έργο αντιπολεμικό και κάποτε ειρωνικό χαρακτήρα. (περισσότερα…)

Ἁλιστέφανος Ταπροβάνη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Ταπροβάνη νῆσος μεγίστη ἐν τῇ Ἰνδικῇ θαλάσσῃ. Ἀλέξανδρος ὁ καὶ Λύχνος νῆσος τετράπλευρος͵ ἁλιστέφανος Ταπροβάνη θηρονόμος πέπληθεν ἐϋρρίνων ἐλεφάντων.

Νοτιοανατολικά λοιπόν της Ινδίας, στο πέλαγος το Ινδικό –και καταμεσής του δρόμου για την Κίνα– έχει κυλήσει ένα σμαράγδινο δάκρυ σε σχήμα νησιού, ανάμνηση μαζί κι εικόνα διάφανη του παραδείσου στα μάτια και τη φαντασία των ταξιδιωτών και των εμπόρων που έρχονταν από τη Δύση.

Αν και γεωγραφικά ανακριβείς και διογκωμένες, οι πρώτες μνείες των Ελλήνων γεωγράφων για το νησί –ταυτόχρονα με την ακριβή ονομασία του– μεταφέρουν και μιαν χωροθετική εντύπωση ως ενός από τα πιο απόμακρα και νότια σημεία της οικουμένης, στους αντίποδες, μαζί μ’ έναν υπαινικτικό θαυμασμό για τα πολύτιμα αγαθά της και τους ελέφαντες. (Ο Ερατοσθένης τη θέλει να είναι ίση με τη Βρετανία, ο δε Ονεισίκριτος την βάνει ν’ απέχει είκοσι μέρες από την Ινδία). Ο απόηχος της απόμακρης κι απόκοσμης τοποθεσίας της ακούγεται με παράπονο και στην πρώτη λατινιστί αναφορά της Ταπροβάνης από τον εξόριστο στον Πόντο Οβίδιο: «Aut ubi Taprobanen Indica cingit aqua (ή εκεί όπου το Ινδικό κύμα βάφει την Ταπροβάνη)».

Στο γύρισμα όμως των χριστιανικών χρόνων, καθώς οι πλώιμοι εμπορικοί δρόμοι της Ρώμης και του μετέπειτα Βυζαντίου έφεραν τη Δύση μπροστά στα θαύματα της Ανατολής, η γνώση για τον τόπο γίνεται πιο στέρεη αλλά φαίνεται ότι λειτουργεί και σαν αφετηρία για τη δημιουργία του μύθου που θέλει το νησί ένα γήινο απείκασμα του απωλεσθέντος παραδείσου, έναν paradiso terrestre. Γράφει ο Στράβωνας:

«ἡ δὲ Ταπροβάνη πεπίστευται σφόδρα ὅτι τῆς Ἰνδικῆς πρόκειται πελαγία μεγάλη νῆσος πρὸς νότον͵ μηκύνεται δὲ ἐπὶ τὴν Αἰθιοπίαν πλέον ἢ πεντακισχιλίους σταδίους͵ ὥς φασιν͵ ἐξ ἧς καὶ ἐλέφαντα κομίζεσθαι πολὺν εἰς τὰ τῶν Ἰνδῶν ἐμπόρια καὶ χελώνεια καὶ ἄλλον φόρτον».

Διόλου τυχαία δε, οι αποστάσεις πια υπολογίζονται από την Αιθιοπία, (απ’ το λιμάνι της Αδούλης), από όπου και ξεκινούν τα ρωμαϊκο-βυζαντινά πλοία για την Ανατολή, κι αργότερα λόγω και της στενής συμμαχίας της χριστιανικής Αξουμιτικής αυτοκρατορίας με τη βυζαντινή. Στο έκτο αιώνα πια η αφήγηση περνάει στα χέρια του Κοσμά του Ινδοκοπλεύστη:

«Αὕτη ἐστὶν ἡ νῆσος ἡ μεγάλη ἐν τῷ Ὠκεανῷ͵ ἐν τῷ Ἰνδικῷ πελάγει κειμένη͵ παρὰ μὲν Ἰνδοῖς καλουμένη Σιελεδίβα͵ παρὰ δὲ Ἕλλησι Ταπροβάνη (περισσότερα…)

Γιώργης Μανουσάκης, Το πέρασμα του φαραγγιού

*

Μικρὸ ἀφιέρωμα στὸν Γιώργη Μανουσάκη [1/4]

*

Εἰσαγωγή-Ἐπιμέλεια:
Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

«Ὁ συγγραφέας ἐπέρασε τὸ φαράγγι τῆς Σαμαριᾶς τὸ καλοκαίρι τοῦ 1968 καὶ περιηγήθηκε τὰ Σφακιὰ τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πραγματικὴ ὁδοιπορία, ἀφοῦ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς διαδρομῆς ἔγινε μὲ τὰ πόδια.

Τὸ Ὁδοιπορικὸ τῶν Σφακιῶν δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ καταγραφὴ ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων. Ὁ συγγραφέας ἦρθε σὲ στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση, συνδιαλέχθηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐβίωσε τὴν ἱστορία στοὺς τόπους ὅπου διαδραματίστηκαν τὰ γεγονότα, ἀναζήτησε μὲ συγκίνηση τὸ ἰδιαίτερο ἦθος μιᾶς κρητικῆς ἐπαρχίας. Ἡ ἐποχὴ τῆς ἐπίσκεψής του στὰ Σφακιὰ ἦταν μιὰ ἐποχὴ μεταβατική. Ὁ τρόπος ζωῆς κι ἡ νοοτροπία τῶν κατοίκων (ὅσων εἴχανε μείνει στὰ χώματά τους) κρατοῦσαν ἀκόμη πολλὰ ἀπὸ τὰ παλιὰ στοιχεῖα, ὡστόσο τὰ καινούργια μηνύματα ἦταν εὐδιάκριτα. Ἔτσι τὸ βιβλίο παίρνει τὸ χαρακτήρα ἑνὸς ντοκουμέντου ποὺ ἀποτυπώνει ὄχι μόνο τὴν εἰκόνα ἑνὸς τόπου, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἐποχῆς ποὺ ἔχει περάσει ἀνεπίστροφα.»

Τὸ παραπάνω σημείωμα, γραμμένο ἀπὸ τον ἴδιο τὸν Μανουσάκη, εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ Ὁδοιπορικοῦ τῶν Σφακιῶν (α΄ ἔκδοση Κέδρος, Ἀθήνα 1980, β΄ ἔκδοση Μίτος, Ρέθυμνο 2002, Κρατικὸ Βραβεῖο Ταξιδιωτικῶν Ἐντυπώσεων 1981). Τὸ κεφάλαιο που αναδημοσιεύουμε εδώ εἶναι τὸ τελευταῖο τοῦ βιβλίου. Γιὰ τοὺς μὴ Κρητικοὺς ἀναγνῶστες δίνεται ἀπὸ τὸ συγγραφέα (Σ.τ.σ.) ἡ σημασία τριῶν λέξεων. Περισσότερες ὅμως ἀπὸ τὴν ἐπιμελήτρια, κυρίως μέσῳ τοῦ λεξικοῦ τοῦ Ἀντωνίου Ξανθινάκη, Λεξικό Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, δ΄ έκδοση αναθεωρημένη και επαυξημένη με 1500 νέα λήμματα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009.

~.~

Στὴ νοτιοανατολικὴ ἄκρα του ὁ Ὁμαλὸς στενεύει, καταλήγοντας στ’ ἀκρόχειλο τοῦ Ξυλόσκαλου. Δεξιά, σ’ ἕνα ψήλωμα, τὸ τουριστικὸ περίπτερο μοιάζει μὲ βίγλα. Πίσω του ἀνεβαίνει ἄγριος κι ἐπιβλητικὸς ὁ ὄγκος τοῦ Γκίγκιλου. Αὐτὸς εἶναι προπάντων ποὺ μαγνητίζει τὴ ματιά μας, ξαφνιάζοντάς την ὕστερ’ ἀπὸ τὴ νωχελικὴ μονοτονία τοῦ καρπεροῦ ὀροπέδιου. Αὐτὸς τραβᾶ τὰ βήματά μας ὣς τὴν ἄκρα τοῦ χάους, γιὰ νὰ τόνε δοῦμε ὁλόκληρο ν’ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ φαραγγιοῦ καὶ νὰ στέκετ’ ἐκεῖ, μπροστά μας, γυμνὸς καὶ τρομερός, ὅλο τεφρὴ πέτρα, ρυτιδωμένη, κατακομματιασμένη, φαγωμένη ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ νερὰ τῶν χειμωνιάτικων καταιγίδων. Ἀπὸ τὴ μέση κι ἀπάνω εἶναι παραδομένος στὸν ἥλιο, ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι βυθισμένος στὴ σκιά. Ἡ πυκνὴ μάζα του, ἔτσι ποὺ ὑψώνεται κατάντικρυ καὶ τόσο κοντά μας, μοιάζει μὲ βουβὴ ἀπειλή. Τὴν ἐντύπωση τούτη τὴ μεγαλώνει κι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ζωῆς ― καὶ τῆς παραμικρῆς πράσινης κηλίδας ― ἀπὸ τὴν κορφὴ ὣς τὴ μέση του. Ὁ Γκίγκιλος ἔχει τὴν ὄψη τοπίου ἀπὸ πεθαμένο ἄστρο. (περισσότερα…)

Ο παγωμένος γαλατοπώλης του Χαλανδρίου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Τον Ιανουάριο του 1858, τον καιρό της παλαιάς Ελλάδας, η Αττική γνώρισε  πρωτοφανείς χιονοπτώσεις. Στις 6 του μηνός άρχισε να πέφτει πυκνό χιόνι στα ορεινά του νομού και γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλη την έκτασή του. Οι υποτυπώδεις δρόμοι κατέστησαν αδιάβατοι και ο Όθων με την Αμαλία και την ακολουθία τους αποκλείστηκαν στη Χαλκίδα, όπου είχαν μεταβεί για να εγκαινιάσουν τη νέα γέφυρα του πορθμού. Αλλά οι συνέπειες ήταν πιο σκληρές για τους υπηκόους τους. Η εφημερίδα Αυγή, την οποία εξέδιδε ο Φίλιππος Λούης, καταγράφει στα φύλλα εκείνου του μήνα μικρές ειδήσεις από την κακοκαιρία, αρχίζοντας με ένα παπαδιαμαντικής σκηνοθεσίας περιστατικό, στις 8 Ιανουαρίου:

«Ἐκ τοῦ δριμέος ψύχους ἐπάγωσε χθὲς εἵς γαλατοπώλης, Νικόλαος Καλίνης, ἐρχόμενος ἔφιππος ἐκ Χαλανδρίου. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου εὑρόντες τοῦτον μετὰ 24 ὥρας τὸν μετέφερον εἰς τὸ χωρίον των, ὅπου νοσηλεύεται».

O άτυχος Καλίνης θα ξεκίνησε το καθημερινό του δρομολόγιο από το χωριό του ως την Αθήνα, για να πουλήσει το φρέσκο γάλα του, αλλά φαίνεται ότι δεν υπολόγισε καλά τον καιρό. Η απόσταση απαιτούσε μιάμιση περίπου ώρα με τα πόδια και κάτι λιγότερο από μία με φορτωμένο ζώο. Ο τόπος ήταν τότε γυμνός μέχρι τους Αμπελόκηπους, όπου άρχιζαν τα περιβόλια και ο ελαιώνας της μονής Πετράκη· με πυκνό χιόνι και φαρμακερό βοριά, η διαδρομή αυτή μπορούσε εύκολα να γίνει θανατηφόρα. (περισσότερα…)

Εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου

To μικρό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας της Καρυάς, με την αιωνόβια καρυδιά στα δεξιά του, όπως σωζόταν το 1908 (φωτογραφία από το έργο του Δ. Αιγινήτη, Το κλίμα της Αττικής).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Το 1796, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως απέλυσε ένα σιγίλλιο με το οποίο ρύθμιζε υποθέσεις μονών της Αθήνας. Μεταξύ άλλων, το έγγραφο επικύρωνε την προσάρτηση «τοῦ ἱεροῦ μοναστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος κειμένου εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου μετὰ τοῦ μετοχίου αὐτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου», στην κραταιά τότε μονή των Ασωμάτων Πετράκη. Το Όζεον όρος —ή Οζιά, Νοζέα και Καρά-Οζ, σε άλλες εκδοχές— δεν ήταν άλλο από την Πάρνηθα, το αρχαίο όνομα της οποίας γνώριζαν ελάχιστοι λόγιοι και οι ξένοι περιηγητές που συνέρρεαν στην Αθήνα, αναζητώντας το αρχαίο κλέος της. Όσο για την αναφερόμενη στο σιγίλλιο μονή, ήταν η λεγόμενη Αγία Τριάδα της Καρυάς, κτισμένη στην πλευρά του βουνού που έβλεπε στο λεκανοπέδιο, μέσα στα ελατοδάση και υπό τον ίσκιο, ως τις αρχές του περασμένου αιώνα, μίας πελώριας καρυδιάς.

Η Πάρνηθα, η οποία προστατεύει το αθηναϊκό πεδίο από τον βοριά όπως ένα στιβαρό τείχος, παρουσίαζε τότε μία εικόνα κάπως διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, ιδιαίτερα μετά τις πυρκαγιές των τελευταίων ετών. Μία από τις πιο άρτιες περιγραφές της οφείλουμε στον Άγγλο λοχαγό Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, που ανέβηκε στο βουνό στις αρχές του 1806, μαζί με τον ηγούμενο του μικρού μοναστηριού της Αγίας Τριάδας. Αντίθετα με ό,τι θα φανταζόταν κανείς, η ανάβαση ήταν αρκετά εύκολη, χάρις στις διαδρομές που βρίσκονταν σε χρήση για τη μεταφορά αγαθών από διάφορες τοποθεσίες του όρους.

Πυκνή βλάστηση σκέπαζε σχεδόν όλες τις πλαγιές και τις περισσότερες κορυφές της Πάρνηθας. «Το κάτω μέρος του βουνού καλύπτεται με πεύκα· καθώς ανεβαίνουμε, αναμειγνύονται δρύες και έλατα, και σε μεγάλο βαθμό, προς την κορυφή, το δάσος αποτελείται αποκλειστικά από τέτοια δέντρα», γράφει ο Ληκ στο έργο του Travels to the Νorthern Greece. (περισσότερα…)

Νηρηΐδες: κατάλογοι και φαντασιώσεις

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Περιδιαβαίνοντας την Νικόπολη, στη δυτική πλευρά του δρόμου, πάνω στο ύψωμα, δίπλα από τον οίκο του Έκδικου Γεωργίου κι απέναντι από τη βασιλική του Δουμετίου, από τον 2ο μ.Χ. αιώνα υπάρχει το μικρό Νυμφαίο. Στην αψίδα του σώζεται ξεθωριασμένη αυτή η ψηφιδωτή παράσταση μιας Νηρηίδας που ιππεύει θαλάσσιο κήτος (σπάνιο δείγμα εντοίχιου ψηφιδωτού στον ελληνικό χώρο).

Γράφει στη συνοδευτική επιγραφή:

«Η Νηρηίδα αποδίδεται ημίγυμνη, με το δεξί χέρι, λυγισμένο, να ακουμπά στο λαιμό του κήτους και το αριστερό να στηρίζεται στο σώμα ή στην ουρά του. Το σώμα της θαλάσσιας μορφής εμφανίζεται διάστικτο και παραπέμπει σε αιλουροειδές, ενδεχομένως λεοπάρδαλη, με το κατώτερο τμήμα του να προσομοιάζει σε ουρά ιππόκαμπου ή ιχθύος, με τριπλή θυσανωτή ουρά… Την παράσταση επιστέφει μεγάλων διαστάσεων κοχύλι, σύμβολο του θαλάσσιου κόσμου, το οποίο, ο πρώτος ανασκαφέας της Νικόπολης, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς ερμήνευσε ως “ακτινοβολούντα ήλιο”».

Το γνωστό στην κλασσική αρχαιότητα μυθικό βεστιάριο των θαλάσσιων υποζυγίων, των Τριτόνων (των ιχθυοκενταύρων του Τζέτζη και του Μπόρχες), των ιπποκάμπων ή των δελφινιών, εμπλουτίστηκε στη μετακλασική περίοδο και προσέθεσε στην ελληνιστική και στη ρωμαϊκή Βίβλο των φανταστικών όντων κι άλλους ζωόμορφους συνδυασμούς. Κι έτσι στις παραστατικές τέχνες εμφανίζονται οι Νηρηίδες, κόρες του Νηρέα και της Δωρίδος, να εποχούνται επί ιπποκάμπων, ιχθυοκενταύρων, θαλασσίων δρακόντων, αιγικάμπων, ταυροκάμπων, λεοκάμπων ή και παρδαλοκάμπων, όπως και στην εν λόγω παράσταση από την Νικόπολη. Και εφόσον και μέχρι σήμερα

«ένας άνθρωπος καβαλάει το ξύλινο αλογάκι του ήσυχα και πορεύεται όμορφα-όμορφα…χωρίς να υποχρεώνει ούτ’ εμένα, ούτ’ εσάς να καβαλήσουμε ξοπίσω του, ―πείτε μου, κύριε, εμάς, τι μας νοιάζει;» (περισσότερα…)

Τράνζιτο

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Καλοκαίρι με σαράντα υπό σκιάν. Έτρεμε ο αέρας πάνω στην καυτήν άσφαλτο.

Στο δρόμο προς την Κορώνη, σταματάμε σ’ ένα από τα κιόσκια οπωροκηπευτικών. Κοιτάμε με τη λαχτάρα της βορειοευρωπαϊκής έλλειψης τις ώριμες ντομάτες, τα φασολάκια, τα καρπούζια. Κάτι λέμε μεταξύ μας στα γερμανικά κι ευθύς ο οπωροπώλης μάς απαντά σε άπταιστα γερμανικά. Έκπληξη!

Φαντάστηκα προς στιγμήν τον κυρ-Μήτσο, που τον περιμέναμε ως παιδιά να βγει από την γωνία απέναντι, με το κάρο του που το έσερνε το γερασμένο άλογο φορτωμένο ζαρζαβατικά, να μας μιλά ξαφνικά στ’ αγγλικά ή στα γαλλικά…

Ευγενικότατος εκείνος, με ευρωπαϊκό παρουσιαστικό, φιλοτιμήθηκε να μας εξυπηρετήσει.

«Πώς κι έτσι πατριώτη; Από πού ήρθες;» – οι αυτονόητες ερωτήσεις.

Μεγάλωσε ως παιδί στο Μενχενγκλάντμπαχ αλλά δεν άντεξαν και γύρισαν. Του λέει η γυναίκα μου: «Και δεν πρέπει να το μετάνοιωσες».

«Auf keinen Fall, σε καμμιά περίπτωση», ήρθε αυτονόητη και η απάντηση.

Πίσω του, κάτω από την καλαμωτή, καθόταν ευδαίμων μέσα στο κλαρωτό της φόρεμα μια έμορφη, στρογγυλή κυρά.

Τρέμει ο ουρανός να πέσει
με τ’αστέρια του μαζί.

Εσύ, Μπάτη, τους δρόμους στα τάστα τους γνώριζες καλύτερα από τα γράμματα· είχες γι’ αυτά, παρέα τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Πληρώσαμε μπιρ ταμάμ, μετρητοίς βεβαίως, πήραμε ευτυχείς τις δυο γεμάτες πλαστικές σακούλες, ευχαριστήσαμε σε δυο γλώσσες και συνεχίσαμε το δρόμο μας. (περισσότερα…)

Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσία τον 18. και 19. αιώνα

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

Μιλώντας για Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσία δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει τον ιατρό και περιηγητή Παναγιώτη Ποταγό, έστω κι αν τα όσα λιγοστά μας άφησε ―ακόμα και― για το πέρασμά του από την περσική γη δεν είναι παρά συντομότατες, περιληπτικές, αναφορές, διανθισμένες με τα κλασικά και βιβλικά αναγνώσματά του που χρησιμοποιούσε ως γεωγραφικούς και ιστορικούς οδηγούς του. Περίληψις Περιηγήσεων εξάλλου ονόμασε κι ο ίδιος τα γραπτά του για τα ταξίδια του στην Ασία και την Αφρική. Ο Ποταγός πραγματοποίησε τα εξερευνητικά του ταξίδια ―έφιππος ή οδοιπόρος― επί μία πενταετία, από τα τέλη του 1867 έως το 1873. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1883, εξέδωσε τον πρώτο και μόνο τόμο από το συνολικά δίτομο έργο που είχε εξαγγείλει. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κάποιο άλλο γραπτό του, πιθανότατα γιατί, όπως γράφει ο Φώτης Κόντογλου, οι συγγενείς του απογοητευμένοι που δεν βρήκαν στα κατάλοιπά του τα πετράδια και τα πλούτη που νόμιζαν ότι θα κληρονομούσαν «ξεσκίσανε απ’ τη μανία τους ό,τι χαρτιά πέσανε στα χέρια τους».

Στο πρώτο του ταξίδι επισκέπτεται την Περσία ερχόμενος από τα δυτικά, από την Βαγδάτη, και, διασχίζοντας το Κερμανσάχ, το Χαμαντάν και την Τεχεράνη, κάνει μια μακρά στάση 20 ημερών στην Μασχάντ, καθ’ οδόν προς το Αφγανιστάν και την Κίνα, από όπου παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για την Θεσσαλονίκη μέσω Ρωσίας. Ιδού πώς περιγράφει την είσοδό του στην ιερότερη πόλη της Περσίας:

«Ἔφιππος ἐπὶ τοῦ ἵππου μου Μουνσίμπαση, καὶ ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ ἑτέρου μου ἵππου Κονσοὺλ προυχώρουν ἐν τῇ λεωφόρῳ μόνος, ἐπειδὴ ἐγκατελείφθην ὑπὸ τῶν συνοδοιπόρων μου φοβουμένων μὴ ὀραθῶσιν ἐν τῇ ἁγίᾳ πόλει συμβαδίζοντες μετ’ ἀπίστου, ἐνῷ καθ’ ὁδὸν συνεφιλοτιμοῦντο, ἵνα μετ’ ἐμοῦ πορεύωνται». Η «αγία πόλις» Μασχάντ, η πόλη αυτή του Χορασάν, χτίστηκε γύρω από τον τάφο του όγδοου ιμάμη των σηϊτών Αλί αλ-Ρίντα, συγκαιρινού του αλ-Μααμούν, εξού και η διακηρυγμένη ιερότητά της. Κι ακριβώς η παρετυμολογία της ονομασίας της πόλης που μας προτείνει ο Ποταγός ομολογεί αυτή την ιδιαίτερη θέση της στην ιρανική θρησκευτική γεωγραφία: «ᾖς τὸ ὄνομα σημαίνει τόπον τοῦ ὁρᾶν τὴν ἁγιότητα· διότι εὑρίσκεται ἐν αὐτῇ τὸ μνημεῖον τοῦ Ἰμὰμ Ριζά, περὶ τὸ ὁποῖον ἐκ μεμακρυσμένων χωρῶν φέροντες οἱ Πέρσαι ἐνταφιάζουσι τοὺς αὐτῶν τεθνεῶτας, ποιοῦντες οἵα καὶ πρὶν γίνωσι πιστοί».

Παράλληλα με τις συχνότατες και πυκνές κλασικές και βιβλικές του συσχετίσεις της γεωγραφίας και της ιστορίας της χώρας, που κατακλύζουν την αφήγησή του, παρατηρεί και περιγράφει το τοπίο, καταγράφει ορισμένες ιδιαιτερότητες εθιμικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές που συναντά, μιλά για τα ντόπια προϊόντα και τις τεχνολογικές ιδιομορφίες της χώρας, τις συναντήσεις και τις συζητήσεις που είχε, συντομευμένα όμως και συνοπτικά όπως ήδη ανέφερα. (περισσότερα…)

Δυο Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσέπολη

Περσέπολη, 1971

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

Περσέπολη: το μεγάλο θρησκευτικό κέντρο των Αχαιμενιδών, μία από τις περίλαμπρες πρωτεύουσές τους. Ο τόπος όπου εορταζόταν με θριαμβική και αυτοκρατορική λαμπρότητα ο ερχομός της άνοιξης και του Νέου Έτους (Νοουρούζ). Η Περσέπολη, για την ακρίβεια ό,τι έχει απομείνει από αυτήν μέχρι σήμερα, αποτελεί το επιβλητικότερο μνημείο της Αχαιμενιδικής περιόδου του Ιράν. Ταυτόχρονα και τον κύριο προορισμό των περισσότερων επισκεπτών στην χώρα. Είναι τόσο ισχυροί οι συμβολισμοί που ανακαλεί και συμπυκνώνει ώστε εκεί δεξιώθηκε κι ο σάχης τους υψηλούς προσκεκλημένους του (1971) για τον εορτασμό των 2500 χρόνων ίδρυσης της περσικής αυτοκρατορίας από τον Κύρο τον Μέγα. Σε μια δεξίωση εξωφρενικά επιδεικτικής χλιδής, που κόστισε αστρονομικά ποσά, άδειασε τα κρατικά ταμεία και συνέβαλε στην πτώση του ίδιου του σάχη. Αυτά όμως συνέβησαν αργότερα. Εδώ έχω κατά νου δυο ταξιδιώτες που περιτριγύρισαν την ένδοξη αχαιμενιδική πόλη, πριν την πτώση του σάχη.

Ο Πατρινός αρχιτέκτονας και πολυταξιδεμένος συγγραφέας Ι. Βασιλείου, επισκέφτηκε τον χώρο, ελάχιστους μήνες μετά την περιλάλητη δεξίωση, και την εμπειρία του αυτή τη δημοσίευσε στο αφιερωματικό τεύχος για το Ιράν της Νέας Εστίας, στις 15 Ιουνίου 1972 («Μια μέρα στην Περσέπολη»). Οι πρόσφατες μνήμες κι οι εντυπώσεις από την δεξίωση επανέρχονται στην αφήγησή του. Γράφοντας για τον εορτασμό του νέου έτους επί Αχαιμενιδών και την προσέλευση των υποτελών ηγεμόνων και σατραπών της αυτοκρατορίας, σημειώνει:

«Όσο βρίσκονταν στην Περσέπολη, έμεναν σε πολυτελείς σκηνές έξω από το χώρο των ανακτόρων. Ίσως στην ίδια θέση που είχε στήσει ο Σάχης της Περσίας τις σκηνές για τους βασιλιάδες όλου του κόσμου, όταν τους κάλεσε στις γιορτές για τα 2500 χρόνια της αυτοκρατορίας».

Περιγράφοντας τον χώρο, τα μνημεία και την ιστορία, καθώς και την πυρπόληση από τον Αλέξανδρο, κάνει μία αξιοπρόσεκτη παρατήρηση:

«Στα ανάκτορα του Ξέρξη, γύρω από την αίθουσα του θρόνου με τις πολλές κολώνες, διάφοροι άλλοι χώροι. Πίσω απ’ αυτούς πλήθος δωμάτια με σειρές για το Αντερούν, το βασιλικό χαρέμι. Βλέποντας κάνεις τόσα πολλά δωμάτια για το χαρέμι, σκέφτεται πόσες όμορφες γυναίκες πέρασαν εκεί όλη τη ζωή τους, περιμένοντας πότε θα ευδοκήσει να τις καλέσει ο βασιλιάς… Κι όμως στα τόσα ανάγλυφα που βλέπεις σ’ όλη στην Περσέπολη δεν υπάρχει ούτε μιά γυναικεία μορφή. Όλα παριστάνουν άνδρες. Οι περισσότεροι είναι ντυμένοι με μακριούς χιτώνες κ’ έχουν χαμηλό κυλινδρικό καπέλο στο κεφάλι. Θυμίζουν κάπως τους μοναχούς με τα ράσα στο Άγιον Όρος και την απαγόρευση να πατήσει εκεί γυναίκα. Πόση διαφορά από τους ναούς του Ανγκόρ με τις όμορφες ουράνιες νύμφες, τις μισόγυμνες απσάρες, σ’ όλους τους τοίχους τους». (περισσότερα…)

Από το Δαχτυλίδι ως τις Πέντε Καμάρες    

Προπολεμική καρτ-ποστάλ με τις Καμάρες και το τρένο της Κηφισιάς. Η υδατογέφυρα κατεδαφίστηκε όταν η γραμμή έγινε ηλεκτροκίνητη.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Η γλώσσα έχει τη δύναμη να ονοματίζει κάθε τί το νέο, με εκπληκτική ταχύτητα. Ο,τιδήποτε προβάλλει στο τοπίο, προσδιορίζεται σχεδόν αυτόματα με μία λέξη, η οποία μοιάζει να αναδύεται συγχρόνως και υποσυνείδητα στον νου χιλιάδων ανθρώπων, σαν μια μυστική μεταξύ τους συμφωνία. Έτσι «βαπτίζεται» για παράδειγμα κάθε νέο τεχνικό έργο που εμφανίζεται στον ορίζοντα της πόλης ή της υπαίθρου, ενστικτωδώς και με αφοπλιστική ευστοχία.

Αυτή τη διαδικασία αντιπροσωπεύει το Δαχτυλίδι της λεωφόρου Κηφισίας (ή Κηφισιάς, επί το ορθότερον), ένα από τα πιο καινούρια τοπωνύμια στο λεκανοπέδιο της Αθήνας. Ο κυκλικός κόμβος επάνω από τον κεντρικό άξονα της λεωφόρου και την Αττική Οδό, είναι ένας τέλειος κρίκος με τέσσερις εισόδους και τέσσερις εξόδους. Πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί, ταυτίστηκε γλωσσικά με ένα δαχτυλίδι – ίσως το πιο οικείο στον σημερινό άνθρωπο αντικείμενο με ακριβές σχήμα κύκλου. Η ονομασία αυτή δεν συμπίπτει ασφαλώς με τον προσδιορισμό της κατασκευής σε επίσημα έγγραφα ή στην επιστημονική ορολογία, αλλά έχει επικρατήσει απόλυτα στην καθομιλουμένη.

Το φαινόμενο δεν είναι ασφαλώς νέο· αν προχωρήσει κανείς λίγο παρακάτω στην ίδια λεωφόρο, θα συναντήσει τα Σίδερα του Χαλανδρίου. Με αυτό το ουσιαστικό, σε πληθυντικό αριθμό, αποκλήθηκαν οι γραμμές του σιδηροδρόμου του Λαυρίου, ο οποίος από το 1885 διερχόταν από το Χαλάνδρι για να συνεχίσει προς τα Μεσόγεια και τον τελικό του προορισμό. Η υλικότητα ήταν αυτή που κέντρισε εδώ το γλωσσικό αισθητήριο και γέννησε το νέο τοπωνύμιο. Οι γραμμές ξηλώθηκαν πριν από πολλά χρόνια –το τρένο του Λαυρίου έπαψε να λειτουργεί το 1963– και στη θέση τους μένει μόνο η παράδοξα πλατιά πράσινη νησίδα των οδών Καποδιστρίου και Παπανικολή. Το τοπωνύμιο όμως επιβίωσε της εξαφάνισης της πηγής του. (περισσότερα…)

Ο Τσέχωφ ταξιδεύει στην «Ελβετία του Ντονέτς» και στα μοναστήρια του

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Στις 5 Μαΐου 1887, ο Άντον Τσέχωφ γράφει στον Λέϊκιν (ακολουθώ τη μετάφραση της Μέλπως Αξιώτη):

Τώρα πάω στο Σλαβιάνσκ κι’ από κει στα Άγια Όρη όπου θα περάσω τρεις-τέσσερεις μέρες με νηστεία και προσευχή. Από τα Άγια Όρη, επιστροφή στο Ταϊγάνι.

Φοβερό πράμα: έχω πενήντα τρία ρούμπλια όλα κι’ όλα. Πρέπει να σφιχτώ και να καταπίνω το σάλιο μου αντί να τρώω. Τώρα ταξιδεύω Τρίτη θέση κι’ όταν δε θα μου μένουν παραπάνω από είκοσι ρούμπλια, θα του δίνω για τη Μόσχα, για να μην πέσω στην αλητεία. […]

Τον τελευταίο καιρό ήμουν στην «Ελβετία του Ντονιέτς», στο κέντρο αυτού που λέγεται οροσειρά του Ντονιέτς: βουνά, λίμνες, δασάκια, ποτάμια και η στέπα όπου γυρίσεις να δεις! Έμεινα στο σπίτι ενός απόστρατου κοζάκου υπολοχαγού, που έχει ένα απόμερο κομμάτι γης. Μου μαγειρέψανε χήνα βραστή, με βάλανε να κοιμηθώ σ’ ένα ξύλινο ντιβάνι, τη νύχτα με ξυπνούσαν οι τουφεκιές –εδώ τις κότες και τις χήνες δεν τις σφάζουν, τις σκοτώνουν με το τουφέκι– και τα γαυγίσματα των σκύλων που δέρνουν, ωστόσο η ζωή ήταν πολύ ευχάριστη. Και πλήθος οι εντυπώσεις.

~·~

Έχοντας ήδη πια επιστρέψει στο Ταγκανρόγκ (το Ταϊγάνι των Ελλήνων), στις 11 Μαΐου 1887, περιγράφει στην αδελφή του Μαρία και στην οικογένειά του, αυτή την επίσκεψή του στην Λαύρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην απόκρημνη δεξιά όχθη του ποταμού Σεβέρτσκι Ντονέτς, στα Άγια Όρη της περιφέρειας του Ντονέτσκ. Αντιγράφω: (περισσότερα…)