ΝΠ | Αφηγήματα

Ο ονειροπαγίδας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Έπρεπε να σηκωθεί για να ξεπιαστούν επιτέλους τα πόδια του και η πλάτη του. Μετά από δυο ώρες αράγματος πάνω στο κρύο τσιμέντο, ανάμεσα σε πετραδάκια, σπασμένα γυαλιά και ξεκοιλιασμένους σκελετούς θρανίων, δεν υπήρχε στάση στην οποία να μπορούσε να κάτσει για πάνω από ένα λεπτό χωρίς να αρχίσει να τον πονάει η πλάτη του.

«Έλα, άργησες, πάμε να τους βρούμε. Κοντά είναι.», του είπε ο Νίκος αμέσως μόλις έφτασε στο σπίτι του, κάπου στο Αιγάλεω. Χωρίς να του πει τον προορισμό.

Για τον Νίκο, που είναι ξερακιανός και κυκλοφορεί όλη μέρα με το ποδήλατο, η απόσταση ανάμεσα στο Αιγάλεω και στα ορεινά της Πετρούπολης χρεώνεται ως κοντινή. Αυτός όμως τα χρειάστηκε στην ανηφόρα. Είχε κλειδώσει τα μάτια του στην πίσω ρόδα του Νίκου και σε κάθε καινούρια περιστροφή της περίμενε να ξαναδεί εκείνο το μπλε σκουπιδάκι που είχε κολλήσει στο λάστιχο. Η περιοδικότητα της εμφάνισης και της εξαφάνισης αυτής της μπλε σημαδούρας από το οπτικό του πεδίο τον είχε πείσει ότι μπορούσε να αντέξει. Το μπλε σκουπιδάκι έγινε σιγά-σιγά ένα μπλε σημαδάκι, μετά μια μπλε κουκκίδα και στο τέλος κάθε γαλαζωπή υποψία χάθηκε τελείως μέσα στο ρευστοποιημένο από την ταχύτητα γκρι της ρόδας που όλο και απομακρυνόταν. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου για να πάρει μερικές ανάσες και να ξεκουράσει τους τετρακέφαλούς του που καίγονταν. Όσο βαθιές κι αν ήταν οι ανάσες του, δεν τις χόρταινε. Κατέβαιναν σαν την τελευταία μπουκιά που καταπίνεις στα γρήγορα το πρωί όταν έχεις ήδη αργήσει για τη δουλειά και τη νιώθεις να κολλάει στο βάθος του λαιμού σου. Τα ρεύματα αέρα που έστελναν πάνω του τα αυτοκίνητα καθώς τον προσπερνούσαν με ταχύτητα τον έκαναν να νιώθει σαν Προμηθέας πάνω στον βράχο. Τα μουγκρητά των μηχανών που περιστρέφονταν γύρω του τού έτρωγαν μπουκιά-μπουκιά τον αέρα μέσα από τα διεσταλμένα πνευμόνια του. Ανέβηκε πάλι στο ποδήλατο και άρχισε να κάνει πεταλιές με μανία. Ο Νίκος είχε σταματήσει και τον περίμενε λίγο παραπάνω. Τον προσπέρασε χωρίς να του πει τίποτα. Έριξε μόνο μια ματιά στην πίσω του ρόδα, αναζητώντας φευγαλέα το μπλε σκουπιδάκι. Δεν το είδε πουθενά. (περισσότερα…)

Οι περιπέτειες του Πέτερσεν στη θάλασσα

*

του ΓΚΕΡΡΙΤ ΜΠΕΚΕΡ

Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη

Σαν χρειαστείς τη γνώμη ειδικού στις ξύλινες λέμβους, ο Μπέργκερ είναι ο άνθρωπός σου. Αρκεί ένα τηλεφώνημα, και ο Μπέργκερ –ειδήμων στα των σκαφών, από τη σωστή ίσαλο ώς την ουριοδρομία– σαλτάρει στο κατάστρωμα και, αφού τραβήξει την κέστρα απ’ τη ζώνη και χτυπήσει δοκιμαστικά εδώ κι εκεί στο εσωτρόπιο, είτε νεύει καταφατικά είτε αποφαίνεται ένα «εδώ είμαστε λοιπόν», πράγμα που λίγο ώς πολύ σημαίνει “το μαραφέτι επιπλέει ακόμη, αλλά σκάφος δε λογίζεται﮲ το πολύ-πολύ να το έχεις αντί για καλύβα για να μένεις στη στεριά, αλίμονο όμως και μανίσει η θάλασσα”…

Κοινώς, ό,τι πει ο Μπέργκερ είναι νόμος.

Ο Στρούβε, αντιθέτως, είναι από εκείνους που θα πηδήξουν σε ένα ψωροκάικο, ένα σωρό σαπιόξυλα απ’ τον πάτο ώς την κορφή, και θα χτυπήσουν φιλικά στον ώμο τον ξεδιάντροπο ιδιοκτήτη που επιδιώκει κακήν-κακώς να ξεφορτωθεί το συντρίμμι, ζητώντας ταπεινά συγγνώμη για την καθυστερημένη άφιξη κι ευχαριστώντας θερμά για την αναμονή. Βλέπεις, ασχέτως κατάστασης –βαθμού σήψης– του πλεούμενου, ακόμη και σε μισοβυθισμένο ιστιοφόρο είκοσι εφτά μέτρων με μόνη τη μπούμα να στέκει από τα κατάρτια (μιλάω εκ πείρας), εκείνος ένα μόνο ξέρει να βροντοφωνάζει: «Βίρα και αμόλα!». Και ας τον έκανα εγώ χρυσό να μην ανταλλάξει το εννιάμετρο σκάφος μας με ένα Γκλομάρ, με ξεφτισμένη μπούμα και κατακαμένο από τον ήλιο και την αλμύρα παραπέτο, που κατέληξε στο βυθό. (περισσότερα…)

Samuel Beckett, Γουάτ (Προλεγόμενα-Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς)

*

Μερικά προλεγόμενα στον Γουάτ  του Σάμιουελ Μπέκετ*

Ο Γουάτ, κεντρικός ήρωας του ομώνυμου βιβλίου του Μπέκετ, εμφανίζεται ως συντριβή στα εσωτερικά τοιχώματα ενός κέντρου το οποίο αναπτύσσει βαρύτητα προς το εξωτερικό του, ως απώθηση της πραγματικότητας. Ο Γουάτ, δηλαδή, υπήρξε προσήκων στον πυρήνα μίας έρευνας η οποία όσο διείσδυσε στην πλάνη της λογοτεχνικής ορθότητας τόσο μετήλθε τα μέσα της ασάφειας και της δυνητικότητας ώστε να παραστεί ως Γουάτ: ευαίσθητη αυθαιρεσία, αδιάφορη υπερβολή, χιούμορ, πόνος, θρήνος, αισθαντικότητα, μα ως επί το πλείστον παρωδία, στο διευρυνόμενο μα και διερευνώμενο μεταίχμιο που αποδίπλωσε ο συγγραφέας από το εφικτό προς το απρόσβατο.

Ο Γουάτ είναι ανικανοποίητα ανικανοποίητος και ικανοποιητικά ανίκανος. Τανύζεται από εμπειρικά αινίγματα και βδελύσσεται τους  εφησυχασμούς του αυτονόητου. Η αδυναμία του να κατανοήσει τον κόσμο και τις αναλογίες του, ομόκεντρη με την άρνησή του, τον έχει φέρει στο σημείο μίας αντιληπτικής σύμπηξης με τα απορριμένα και τα αποδεκτά στοιχεία που προσφέρει μία οριακή συνειδητότητα. Ο Γουάτ παράγει και αναπαράγει παραπληροφορίες και σχετικιστικά, λεκτικά κι εκφραστικά, σχήματα, τα οποία συχνά δεν είναι ολοκληρωμένα, ή ορισμένες φορές είναι συσχετισμένα με μία γκάμα μορφωτικών στοιχείων, από την εξελικτική ψυχολογία ως τη μαθηματική Ακολουθία Φιμπονάτσι. Η διάρθρωση και η προοπτική του κειμένου, συνεπώς, είναι πολυεπίπεδες.

(περισσότερα…)

Όχι πια έρωτας, όχι γάμος

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Στο σημερινό έβδομο, συνέχεια του προηγούμενου, απόσπασμα από τη μυθιστορηματική βιογραφία της Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, οι δυο φίλες, Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ και Ελισάβετ, εκμυστηρεύονται προσωπικά βιώματά τους και, αντιμέτωπες με διλήμματα, συζητούν για τον έρωτα, την πολιτική και το ιδανικό της αφοσιωμένης προσφοράς στον άνθρωπο.

~,~

Λίγο μετά το κυριακάτικο γεύμα η Ελισάβετ βρήκε τη Φλωρεντία στη βιβλιοθήκη των Χιλλ σκυμμένη πάνω από ένα  δερματόδετο βιβλίο· μόλις εκείνη την είδε, γύρισε πίσω τις σελίδες και της διάβασε τον τίτλο δυνατά: Life, Letters and literary remains of John Keats, by Richard Monckton Milnes, in two volumes….

— London 1848, συμπλήρωσε χαριτολογώντας η Ελισάβετ, που είχε ήδη βρεθεί δίπλα της κι έβλεπε τη σελίδα του βιβλίου με τον τίτλο.

— Αυτός είναι ο πρώτος τόμος κι εδώ περιλαμβάνονται τα δύο σονέτα για τον Έλγιν και για τα μάρμαρα του Παρθενώνα, που σου έλεγα.

Η Φλωρεντία της έδωσε το βιβλίο να το περιεργαστεί. Το πήρε εκείνη στα χέρια της και το ξεφύλλιζε. Βρήκε γρήγορα τα δυο σονέτα, τα διάβασε και μετά περιηγήθηκε στις υπόλοιπες σελίδες.

— Πολύ καλή δουλειά έχει κάνει ο Μιλνς, μπράβο!

— Ο Ρίτσαρντ είναι κι ο ίδιος ποιητής, νομίζω σου το έχω πει. Πάντα θαύμαζε τον Κητς και ενδιαφερόταν για την ποίησή του. Όταν πήγε στην Ιταλία, βρήκε τον αφοσιωμένο φίλο και προστάτη του Κητς, τον γνωστό ζωγράφο Joseph Severn, και ζήτησε να μάθει περισσότερα για τον ποιητή. Εκείνος, εκτιμώντας το ενδιαφέρον του Ρίτσαρντ, του παρέδωσε όλο το αρχείο του, αφού ο ίδιος δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε να το φέρει στο φως. Από τότε ο Μιλνς ξεκίνησε μια φιλολογική εργασία για τον Κητς που κράτησε σχεδόν οκτώ χρόνια.

— Μιλάς με τόσο θαυμασμό και συγκίνηση για τον Ρίτσαρντ… τι είναι για σένα αγαπητή μου Φλο ο Ρίτσαρντ; τόλμησε να την ρωτήσει η Ελισάβετ. (περισσότερα…)

Κρίκοι γιά κρεμασμένα κοριτσάκια

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

«Τώρα τούς φορᾶνε ὅλοι, ἀνεξαρτήτως φύλου, μικρούς καί μεγάλους. Δέν ἦταν ἔτσι τότε. Μόνον ἀρτίστες, θεατρίνες, γυναῖκες σέ μικρογειτονιές λιμανιῶν, στά νησιά. Ὑπῆρχαν πολλά εἴδη καί σχέδια, ἀπό τίς λεπτεπίλεπτες ἀνελέτες ὥς τούς χοντρούς χρυσούς κρίκους. Οἱ μόνοι προσιτοί σέ μένα», διηγήθηκε κάποτε μιά γυναίκα:

«Ἦσαν προσιτοί ἀπό μακριά ἤ μᾶλλον ἀπό ψηλά. Ἔπρεπε νά περιμένω πότε θά κατέβουν οἱ κουρτίνες γιά νά πλυθοῦν. Τότε τούς ἔβγαζαν ἀπό τό μπρούτζινο κοντάρι τους. Ἄλλοτε κατέβαζαν καί τό κοντάρι, ἄλλοτε μόνο τούς κρίκους, κι ἄν εἶχαν μαυρίσει τούς ἔτριβαν μέ μπράσο γιά νά ξαναβροῦν τή λάμψη τους.

Εἶχαν πολύ κοφτερά, χοντροκαμωμένα δόντια γιά νά γραπώνουν τίς κουρτίνες. Μέ κάθε προφύλαξη διάλεγα μερικούς. Δοκίμαζα στά δάχτυλα τά δόντια τους, καί κράταγα τούς δύο πού μοῦ φαίνονταν λιγότερο ἐπικίνδυνοι. Μετά δίπλωνα κάμποσες φορές κομματάκια ἐφημερίδας καί προσπαθοῦσα νά τά κρατήσω στ’ ἀφτιά μου. Πρῶτα στό ἕνα καί μετά στό ἄλλο. Ἄνοιγα ὅσο περισσότερο μποροῦσα τήν ἁρπάγη τοῦ κρίκου καί δάγκωνα μ’ αὐτήν τά διπλωμένα κομμάτια τῆς ἐφημερίδας πού ἄλλοτε σκίζονταν ἀπό τά δόντια, ἄλλοτε ἡ ἁρπάγη γλιστροῦσε ἀπό τά χέρια μου καί ἔκλεινε πιό γρήγορα ἀπ’ὅσο χρειαζόταν, ὁπότε τά ἀφτιά μου ἔμεναν γυμνά… Μέ χίλιες δυό προσπάθειες ἐπέμενα νά ἐπαναλαμβάνω τήν ἴδια διαδικασία καί, καμιά φορά, κατάφερνα ἐπιτέλους νά στερεώσω τόν ἕνα κρίκο. Ὥσπου νά καταφέρω τό ἴδιο καί μέ τόν δεύτερο γιά τό ἄλλο μου ἀφτί, τό πρῶτο ἄρχιζε ἤδη νά πονάει, γιατί τά δοντάκια δέν χωράτευαν στά παιδικά ἀφτιά. (περισσότερα…)

Ο θρύλος του τρελού

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Με τους ψυχικά απόκληρους τα πράγματα παίρνουν αναπάντεχες τροπές καμιά φορά. Για να νιώσει κανείς έναν τέτοιο, θα πρέπει να έρθει πολύ κοντά του και να αφουγκραστεί εκείνη τη ρωγμή ή μάλλον όχι τόσο τη ρωγμή, όσο τη στιγμή που αυτή η ρωγμή κατάφερε να σπάσει τον φλοιό του εγκεφάλου του και να χύσει τους νευρικούς νευρώνες του έξω.

Σ’ ένα απομονωμένο χωριό της Δυτικής Ελλάδος στα είκοσι μου χρόνια, ένα καλοκαίρι οπωσδήποτε θανατερό για την πρωτεύουσα, βρέθηκα να απολαμβάνω την ησυχία που μου παρείχε τούτο το απόμερο μέρος. Βλέπετε η ζωή, λειτουργώντας με μυστήριους τρόπους καμιά φορά, δημιουργεί μια περίεργη φούσκα, για λίγο μόνο καιρό, όσο να δημιουργήσει συνθήκες κατάλληλες για την μετέπειτα πορεία του καθενός.

Σ’ εκείνο το χωριό λοιπόν, που ουδέποτε είχα ψάξει να το βρω μέσα στα σχολικά βιβλία της Γεωγραφίας έμαθα μια ιστορία που λίγο πολύ θα σας τη διηγηθώ  όπως πάνω κάτω μου την είπε εκείνος. Δεν σκοπεύω να χρησιμοποιήσω λογοτεχνικές πινελιές για να την χρωματίσω ή να την ωραιοποιήσω, διότι φαντάζομαι, χωρίς να το ξέρω με βεβαιότητα, πως ούτε και σ’  εκείνον θα άρεσε να πειράξω το παραμικρό. (περισσότερα…)

1979 – Με ρεντιγκότα στο Publishers Hall

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Τα περιοδικά της Mary Glasgow με είχαν βάλει για τα καλά στο χώρο της ξενόγλωσσης, ιδιωτικής εκπαίδευσης. Οι επαφές μου με τους Εγγλέζους εκδότες και οι επισκέψεις μου στη Μεγάλη Βρετανία ήταν συχνές. Γνώριζα ένα διαφορετικό κόσμο. Στη Μεγάλη Βρετανία μάθαινα τι σημαίνει να υπάρχουν γραπτοί και άγραφτοι κανόνες κοινωνικής συμβίωσης που να είναι γνωστοί στους πολίτες και σεβαστοί από τους περισσότερους, παρά το γεγονός πως η πτώση της άλλοτε κραταιάς, πλην γηραιάς πλέον Αλβιόνος, ήταν εμφανής.

Θυμάμαι την πρόσκληση που έλαβα για να παρευρεθώ στην επέτειο των 50 χρόνων εκδοτικής παρουσίας του οίκου Mary Glasgow Publications. Η εκδήλωση θα γινόταν στο περίφημο Publishers Hall στο City του Λονδίνου. Η πρόσκληση επέβαλε σμόκιν και ρεντιγκότα, μαύρο επανωφόρι με ουρά, τα οποία επιπλέον σήμαιναν λουστρίνι παπούτσι, μεταξωτές κάλτσες, παπιονάκι και ανάλογο πουκάμισο με τα κατάλληλα μανικετόκουμπα! Θεώρησα πως αυτά ήταν βρετανικές υπερβολές και αγόρασα ένα ακριβό για την εποχή μαύρο κοστούμι. (περισσότερα…)

Τάσος Αναστασίου, Η υπομονή και το πείσμα

*

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Η υπομονή και το πείσμα, μυθιστόρημα,
μυθιστόρημα, Αθήνα, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2022

Ένας ανασφαλής νεαρός, προσκολλημένος πεισματικά σε μια ολιγόμηνη ερωτική σχέση των φοιτητικών χρόνων του. Ο ερωτύλος φίλος του, αφοσιωμένος παράλληλα στη φιλολογική επιστήμη, προσπαθώντας ν’ αντιμετωπίζει τα πάντα με την ψυχρή λογική. Ανάμεσά τους η αληθινή πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, με τον ανάλαφρο ευδαιμονισμό της, υπερβολικά αυθόρμητη, υπερβολικά παρορμητική.

Μια αντιπαράθεση διαφορετικών χαρακτήρων στην κυνική και επιπόλαιη δεκαετία του 1990, μέσα σε μια ατμόσφαιρα όπου, μετά τη διάψευση της επαναστατικής επαγγελίας, κυριαρχεί το κυνήγι του εύκολου κέρδους, η υστερική ηδονοθηρία, η έμμονη ενασχόληση με την τρομοκρατία, η ενθουσιώδης προάσπιση πάσης φύσεως δικαιωμάτων.

Κινούμενοι σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ήρωες του μυθιστορήματος θα κατορθώσουν άραγε να ωριμάσουν, να αναγνωρίσουν τα όριά τους, να συναισθανθούν την τραγικότητα της ζωής;

~.~

Ακολουθεί ένα απόσπασμα (κεφάλαια 11 και 12 του τρίτου μέρους), στο οποίο παρουσιάζεται ένα τυπικό βράδυ από τη συναναστροφή του ανασφαλούς και δειλού ήρωα με την τωρινή αγαπημένη του, την οποία θέλει αγωνιωδώς να απομακρύνει από κοντά του, θεωρώντας την εμπόδιο στη μονομανή ενασχόλησή του με την Ειρήνη, την ιδανική ερωτική φίλη του παρελθόντος. (περισσότερα…)

Η μόνη μας πατρίδα

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Μόλις έχει ακουστεί το «Χριστός ανέστη» από τα μεγάφωνα περιμετρικά της εκκλησίας και οι καμπάνες χτυπάνε σαν τρελές με έναν ρυθμό που στα οκτάχρονα αυτιά του μοιάζει χαρούμενος, αλλά με ένα αίσθημα κατεπείγοντος. Σαν να γίνεται γάμος, να είναι η ώρα για αυτή την κακόγουστη συνήθεια της φασαριόζικης αυτοκινητοπομπής μέσα στα στενά της πόλης, αλλά οι νεόνυμφοι να έχουν αποφασίσει να νοικιάσουν ένα στόλο ασθενοφόρων και όλα μαζί να τρέχουν το ένα πίσω από το άλλο με τις σειρήνες τους να αναγγέλλουν το χαρμόσυνο. Δεν τον απασχολούν για πολύ όμως οι καμπάνες. Φευγαλέα μόνο αναρωτιέται ποιος να τις χτυπάει για να του έρθει στο μυαλό ο καμπούρης Κουασιμόδος που διάβασε σε ένα παιδικό του βιβλίο το μεσημέρι και να ικανοποιήσει εν μέρει την περιέργειά του. Ο αέρας δεξιά και αριστερά του δρόμου έχει γεμίσει με κόκκινες και πορτοκαλί πυγολαμπίδες. Πετάνε για δύο, τρία, τέσσερα δευτερόλεπτα για να διαλυθούν μ’ έναν εκκωφαντικό θόρυβο σε δεκάδες, εκατοντάδες ακόμα πιο μικρά και βραχύβια σταγονίδια φωτός. Ο μεγάλος ξάδερφός του δεν τα λέει ποτέ δυναμιτάκια ή πυροτεχνήματα. Για αυτόν είναι μόνο «γουρούνες». Του τις έδειξε το μεσημέρι στο τραπέζι, αλλά δεν τον άφησε να τις αγγίξει. «Είσαι μικρός ακόμα». Τώρα στο σκοτάδι, που βλέπει μόνο τη φωτιά από το φιτίλι, του φαίνονται σαν ζωντανά πλάσματα, σαν τζιτζίκια που περίμεναν για δεκαεπτά χρόνια στο έδαφος για να βγουν και να αναλωθούν σε δύο, τρία, τέσσερα δευτερόλεπτα. Αυτή είναι η ζωή τους. Είναι δυνατό; Κι όμως, έτσι πρέπει να είναι. Στον απογευματινό καφέ, την ώρα που άνοιγε το ντουλάπι για να βρει λίγη ζάχαρη που του ζήτησε ο θείος του, είδε μια νεκρή πεταλούδα λιωμένη από την πόρτα του ντουλαπιού. Βιολόγος ο θείος του, έσπευσε να τον ενημερώσει. (περισσότερα…)

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν ἔσκυψε καί τῆς χτύπησε διακριτικά τό τζάμι, ὅτι ἔπιανε νά σουρουπώνει καί θόλωνε ἔξω ἡ πάροδος…

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν!

Ἔτσι πού καθόταν λίγο παραμέσα ἀπ’ τό παράθυρο, τό κρέμ κουρτινάκι τραβηγμένο καί σμιχτά σμιχτά στή σειρά τά χαλκαδάκια του, πίσω της τό ἄσπρο της κεφάλι ἀντιφέγγιζε στόν μεγάλο καθρέφτη τῆς παλιᾶς ξύλινης ντουλάπας καί δέν καλόβλεπε – ἄλλωστε τί νά καλοδεῖ; Πενήντα χρόνια ριζωμένη ὅλα τά ἀπογεύματα τοῦ Κυρίου στήν ἴδια θέση, ποιός περαστικός ἦταν πού νά μήν τόν ξέρει, ποιά κίνηση στή γειτονιά πού νά μήν τήν περιμένει στήν ὥρα της, ποιοί ὄγκοι, ποιές σκιές πού νά μήν τίς μέτρησε καί τίς ξαναμέτρησε ἄπειρες φορές, ποιός ἦχος πού νά μήν  εἶναι γνώριμος, σφυγμός της πές, ποιά βήματα πού νά μήν ἀναγνωρίζει ὅλα τους τά πατήματα: ἐδῶ λίγο ἀργά, ἐκεῖ θά σκοντάψει, τώρα θ’ ἀποφύγει σάν χορευτά την ἀκακία… Κι ἔπειτα οἱ ἀλλαγές πού ἦρθαν μέσα σέ πενήντα χρόνια, οὔτε μοιάζαν πιά μέ ἀλλαγές. Τά καινούργια σπίτια ἀπέναντι πῆραν γρήγορα τό ρυθμό τους στίς εἰσόδους, στίς ἐξόδους, οἱ γείτονες πού φύγανε ἀντικατασταθήκανε ἀπ’ ἄλλους μέ πολύ λίγο διαφορετικές συνήθειες κι ὡράρια…Πενήντα χρόνια…πέντε ὧρες πές! Πέντε ἀπογευματινές ὧρες. Ἀπό τίς τέσσερις πού τραβοῦσε τό κουρτινάκι τό χειμώνα ὥς τίς ὀκτώ πού ᾿κλεινε τίς γρίλλιες μέ θόρυβο – ἤ λίγο πιό ἀργά τά καλοκαίρια, ὅταν τσιτσίριζε ὁ ἥλιος στά κανάτια της, κι ἔπειτα ὥς ἀργά εἶχε σβηστό τό φῶς γιά τά κουνούπια, ὅπως κι ὅλοι ἄλλωστε στή γειτονιά. Πέντε ὧρες! Πέντε μακριές, χειμωνιάτικες τό πιό πολύ, ὧρες, μ’ἕναν γλυκό ἥλιο κατά τίς τέσσερις, μέ τίς δεητικές ἑσπερινές καμπάνες, μέ τίς φωνές τῶν παιδιῶν στίς ἑξήμισυ πού σχολοῦσαν – κι ὕστερα ἡσυχία… Μόνον ἁρμαθιές φῶτα ἀπ’ τόν κεντρικό νά χτυπᾶνε στό τζάμι της – κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο, καί ξανά κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο!.. «Καί νά, τούς μιλάω!» μοῦ ᾿λεγε κάποτε, «τούς μιλάω… Ὁ ἕνας σκύβει ἀπ’ τό πολύφωτο, ὁ ἄλλος διαλέγει τό μπουφεδάκι καί διπλώνεται ἀνάμεσα στό μεγάλο ρολόι, τή φαρφουρένια φοντανιέρα καί τή φωτογραφία του, τό παιδί μου ἔρχεται πάντα ἀθόρυβα, σά σταγόνα ἀπ’ τά κλαδιά τῆς ἀγριοπιπεριᾶς, καί κρεμιέται ἀπ’ τό μεγάλο κάντρο ἀπέναντί μου, ὠχρό κι ἀνάλαφρο…- μά δε μοῦ ἀπαντᾶνε ποτέ! Τούς χάνω ὅταν πέφτουν οἱ προβολεῖς. Μετά, στό σκοτάδι, τούς ξαναβρίσκω. Ἐκεῖνος ἔχει ὅλες τίς λίρες ἀκόμα πάνω του. Τό βλέπω καλά πού φουσκώνει τό πορτοφόλι του στό στῆθος. «Σοῦ χρησιμέψανε τουλάχιστο;» τόν ρωτάω. «Ἄχ, ἄν δέν τά ’παιρνες ὅλα μαζί σου ἐκεῖνο τό πρωί! Νά, γιά τό παιδί…» Ὁ ἄλλος προτιμάει τίς πιό σκοτεινές γωνιές, πίσω ἀπ’ τό κρεββάτι μου νά ποῦμε, στό παλιό μπαουλάκι ἐπάνω – κι ὅλο λέω ν’ ἀλλάξω τό γκρίζο κουβερτάκι πού γρατζουνάει, κι ὅλο τό ξεχνῶ… «Πολύκαρπε» τοῦ λέω, «Πολύκαρπε, σέ βασανίσανε; Περπάτησες ἔτσι μίλια με τά πόδια, γιά Κάρς, Μπουργκάρ Μήχ, γιά μαντέμι, χαλκό, ἄργυρο… ἄχ, μέ τά πόδια σου, μίλια Πολύκαρπε! Κι ὁ Βύρωνας; Τί ἀπόγινε ὁ Βύρωνας;… Φαντάσου, τό μωρό μου- πού πῶς τό ᾽χα! Τί κολώνιες καί τί παστρικά ὅλα, καί νά τ’ ἀνοίξω τήν κουβέρτα του μόλις πατήσαμε Πειραιᾶ, καί νά! – μιά τέτοια ψείρα στό κεφαλάκι του!  ἔτσι πού μᾶς στοιβιάξανε στό πλοῖο… Κι ὕστερα οἱ σφῆκες, τά κεντριά! Ἄ, δέν ξέρεις ἐσύ, δέν ξέρεις τί φαρμάκι ὥς τό μεδούλι!..» (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Silva

*

Τά Δάση καί οἱ Πήλινοι Ἄνθρωποι

Στήν Μαρία Φιλύρα γιά τήν ἀγάπη της στά δάση                                        
Ποιός λήστεψε τά δάση,
Τά δάση τά ἔμπιστα;
Τ’ ἀνύποπτα δέντρα
Ἔβγαλαν τίς κολλιτσίδες, τά βρύα τους
Τήν φαντασία του νά τέρψουν.
Περιεργάστηκε τά στολίδια τους,
Τά ἅρπαξε, τά πῆρε μακριά.
Τό ἱερόπρεπο κώνειο τί
Τό κωνοφόρο ἔλατο τί θά πεῖ;
EMILY DICKINSON

Ἄκουγα τά δάκρυά τους. Ἄκουγα τήν ἥσυχη ἀναπνοή τους. Μοῦ χάϊδευε τό πρόσωπο ἡ σιωπή τους. Καί κάπου κάπου μιά μικρή ἀνατριχίλα-μυρμηγκάκι περπατοῦσε στά μπράτσα μου.

Κλαδιά ἔγερναν καί φύλλα σέρνονταν στό κεφάλι μου, οἱ σκιές τους εἰσχωροῦσαν καί οἱ φωτισμένες πλευρές τους ἔτρεχαν μέσα στόν χάρτη πίσω ἀπό τό μετωπό μου. Φιδωτά ποτάμια κυλοῦσαν ἐκεῖ κι ἅπλωναν ἕνα ἀλλοῦ ἀραιόπλεχτο κι ἀλλοῦ πυκνό δικτύωμα μοναξιᾶς.

Καθόμουν σ’ αὐτές τίς αἰῶρες σάν μιά θηλειά τῆς πλέξης. Ἡσυχία. Ἀόρατοι φίλοι μέ συντρόφευαν χωρίς νά μέ σφίγγουν καί χωρίς νά μ’ ἐγκαταλείπουν. Κλαίγαμε μετά ἄφωνα καί τό εὐωδιαστό πνεῦμα τοῦ δέντρου ἀνέβαινε ἀπό τίς ρίζες ἤ κατερχόταν ἀπό τίς κορφές τοῦ οὐρανοῦ καί τότε ὅλα συγκεντρώνονταν σέ μιάν ἀνάλαφρη φωλιά.

Πάνω της ἔσκυβε αὐτό πού εἶναι λευκό καί πουπουλένιο φυσώντας ρυθμικές ἀναπνοές.

15 Αὐγούστου

(περισσότερα…)

Νάγια Οικονομοπούλου, Ο μάγος

*

O ΜΑΓΟΣ

Ο μάγος πέρασε κι απ’ την δική μας γειτονιά. Μαζωχτήκαν οι γυναίκες γύρω του σαν το μελίσσι. Μυρμηγκιά μαυροφορούσα, πρόσφυγες από την Μικρασία όλες, απ’ τα χωριά τής Προύσας εμείς.

Στάθηκε κείνος ανάμεσα στις γυναίκες, τις κοίταξε καλά-καλά, αναμετρήθηκε με τις συφορές τους, ζύγισε τα μάτια τους, τα φρύδια τους, που βάραιναν απ’ τις ρυτίδες τους στο μέτωπο.

Οι γριές οι μαντιλοδεμένες σκέπασαν το στόμα τους με την άκρια του τσεμπεριού που πέρσευε από το δέσιμο το χαλαρό κάτ’ από το σαγόνι.

Μια-δυο, πιο νέες, ήρθανε με τα χέρια τους βρεμένα, με τις ποδιές τους μουσκεμένες απ’ τα νερά τής σκάφης.

Η μάνα μου πήγ’ από τις πρώτες, τάχα να κοροϊδέψει, μα ήτανε τα μέσα της σφιγμένα, μπερδεμένα.

Οι γυναίκες άρχισαν σιγά-σιγά να στενεύουν γύρω του τον κύκλο. Τράβηξαν τα παιδιά τους πίσω, τα  ’διωξαν πέρα, να παν να παίξουν, τα ’σπρωχναν άγρια σαν να ‘ταν ξένα. (περισσότερα…)