ΝΠ | Αφηγήματα

Στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Ένα μικρό χωριό ήταν το 1948 η Παλαιοχώρα ή Παλιόχωρα, όπως ήταν γνωστό το όνομα με το οποίο τη γνώριζαν οι περισσότεροι κάτοικοι της Κρήτης. Στις μέρες μας έχει εξελιχτεί σε έναν γοητευτικό και ιδιαίτερα δημοφιλή τουριστικό προορισμό, αλλά και σε ένα δραστήριο κέντρο συναλλαγών και εμπορίου της ευρύτερης περιοχής του νοτιοδυτικού άκρου του νομού Χανίων.

Στο Γυμνάσιο της  Παλιόχωρας υπηρετούσε ως καθηγητής μαθηματικών ο πατέρας μου. Στο σπίτι η μάνα μου παιδευότανε με τα  τέσσερα όχι και τόσο εύκολα αγγελούδια της. Η αφεντιά μου, ως πρωτότοκος, δημιουργούσε τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε ο πατέρας μου, το συζήτησε με τον φίλο του, Διευθυντή του Δημοτικού σχολείου και αποφασίστηκε να με στείλουν στην Α΄ τάξη του σχολείου, ως ακροατή! Επαρχιακή αυθαιρεσία είπατε; Αυτό μπορούσε να γίνεται την εποχή εκείνη. Είσοδος στα Πανεπιστήμια με βαθμούς 2 ή 3 ή 5, πλαστά ή μαϊμού πτυχία και λοιπές επαναστατικές και εναλλακτικές εκπαιδευτικές διαδικασίες δεν υπήρχαν τότε. Από το αυτί λοιπόν –κυριολεκτώ εδώ– και στον δάσκαλο.

Πήγαινα λοιπόν στο σχολείο και μάθαινα την αλφαβήτα και την προπαίδεια και υποσχέθηκα πως έτσι θα έκανα καθημερινά, αφού όμως και ο κύριος Διευθυντής είχε αναλάβει τη δική του ευθύνη να μου προσφέρει ένα μικρό χωνί ζάχαρη κάθε μέρα την ώρα του μεγάλου διαλείμματος. Με αυτά και με τ’ άλλα η εκπαίδευσή μου ξεκίνησε με καλούς οιωνούς. Προς το τέλος της εκπαιδευτικής περιόδου ο Δάσκαλος μας πληροφόρησε πως θα ερχόταν κάποιος άλλος, ένας πιο σοφός Δάσκαλος, να δει αν ο δικός μας Δάσκαλος κάνει καλά τη δουλειά του κι αν εμείς είμαστε μαθητές της προκοπής. Ήρθε λοιπόν ο κύριος Επόπτης Στοιχειώδους Εκπαίδευσης και μας ζήτησε να γράψουμε με λίγα λόγια γιατί αγαπούμε το χωριό μας. Δεν θυμάμαι πώς σκέφτηκα και έγραψα ότι έγραψα. Θυμάμαι όμως πολύ καλά πως αφού δώσαμε όλες και όλοι τα γραπτά στο Δάσκαλό μας βγήκαμε έξω για το μεγάλο διάλειμμα. Πήγα στο γραφείο του κυρίου Διευθυντή, πήρα το χωνάκι μου με τη ζάχαρη και αμολήθηκα στην αυλή. Είχαμε ήδη επιστρέψει στην τάξη μας όταν εισήλθαν ο Δάσκαλός μας και ο κύριος  Επιθεωρητής ο οποίος κρατούσε στο χέρι του τα γραπτά μας. Κάθισαν δίπλα-δίπλα πίσω από την έδρα οι μεγάλοι μας κριτές και άρχισαν κάτι ψου ψου ψου και πάλι ψου ψου ψου και μετά ο κύριος Επιθεωρητής ρωτά:

— Ποιος είναι ο Μπουζάκης; (περισσότερα…)

Λάκης Παπαστάθης (1943-2023), Η Ήσυχη

*

Ο επιλοχίας, ανεβασμένος στα σκαλιά του λόχου, μοίραζε τα γράμματα φωνάζοντας το όνομα. Τα πετούσε με δύναμη στον ουρανό κι αυτά προσγειώνονταν με τσαλίμια μέσα στο τσούρμο των φαντάρων. Ο παραλήπτης σπάνια έπιανε το γράμμα στον αέρα, συνήθως το έψαχνε ανάμεσα στις αρβύλες των άλλων φαντάρων που περίμεναν κι αυτοί το δικό τους. Όταν τα γράμματα τέλειωναν ο λοχίας φώναζε χαιρέκακα «οι υπόλοιποι έχετε χαιρετίσματα από τη Βουγιουκλάκη… και φιλιά!».

«Και σήμερα δεν ήρθε γράμμα της. Ας μου ’γραφε δυο γραμμές που να λένε πως μ’ αγαπάει και πως με σκέπτεται κι εγώ ας καθόμουν τρεις μέρες συνέχεια σκοπιά. Θ’ άντεχα τα πάντα!»

Η έξοδος των φαντάρων στην Κόρινθο κρατούσε από τις τρεις το απόγευμα μέχρι τις εννιά το βράδυ. Όλη η πόλη ντυνόταν στο χακί. Γέμιζαν τα ζαχαροπλαστεία και οι ταβέρνες. Οι πιο τυχεροί, που τους επισκέπτονταν τα κορίτσια ή οι γυναίκες τους, κλείνονταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου κι έβγαιναν στο παρά πέντε τρέχοντας να προλάβουν να χωθούν στο στρατόπεδο πριν από τις 9. Η αγαπημένη του ήρθε μόνο μία φορά. Ήταν βιαστική και αγχωμένη. Σχεδόν δεν πρόλαβε να τη φιλήσει, να την αγκαλιάσει λίγο πριν μπει στο λεωφορείο για την Αθήνα. Όμως το βράδυ στη σκοπιά τη σκεφτόταν με την άνεσή του. Αναπαριστούσε στο μυαλό του τις πιο έντονες ερωτικές σκηνές τους και φανταζόταν πως όταν θα πήγαινε με άδεια στο σπίτι της στην Αθήνα θα πετούσε τα φανταρίστικα από την είσοδο, θα γδυνόταν για να την αγκαλιάσει. Την ποθούσε τόσο πολύ που δεν είχε καθαρό μυαλό να δει πως το κορίτσι τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο απομακρυνόταν απ’ αυτόν. (περισσότερα…)

Η αγγελία

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Κάποτε ήρθε στην εφημερίδα μια αρκετά παράξενη αγγελία, τέσσερις σειρές όλες κι όλες.

«Ζητείται ικανός βιογράφος να γράψει την ζωή μου. Απαραίτητη προϋπόθεση, να διαθέτει φαντασία, χρόνο και έμφυτη ικανότητα στα ψέματα. Πληροφορίες…»

Όταν είδε ο υπάλληλος στα γραφεία της εφημερίδας το παράξενο κείμενο, γέλασε δυνατά και κοίταξε τριγύρω, μη τον έβλεπε κανείς, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό ή κάπως μεθυσμένο ενώ εκείνος είχε κόψει το ποτό εφτά χρόνια πριν∙ κι αυτό γιατί του είχε απαγορεύσει το σεβαστό δικαστήριο να βλέπει, έστω και τα Σαββατοκύριακα, την κόρη του, κι έτσι δεν πρέπει να γνώριζαν, τότε, τι θυσίες είναι ικανός να κάνει ένας πατέρας για το βλαστάρι του και δεν το ξανάβαλε στο στόμα του. Εδώ και δυόμισι χρόνια, ευτυχώς, την έβλεπε πιο συχνά.

Σκούπισε στο πουκάμισο τα γυαλιά του∙ γεμίζανε δαχτυλιές κάθε τόσο κι όλο νόμιζε πως έβλεπε ορθογραφικά λάθη στο χαρτί και διόρθωνε γραπτά που δεν είχαν κανένα λάθος. Έτσι και εκείνη την στιγμή, τα σκούπισε μηχανικά και άρχισε να την ξαναδιαβάζει. Μπα! το ίδιο έλεγε. Ποιος παλαβός, σκέφτηκε, στέλνει κάτι τέτοιο να δημοσιευτεί; Και καλά, συνέχισε, άντε να βρεθεί ένας άλλος παλαβός να του γράψει την ιστορία του, ποιος θα βρεθεί να καταπιεί τόσα ψέματα; Χαμογέλασε, και την άφησε πιο πέρα στο γραφείο, ούτε καν στα υπ’ όψιν, ενώ βάλθηκε να οργανώσει τις άλλες, τις πλέον σοβαρές που είχαν φτάσει στα χέρια του.

Οι ώρες περνούσανε βασανιστικά αργά. Κάποια στιγμή σήκωσε με κούραση το βλέμμα του από τον υπολογιστή. Χρειάστηκε κάμποσα λεπτά ωσότου να ξεδιαλύνει μέσα του πόσο είχε περάσει από την προηγούμενη στιγμή που έκανε το ίδιο. Και η αλήθεια είναι πως μόλις σήκωσε τα μάτια, ψαχούλεψε επάνω στο γραφείο του, για εκείνη την αλλόκοτη αγγελία. Πρέπει να ήταν αυτή που δεν τον άφηνε διόλου να συγκεντρωθεί. (περισσότερα…)

Όταν στέρεψε ο Αχέροντας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Κάτω από το σπίτι μου ζει ένας άστεγος. Βέβαια, δεν είναι ακριβώς άστεγος. Πριν χρόνια, δεν θυμάμαι κι εγώ πόσα, ήρθε με το σαραβαλιασμένο, πράσινο βανάκι του και πάρκαρε δίπλα από την παιδική χαρά. Δοκίμασε μερικές θέσεις. Πήγε το βανάκι λίγο μπροστά, λίγο πίσω, στο τέλος βρήκε ένα καλό σημείο με σκιά, κάτω από μια χαρουπιά. Κι έμεινε εκεί. Περνάω κάθε μέρα δίπλα του. Σχεδόν άδειο το βανάκι στην αρχή, με τους μήνες και τα χρόνια το γέμισε με την προίκα του. Δεν γίνεται να μη ρίξεις μια ματιά όταν περνάς από δίπλα. Μόνο το χειμώνα καλύπτει τα παράθυρα με κάτι σεντόνια. Τον υπόλοιπο χρόνο το αφήνει ακάλυπτο το κελί του, σαν άγιος που δεν έχει τίποτα να κρύψει. Έβαλε ένα ξύλινο ντουλάπι, που μάλλον θα το βρήκε πεταμένο στα σκουπίδια, στη θέση του συνοδηγού. Τον έχω δει να βγάζει από κει μέσα κονσέρβες για το μεσημεριανό του. Μετά έβαλε κι ένα γκαζάκι πάνω στο ντουλάπι. Τα πρωινά του καλοκαιριού, γύρω στις επτά, πριν ο δρόμος πιάσει πολλή κίνηση, το ακουμπάει στο πεζοδρόμιο και ψήνει τον καφέ του. Το ξέρω γιατί τον πετυχαίνω απαρέγκλιτα κάθε φορά, μετά από μια νύχτα αϋπνίας, όταν βγαίνω στο μπαλκόνι να καπνίσω και να μαζέψω κουράγιο για την ανηφόρα της υπόλοιπης μέρας μου. Δεν έπινα καφέ. Τώρα πίνω. Μόνο όμως παρέα του, μόνο σ’ εκείνα τα επίχειρα πρωινά που ακολουθούν μια νύχτα εξάντλησης. Αυτά τα πρωινά γίνονται όλο και πιο συχνά πλέον. Από πού βρίσκει νερό; Δεν είμαι σίγουρος. Έχει κάτι εικοσάλιτρα, άσπρα μπιτόνια που τ’ ακουμπάει στο παρτέρι. Τα βάζει κάτω από τους πλαστικούς σωλήνες του αυτόματου ποτίσματος που έχει περάσει ο δήμος και μαζεύει νερό. Ίσως να τους έχει κάνει και κάποια τρύπα. Το πίνει αυτό το νερό ή το έχει μόνο για πλύσιμο; Στο κουβούκλιο, στο πίσω μέρος του βαν, έχει απλώσει ένα στρώμα με κουβέρτες. Έχει και μια μικρή τηλεόραση. Δεν είναι καν ασπρόμαυρη. Βγάζει ένα φως μπλε που διαφεύγει τα βράδια από τα πίσω παράθυρα σε σπασμούς, λες και το βανάκι μηρυκάζει μέσα στο σκοτάδι το φως του ήλιου που όλη μέρα έπεφτε πάνω στις λαμαρίνες του.

Στην τελευταία απογραφή, πριν πέντε-έξι χρόνια, έπιασα κι εγώ δουλειά ως απογραφέας. Αφού τελείωσα με τα οικοδομικά τετράγωνά που μου αντιστοιχούσαν και παρέδωσα τα χαρτιά μου, με πήρε τηλέφωνο η υπεύθυνη του τομέα μου. Έγινε κάποιο παράπονο στον δήμο. Αμέλησα να πάρω συνέντευξη από τον άστεγο. Πήρα ξανά τις φόρμες μου και κατέβηκα στο βαν. Χτύπησα, ξαναχτύπησα, τίποτα. Κοίταξα από τα πίσω τζάμια, κανείς. Κοίταξα από τα μπροστινά, πάλι κανείς. Πάνω στο ξύλινο ντουλάπι όμως είδα στοιβαγμένα τρία βιβλία. Την προηγούμενη είχα πετάξει στον κάδο μερικές σακούλες με βιβλία. Μέσα στις σακούλες ήταν κι αυτά τα τρία. Ίδιοι τίτλοι, ίδιες εκδόσεις. Δεν γινόταν να είναι απλή σύμπτωση. Ο εκνευρισμός μου για τη γραφειοκρατική τυπολατρία του μετατράπηκε σε μια συγκαταβατική ευθυμία. Μετά από μήνες τον πέτυχα πρωί να σηκώνεται από τον ύπνο, με ανοιχτά τα φύλλα της πίσω πόρτας. Πάνω σε μια κρεμάστρα, στο εσωτερικό του ενός φύλλου, κρεμόταν ένα μπουφάν που είχα πετάξει πριν λίγες μέρες στα σκουπίδια. Ταράχτηκα αυτή τη φορά. Τι άλλο έχει μαζέψει από τα πράγματά μου; Δείχνει μία προτίμηση σε ό,τι πετάω εγώ. Άραγε ψάχνει τα σκουπίδια μου; Αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, αυτό σημαίνει ότι ξέρει τι τρώω, τι πίνω, τι λογαριασμούς πληρώνω, σε ποιους γιατρούς πηγαίνω. Ξέρει ποιες είναι οι ένοχες, μυστικές μου απολαύσεις που κι εγώ ο ίδιος τις διώχνω χωρίς να τις αφήνω για πολύ στο σαλόνι της συνείδησής μου. Αυτός ο άστεγος κρατάει ένα φωτοαντίγραφο του εαυτού μου. (περισσότερα…)

Γιάννης Ρίτσος, Στο μπουζουξίδικο του Θύμιου

*

Προλογικά-Επιμέλεια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ρίτσος εξέδωσε το Ίσως να ’ναι κι έτσι ως το τέταρτο εξομολογητικό πεζογράφημα (από τα συνολικά εννέα που είχε γράψει), προσπαθώντας να ιστορήσει μια ψυχική τοιχογραφία συναπαρτισμένη από παραμελημένες και παραθεωρημένες συλλογικές μα και βαθύτατα προσωπικές στιγμές, με διάσπαρτα στοιχεία και σπαράγματα αυτοβιογραφικής κατάθεσης, την οποία κι ενδεικτικά ονομάτισε «Εικονοστάσιο των ανωνύμων αγίων». Μιλούσε για πράγματα δηλαδή εκεί μέσα που η αριστερή του στράτευση επί χρόνια του επέβαλε να βάζει στην άκρη και να χώνει παράμερα, να αυτολογοκρίνει και να φιμώνει το δημόσιο ξεστόμισμά τους, παρότι είχαν χαραχτεί αξεδιάλυτα στην ψυχή και το σώμα, τόσο το δικό του όσο κι αρκετών της γενιάς του. Είναι ενδιαφέρον πως ο Ρίτσος όλα εκείνα τα γραπτά τα είχε στο συρτάρι του για δεκαετίες, μέχρι τη στιγμή που πήραν την οδό της δημοσίευσης.

Η έκδοση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην αριστερά και η συζήτηση κι η υποδοχή τού κειμένου περιστράφηκε κυρίως –αν όχι αποκλειστικά– γύρω από την εμφανή και διάχυτη παρουσία της σεξουαλικότητας, μα και μιας ομοφυλοφιλικής ερωτικής έκφρασης που ευδιάκριτα στίζει ορισμένα από τα πεζά αφηγήματα στο συγκεκριμένο έργο του ποιητή.

Ο ίδιος, έχοντας ήδη υποψιαστεί τις επερχόμενες αντιδράσεις, έγραφε, οιονεί προ-απολογούμενος, στο τελευταίο διήγημα της συλλογής:

«άστε με το λοιπόν να μιλήσω όπως μου ’ρχεται για πράματα που δεν τα γράφει ποτέ καμιά Ιστορία, πράματα σιωπηλά, βαθιά, αμελημένα, αθώα, περιπαιχτικά, σημαδιακά, ερωτικά, παιδιάστικα, πονηρούτσικα, παμπόνηρα, βουλιαγμένα σαν Ατλαντίδες, τοιχογραφίες της Θήρας, παράξενα “πράματα” που μιλάνε για όλα, για όλους, για πάντα, όπως ένα παπούτσι μονάχο στο ποτάμι, ένα κέρατο βοδιού σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο, ένα πιάτο παντζάρια στο έρημο πανδοχείο, το κέρας του κυνηγού στο φαράγγι, μια άδεια καπότα στο χορτάρι του Δημοτικού Κήπου, ο καθρέφτης του ασανσέρ μ’ ένα τριαντάφυλλο, ο Ορέστης χωρίς τον Πυλάδη μέσα στο μισοφώτιστο ναυτικό μπαρ χτυπώντας τα πλήκτρα του πιάνου με το ’να του δάχτυλο, οι δυο Άγγελοι που μπαίνουν στο μπαρμπέρικο του Μεταξουργείου ναν τους κουρέψουν λίγο τα φτερά τους που παραμεγαλώσανε κι ο μπαρμπέρης τα χάνει και του πέφτει το μεγάλο κύπελλο με τη σαπουνάδα και πιτσιλιέται ο χρυσοβαμμένος μυγοφτυσμένος καθρέφτης κι οι δυο Άγγελοι που κοιτιούνται στον καθρέφτη βλέπουν το πρόσωπό τους διάστικτο με αφρούς σα να χιονίζει, και πράγματι χιονίζει στο Σανατόριο της Πάρνηθος κι απλώνεται παντού μια ευλογημένη ασπράδα, μια ζεστή όμως ασπράδα, ως πέρα πέρα, μια συγγνώμη τόσο διάφανη που βλέπεις απ’ την άλλη της μεριά τα τέσσερα πλοία που φεύγουν και μένει μόνη μια βαλίτσα στην προκυμαία κι ο τελωνοφύλακας κοιτάει τ’ αντικρινό μπαλκόνι – πράγματα ασήμαντα δικά σου, δικά μας, ναι, ασήμαντα που ωστόσο σε βεβαιώνουν τρυφερά πως υπήρχες, υ π ά ρ χ ε ι ς,  θ α  υ π ά ρ χ ε ι ς  κι είσαι όμορφος κι αγαπημένος κι όλα είναι όμορφα κι αγαπημένα κι είναι κατορθωτό το ακατόρθωτο, τόσο που ξύνεις το κεφάλι σου και κλαις σα βλάκας, γιατί είμαι βλάκας βρε Πέτρο και σ’ αγαπάω για όλα»

(«Θύμησες, πράγματα, λόγια»)

Από αυτόν τον τόμο ξεδιάλεξα την παραπάνω αφήγηση που περιστρέφεται γύρω από ένα ζεϊμπέκικο χορό και την τελετουργία του, που σήμερα, μόλις σαράντα χρόνια μετά, μοιάζει τόσο αλλόκοτος και μακρινός, σχεδόν μυθικός, γέννημα της φαντασίας. Στους γύρους του χορευτή σ’ αυτόν τον ζεϊμπέκικο στροβιλίζονται και χορεύουν μνήμες ζωής αλλοτινής, εμπειρίες κοινές, συνυπαρκτικές, κινήσεις και χειρονομίες απλές και μυστικές, τελετουργίες ανέκφραστες, σιωπές εύγλωττες, θραύσματα και θρύψαλα από ένα ενιαίο κάποτε μωσαϊκό ζωής, που έχει πια φθαρεί αμετάκλητα κι έχει παραμεριστεί απολησμονημένο, όταν δεν προβάλλεται πλέον σε διαστροφικά μεταλλαγμένο καταναλωτικό ευδαιμονικό απείκασμά του. Λείψανα μοναχά, σποραδικές επιβιώσεις, σπαράγματα ελάχιστα ανιχνεύονται κι αναδύονται πού και πού, εδώ κι εκεί. Πού εκκλησίασμα πια, πού δισκοπότηρα και που μετάληψη τελετουργιών μυστηριακών, κοινών, συλλογικών και ζωογόνων. Διόλου τυχαία δα δεν κλείνει κι η αφήγηση μνημονεύοντας τον σικελιανικό Διθύραμβο του Ρόδου;

(περισσότερα…)

«Ο όγκος» και άλλες ιστορίες

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΛΤΣΑ

~ . ~

Ο ΟΓΚΟΣ

Χθες έμαθε τα αποτελέσματα. Δεν είναι μόνος. Έμαθε πως μαζί του μένει ένας όγκος. Συγκάτοικος αξεχώριστος. Όπου αυτός μαζί και ο όγκος. Μήτε τον βλέπει μήτε τον ακούει. Όμως, του είπαν ότι είναι εκεί. Ο όγκος πάλι τον ακούει και τον βλέπει. Τι να σκέφτεται άραγε; Και πώς ενώ ζουν μαζί βλέπουν άλλους κόσμους;

Άραγε και ο όγκος ένιωθε τόσο μόνος όσο εκείνος και βγήκε από τα μέσα του, για να του κάνει παρέα; Να είναι εχθρός ή φίλος;

Το πρωί στο μετρό κανείς δεν παρατήρησε τον όγκο. Και στη δουλειά κανένας δεν τον είδε. Κι όμως κάτι θα έπρεπε να είχαν δει. Πάντα μυρίζονται οι άλλοι τον μοναχό άνθρωπο. Θα έπρεπε να έχουν δει ότι δεν είναι πια μόνος.

 

ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΞΗΣ

Στην αρχή, είσαι το αθώο νεογέννητο. Με ενθουσιασμό, με βεβαιότητες αμέριμνες. Θα λειτουργούν όλα, όπως τα λέει το εγχειρίδιο με τις οδηγίες χρήσης. Ύστερα, κάτι ψυχανεμίζεσαι: απρόσμενη δυσλειτουργία. Μα αυτό είναι ο κανόνας. Ο αληθινός τρόπος λειτουργίας είναι ο λαθεμένος.

«Θα κάνω τη διαφορά», μονολογείς με πάθος, με ασύνετη πεποίθηση. «Μπορώ».

Μετά, τα ερείσματα που υπολόγιζες αποδεικνύονται πλάνες· προσωπικές κι άλλων πριν από σένα που κατάλαβαν ότι το εγχειρίδιο των οδηγιών είναι εκούσια και μεθοδικά ακατάλληλο, παραπλανητικό.

Λίγο μετά, η παραίτηση. Το μηχάνημα ούτε αντικαθίσταται ούτε τροποποιείται ούτε καταστρέφεται. «Παρ’ το απόφαση. Αυτή είναι η μόνη ζωή για σένα.»

Στο τέλος, η συνθηκολόγηση. Δεν έχει άλλο εγχειρίδιο. Δεν έχει άλλη ζωή. Κι εγώ με τους άλλους. Το λάθος είναι το σωστό.

Τέλος της ιστορίας.

Στην αρχή, είσαι το αθώο νεογέννητο… (περισσότερα…)

Αργύρης Χιόνης, Οι εμβάδες

*
Στον Κωστή Παπαγιώργη

Οι εμβάδες ουδεμία σχέση έχουν με τις αμοιβάδες. Ζώα είναι κι αυτές, αλλά πολύ πιο εξελιγμένα. Είναι ένα είδος οικόσιτων υποζυγίων και, ως προς αυτό, διαφέρουν επίσης από τα υποδήματα που είναι υποζύγια ανοικτού εδάφους. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι εμβάδες κινούνται στο περιορισμένο εμβαδόν ενός σπιτιού, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι διανύουν μικρότερες αποστάσεις από τα υπο­δήματα, ιδίως όταν πρόκειται για εμβάδες που μεταφέρουν εξαιρετικά δραστήριες οικοκυρές, οπλι­σμένες με σφουγγαρόπανα, σκούπες και ξεσκονίστρες, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από μπάνιο σε κουζίνα κι από κουζίνα σε βεράντα και σε σκάλα και σε πεζοδρόμιο και πάλι πίσω, από δωμάτιο σε δωμάτιο… Χιλιόμετρα ολόκληρα διανύουν, κάθε μέρα, αυτά τα υπομονετικά υποζύγια, περιφε­ρόμενα μέσα στα περιορισμένα τετραγωνικά μιας κατοικίας.

Παρά την καθημερινή, σκληρή ταλαιπωρία τους, αυτά τα αγαθά ζωντανά ουδέποτε διεμαρτυρήθη­σαν ή εξέφρασαν το παραμικρό παράπονο. Αντίθετα, τα υποδήματα, όντα εκδικητικά από τη φύση τους, πρήζουν ή γεμίζουν με φλύκταινες και κάλους τα πόδια των αφεντικών τους.

Ένα άλλο αξιέπαινο χαρακτηριστικό των εμβάδων είναι η ολιγάρκειά τους. Εν αντιθέσει προς τα δήθεν κοινωνικά, αλλά στην ουσία, φαντασμένα υποδήματα, δεν χρειάζονται ούτε ξεσκονίσματα ούτε γυαλίσματα. Το μόνο που ελπίζουν (όχι απαιτούν) είναι τα πόδια που χώνονται μέσα τους να έχουν, προηγουμένως, πλυθεί, να έχουν αποκαθαρθεί από τη χυδαία υποδηματίλα ή ποδαρίλα, όπως συνήθως ονομάζεται.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι εμβάδες έχουν γίνει σύμβολο της τεμπελιάς, της απραξίας, της απόσυρσης από τη δράση. Οι επιβήτορές τους, όταν πρόκειται για άντρες και όχι για δραστήριες οι­κοκυρές, θεωρούνται κάτι σαν παραιτημένοι απ’ τη ζωή ή, απλώς, τεμπέληδες. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ψευδές από αυτό. Ως απόδειξη περί του αντιθέτου, αρκεί να αναφέρω την περίπτωση των κυρίων Μπαλζάκ και Προυστ που, επιβαίνοντες των παντουφλών τους, διήνυσαν τεράστιες αποστάσεις μέσα στην αχανή στέπα της ανθρώπινης ψυχής. Χωρίς να έχω δει τις σχετικές πληροφορίες, φαντάζομαι ότι το ίδιο έπραξε και ο κύριος Ντοστογιέβσκη.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Όντα και μη όντα, 2006

*

*

William Gaddis, Οι Αναγνωρίσεις

*

Προλεγόμενα-Mετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

♦♦♦

Λίγες σελίδες από τις Αναγνωρίσεις  (The Recognitions, 1955), οι οποίες σκοπίμως δεν περιέχουν κάποια από τα εξαιρετικότερα σημεία του έργου, μα είναι απλώς οι πρώτες του βιβλίου. Πρόκειται για ανεπιμέλητο δείγμα από το πρώτο χέρι της μετάφρασης που ξεκίνησε πριν από πάρα πολλά χρόνια, το 1998, η οποία δεν ολοκληρώθηκε είτε επειδή οι εκδότες δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν περί τίνος πρόκειται είτε επειδή δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν την έκδοσή του.

Ένας ελάχιστος δειγματισμός, για το πώς κρίνεται ο λογοτεχνικός μεταμοντερνισμός, για το γεγονός πως οι θεωρούμενοι σύγχρονοι κορυφαίοι αγγλόφωνοι πεζογράφοι δεν επιδίδονται παρά σε επαναπροσεγγίσεις της τέχνης του Ουίλλιαμ Γκάντις (ΗΠΑ, 1922-1998), για το πως αποδίδουν την αισθητική του δίχως να την εξελίσσουν. Για το πως ο Γκάντις ήταν όλα όσα συνέβησαν και λειτούργησαν μετά απ’ αυτόν στις κορυφές της μεταμοντέρνας αγγλόφωνης πεζογραφίας –με βάση τα όσα εκδόθηκαν μέχρι χθες το πρωί– και για το πώς η σύγχρονη αγγλόφωνη, και όχι μόνο, πεζογραφία στις καλύτερες στιγμές και επιδόσεις της αποτελεί πιστοποίηση μοναδικότητας των Αναγνωρίσεων.

♦♦♦

Ακόμη και η Καμίλλα είχε απολαύσει τα μασκαρέματα, εκείνα εκ του ασφαλούς όπου η μάσκα μπορούσε να πέσει την κρίσιμη στιγμή που εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα.

Όμως η πομπή ψηλά στον άγνωστο λόφο, που ήταν οριοθετημένος από κυπαρίσσια, παρωθημένη από τους μονότονους ψαλμούς του ιερέα και αργοπορημένη από τις παύσεις κατά τις δεκατέσσερις στάσεις της Οδού του Μαρτυρίου (για να μην αναφέρω τη νεκροφόρα άμαξα μέσα στην οποία βρισκόταν, ένα όχημα που έμοιαζε με πάγκο ενός μπαρόκ ζαχαροπλαστείου που το τραβούσε ένα λευκό άλογο), θα μπορούσε να διαταράξει τη συνεσταλμένη της όψη, εάν ήταν σε θέση να την βλέπει.

Ισπανική μάζωξη την αποκάλεσε ο αιδεσιμότατος Γκουίον – κατόπιν: όχι από αδιαφορία, μα μ’ έναν τόνο συγκρατημένης ανησυχίας. Ανέκαθεν του άρεσαν τα ταξίδια, όταν ήταν νεότερος, κι αυτή του η παρόρμηση να διευρύνει τον ορίζοντά του ήταν τελικά εκείνη που του είχε δώσει την απαιτούμενη ευκαιρία να την υλοποιήσει (στην εν λόγω περίπτωση, ένα καράβι με προορισμό την Ισπανία), και κόστισε τη ζωή της γυναίκας με την οποία υπήρξε παντρεμένος πριν από έξι χρόνια.

– Θαμμένη εκεί παρέα με κάμποσους νεκρούς καθολικούς, βρισκόταν η κατάρα της θείας Μέυ. Η θεία Μέυ ήταν η αδελφή του πατέρα του, μια στείρα ακλόνητη γυναίκα, κατά το καλβινιστικό ιδεώδες πιστή στον άντρα που υπήρξε αιδεσιμότατος Γκουίον πριν απ’ αυτόν. Επιτελούσε το καθήκον της με κάθε ευκαιρία που προσέφεραν οι αυθεντικές χριστιανικές προσβολές.

Διότι οι δύο οικογένειες είχαν κι άλλον λόγο να νιώθουν αποστροφή πέρα από τη φαινομενικά ιδιότροπη αποδοχή που έδειχνε ο χήρος για τον θάνατο της γυναίκας του. Αρνούνταν να του συγχωρέσουν πως δεν επέστρεψε το άψυχο κορμί της Καμίλλα στην πατρίδα της, για να το εναποθέσουν στο άσπιλο προτεσταντικό χώμα της Νέας Αγγλίας. Αυτό ήταν το δικό τους Μαρτύριο, το κουβαλούσαν πέρα σ’ εκείνον τον ζοφερό πολυτελή Γολγοθά με μια αξιοθαύμαστη έκφραση πουριτανικής αγανάκτησης.

Ιδού τι είχε συμβεί. Νωρίς το φθινόπωρο, το ζευγάρι είχε σαλπάρει για την Ισπανία. – Ένας θεός ξέρει τι πάνε να κάνουν εκεί πέρα, ανάμεσα σε όλους εκείνους τους… εκείνους τους ξένους, ειπώθηκε μεταξύ άλλων. – Μια ολόκληρη χώρα γεμάτη με δαύτους, επίσης.

– Και η Καθολική, γκρινιάρα θεία Μέυ, αρνιόταν ακόμη και να επαναλάβει το όνομα του πλοίου με το οποίο ταξίδευαν, λες και μπορούσε να διαισθανθεί την άμεση καταστροφή που προμήνυε και τον αλληλοσπαραγμό που θα κατάκλυζε ολούθε τη θάλασσα με νίκες ανώφελες, ο οποίος για είκοσι χρόνια αναμενόταν. Παρ’ όλα αυτά, επιβιβάστηκαν στο Purdue Victory και αναχώρησαν από το λιμάνι της Βοστώνης, όντας προετοιμασμένοι για όλων των ειδών τις αντιξοότητες εκτός από εκείνες που άφηναν πίσω τους κι εκείνες τις καταστροφές με την εμβέλεια και τη συγκυριακή τους αυθεντικότητα τις οποίες τα χριστιανικά δικαστήρια και οι ασφαλιστικές εταιρίες, με ταπεινότητα υποστήριζαν ad hominem, πως ήταν ενέργειες του Κυρίου. Την Ημέρα των Αγίων Πάντων, την έβδομη μέρα εν πλω και στο μέσον του ταξιδιού, ο Κύριος επιβιβάστηκε στο Purdue Victory και έδρασε: Η Καμίλλα αρρώστησε από οξεία σκωληκοειδίτιδα.

Ο χειρουργός του πλοίου ήταν ένας φακιδιάρης αξύριστος μικροκαμωμένος άντρας του οποίου τα ρούχα, γεμάτα μουτζούρες, λεκέδες και καψίματα από τσιγάρα, αγκάλιαζαν το κορμί του πιασμένα μ’ έναν μπερδεμένο σπάγκο. Τα κουμπιά του παντελονιού του που ήταν από καραβόπανο ήταν εξ αρχής φτιαγμένα, κατά τον τρόπο μιας δαιμόνιας εξαπάτησης για λόγους οικονομίας, από επενδυμένο χαρτόνι. Μετά από αμέτρητα πλυσίματα έμοιαζαν πλέον σαν μια σειρά από γκρίζα απομεινάρια κατά μήκος του ανοίγματος που έχασκε ανάμεσα στα πόδια του.

Μολονότι μια μπουτονιέρα διακρινόταν καμιά φορά μέσα από κάποιο άνοιγμα στο πανωφόρι του, το άνθος, επίσης, αποδείχθηκε πως ήταν από χαρτόνι, κι ο ίδιος έμοιαζε πως ήταν από εκείνους που διώχνουν τον αφρό από το ποτήρι της μπύρας με τη ράχη μιας βρομερής χτένας που βαστούν στην κωλότσεπη, και καθαρίζουν τα νύχια τους πάνω στο τραπέζι με τις άκρες του πιρουνιού για τη σαλάτα, πράγματα τα οποία, όντως έκανε. (περισσότερα…)

Πότζιο Μπρατσιολίνι, Ανέκδοτα

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά και επί σειρά ετών παπικός γραμματέας, ο Πότζιο Μπρατσιολίνι (1380-1459) ήταν ένας συνειδητοποιημένος, πρωτοπόρος και, φυσικά, επιφανέστατος ανθρωπιστής. Πλάι στο φιλολογικό του έργο, ο Πότζιο συνέταξε από το 1438 έως το 1452 το πρώτο (και για αιώνες διασημότερο) βιβλίο ανεκδότων που τυπώθηκε ποτέ. Το Liber Facetiarum, γραμμένο στα λατινικά, συγκεντρώνει 273 «facetiae»: σύντομες σκωπτικές ιστορίες. Αγαπημένα θέματα του Πότζιο είναι η υποκρισία του κλήρου, η μοιχεία και οι ταξικές διαφορές, διανθίζοντας συχνά τις διηγήσεις με άσεμνη γλώσσα και σκατολογική διάθεση. Έχουν καταμετρηθεί τουλάχιστον 34 εκδόσεις μόνον για το διάστημα από το 1470 έως το 1500. Το έργο ήταν εξαιρετικά επιδραστικό, βρίσκοντας μιμητές σε όλες τις χώρες και όλες τις γλώσσες της Αναγέννησης.

~.~

153.

Πώς αστειεύτηκε ένας φτωχός εις βάρος ενός πλούσιου που κρύωνε

Ένας πλούσιος άνδρας, ντυμένος ζεστά, ταξίδευε μες στο καταχείμωνο με προορισμό τη Μπολόνια. Καθώς διέσχιζε τα βουνά, έπεσε πάνω σ’ έναν χωρικό που φορούσε μόνον ένα κουρελιασμένο πανωφόρι. Θαυμάζοντας την αντοχή του χωρικού σε τέτοιες συνθήκες (το χιόνι ήταν πολύ κι ο αέρας δυνατός) τον ρώτησε αν έχει ξεπαγιάσει. — «Καθόλου», είπε χαμογελαστά ο χωρικός. — «Μα πώς γίνεται», αντέτεινε έκπληκτος ο πλούσιος, «εγώ να παγώνω μέσα απ’ τα γουναρικά μου, κι εσύ που είσαι μισόγυμνος να μην νιώθεις το κρύο;» — «Αν κι εσύ, όπως εγώ», είπε ο χωρικός, «φορούσες όλη σου τη γκαρνταρόμπα, καθόλου δεν θα κρύωνες».

184.

Για τον έμπορο που επαινούσε τη γυναίκα του λέγοντας ότι δεν είχε αφήσει ποτέ της πορδή

Ένας έμπορος, μιλώντας μ’ έναν ευγενή στον οποίο ήταν υποτελής, επαινούσε τη γυναίκα του -μεταξύ άλλων- για το γεγονός ότι δεν είχε αφήσει ποτέ της πορδή. Ο ευγενής παρατήρησε ότι αυτό είναι αδύνατον ν’ αληθεύει και στοιχημάτισε μαζί του ένα πλούσιο δείπνο πως πριν τρεις μήνες παρέλθουν, κάμποσες κλανιές θε ν’ αμολήσει η γυναίκα του. Την επόμενη μέρα ζήτησε να δανειστεί απ’ τον έμπορο πεντακόσια χρυσά, τα οποία υποσχέθηκε να επιστρέψει εντός οκτώ ημερών. Ο έμπορος ζοριζόταν πολύ να δανείσει τέτοιο ποσό: συναίνεσε πάντως, απρόθυμα βέβαια, κι έδωσε τα χρήματα. Περίμενε με αγωνία ώσπου νά ’ρθει η μέρα που είχε συμφωνηθεί και τότε γύρεψε τον ευγενή να του ζητήσει τα χρήματα. Η αρχοντιά του, όμως, λέγοντας πως δεν είχε στη διάθεσή του τα χρήματα εξαιτίας μιας έκτακτης ανάγκης, παρακάλεσε κιόλας τον έμπορο να του δανείσει πεντακόσια ακόμα, με την υπόσχεση να εξοφλήσει και τα δυο δάνεια πριν απ’ το τέλος του μήνα. Ο έντιμος έμπορος πρόβαλλε για πολλή ώρα αντίσταση, εκθέτοντας παραστατικά την ένδειά του. Ωστόσο, από φόβο μήπως χάσει και τα πρώτα, διέθεσε στενάζοντας και τ’ άλλα πεντακόσια. Γύρισε σπίτι του αποκαρδιωμένος και γεμάτος ανησυχία. Η σκέψη του έτρεχε ασταμάτητα, τον έζωναν οι αμφιβολίες και τις νύχτες δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Όσο ξαγρυπνούσε, όμως, άκουγε συχνά τη γυναίκα του να κλάνει στον ύπνο της. Στα τέλη του μήνα, ο ευγενής έστειλε να καλέσουν τον έμπορο και τον ρώτησε αν είχε ακούσει έκτοτε τη γυναίκα του να τις αμολάει. Ο φτωχός ομολόγησε το σφάλμα του: «Την άκουσα τόσο συχνά», είπε, «που το στοίχημα μπορεί να μου κόστιζε όχι ένα δείπνο, αλλά ολόκληρη την περιουσία μου». Τότε πήρε τα χρήματά του πίσω και πλήρωσε για το δείπνο. Πολλά πράγματα διαφεύγουν απ’ όσους κοιμούνται. (περισσότερα…)

Έρινα Χαραλάμπους, Μικρά πεζά

*

ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

τοιχογραφία

Απέναντί μου ένας πελώριος τοίχος γεμάτος πράματα —πίσσες, κουφέττες, γλειφιτζούρια, αφρόζες, σ̆οκολάτες, τσ̆ίπιτος—, από το μαρμάρινο δάπεδο μέχρι το ταβάνι, μια μαγική τοιχογραφία, μία επίγεια υποψία Παραδείσου. Με κατακλύζει η έξαψη της πρώτης παιδικότητας και δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω. «Τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον», αντιλαλώ – κάθε φορά. Δεν τα αφηγούμαι εγώ αυτά· ο παππούς λαξεύει τη μνήμη, και τα μουστάκια του γελούν από το ολόφωτο καθιστικό μέχρι την Αντζ̆ελού: το μικρομάγαζο στην πλατεία του χωριού, όπου στα δυο μου μόλις χρόνια κατεργαζόμασταν τις Κυριακές μαζί την τέχνη της απληστίας των αισθήσεων· την τέχνη του πρώτου πρώτου έρωτα.

~.~

γρανίτα πορτοκάλι

Τα πόδια μου αιωρούνται ένα κεφάλι πάνω από τη γη, και τα χέρια μου σκαλίζουν τον πάγο. Η κοιλιά μου ισορροπεί το κέντρο βάρους στο αριστερό τοίχωμα του καταψύκτη. Το κεφάλι βρίσκεται κυριολεκτικά εντός. Η αποστολή δεν είναι δύσκολη: αναζητώ στο βάθος βάθος —μόλις που φτάνουν τα δάχτυλα— παγωτό γρανίτα, γεύση πορτοκάλι. Οι οδηγίες της μάμμας ξεκάθαρες: «Από εδώ και στο εξής, μόνο γρανίτα». Ήταν Απρίλης —μπορεί και Μάης—, ήτανε σίγουρα άνοιξη. Θυμάμαι το σκοτάδι στο πρόσωπό της τη στιγμή που αναιρούσε όλες τις αδιαμφισβήτητες απαγορεύσεις, τον εαυτό της και τον κόσμο: «Από εδώ και στο εξής, μόνο γρανίτα». Τέρμα η επιβεβλημένη κατανάλωση θρεπτικών, υγιεινών, χωρίς βλαβερά συστατικά και χρώματα παγωτών γάλακτος! Ήτανε άνοιξη —μπορεί και καλοκαίρι—, ελάχιστο διάστημα μετά από εκείνο το φοβερό ατύχημα στη μαυρόασπρη οθόνη: θυμάμαι τις μάσκες να διανύουν με αμίλητη σκοτεινιά την απόσταση ανάμεσα στην ερημιά κι όλο το χάος που κάλυπτε το εργοστάσιο, τους ψεκαστήρες να εξαγνίζουν φρούτα, λαχανικά στις λαϊκές, και τη φωνή του εκφωνητή να διερωτάται πόσο και αν μολύνει η ραδιενέργεια το φρέσκο γάλα. Ο κόσμος καιγόταν, μπορεί και να ερχόταν το τέλος του, η μάμμα φοβόταν, μπορεί και να είχε αλλάξει, όμως εγώ είχα μόλις κλείσει τα έξι, και η γρανίτα πορτοκάλι ήταν ο απόλυτος παιδικός μου Παράδεισος. Μόλις έξι, λοιπόν, κι είχα ήδη ανακαλύψει τα συστατικά της τέχνης του να ισορροπείς πόδια, χέρια, κοιλιά, κεφάλι απέναντι στην καταστροφή. (περισσότερα…)

Χρήστος Βακαλόπουλος, Παραμύθι

*

Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Kυψέλη, η Eλλάδα και ο πλανήτης Γη. Tώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Aυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη όπως συνέβαινε με την Έρση. Aν ήσουνα η ωραιότερη στην Eλλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Yφήλιο και να σε παντρέψουν μ’ ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ήταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη γιατί υπήρχε μια μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Aνάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, κάτι πάθαινε η επιτροπή και ενθουσιαζόταν με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. Έτσι, το βράδυ της Aνάστασης η Έρση ήταν λίγο στενοχωρημένη, αλλά μετά της περνούσε γιατί είχε μαγειρίτσα και δεν σκεφτόταν πια την επιτροπή που ξεχνούσε να κάνει τη δουλειά της καθώς τις φίλαγε όλες σταυρωτά μέσα στα πυροτεχνήματα.

Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Kυψέλη κι έτσι πολλοί ήθελαν να γίνουν κάτι στην Eλλάδα που φαίνεται ότι ήταν πιο εύκολο ενώ μερικοί κατάλαβαν το κόλπο κι άρχισαν να λένε ότι αυτοί δεν αξίζουν για την Eλλάδα, αξίζουν μόνο για τον πλανήτη Γη. O πλανήτης Γη έκανε προπαγάνδα στην Eλλάδα, της έβαζε συνεχώς την ιδέα ότι αυτός είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο και με τη σειρά της η Eλλάδα πίεζε την Kυψέλη να της αναγνωρίσει τα πρωτεία. Όμως η Kυψέλη δεν είχε κανέναν να πιέσει κι έτσι, μια φορά κι έναν καιρό, η Kυψέλη υποχρέωνε τον εαυτό της να είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο και η Έρση ήταν υποχρεωμένη να είναι η ωραιότερη χωρίς να χρησιμοποιεί τη φωτογένεια. Aργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Kυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Έρση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν. (περισσότερα…)

Με ένα βιολί και ένα ακκορντεόν

*

Ξαφνικά ακούω μουσική απ’ έξω, μια παράξενη μουσική λυπητερή. Ανοίγω το τζάμι. Βλέπω έναν ακκορντεονίστα καθισμένο σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα του μια κυρία όρθια παίζει βιολί. Μια παράξενη μουσική λυπητερή που γίνεται ακόμα πιο λυπητερή μόλις συνειδητοποιείς το γιατί.

—Είναι κηδεία; ρωτάει ο άντρας μου απορημένος.

—Κατά κάποιο τρόπο, απαντάω.

—Μα κηδεία εδώ στη μέση του δρόμου, έξω απ’ το εμπορικό κέντρο;

Μερικοί φοράνε μαύρα και κρατάνε άσπρα τριαντάφυλλα. Είναι η οικογένεια του εκλιπόντος.

Ο άνθρωπος που σκύβει στο πεζοδρόμιο και κάτι κάνει προσηλωμένος, μου έχει δώσει την εξήγηση του τι συμβαίνει. Φοράει ένα πλατύγυρο καπέλο, έχει μακριά γενειάδα, προφανώς είναι ο ραββίνος της περιοχής. Εναποθέτει ένα ακόμα πλακάκι για κάποιον που έμενε κάποτε εδώ, πριν γίνει το εμπορικό κέντρο. Για κάποιον ή κάποια που πάρθηκε μετά βίας απ’ το σπίτι όπου ζούσε για να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και να πεθάνει εκεί μέσα στον τρόμο και την αθλιότητα. Οι απόγονοι αγκαλιάζονται, φιλιούνται και κλαίνε. Στη συνέχεια αφήνουν τα τριαντάφυλλα στο μικρό μεταλλικό πλακάκι που γράφει το όνομα του συγγενούς τους, την χρονολογία γεννήσεως και θανάτου, τον τόπο του θανάτου. Τα περισσότερα πλακάκια που έχω δει γράφουν Άουσβιτς ή Τρεμπλίνκα. Πολύ σπάνια, κοιτάζοντας κάτω στα πεζοδρόμια, ανακουφίζομαι διαβάζοντας πως κάποιος δραπέτευσε ή κατάφερε με κάποιο τρόπο να επιβιώσει.

Έχω μόλις παρευρεθεί σε μια παράξενη τελετή έξω απ’ το παράθυρό μου και είμαι πολύ συγκινημένη. Αργότερα, όταν θα βγω για να πάω στο εμπορικό κέντρο να ψωνίσω, θα δω από κοντά και θα διαβάσω τα στοιχεία του ανθρώπου που αξιώθηκε επιτέλους μετά από τόσα χρόνια μια κανονική κηδεία μετά μουσικής.

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Το πλακάκι της φωτογραφίας δεν αντιστοιχεί στην οικογένεια της πιο πάνω ιστορίας, αλλά βρίσκεται τοποθετημένο σε άλλο σημείο της πόλης.

*