Νατάσα Κεσμέτη, Silva

*

Τά Δάση καί οἱ Πήλινοι Ἄνθρωποι

Στήν Μαρία Φιλύρα γιά τήν ἀγάπη της στά δάση                                        
Ποιός λήστεψε τά δάση,
Τά δάση τά ἔμπιστα;
Τ’ ἀνύποπτα δέντρα
Ἔβγαλαν τίς κολλιτσίδες, τά βρύα τους
Τήν φαντασία του νά τέρψουν.
Περιεργάστηκε τά στολίδια τους,
Τά ἅρπαξε, τά πῆρε μακριά.
Τό ἱερόπρεπο κώνειο τί
Τό κωνοφόρο ἔλατο τί θά πεῖ;
EMILY DICKINSON

Ἄκουγα τά δάκρυά τους. Ἄκουγα τήν ἥσυχη ἀναπνοή τους. Μοῦ χάϊδευε τό πρόσωπο ἡ σιωπή τους. Καί κάπου κάπου μιά μικρή ἀνατριχίλα-μυρμηγκάκι περπατοῦσε στά μπράτσα μου.

Κλαδιά ἔγερναν καί φύλλα σέρνονταν στό κεφάλι μου, οἱ σκιές τους εἰσχωροῦσαν καί οἱ φωτισμένες πλευρές τους ἔτρεχαν μέσα στόν χάρτη πίσω ἀπό τό μετωπό μου. Φιδωτά ποτάμια κυλοῦσαν ἐκεῖ κι ἅπλωναν ἕνα ἀλλοῦ ἀραιόπλεχτο κι ἀλλοῦ πυκνό δικτύωμα μοναξιᾶς.

Καθόμουν σ’ αὐτές τίς αἰῶρες σάν μιά θηλειά τῆς πλέξης. Ἡσυχία. Ἀόρατοι φίλοι μέ συντρόφευαν χωρίς νά μέ σφίγγουν καί χωρίς νά μ’ ἐγκαταλείπουν. Κλαίγαμε μετά ἄφωνα καί τό εὐωδιαστό πνεῦμα τοῦ δέντρου ἀνέβαινε ἀπό τίς ρίζες ἤ κατερχόταν ἀπό τίς κορφές τοῦ οὐρανοῦ καί τότε ὅλα συγκεντρώνονταν σέ μιάν ἀνάλαφρη φωλιά.

Πάνω της ἔσκυβε αὐτό πού εἶναι λευκό καί πουπουλένιο φυσώντας ρυθμικές ἀναπνοές.

15 Αὐγούστου

~.~

Δεν μέ ἐγκατέλειψαν οὔτε ὅταν τά ἔκοψαν πιό παλιά ἀκόμα, οὔτε ὅταν τά ξεχάσαμε και τότε ἦταν πού ξεράθηκαν, οὔτε ὅταν τά κάψανε, γιατί ἔσβησε ὁ πολιτισμός πού τά σεβόταν. Πρῶτα τόν κατάπιαν οἱ πόλεις, μετά πέφτανε κεραυνοί, μετά γίνανε, ὅπως ὅλα, εἰκόνες. Συνηθίσαμε νά τίς παρακολουθοῦμε νά λαμπαδιάζουν, γιατί κι ἐμεῖς εἰκόνες γίναμε.

Ἡ γῆ εἶναι δική τους ὅμως. Κι ἐμεῖς οἱ εἰκόνες πήλινων ἀνθρώπων, δικοί τους εἴμαστε. Σκάβουν ὅλο καί πιό βαθιά στό μυαλό μας, ἁπλώνονται, οἱ ρίζες τους γιγαντώνουν.

Ὅταν θά ἐπικρατοῦν τά σβηστά ἡφαίστεια, θά τιναχτοῦν ὁρμητικά ἀπό τά βάθη τους καί θά κατακυριεύσουν τήν Γῆ ξανά.

Δέν μ’ ἄφησαν ποτέ. Πιστεύω κι ὅλους ἐκείνους πού τά ἀγκάλιαζαν ὡς τόν πιό ἀγαπημένο φίλο, τό πιό ἀσφαλές καταφύγιο, καί αὐξάνονταν στόν ἥλιο τους, τήν δρόσο τους, τήν σιωπή τους.

Γλυκειά, Δυνατή, Πολύφωνη Σιωπή.

Ψωμί ἀπό Σιωπή καί γάλα ἀπό Σιωπή καί οἶνο ἀπό Σιωπή καί Εύφροσύνη ἀπό ἀντίλαλους Σιγηλότητας.

Κύματα – κύματα ἡ Σιγαλιά. Ἡ Σιγηλότητα ὥς τήν Σιωπή…

16 Αὐγούστου

 ~.~

Οἱ εἰκόνες πού ἦσαν κρεμασμένες στά κλαδιά, χιλιάδες εἰκόνες σέ χιλιάδες δάση. Οἱ Ἅγιες Μορφές ψηλά στήν κορφή ἤ μέσα στίς κουφάλες τῶν κορμῶν. Οἱ κρυμμένες ἀνάμεσα στίς φυλλωσσιές τοῦ καλοκαιριοῦ ἤ στά στρώματα τοῦ χιονιοῦ τό καταχείμωνο. Οἱ ποικιλμένες μέ ἄστρα καί φροῦτα τοῦ νότιου ἡμισφαιρίου. Οἱ αὐστηρές εἰκόνες πού φυλᾶνε σκοπιά ἐνάντια στούς δαίμονες. Αὐτές πού ἔρχονται κολυμπώντας κι αὐτές πού φθάνουν παντοῦ πετώντας γιά νά φανερωθοῦν.

Ὅλες χάθηκαν. Ὅλες τρίφτηκαν σάν ξεραμένα σώματα τζιτζικιῶν καί ψυχῶν. Οἱ  ἱστορημένες τους Μορφές βγῆκαν ἀπό τίς πυρές Πύλες τῶν Φλογῶν, ἄπειροι μικροί σπόροι καί ἀναλήφθηκαν.

Ὑπῆρχαν καί στά δικά μου παλιά δέντρα. Μοῦ μιλοῦσαν, μοῦ μετάγγιζαν δύναμη, μοῦ ἔσταζαν δροσερή χαρά.

Ἦσαν οἱ Πηγές τῶν Δέντρων πού μέ πότιζαν.

Κάθε Δέντρο πήγαζε ἀπό μια ἤ περισσότερες δικές του Πηγές κι ὅλες μαζί κρουνέλιζαν ζωή καί ἀγαλλίαση.

Τά δέντρα κάηκαν, οἱ εἰκόνες στράγγιξαν, οἱ πηγές κρύφτηκαν.

Πέρα ἀπό τήν ὅραση, πέρα ἀπό τήν ἀκοή, πέρα ἀπό τήν ἁφή. Μπορεῖ νά ξαναγύρισαν στά Σπήλαια καί στά Δέντρα τῶν Σταλαγμιτῶν.

Μπορεῖ νά ἔγιναν Δάση ἀπό Σταλακτίτες. Μπορεῖ νά κλείστηκαν στά πετρώματα, νά σφραγίστηκαν στά ὀρυκτά. Μπορεῖ στά μεταλλεύματα.

17 Αὐγούστου

~.~

Ἄκουγα τά δάκρυά τους μέ τό πρόσωπο κολλημένο στόν ἄλλοτε λεῖο καί ἄλλοτε τραχύ κορμό τους σφιχταγκαλιάζοντάς τα, ὅσο ἔφταναν τά μικρά μπράτσα.

Ἀνεβασμένη σ’ἕνα ὕψωμα τῶν χρόνων βλέπω τήν στάση αὐτή τοῦ σταυροῦ: συνομιλία καί χάρη· ἀνακούφιση καί διαβεβαίωση· κατανόηση καί ἀμοιβαιότητα. Ἑνότητα.

Ἡ Ἀθέατη Παρουσία.

Κάθε φύλλο καί μιά ἀγγελική ὀντότητα. Κάθε κλαδί κι ἕνα ἅγιο πρόσωπο. Κι ὅλο τό Δέντρο τυλιγμένο στόν οὐράνιο μανδύα τῆς Θεοτόκου. Κι ὅλο τό  ἀλσύλλιο τόπος Φιλοξενίας. Τόπος Δόξας.

Ὁ Ἅγιος Ἀντρέι διέσχιζε μέ ἀνοιχτές φτεροῦγες τίς ἀποστάσεις κι ἔφερνε ἀπό τόν Βορρᾶ τά πιό λαμπερά χρώματα. Ἐνοικώντας μέσα στό δάσος τοῦ Ραντονιέζ ἦταν αὐτός πού ἔκλαιγε σέ κάθε κορμό. Τά δικά του δάκρυα ἄκουγα.

Ἔκλαιγε γιά τήν ὀμορφιά πού καίγεται καί γιά τήν ἄφλεκτη ὀμορφιά. Ἔκλαιγε γιά τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων, γιά τά πάθη καί τίς παροδικές χαρές τους.

Ἔκλαιγε γιά μένα, καί τά σεπτά του δάκρυα ἀναμειγνύονταν μέ τοῦ μικροῦ παιδιοῦ ὥσπου ἔπαυαν ἐντελῶς τά ἀναφιλητά του. Σιγά σιγά ἡ  ἡσυχία γέμιζε γέλια σιγανά σάν νά ἄνθιζαν στήν καρδιά της φούλια γιατί ἡ ἐμπιστοσύνη γύριζε στήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ δέντρου.

Ἡ ἐμπιστοσύνη εἶχε τόν σφιγμό τῆς ζωῆς καί ἡ ζωή τόν ἀναπαλμό  τῆς εὐγνωμοσύνης.

18 Αὐγούστου

~.~

Τρέμαμε μαζί. Τρεμουλιάζαμε, ριγούσαμε μαζί. Ρεύματα ἀγωνίας μᾶς διαπερνοῦσαν. Θέλαμε νά πέσουμε καί νά μήν σηκωθοῦμε ποτέ πιά. Ἀλλά οἱ εἰκόνες πού κάποτε φέραμε στήν καρδιά μας ἦσαν πιό γενναῖες ἀπό μᾶς. Γενναῖες καί πάντα πιστές ψιθύριζαν:

Μπορεῖς νά γράψεις γιά τήν Μυθολογία αὐτοῦ τοῦ ἀπροσμέτρητου πόνου;
Μπορεῖς γιά τήν Μυθολογία τῆς Ἐλπίδας; Μπορεῖς;

Δυσκολευόμουν ἀφάνταστα ν’ ἀπαντήσω πώς δέν εἶχα λόγια οὔτε γιά τήν ἐλπίδα, οὔτε γιά τήν χαρά.

Τώρα, μέ τίς πρῶτες μέρες τοῦ φθινοπώρου, ἄνθισαν πάλι Τά Μώβ. Ριγηλά, εὔθραυστα μέσα στίς λεπτές τους πτυχώσεις, ἀκριβῆ στήν ἀναστάσιμη ὥρα τους. Συνομιλοῦν πάλι μέ τόν  ἀέρα καί τά μικρά ἔντομα. Δέν ρωτοῦν γιατί χάθηκαν μέλισσες καί μελισσάκια. Ἀφαρπάζονται ξανά ἀπό τόν μεσημβρινό ἄνεμο. Τοῦ ἀφήνονται χωρίς κανένα δισταγμό. Τό ἑπόμενο πρωί θ’ ἀνοίξουν ἄλλα ὅμοια.

Τώρα ἐμεῖς πενθοῦμε, τούς λέω. Εἴμαστε πήλινοι καί δέν μποροῦμε νά βγοῦμε ἀπ΄τόν πηλό μας. Εἴμαστε ἐγκλωβισμένοι, χωνεμένοι, εἴμαστε λασπόφερτοι.

Πενθοῦμε, τούς λέω,  ἀλλά δέν πτοοῦνται.

7 Σεπτεμβρίου

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

*